Ετικέτες - θέματα

13.2.26

Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Δίας

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

Δίας και Διόνυσος
     ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

Ιδαίον Άντρον
  ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

Δίας και Ήφαιστος
  ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

Δίας και Ήβη
  ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

Δίας και Αίγινα
   ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

Δίας και Τυφών
  ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

Δίας και Άρης
  ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

Άγαλμα του Διός

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
: Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

11.2.26

Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου





Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από τη σκλάβα Βόρειο Ήπειρο, όπου και γεννήθηκε κοντά στο 1760. Η αγάπη του προς το Χριστό ήταν τόσο μεγάλη, ώστε άφησε τα εγκόσμια και πήγε στο “Περιβόλι της Παναγίας”, στο Άγιον Όρος, και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου εκάρη το αγγελικό σχήμα του μοναχού. Με τη χάρη του Θεού, λίγα χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και τέλος έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης στην Ιερά Μονή Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετά από πολλή προσευχή και με τις ευχές των Πατέρων της Σκήτης, ξεκίνησε για τον μεγάλο αγώνα να βοηθήσει τους σκλαβωμένους αδελφούς των Σερρών και της Δράμας, να μείνουν σταθεροί στην πίστη προς τον αληθινό Θεό. Βλέποντας οι Τούρκοι στο πρόσωπό του τον μεγάλο αντίπαλο ενάντια στην εξάπλωση του εξισλαμισμού, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην φυλακή των Σερρών με την κατηγορία ότι κηρύττοντας τον Χριστό σαν αληθινό Θεό και το Μωαμεθανισμό σαν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τον ιδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στη σκοτεινή φυλακή των Σερρών υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, όπως όσφρηση φωτιάς από τη μύτη, ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, καλαμένιες ακίδες στα νύχια του και το πιο βασανιστικό: κάψιμο στα απόκρυφα μέλη του. Ο Νικήτας όμως, με θαυμαστή σταθερότητα, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του στο Χριστό. Τελικά, στις 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τον κρέμασαν και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της αφθαρσίας. Η μνήμη του τιμάται την ημέρα του θανάτου του.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ: 


https://www.youtube.com/watch?v=49f1wRq-JUI&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=10









Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589)

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου




Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΟΝΑΧΗ: Η Φιλοθέη ήταν κόρη του Αθηναίου λογίου Αγγέλου Μπενιζέλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1522 και το βαπτιστικό της όνομα ήταν Ρηγούλα. Μετά από επιμονή των γονέων της νυμφεύτηκε ένα αρχοντόπουλο της αθηναϊκής οικογένειας των Χειλάδων (1536). Όμως ο σύζυγός της πέθανε τρία έτη αργότερα. Έτσι η Αγία, χωρίς οικογενειακά βάρη, επιδόθηκε σε πλήρη αγαθοεργιών ασκητκό βίο. Όταν μάλιστα πέθαναν και οι γονείς της, η Ρηγούλα μετέτρεψε ένα γειτονικό της ναϊσκο (Α. Ανδρέα) σε Μοναστήρι στο οποίο κληροδότησε το μεγαλύτερο τμήμα της περιουσίας της. Η ίδια εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομα Φιλοθέη. Εν συνεχεία εισήλθε πρώτη στη μονή, ως ηγουμένη, ακολουθούμενη από υπηρέτριές της.

ΙΔΡΥΜΑΤΑ “ΟΑΣΕΙΣ” ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: Μέσα στο μοναστήρι ίδρυσε και βιοτεχνικό εργαστήριο στο οποίο παρακολουθούσαν μαθήματα ή εργάζονταν πλήθος κοριτσιών της Αθήνας. Εν συνεχεία ίδρυσε έναν Παρθενώνα στον οποίο προσέλκυσε πλήθος ευσεβών κοριτσιών, καθιστώντας έτσι το ίδρυμα κέντρο πνευματικής προστασίας και φιλοξενίας. Με την πάροδο του χρόνου το μοναστήρι και τα ιδρύματα πλούτισαν από τις προσφορές των ευσεβών και έτσι η Φιλοθέη μπόρεσε να ιδρύσει σχολεία και παραρτήματα του Παρθενώνα. Μάλιστα η Μονή και τα εξαρτημένα απ' αυτή ιδρύματα λειτούργησαν σαν κυματοθραύστες στο κύμα του εξισλαμισμού που είχαν εξαπολύσει οι Οθωμανοί κατά τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Ακόμη, η Φιλοθέη εκτός του ότι παρείχε στις μονάστριες αλλά και στις κοπέλες εργασία στα εργαστήρια, ασκούσε παράλληλα άοκνα τη φιλανθρωπία, καθιστάμενη προστάτιδα των φτωχών και των γερόντων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ - ΚΟΙΜΗΣΗ: Οι Οθωμανικές αρχές της Αθήνας βλέποντας ότι η Φιλοθέη με την πίστη της και τον τρόπο ζωής της ενέπνεε του ραγιάδες, έδωσαν εντολή να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή, όπου υπέφερε τα πάνδεινα. Χάρις σε συντονισμένες προσπάθειες της Δημογεροντίας των χριστιανών της Αθήνας, όμως, η Φιλοθέη απελευθερώθηκε. Σύντομα, στις 2 Οκτωβρίου του 1588, συνελήφθη εκ νέου κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας που τελούνταν στη Μονή επί τη εορτή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Οι Τούρκοι που την συνέλαβαν τις προξένησαν σοβαρές πληγές με ραβδισμούς και μαστιγώσεις, καθιστώντας την μισοπεθαμένη. Έπειτα απ' αυτό οι συμμονάστριές της την παρέλαβαν και την οδήγησαν στο μετόχι της Μονής στην Καλογρέζα, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Ι. Ναός της Α. Φιλοθέης. Εκεί τελικά δεν κατόρθωσε ποτέ να συνέλθει από τους βασανισμούς και παρέδωσε το πνεύμα της την 19η Φεβρουαρίου του 1589. Την επόμενη μόλις δεκαετία έγινε η ανακήρυξη τη; αγιότητάς της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επί δεύτερης πατριαρχίας Ματθαίου Β΄(1595-1600).

 


“ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ” ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Το άγιο λείψανο της Φιλοθέης φυλάσσεται μέσα στο ιερό βήμα του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών εντός λάρνακας. Κάθε έτος, την παραμονή της εορτής, ένα μέλος της οικογένειας Μπενιζέλου ανοίγει τη λάρνακα για να προσκυνήσουν οι πιστοί. Προς τιμή της Αγίας ονομάστηκε η οδός που οδηγεί στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής, καθΏς και μια ολόκληρη συνοικία (Νέα Φιλοθέη). Η γειτονική συνοικία του Ψυχικού, αξίζει να αναφέρουμε, ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της αναψυχής που πρόσφερε στους περιπατητές ένα πηγάδι στην περιοχή, το οποίο διάνοιξε με δικές της δαπάνες η Αγία Φιλοθέη. Κάθε χρόνο, ανήμερα της εορτής της Αγίας, πλήθη πιστών συρρέουν στη βραχώδη κρύπτη της περιοχής της Φιλοθέης, όπου ασκήτεψε αυτή η μεγάλη εργάτιδα της ελληνοχριστιανικής ιδέας.

Απολυτίκιο: “Αθηναίων η πόλις η περιώνυμος Φιλοθέην τιμά την οσιομάρτυρα και ασπάζεται αυτής το θείον λείψανον, ότι εβίωσε σεμνώς και μετήλλαξε το ζην αθλήσει και μαρτυρίω, και πρεσβεύει προς τον Σωτήρα, διδόναι πάσι το θείον έλεος.




Βιβλιογραφία: Νικοδήμος Αγιορείτης, Συναξαριστής τ. Ε΄, σ. 141.

Ε. Βούλγαρις, Η προς Πέτρον Κλαίρκιον επιστολιμαία διατριβή.

Κ. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 193.

Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Γ΄, σ.606.

Δ. Καμπούρογλου, “Φιλοθέη Βενιζέλου”, εφημ. Ακρόπολις, 1911 (σε συνέχειες).

Δ. Καμπούρογλου, Μνημεία της Ιστορίας των Αθηνών, Α΄ 1891, Σ. 145-165.

Χρυσ. Παπαδοπουλος, Η Εκκλησία των Αθηνών, Αθήναι 1928, σ. 52-54.

7.2.26

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
     
     
  Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
     Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
     Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
     Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
     Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
     Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
     Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
     Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
     Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
― Πάμε, έλα!
― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
     Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
     Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
     Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
     Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
     Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
     
     Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
     Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
― Βενετιά, κυρά μου…
― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
     Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
     Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
     Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
     Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
     Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
     Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
     Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
     
     Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
     Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
     Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
     Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
     Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
     Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
     Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
― Δέσπω!
     Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
     Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
     Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
     Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
     
     Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
     Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
     Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
     Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
     Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
     Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
     Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
― Ένα βαθύ ντουλάπι…
― Ύστερα;
― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
     Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
― Τι παράξενο, κυρά!
― Θάμα θεού είναι!
― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
     Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
     
     Ιανουάριος 1916


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

6.2.26

Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2] διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 
Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2]
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

       

       Το κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Τιμή του Αδελφού» (1914) του Γρηγόριου Ξενόπουλου πραγματεύεται την ηθική κατάπτωση και την κοινωνική υποκρισία μέσα από την ιστορία της Αργυρώς και του αδελφού της, Θανάση Η Αργυρώ είναι μια νέα κοπέλα που ζει φτωχικά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, αναγκάζεται να γίνει ιερόδουλη σε πλούσιους της περιοχής για να συντηρήσει τη μητέρα της και τον ακαμάτη αδελφό της. Ο Θανάσης, είναι ο αδελφός της, ένας ανήθικος και ρέμπελος άντρας, που γνωρίζει την πηγή των εσόδων της αλλά «κλείνει τα μάτια» όσο εκείνη τον χρηματοδοτεί! Όταν κάποτε η Αργυρώ αγανακτεί και του κόβει την «επιχορήγηση», ο Θανάσης θυμάται ξαφνικά την «τιμή» του. Ισχυρίζεται ότι η διαγωγή της τον κηλιδώνει και τη σκοτώνει, προβάλλοντας την ...τιμή ως πρόφαση για την εκδίκησή του.

Κεντρικά Θέματα: Το έργο εστιάζει στην αντίθεση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, καταδεικνύοντας πώς η κοινωνία στιγματίζει τη γυναίκα ενώ συγχωρεί την ανδρική ανηθικότητα. Η ανάλυση των χαρακτήρων στην «Τιμή του Αδελφού» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να «ξεσκεπάσει» την αυστηρή πατριαρχική δομή και την υποκρισία της αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η Αργυρώ είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας του έργου. Αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που θυσιάζει την προσωπική της αξιοπρέπεια για την επιβίωση της οικογένειάς της. Παρόλο που η εργασία της θεωρείται ανήθικη, το κίνητρό της είναι η αγάπη για τη μητέρα της και η φροντίδα για τον αδελφό της. Είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν κρύβεται πίσω από προσωπεία. Γνωρίζει ποια είναι και τι κάνει. Η τραγωδία της ξεκινά όταν αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της και να σταματήσει να συντηρεί τον Θανάση. Αυτή η πράξη ανεξαρτησίας είναι που τελικά οδηγεί στον θάνατό της.

Ο Θανάσης, από την άλλη, αποτελεί τη μελέτη του Ξενόπουλου πάνω στην «κούφια» ανδρική τιμή της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ηθικές αναστολές όσο απολαμβάνει τις ανέσεις που του παρέχει η αδελφή του. Η «τιμή» του δεν ενοχλείται όσο το πορτοφόλι του είναι γεμάτο. Δεν τον νοιάζει η ευτυχία ή η επιβίωση της Αργυρώς, παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Όταν όμως χάνει τα προνόμιά του, χρησιμοποιεί την έννοια της «τιμής» ως πρόσχημα και ... όπλο. Ο φόνος της αδελφής του δεν είναι πράξη ηθικής κάθαρσης, αλλά εκδίκηση και αποκατάσταση της κυριαρχίας του.

Η μητέρα, πάλι, της Αργυρώς και του Θανάση παίζει έναν καταλυτικό ρόλο, αν και συχνά παραγκωνίζεται στην ανάλυση. Εκπροσωπεί την παλαιότερη γενιά που δέχεται τη μοίρα της χωρίς αντίσταση. Γνωρίζει την πηγή του πλούτου της Αργυρώς και την αποδέχεται σιωπηλά για να ζει με ανέσεις. Η σιωπή της είναι μια μορφή αποδοχής της εκμετάλλευσης της κόρης της. Στην ανάλυση του έργου, η μορφή του αγαπημένου φίλου της Αργυρώς (του Ανδρέα) λειτουργεί ως ο μοναδικός εκφραστής πραγματικής ανθρωπιάς και ανιδιοτελούς αγάπης μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκμετάλλευσης. Για την Αργυρώ, μάλιστα, ο φίλος της δεν είναι απλώς ένας εραστής, αλλά η προσωποποίηση της ελπίδας για μια άλλη ζωή. Η παρουσία του προσφέρει μια «ηθική λύτρωση» πριν από την τραγική κατάληξη. Σε αντίθεση με τον αδελφό της που τη βλέπει ως πηγή εισοδήματος, ο φίλος της την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με ψυχή. Η σχέση τους είναι το μοναδικό σημείο του έργου όπου η Αργυρώ νιώθει ότι η αξία της δεν μετριέται με χρήματα. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της πραγματικής ''απόδρασης''. Η πρόθεσή του να τη στηρίξει ουσιαστικά είναι αυτό που δίνει στην Αργυρώ τη δύναμη να συγκρουστεί με τον Θανάση και να του κόψει την οικονομική παροχή.

    Όμως, κι εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία, Η «λύτρωση» που υπόσχεται ο φίλος της παραμένει πρακτικά ανεκπλήρωτη. Ενώ ψυχικά η Αργυρώ λυτρώνεται από τις ενοχές και την υποταγή, αυτή ακριβώς η προσπάθεια για μια νέα αρχή είναι που πυροδοτεί το φονικό ένστικτο του αδελφού της.

Αλλά ο Ανδρέας είναι αυτός που φέρνει την τελική ''κάθαρση'' στο έργο. [Κων. Οικονόμου]

 ΤΟ AUDIOBOOK ΣΕ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=CQW0PNaWybs&t=28s

ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=azipeOa-L4I





Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + 2 ΒΙΝΤΕΟ

 


Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος- τέλος]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


  ΜΙΑ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ: Κατά το πρώτο βιβλίο της Α. Γραφής, τη Γένεση, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες. Και όταν η Γραφή λέει έξι μέρες, «και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί ημέρα μία (...) ημέρα δευτέρα (...) ημέρα τρίτη» κ.ο.κ., δεν μας λέει ότι οι μέρες είναι 24ωρες ηλιακές μέρες, αφού ο ήλιος ακόμη δεν είχε δημιουργηθεί για να διαχωρίζει τις ημέρες από τις νύκτες. Ο ήλιος την τέταρτη “μέρα” παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί ημερών 24 ωρών, όπως είναι οι γήινες σημερινές ημέρες. Πρόκειται για μακρότατα χρονικά διαστήματα, εκατομμυρίων ετών, που η Γραφή τα ονομάζει μέρες. Λέει και ο ψαλμωδός στο Θεό· «ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, καὶ φυλακὴ εν νυκτί»!!! (Ψαλμ. πθ΄ 4). Στα μακρά αυτά χρονικά διαστήματα της εξαημέρου ο Θεός κατά τάξη πορεύθηκε στη δημιουργία των διαφόρων όντων. Άρχισε από τα ατελή και προχώρησε στα τελειότερα. Από τα ανόργανα στα ενόργανα, από τα άψυχα στα έμψυχα, από τα άβια στα έμβια κι από εκεί στα εμψύχως έμβια. Πρώτα από την ανόργανη και άπλαστη και άμορφη ύλη και προχώρησε στα φυτά, τα ζώα, και τέλος τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του. Και είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού ο άνθρωπος, αφού στον άνθρωπο έδωσε και ψυχή [η οποία είναι μεν πνευματική και αθάνατη, αλλά και αυτή δημιούργημα του Θεού, εκ του μηδενός προερχόμενη], που πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο στο “καθ' ομοίωσιν” με το Δημιουργό του. Ως απάντηση στο ρηθέν από μερίδα επιστημόνων ότι ο κόσμος-Σύμπαν έγινε από το μηδέν (!!!), απαντάμε ότι από το μηδέν μηδέν παράγεται και έτσι αυτόματη γένεση του κόσμου δεν στέκει και αποκλείεται. Αλλά, προς τους σκεπτικιστές, προτείνουμε το εξής σχήμα: εάν μπροστά από το μηδέν βάλουμε μια μονάδα τότε το ένα μηδέν γίνεται 10, τα δύο μηδενικά 100, τα 6 μηδενικά ένα εκατομμύριο, κ.ο.κ. Αυτή η μονάδα, η Τριαδική Μονάδα, ή Μονάς εν Τριάδι, είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός που το μηδέν (0) το έκανε κόσμο, το έκανε αυτό το θαυμάσιο Σύμπαν που μας περιβάλλει και τα εν αυτώ δημιουργήματά του.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Κάποιοι αποκάλεσαν το σωματίδιο του Χιγκς ως «σωματίδιο του Θεού». Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη πως ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός». Άλλο, όμως, να υποστηρίζει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο το υπερανιμιστικό αξίωμα ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός!!! Στην δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος οδηγείται στον αθεϊσμό και τον υλισμό, αποδεχόμενος ότι αρχή του κόσμου είναι η ύλη! Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, έδωσαν δύο γενικές απαντήσεις. Κάποιοι προσωκρατικοί, όπως οι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, εισηγητές της λογικής κοσμοερμηνείας, μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, και τη δύναμη της ύλης, ταυτίζοντας ύλη και δύναμη [μηχανική ενέργεια της ύλης]. Οπότε, ο κόσμος, κατ΄αυτούς είναι υλικός και μηχανικός. Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, αναπτύσσοντας τη θεωρία των ιδεών, πίστευε πως όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ενώ ο Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο. Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος». Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη. Οι σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμηνεύοντας τις νέες ανακαλύψεις. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο. Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερμηνεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τι αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχονται σε άλλα πεδία, όπως της ύπαρξης ή μη του Θεού. Στην πατερική αυτή άποψη συμφωνεί και η απλή λογική: είναι αδύνατον για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου να φτάσει σε σε ύψη “αποκρυπτογράφησης” των σχεδίων και της δύναμης του Θεού. Ακόμη, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους. Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, ύλη, άτομα, μόρια, πρωτόνια, σωματίδια, κύτταρο, γονίδια, ιούς, μικρόβια, κλπ. ενώ η θεολογία, ως πνευματική εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό με τις άκτιστες ενέργειές Του. Η επιστήμη πρέπει να αξιοποεί τα θεία δώρα, που λέγονται ανθρώπινος νους και επινοητικότητα, και να προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις που πρέπει να ωφελούν [και να μη βλάπτουν] τους ανθρώπους, μιμούμενη τον Ίδιο τον Άγιο Τριαδικό Θεό το γεννήτορα του καλού, της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Η ορθόδοξη θεολογία, από την πλευρά της, δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήσει ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που κηρύσσεται λόγοις «ο θάνατος του Θεού», και έργοις «ο θάνατος του πλησίον». Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώσει την αγάπη Του. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει, έστω υποβαθμισμένη ζωή, χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό και πραγματική ζωή. Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δημιουργία και τη σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι άλογη δύναμη, ούτε ευδαίμον όν, αλλά τριαδικό πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού. Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώσει τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος που, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν πρέπει να αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό, τον μόνο που μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η Γένεση [Παλαιά Διαθήκη]

Ελληνική Πατρολογία [Migne P. G.]

Alan H. Guth, «Το πληθωριστικό Σύμπαν», 2001 εκδόσεις Γκοβόστη

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΜΕ ΘΕΜΑ Δημιουργία και Θεός'' ΣΤΑ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ, ΕΔΩ:

ΚΙ ΕΔΩ: 



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

31.1.26

Ο Υμέναιος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Υμέναιος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Ο Υμήν ή Υμέναιος ήταν αρχαία Ελληνική ελλάσσων θεότητα που προστάτευε τον θεσμό του γάμου. Απεικονιζόταν ως ένα όμορφο νεαρό αγοράκι που επικαλείται στο γαμήλιο ύμνο των αρχαίων Ελλήνων. Το όνομά του προέρχεται από την λέξη ύμνος, ενώ η θεότητα προέκυψε από την προσωποποίηση του ύμνου. Στις παραστάσεις της Αρχαιότητας εμφανίζεται ψηλότερος και πιο σοβαρός από τον Έρωτα, ενώ στο χέρι του κρατάει ένα γαμήλιο δαυλό.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ: Πρώτες αναφορές στον Υμέναιο έχουμε στο έργο του Ευριπίδη1, και στην Σαπφώ2. Ο Υμέναιος ήταν γιος του Απόλλωνα και μιας από τις τρεις Μούσες [Καλλιόπη, Ουρανία ή Τερψιχόρη]. Συχνά μνημονεύεται μαζί με άλλα τέκνα των Μουσών, όπως τον Λίνο, τον Ορφέα και τον Ιάλεμο3. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή ο Υμέναιος ήταν απλά φίλος του Απόλλωνα ή ίσως του μουσικού Θάμυρι και είτε γιος του Μάγνη και της Καλλιόπης, είτε του Διονύσου και της Αφροδίτης. Σε αρχαιότερες παραδόσεις αναφέρεται σαν θνητός. Σε κάποιο μύθο της Αργολίδας, ο Υμέναιος ήταν ένας νεαρός από το Άργος. Κάποια μέρα που έπλεε με το καράβι του ανοιχτά της Αττικής, απελευθέρωσε κάποιες κοπέλες από τα χέρια Πελασγών πειρατών. Οι κοπέλες αυτές τον εξύμνησαν στα γαμήλια τραγούδια τους και έκτοτε κάθε κοπέλα στο γάμο της τραγουδούσε τα τραγούδια του Υμέναιου.

Η ΑΤΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ: Σύμφωνα με τους μύθους της Αττικής, ο Υμέναιος ήταν ένας νέος ιδιαίτερα όμορφος, τόσο που έμοιαζε για κορίτσι. Ερωτεύτηκε μια κόρη που δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του. Ο Υμέναιος έβαλε τότε γυναικεία ρούχα και την ακολούθησε κρυφά στην Ελευσίνα, στη γιορτή της Δήμητρας. Εκεί έπεσε στα χέρια ληστών οι οποίοι τον απήγαγαν μαζί με τις άλλες γυναίκες και τους πήγαν σε μια ξένη χώρα μακρινή. Στο τόπο της αιχμαλωσίας, όταν οι ληστές έπεσαν να κοιμηθούν, ο Υμέναιος τους σκότωσε και απελευθέρωσε τα κορίτσια επιστρέφοντας πίσω στην Αθήνα. Εκεί ζήτησε για αντάλλαγμα την κόρη που αγαπούσε. Οι γονείς του κοριτσιού και οι πολίτες της Αθήνας του έδωσαν την συγκατάβαση τους. Ο γάμος που ακολούθησε ήταν τόσο οι γιορταστικός, και η ατμόσφαιρα τόσο ευτυχισμένη, που ο Υμέναιος εξυμνήθηκε στα τραγούδια τους. 

  Σε μια άλλη, λιγότερο παραδεκτή, εκδοχή, ο Υμέναιος ήταν ένας νέος που σκοτώθηκε μέσα στο σπίτι του όταν αυτό κατέρρευσε την ημέρα του γάμου του. Από τότε τον εξυμνούσαν στα τραγούδια του γάμου για να τον εξευμενίσουν. Εξάλλου, σε έναν ορφικό μύθο αναφέρεται ότι τον επανέφερε στην ζωή ο Ασκληπιός. Τέλος, αλλού γράφηκε ότι ο Υμέναιος τραγούδησε στον γάμο του Διονύσου και της Αριάδνης, όταν ξαφνικά έχασε την φωνή του.

Konstantinowa.oikonomou@gmail.com

1. Τρωάδες, στ. 311.

2. Fragm. 73.

3. Ο Ιάλεμος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης. Από το όνομά του ονομάζονταν στην αρχαιότητα ιάλεμοι τα θλιβερά άσματα είτε γιατί, όπως έλεγε η παράδοση, πέθανε νεότατος, και έδωσε έτσι αφορμή για θρηνωδίες, είτε γιατί, όπως λεγόταν, ουδέποτε έψαλλε ο ίδιος χαρμόσυνα άσματα. Αυτή ήταν η αφορμή για τον χαρακτηρισμό στην αρχαιότητα της πένθιμης μουσικής ως "Ιαλέμου ωδή".

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

O Αγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2) Κωνσταντίνος Οικονόμου

  O Ά γιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2) Κωνσταντίνος Οικονόμου Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ : Ο Άγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε γύρω στο 80 μ....

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....