Ετικέτες - θέματα

7.2.26

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
     
     
  Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
     Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
     Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
     Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
     Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
     Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
     Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
     Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
     Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
― Πάμε, έλα!
― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
     Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
     Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
     Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
     Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
     Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
     
     Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
     Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
― Βενετιά, κυρά μου…
― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
     Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
     Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
     Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
     Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
     Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
     Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
     Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
     
     Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
     Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
     Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
     Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
     Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
     Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
     Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
― Δέσπω!
     Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
     Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
     Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
     Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
     
     Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
     Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
     Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
     Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
     Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
     Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
     Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
― Ένα βαθύ ντουλάπι…
― Ύστερα;
― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
     Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
― Τι παράξενο, κυρά!
― Θάμα θεού είναι!
― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
     Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
     
     Ιανουάριος 1916


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

6.2.26

Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2] διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 
Η τιμή του αδελφού, του Γρηγ. Ξενόπουλου ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK [2]
διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

       

       Το κοινωνικό μυθιστόρημα «Η Τιμή του Αδελφού» (1914) του Γρηγόριου Ξενόπουλου πραγματεύεται την ηθική κατάπτωση και την κοινωνική υποκρισία μέσα από την ιστορία της Αργυρώς και του αδελφού της, Θανάση Η Αργυρώ είναι μια νέα κοπέλα που ζει φτωχικά στην Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα, αναγκάζεται να γίνει ιερόδουλη σε πλούσιους της περιοχής για να συντηρήσει τη μητέρα της και τον ακαμάτη αδελφό της. Ο Θανάσης, είναι ο αδελφός της, ένας ανήθικος και ρέμπελος άντρας, που γνωρίζει την πηγή των εσόδων της αλλά «κλείνει τα μάτια» όσο εκείνη τον χρηματοδοτεί! Όταν κάποτε η Αργυρώ αγανακτεί και του κόβει την «επιχορήγηση», ο Θανάσης θυμάται ξαφνικά την «τιμή» του. Ισχυρίζεται ότι η διαγωγή της τον κηλιδώνει και τη σκοτώνει, προβάλλοντας την ...τιμή ως πρόφαση για την εκδίκησή του.

Κεντρικά Θέματα: Το έργο εστιάζει στην αντίθεση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, καταδεικνύοντας πώς η κοινωνία στιγματίζει τη γυναίκα ενώ συγχωρεί την ανδρική ανηθικότητα. Η ανάλυση των χαρακτήρων στην «Τιμή του Αδελφού» είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς ο Ξενόπουλος χρησιμοποιεί τους ήρωές του για να «ξεσκεπάσει» την αυστηρή πατριαρχική δομή και την υποκρισία της αθηναϊκής κοινωνίας των αρχών του 20ού αιώνα.

Η Αργυρώ είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας του έργου. Αντιπροσωπεύει τη γυναίκα που θυσιάζει την προσωπική της αξιοπρέπεια για την επιβίωση της οικογένειάς της. Παρόλο που η εργασία της θεωρείται ανήθικη, το κίνητρό της είναι η αγάπη για τη μητέρα της και η φροντίδα για τον αδελφό της. Είναι ο μόνος χαρακτήρας που δεν κρύβεται πίσω από προσωπεία. Γνωρίζει ποια είναι και τι κάνει. Η τραγωδία της ξεκινά όταν αποφασίζει να διεκδικήσει την αυτονομία της και να σταματήσει να συντηρεί τον Θανάση. Αυτή η πράξη ανεξαρτησίας είναι που τελικά οδηγεί στον θάνατό της.

Ο Θανάσης, από την άλλη, αποτελεί τη μελέτη του Ξενόπουλου πάνω στην «κούφια» ανδρική τιμή της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ηθικές αναστολές όσο απολαμβάνει τις ανέσεις που του παρέχει η αδελφή του. Η «τιμή» του δεν ενοχλείται όσο το πορτοφόλι του είναι γεμάτο. Δεν τον νοιάζει η ευτυχία ή η επιβίωση της Αργυρώς, παρά μόνο το πώς θα ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Όταν όμως χάνει τα προνόμιά του, χρησιμοποιεί την έννοια της «τιμής» ως πρόσχημα και ... όπλο. Ο φόνος της αδελφής του δεν είναι πράξη ηθικής κάθαρσης, αλλά εκδίκηση και αποκατάσταση της κυριαρχίας του.

Η μητέρα, πάλι, της Αργυρώς και του Θανάση παίζει έναν καταλυτικό ρόλο, αν και συχνά παραγκωνίζεται στην ανάλυση. Εκπροσωπεί την παλαιότερη γενιά που δέχεται τη μοίρα της χωρίς αντίσταση. Γνωρίζει την πηγή του πλούτου της Αργυρώς και την αποδέχεται σιωπηλά για να ζει με ανέσεις. Η σιωπή της είναι μια μορφή αποδοχής της εκμετάλλευσης της κόρης της. Στην ανάλυση του έργου, η μορφή του αγαπημένου φίλου της Αργυρώς (του Ανδρέα) λειτουργεί ως ο μοναδικός εκφραστής πραγματικής ανθρωπιάς και ανιδιοτελούς αγάπης μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον εκμετάλλευσης. Για την Αργυρώ, μάλιστα, ο φίλος της δεν είναι απλώς ένας εραστής, αλλά η προσωποποίηση της ελπίδας για μια άλλη ζωή. Η παρουσία του προσφέρει μια «ηθική λύτρωση» πριν από την τραγική κατάληξη. Σε αντίθεση με τον αδελφό της που τη βλέπει ως πηγή εισοδήματος, ο φίλος της την αντιμετωπίζει ως άνθρωπο με ψυχή. Η σχέση τους είναι το μοναδικό σημείο του έργου όπου η Αργυρώ νιώθει ότι η αξία της δεν μετριέται με χρήματα. Ο Ανδρέας αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα της πραγματικής ''απόδρασης''. Η πρόθεσή του να τη στηρίξει ουσιαστικά είναι αυτό που δίνει στην Αργυρώ τη δύναμη να συγκρουστεί με τον Θανάση και να του κόψει την οικονομική παροχή.

    Όμως, κι εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία, Η «λύτρωση» που υπόσχεται ο φίλος της παραμένει πρακτικά ανεκπλήρωτη. Ενώ ψυχικά η Αργυρώ λυτρώνεται από τις ενοχές και την υποταγή, αυτή ακριβώς η προσπάθεια για μια νέα αρχή είναι που πυροδοτεί το φονικό ένστικτο του αδελφού της.

Αλλά ο Ανδρέας είναι αυτός που φέρνει την τελική ''κάθαρση'' στο έργο. [Κων. Οικονόμου]

 ΤΟ AUDIOBOOK ΣΕ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=CQW0PNaWybs&t=28s

ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=azipeOa-L4I





Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + 2 ΒΙΝΤΕΟ

 


Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος- τέλος]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


  ΜΙΑ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ: Κατά το πρώτο βιβλίο της Α. Γραφής, τη Γένεση, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες. Και όταν η Γραφή λέει έξι μέρες, «και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί ημέρα μία (...) ημέρα δευτέρα (...) ημέρα τρίτη» κ.ο.κ., δεν μας λέει ότι οι μέρες είναι 24ωρες ηλιακές μέρες, αφού ο ήλιος ακόμη δεν είχε δημιουργηθεί για να διαχωρίζει τις ημέρες από τις νύκτες. Ο ήλιος την τέταρτη “μέρα” παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί ημερών 24 ωρών, όπως είναι οι γήινες σημερινές ημέρες. Πρόκειται για μακρότατα χρονικά διαστήματα, εκατομμυρίων ετών, που η Γραφή τα ονομάζει μέρες. Λέει και ο ψαλμωδός στο Θεό· «ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, καὶ φυλακὴ εν νυκτί»!!! (Ψαλμ. πθ΄ 4). Στα μακρά αυτά χρονικά διαστήματα της εξαημέρου ο Θεός κατά τάξη πορεύθηκε στη δημιουργία των διαφόρων όντων. Άρχισε από τα ατελή και προχώρησε στα τελειότερα. Από τα ανόργανα στα ενόργανα, από τα άψυχα στα έμψυχα, από τα άβια στα έμβια κι από εκεί στα εμψύχως έμβια. Πρώτα από την ανόργανη και άπλαστη και άμορφη ύλη και προχώρησε στα φυτά, τα ζώα, και τέλος τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του. Και είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού ο άνθρωπος, αφού στον άνθρωπο έδωσε και ψυχή [η οποία είναι μεν πνευματική και αθάνατη, αλλά και αυτή δημιούργημα του Θεού, εκ του μηδενός προερχόμενη], που πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο στο “καθ' ομοίωσιν” με το Δημιουργό του. Ως απάντηση στο ρηθέν από μερίδα επιστημόνων ότι ο κόσμος-Σύμπαν έγινε από το μηδέν (!!!), απαντάμε ότι από το μηδέν μηδέν παράγεται και έτσι αυτόματη γένεση του κόσμου δεν στέκει και αποκλείεται. Αλλά, προς τους σκεπτικιστές, προτείνουμε το εξής σχήμα: εάν μπροστά από το μηδέν βάλουμε μια μονάδα τότε το ένα μηδέν γίνεται 10, τα δύο μηδενικά 100, τα 6 μηδενικά ένα εκατομμύριο, κ.ο.κ. Αυτή η μονάδα, η Τριαδική Μονάδα, ή Μονάς εν Τριάδι, είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός που το μηδέν (0) το έκανε κόσμο, το έκανε αυτό το θαυμάσιο Σύμπαν που μας περιβάλλει και τα εν αυτώ δημιουργήματά του.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Κάποιοι αποκάλεσαν το σωματίδιο του Χιγκς ως «σωματίδιο του Θεού». Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη πως ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός». Άλλο, όμως, να υποστηρίζει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο το υπερανιμιστικό αξίωμα ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός!!! Στην δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος οδηγείται στον αθεϊσμό και τον υλισμό, αποδεχόμενος ότι αρχή του κόσμου είναι η ύλη! Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, έδωσαν δύο γενικές απαντήσεις. Κάποιοι προσωκρατικοί, όπως οι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, εισηγητές της λογικής κοσμοερμηνείας, μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, και τη δύναμη της ύλης, ταυτίζοντας ύλη και δύναμη [μηχανική ενέργεια της ύλης]. Οπότε, ο κόσμος, κατ΄αυτούς είναι υλικός και μηχανικός. Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, αναπτύσσοντας τη θεωρία των ιδεών, πίστευε πως όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ενώ ο Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο. Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος». Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη. Οι σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμηνεύοντας τις νέες ανακαλύψεις. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο. Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερμηνεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τι αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχονται σε άλλα πεδία, όπως της ύπαρξης ή μη του Θεού. Στην πατερική αυτή άποψη συμφωνεί και η απλή λογική: είναι αδύνατον για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου να φτάσει σε σε ύψη “αποκρυπτογράφησης” των σχεδίων και της δύναμης του Θεού. Ακόμη, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους. Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, ύλη, άτομα, μόρια, πρωτόνια, σωματίδια, κύτταρο, γονίδια, ιούς, μικρόβια, κλπ. ενώ η θεολογία, ως πνευματική εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό με τις άκτιστες ενέργειές Του. Η επιστήμη πρέπει να αξιοποεί τα θεία δώρα, που λέγονται ανθρώπινος νους και επινοητικότητα, και να προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις που πρέπει να ωφελούν [και να μη βλάπτουν] τους ανθρώπους, μιμούμενη τον Ίδιο τον Άγιο Τριαδικό Θεό το γεννήτορα του καλού, της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Η ορθόδοξη θεολογία, από την πλευρά της, δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήσει ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που κηρύσσεται λόγοις «ο θάνατος του Θεού», και έργοις «ο θάνατος του πλησίον». Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώσει την αγάπη Του. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει, έστω υποβαθμισμένη ζωή, χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό και πραγματική ζωή. Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δημιουργία και τη σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι άλογη δύναμη, ούτε ευδαίμον όν, αλλά τριαδικό πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού. Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώσει τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος που, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν πρέπει να αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό, τον μόνο που μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Η Γένεση [Παλαιά Διαθήκη]

Ελληνική Πατρολογία [Migne P. G.]

Alan H. Guth, «Το πληθωριστικό Σύμπαν», 2001 εκδόσεις Γκοβόστη

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΜΕ ΘΕΜΑ Δημιουργία και Θεός'' ΣΤΑ ΔΥΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ, ΕΔΩ:

ΚΙ ΕΔΩ: 



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

31.1.26

Ο Υμέναιος από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Υμέναιος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Ο Υμήν ή Υμέναιος ήταν αρχαία Ελληνική ελλάσσων θεότητα που προστάτευε τον θεσμό του γάμου. Απεικονιζόταν ως ένα όμορφο νεαρό αγοράκι που επικαλείται στο γαμήλιο ύμνο των αρχαίων Ελλήνων. Το όνομά του προέρχεται από την λέξη ύμνος, ενώ η θεότητα προέκυψε από την προσωποποίηση του ύμνου. Στις παραστάσεις της Αρχαιότητας εμφανίζεται ψηλότερος και πιο σοβαρός από τον Έρωτα, ενώ στο χέρι του κρατάει ένα γαμήλιο δαυλό.

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ: Πρώτες αναφορές στον Υμέναιο έχουμε στο έργο του Ευριπίδη1, και στην Σαπφώ2. Ο Υμέναιος ήταν γιος του Απόλλωνα και μιας από τις τρεις Μούσες [Καλλιόπη, Ουρανία ή Τερψιχόρη]. Συχνά μνημονεύεται μαζί με άλλα τέκνα των Μουσών, όπως τον Λίνο, τον Ορφέα και τον Ιάλεμο3. Σύμφωνα, όμως, με μια άλλη εκδοχή ο Υμέναιος ήταν απλά φίλος του Απόλλωνα ή ίσως του μουσικού Θάμυρι και είτε γιος του Μάγνη και της Καλλιόπης, είτε του Διονύσου και της Αφροδίτης. Σε αρχαιότερες παραδόσεις αναφέρεται σαν θνητός. Σε κάποιο μύθο της Αργολίδας, ο Υμέναιος ήταν ένας νεαρός από το Άργος. Κάποια μέρα που έπλεε με το καράβι του ανοιχτά της Αττικής, απελευθέρωσε κάποιες κοπέλες από τα χέρια Πελασγών πειρατών. Οι κοπέλες αυτές τον εξύμνησαν στα γαμήλια τραγούδια τους και έκτοτε κάθε κοπέλα στο γάμο της τραγουδούσε τα τραγούδια του Υμέναιου.

Η ΑΤΤΙΚΗ ΕΚΔΟΧΗ: Σύμφωνα με τους μύθους της Αττικής, ο Υμέναιος ήταν ένας νέος ιδιαίτερα όμορφος, τόσο που έμοιαζε για κορίτσι. Ερωτεύτηκε μια κόρη που δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του. Ο Υμέναιος έβαλε τότε γυναικεία ρούχα και την ακολούθησε κρυφά στην Ελευσίνα, στη γιορτή της Δήμητρας. Εκεί έπεσε στα χέρια ληστών οι οποίοι τον απήγαγαν μαζί με τις άλλες γυναίκες και τους πήγαν σε μια ξένη χώρα μακρινή. Στο τόπο της αιχμαλωσίας, όταν οι ληστές έπεσαν να κοιμηθούν, ο Υμέναιος τους σκότωσε και απελευθέρωσε τα κορίτσια επιστρέφοντας πίσω στην Αθήνα. Εκεί ζήτησε για αντάλλαγμα την κόρη που αγαπούσε. Οι γονείς του κοριτσιού και οι πολίτες της Αθήνας του έδωσαν την συγκατάβαση τους. Ο γάμος που ακολούθησε ήταν τόσο οι γιορταστικός, και η ατμόσφαιρα τόσο ευτυχισμένη, που ο Υμέναιος εξυμνήθηκε στα τραγούδια τους. 

  Σε μια άλλη, λιγότερο παραδεκτή, εκδοχή, ο Υμέναιος ήταν ένας νέος που σκοτώθηκε μέσα στο σπίτι του όταν αυτό κατέρρευσε την ημέρα του γάμου του. Από τότε τον εξυμνούσαν στα τραγούδια του γάμου για να τον εξευμενίσουν. Εξάλλου, σε έναν ορφικό μύθο αναφέρεται ότι τον επανέφερε στην ζωή ο Ασκληπιός. Τέλος, αλλού γράφηκε ότι ο Υμέναιος τραγούδησε στον γάμο του Διονύσου και της Αριάδνης, όταν ξαφνικά έχασε την φωνή του.

Konstantinowa.oikonomou@gmail.com

1. Τρωάδες, στ. 311.

2. Fragm. 73.

3. Ο Ιάλεμος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης. Από το όνομά του ονομάζονταν στην αρχαιότητα ιάλεμοι τα θλιβερά άσματα είτε γιατί, όπως έλεγε η παράδοση, πέθανε νεότατος, και έδωσε έτσι αφορμή για θρηνωδίες, είτε γιατί, όπως λεγόταν, ουδέποτε έψαλλε ο ίδιος χαρμόσυνα άσματα. Αυτή ήταν η αφορμή για τον χαρακτηρισμό στην αρχαιότητα της πένθιμης μουσικής ως "Ιαλέμου ωδή".

29.1.26

Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας
του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ
ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
 
  «Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας» είναι διήγημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου
. Περιλαμβάνεται σε συλλογές με τα διηγήματα «Κελαηδισμοί», «Η Φούρκα» και «Η Σκουφάτη». Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από την πορεία της Αργυρούλας, παρουσιάζοντας πτυχές της ζωής και του θανάτου της, με το ύφος του γνωστού Έλληνα συγγραφέα. 
  • Συγγραφέας: Γρηγόριος Ξενόπουλος.
  • Θεματολογία: Κοινωνικό/Ηθογραφικό διήγημα, μέρος της συλλογής "Κελαηδισμοί".
  • Έκδοση: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βλάσση. 
 Η  πλοκή της υπόθεσης: Είναι η ιστορία της σύντομης ζωής της νεαρής παντρεμένης μα λιωμένης από την ασθένεια, Αργυρούλας. Ουσιαστικά περιγράφει τα συναισθήματα της ξαπλωμένης στο κρεβάτι του πόνου κόρης που έχει μια τελευταία - δεν θα το ήξερε πως ήταν τελευταία - επιθυμία: είναι να δει εκεί μπροστά της ευτυχισμένους του στενούς της συγγενείς σε ένα γιορταστικό τραπέζι. Με την πρόσκαιρη, στιγμιαία, αυτή χαρά της Αργυρούλας έρχεται το ... παραπονεμένο σβήσιμο της τελευταίας της ικμάδας. Σύντομο διήγημα, λυρικά μελαγχολικό! [Κων. Οικονόμου]
ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

28.1.26

Δημιουργία και Θεός [Γ΄μέρος] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Δημιουργία και Θεός [Γ΄μέρος]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


   

  Στη συνέχεια των επιλογικών άρθρων μας για την κοσμολογία και τη Δημιουργία ας δούμε σήμερα τι λέει η Βίβλος σχετικά.

   ΒΙΒΛΙΚΗ ΔΙΗΓΗΣΗ: Ο Κύριος μιλώντας στον Ησαϊα, αποκαλύπτει: «εγὼ εποίησα γην καὶ άνθρωπον επ᾿ αυτης, εγὼ τη χειρί μου εστερέωσα τὸν ουρανόν, εγὼ πάσι τοις άστροις ενετειλάμην» (Ησ. μδ΄ 24, με΄ 12, μ΄ 26), ενώ ο Ψαλμωδός αναφωνεί: «κατ᾿ αρχὰς σύ, Κύριε, τὴν γην εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου εισιν οι ουρανοί» (Ψαλμ. ρα΄ 26). Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε τον κόσμο. Αλλά από πού και με τι υλικά τον έφτιαξε; Είχε προηγουμένως ύλη, χώμα και νερό και έπειτα με το πρόσταγμά Του τα διαμόρφωσε παρουσιάζοντας έτσι τον κόσμο; Ή μήπως τον έφτιαξε από τον εαυτό του, ώστε ο κόσμος να είναι απόρροια της ουσίας του Θεού; Όχι, τίποτε απ' τα δύο δεν ισχύει. Αν συνέβαινε το πρώτο, τότε ο Θεός δεν μπορεί να λέγεται δημιουργός, αλλά διαμορφωτής του κόσμου. Αν συνέβαινε το δεύτερο, τότε ο κόσμος θα έπρεπε να είναι και αιώνιος και άφθαρτος, όπως είναι ο Θεός. Αντιθέτως, ο κόσμος έγινε εκ του μηδενός! Από το τίποτε, διότι τίποτε δεν υπήρχε προηγουμένως, παρά μόνο ο Θεός. Τότε δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο. Διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη: «πίστει νοούμεν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι» (Εβρ. ια’ 3). Εδώ το “μη εκ φαινομένων”, σημαίνει “εκ του μηδενός”, αφού τονίζει ότι από μη φαινόμενα, δηλαδή από πράγματα που δεν υπήρχαν έγιναν τα υπάρχοντα και φαινόμενα. Συνεπώς ο Κύριος εκ του μηδενός δημιούργησε το Σύμπαν. Το δημιούργησε μόνον με το λόγο του. «Τω λογω του Κυρίου οι ουρανοὶ εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών (...) αυτὸς είπε και εγενήθησαν, αυτὸς ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλμ. λβ΄ 6, 9). Ή, καλύτερα, όπως διαβάζουμε στη Γένεση: «Και είπεν ο Θεός· γενηθήτω φως· και εγένετο φως (…) είπεν ο Θεός· γενηθήτω στερέωμα και εγένετο ούτως» (Γεν. α΄ 3, 6). Παντού διαβάζουμε: “Και είπε ο Θεός” και κάθε λόγος, κάθε προσταγή του Θεού γινόταν αμέσως έργο. Γινόταν έργο, διότι ο λόγος που τα δημιουργούσε ήταν ο παντοδύναμος λόγος του παντοκράτορος Αγίου Τριαδικού Θεού. Άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι το πότε δημιουργήθηκε ο κόσμος, το Σύμπαν. Βεβαίως δε μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς το χρόνο αυτό. Η ιδέα της δημιουργίας του κόσμου υπήρχε ανέκαθεν, προαιωνίως στη σκέψη του Θεού, αλλά πραγματοποιήθηκε σε ορισμένο χρόνο. Το ποιος είναι αυτός ο χρόνος, αδυνατούμε να το κατανοήσουμε. Αδύνατο να το συλλάβει ο νους μας. Διότι ο χρόνος είναι συνάρτηση της δημιουργίας του Σύμπαντος. Πριν απ' αυτή, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια του χρόνου, διότι ο χρόνος είναι συνάρτηση των φυσικών του παρατηρήσεων με βάση τη θέση του Ήλιου, την περιφορά και περιστροφή τη Γης, κ.ά. Μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές λοιπόν πως χρόνος και κόσμος είναι σύγχρονα και σχετικώς ταυτόσημα. Πριν από τον κόσμο και τη δημιουργία του Σύμπαντος, καθώς και πριν από το χρόνο δεν υπάρχει παρά μόνο η αιωνιότητα, μόνος ο αιώνιος, άναρχος και αΐδιος Θεός. Το λέει καθαρά ο Δαβίδ: «προ του όρη γενηθήναι και πλασθήναι την γην και την οικουμένην, και απὸ του αιώνος και έως του αιώνος συ ει.» (Ψαλμ. πθ’ 2). Αλλά και ο Κύριος, όταν ως Θεάνθρωπος ζητεί από τον Πατέρα του την προαιώνια θεϊκή του δόξα, λέει: «δόξασόν με σύ, πάτερ, τη δόξη η είχον προ του τον κόσμον είναι παρὰ σοί». Δηλαδή, δόξασέ με με εκείνη τη δόξα που είχα κοντά σου, πριν γίνει ο κόσμος. Ακόμη, όταν ο Απόστολος Παύλος λέει ότι ο Θεός: «εξελέξατο ημάς εν αυτώ προ καταβολής κόσμου» (Εφεσ. α΄ 4), δηλαδή, ότι μας διάλεξε για να μας κάνει Χριστιανούς, πριν γεννηθούμε και πριν γίνει ο κόσμος, το ίδιο θέλει να πει, ότι δεν υπήρχε πάντοτε χρόνος, όπως δεν υπήρχε πάντοτε και κόσμος. Αυτά τα δύο (κόσμος και χρόνος) έγιναν μαζί και τα δυο, συγχρόνως, συνδημιουργήθηκαν. Η αρχή του κόσμου γίνεται και η αρχή του χρόνου. Αυτό εννοεί και η Βίβλος όταν ξεκινά: «Εν αρχή εποίησεν ο Θεὸς τον ουρανὸν και την γην». Ο κόσμος δεν υπήρχε. Και τότε ούτε χρόνος υπήρχε.

   

  ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ: Στη δημιουργία του κόσμου υπάρχει κάποιος σκοπός, και όχι η τυχαιότητα που προβάλλουν πολλοί επιστήμονες, με τις διάφορες θεωρίες. Μήπως ο Κύριος τον δημιούργησε εξ ανάγκης δικής του ή για να ικανοποιήσει πόθους του και βλέψεις του; Όχι, τέτοιο ανθρώπινο ελατήριο δεν μπορούμε να αποδώσουμε στο Θεό. Κι αυτό γιατί ο Θεός δεν έχει καμία ανάγκη, κανενός δεν έχει χρεία. Το λέει και ο Δαβίδ στους ψαλμούς του: «ότι των αγαθών μου ου χρείαν έχεις» (Ψαλμ. ιε΄ 2). Τον δημιούργησε για να διαλαλείται διαμέσου του κόσμου η θεία του δύναμη και εξουσία, αλλά, κυρίως τον δημιούργησε κινούμενος από την άπειρο αγάπη του, για να δείξει την αγάπη του αυτή και να εκδηλώσει τη στοργική του αγαθότητα, για να καταστήσει μετόχους της δικής του χαράς και δόξης και μακαριότητας και τα πλάσματά του, ιδίως Αγγέλους και ανθρώπους. Αυτός ο λόγος και σκοπός, αυτή η αιτία της δημιουργίας του κόσμου υπό του Θεού. Η αγάπη είναι το κίνητρο, το ελατήριο και η αρχή. Η ευτυχία και μακαριότητα των λογικών όντων είναι ο σκοπός και το τέλος του. Αλλά και προς αναγνώριση και δόξα δική του εκ μέρους των ανθρώπων και του κόσμου ολόκληρου. Αυτό εννοεί και ο Απόστολος Παύλος: «ότι εξ αυτού και δι᾿ αυτού και εις αυτὸν τα πάντα» (Ρωμ. ια΄ 36). Δηλαδή τα πάντα προς δόξα του, προς έκφραση πίστεως, προς εκδήλωση θερμής αγάπης και ευγνωμοσύνης των ανθρώπων, οι οποίοι τόσο χαίρονται και ευεργετούνται από τα έργα και τα αγαθά της δημιουργίας του κόσμου. Ειδικότερα για τους ανθρώπους λέει αλλού ο Απόστολος: «εξελέξατο ημάς προορίσας (…) εις έπαινον δόξης της χάριτος αυτού» (Εφεσ. α΄ 5, 6), δηλαδή, για να υμνείται και δοξολογείται από μας τους ανθρώπους το άπειρο μεγαλείο της θεότητάς του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγγέλους και το απέραντο Διάστημα: «οι ουρανοὶ διηγούνται δόξαν Θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα» (Ψαλμ. Ιη΄ 1). Έτσι καλούνται τα πάντα, έμψυχα και άψυχα, ιδίως ο άνθρωπος, να εκφράσουν την πίστη και αγάπη τους, να εκδηλώσουν την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό τους στο Θεό. «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον. Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών, αινείτε αυτὸν εν τοις υψίστοις. Αινείτε αυτὸν πάντες οι Άγγελοι αυτού, αινειτε αυτὸν πασαι αι δυνάμεις αυτού (…) πάσα πνοὴ αινεσάτω τον Κύριον» (ψαλμ. Ρμη΄).

  Όμως θα ολοκληρώσουμε το θέμα μας, συν Θεώ, την μεθεπόμενη Παρασκευή.

το Α΄ μέρος εδώ: https://oakhellas.blogspot.com/2025/12/blog-post_21.html

το Β΄μέρος εδώ: https://oakhellas.blogspot.com/2026/01/blog-post_9.html

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

27.1.26

Δημιουργία και Θεός [Β΄ μέρος] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Δημιουργία και Θεός [Β΄ μέρος]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


  ΑΘΕΟΙ ΚΑΙ “ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ” ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ: Μερικοί επιστήμονες φθάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη του Θεού και αποδίδουν την δημιουργία του Σύμπαντος στην ύλη, αλλά άλλοι μπροστά στο μεγάλο αυτό ερώτημα εκφράζονται ως θεολόγοι, όπως ο αστροφυσικός Robert Jastrow που λέγει: «Τώρα βλέπουμε πώς η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στον χρόνο με μια λάμψη φωτός και ενέργειας»! Ο Φράνσις Κόλλινς προσθέτει: «Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της(;). Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από τον χώρο και τον χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό».

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΜΠΟΖΟΝΙΟ ΧΙΓΚΣ: Ο Πίτερ Χίγκς, βρετανός καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια της Αγγλίας, το 1964 διατύπωσε τη λεγόμενη θεωρία του πεδίου Χίγκς, σύμφωνα με την οποία το πεδίο αυτό διαπερνά το Σύμπαν δίνοντας μάζα στα στοιχειώδη σωματίδια, δηλαδή με την θεωρία αυτή εξηγεί πώς η ύλη αποκτά μάζα. Το 2008 λειτούργησε ο Μεγάλος Επιταχυντής Ανδρονίων του CERN (Οργανισμός για την Πυρηνική Ενέργεια), ο οποίος προκάλεσε συγκρούσεις δεσμών πρωτονίων με ταχύτητα λίγο μικρότερη από την ταχύτητα του φωτός, με σκοπό να ανακαλυφθούν τα μυστήρια της σωματιδιακής φύσης και της προέλευσης του Σύμπαντος. Έτσι, πρόσφατα, έγινε η ανακάλυψη ενός “θνησιγενούς” αόρατου σωματιδίου. Από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί μάθαμε ότι από την διάσπαση των πρωτονίων προέκυψαν άλλα σωματίδια που παγιδεύονταν στους ογκώδεις ανιχνευτές του CERN και από την μελέτη τους προέκυπταν ίχνη του άφαντου σωματιδίου. Οπτικά, δεν θα μπορούσε κανείς να το αντικρύσει. Ζεί μόνο για ένα εκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου!!!. Το σωματίδιο αυτό άφησε μερικά ίχνη πίσω του και φάνηκε ότι υπάρχει. Όταν έγινε η «Μεγάλη Έκρηξη» όλα τα σωματίδια δεν είχαν μάζα, αλλά την «απέκτησαν όταν ενεργοποιήθηκε το πεδίο μετά την Μεγάλη Έκρηξη». Το σωματίδιο του Χίγκς «αιχμαλωτίζει» τα στοιχειώδη σωματίδια και τα καθιστά βαρύτερα προσδίδοντάς τους μάζα. Έτσι, τα σωματίδια αποκτούν μάζα και ξεχύνονται στο Σύμπαν για να δημιουργήσουν τον κόσμο. Τα ερωτήματα που τίθεται βασικά δύο: 1.αυτό το αόρατο σωματίδιο, αν όντως υφίσταται, ποιος το “κατασκεύασε”; και 2. πώς αυτό το «αόρατο» και «θνησιγενές» σωματίδιο μπόρεσε να δημιουργήσει όλο το Σύμπαν, αλλά και τόσα όντα που κατοικούν στην Γη και όλες τις ομορφιές; Ακόμη, συμπληρώνοντας το ερώτημα, πώς σε αυτό το σωματίδιο οφείλεται όλη η λογικότητα του ανθρώπου και οι πνευματικές αναζητήσεις του Θεού από τον άνθρωπο; Πάντως, οι επιστήμονες, παρά την ανακάλυψη αυτή, ισχυρίζονται ότι μένουν πολλά ακόμη σημεία να διευκρινισθούν, όπως η λεγόμενη «σκοτεινή ύλη», που αποτελεί το 25% του Σύμπαντος, οι μαύρες τρύπες και οι λεγόμενες “έξτρα διαστάσεις». Ο ακαδημαϊκός Δημήτριος Νανόπουλος ισχυρίζεται ότι το μποζόνιο του Χίγκς «ανοίγει τον δρόμο για την ερμηνεία πολύπλοκων καταστάσεων στο Σύμπαν, μάς βοηθά να κατανοήσουμε περίπου το 4% του Σύμπαντος, ενώ το 25% του Σύμπαντος που αποτελείται από την λεγόμενη σκοτεινή ύλη παραμένει ακατανόητο και το Καθιερωμένο Μοντέλο μας είναι άχρηστο». Το υπόλοιπο του Σύμπαντος φαίνεται ότι αποτελείται από μια τελείως μυστηριώδη οντότητα, την σκοτεινή ενέργεια.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟΝ Α. ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΝΥΣΣΗΣ: Η εκπληκτική διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, 16 αιώνες πριν, για την δημιουργία του κόσμου, μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με την θεωρία της «Μεγάλης Έκρηξης» με την διαφορά ότι την ερμηνεύει μέσα από τη δημιουργική άκτιστη ενέργεια του Θεού. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απορρίπτει, όπως όλοι οι άγιοι Πατέρες, την αυτόματη δημιουργία του κόσμου, γιατί όλα έγιναν με την δημιουργική ενέργεια του Θεού και προήλθαν «εκ του μη όντος». Τα πάντα δημιουργήθηκαν «ουκ αυτομάτω τινί συντυχία, κατά τινα άτακτον και τυχαίαν φοράν». Εκτός από την αρχή της μη «αυτομάτου συντυχίας» για την δημιουργία του κόσμου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ομιλεί για την «αθρόαν καταβολήν». Έτσι εξηγεί τον λόγο του Μωϋσή «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γήν». Γράφει ότι η σύσταση των όντων έγινεν αθρόως: «Ότι αθρόον της των όντων συστάσεως…». Άλλη βασική αρχή είναι ότι στην κτίση υπάρχει ο λεγόμενος «εγκείμενος της κτίσεως λόγος». Ακόμη και όταν δημιουργήθηκε το Σύμπαν, όλο το Σύμπαν βρισκόταν στο σκοτάδι, γιατί «ούπω γάρ εξεφάνη του πυρός η αυγή υποκεκρυμμένη τοίς μορίοις της ύλης» και έτσι όλα ήταν αόρατα και ανακατεμμένα. Όταν ο Θεός έδωσε εντολή για την γένεση του κόσμου, τότε αυτό το πύρ που επισκιαζόταν από τα μόρια της ύλης πρόβαλε και αμέσως «τώ φωτί τα πάντα περιηυγάζετο». Μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει ο λόγος του Θεού, ο «εγκείμενος της κτίσεως λόγος». Σε κάθε όν ενυπάρχει κάποιος σοφός και τεχνικός λόγος, έστω κι αν εμείς δεν τον βλέπουμε, «πάν το γινόμενον, λόγω [για κάποιο λόγο] γίνεται» και τίποτα από τα δημιουργηθέντα από το Θεό δεν νοείται «άλογον και συντυχικόν και αυτόματον», δηλαδή τυχαίο και χωρίς λόγο. Όταν ο Θεός είπε «γεννηθήτω φώς», αναφέρεται «εις τον εγκείμενον της κτίσεως λόγον». Αυτός ο λόγος-ενέργεια που ενυπάρχει σε όλα τα όντα χαρακτηρίζεται από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης «οιωνεί σπερματική δύναμις». Πρόκειται για την πρώτη ορμή του Θεού προς δημιουργία, που υπήρχε «δυνάμει» στην κτίση, όχι όμως και ενεργεία, διότι η γη ήταν ακόμη ακατασκευαστη. Οι αριστοτελικοί όροι “δυνάμει” και “ενεργεία” χρησιμοποιούνται από τον άγιο Γρηγόριο για να ερμηνεύσει το πώς δημιουργήθηκε η κτίση. Αυτή η σπερματική δύναμη στα όντα, την οποία έβαλε ο Θεός, ενεργοποιήθηκε με την δύναμη του λόγου Του. Έτσι, τα διάφορα είδη των όντων ήταν αποτέλεσμα της σπερματικής δύναμης και της δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε την άμορφη ύλη που δεν ήταν άκτιστη, και στην συνέχεια με το λόγο Του δημιούργησε τις ποιότητες δημιουργώντας έτσι τα επί μέρους είδη. Με αυτήν την δύναμη και σοφία που καταβλήθηκαν στην κτίση, «ειρμός τις αναγκαίος κατά τινα τάξιν επηκολούθησεν». Άρα η δημιουργία του κόσμου «εν αρχή» και η δημιουργία των όντων, η άμορφος ύλη, τα μόρια και η εξέλιξή τους, οι ποιότητες έγιναν με την προσωπική ενέργεια του Θεού, με τον δημιουργικό Του λόγο, που εισήλθε εξ αρχής «αθρόως» στην ουσία των όντων. Από εκεί με την δημιουργική ενέργεια του Θεού προήλθε η ορμή και το φως που περιέλουσε την κτίση και δημιούργησε τις ποιότητες των ειδών. Επομένως, ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, με την άκτιστη δημιουργική ενέργειά Του και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχει η άκτιστη ενέργεια του Θεού που ουσιοποιεί και ζωοποιεί την κτίση.

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com

26.1.26

Σαρακοστιανά κι αρτύσιμα Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 27

 Σαρακοστιανά κι αρτύσιμα 


Στιγμιότυπο οθόνης (805).jpg

Τ’ δ’λειά π’ θέλ’ς να κάν’ς,                                           του βράδυ να τ’ ’νειρεύισι.                                                                                                                                                                 Μπαρμπα-Σπύρος Ζουμπουρλής

από Ανθηρό

                                                                             Γράφει ο Γιάννης Φρύδας

       

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  27


Όλα είναι μια ιδέα                                                                     

  Η πρόσφατη εξέλιξη σχετικά με την ανακατασκευή της Γέφυρας Κοράκου στάθηκε η αφορμή για τον σημερινό υπότιτλο: «Τ’ δ’λειά π’ θέλ’ς να κάν’ς, του βράδυ να τ’ ’νειρεύισι...». Νομίζω ότι καλύτερο δε θα ταίριαζε για την περίσταση. Τι έλεγε με τη φράση αυτή ο αείμνηστος μπαρμπα-Σπύρος Ζουμπουρλής; Έλεγε ότι ο δημιουργός πρέπει να έχει συνεχώς στον νου του και να σχεδιάζει με μεράκι τη δουλειά που σκέφτεται να κάνει, ακόμη και στα όνειρα του ύπνου του. Λόγια σοφά και με την αξία που έχει ο απλός λόγος των ανθρώπων του μόχθου και της δημιουργίας.

  Έτσι είναι. Όλες οι πράξεις μας, όλες οι δράσεις μας ξεκινούν από τις ιδέες. Χωρίς αυτές δε γίνεται τίποτε. Η αναζήτηση, η φαντασία, η αμφιβολία, η υπόθεση, η παρατήρηση που ακολουθούνται  με τις κατάλληλες πράξεις είναι οι δρόμοι και οι προϋποθέσεις της προόδου. 

  Κάπως έτσι, σήμερα θέλω να σταθώ και σε μια ιδέα, την πατρότητα της οποίας νομίζω δικαιούται ο δικός μας Μενέλαος Παπαδημητρίου (θιασώτης της απ’ τη δεκαετία του 80), την οποία ενστερνίστηκαν κι άλλοι άνθρωποι, άλλοι την άκουσαν αδιάφορα, άλλοι περίεργα κι άλλοι τη χλεύασαν… Πρόκειται για την ιδέα της ανακατασκευής του Κορακογιοφυριού. Η αρχική ιδέα έγινε πρόταση τον Δεκέμβριο του 2009 (από κοινού ο Μενέλαος με τον Κώστα Γραμμένο την έφεραν σε ημερίδα στο ΚΠΕ Μακρυνίτσας), δημοσιοποιήθηκε και παρουσιάστηκε με πολλούς τρόπους στη συνέχεια, υπήρξαν πρωτοβουλίες και αγώνες με επιμονή, άνθρωποι κατέβαλαν κόπους κι έξοδα, μέχρι να φτάσει στα ελληνικά και ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πια περάσει σε παραγωγή αποτελεσμάτων.

  Δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά, αν θα γίνει το γεφύρι και πότε θα γίνει. Ούτε θα μπω στη συζήτηση για την αναγκαιότητα της κατασκευής του, όταν η περιοχή μας έχει ανάγκη χρησιμότερων έργων, όπως, ας πούμε, τη σήραγγα Τυμπάνου, τους δρόμους και άλλα. Θέλω να πω, όμως, ότι ένα μπράβο, τα συγχαρητήριά μας, έστω τη συγγνώμη μας, τα χρωστάμε στον Μενέλαο, τον Κώστα, τον αείμνηστο Νίκο Μπαλά, τον Λάμπρο Φώτο, τον Χρήστο Καπερώνη, τον Χρήστο Καναβό, τον Αντώνη Κοσσυβάκη, τον Κώστα Κωτή, την Αναστασία Κουτή (συμβολικά αναφέρω αυτούς που ήταν και πρωταγωνιστές) και τους άλλους που συνέβαλαν με οποιονδήποτε τρόπο. Κυρίως, γιατί μας ξαναθύμισαν ότι η πρώτη ανάγκη είναι να βάζουμε στόχους και να αγωνιζόμαστε γι’ αυτούς. Τότε δικαιούμαστε και να ελπίζουμε.


Μη φκιάσουμι του γιουφύρι κι χαλάσουμι του καφινείου...

  Καλά, δε βλέπετε που παρασύρθηκα, να βάλετε τις φωνές; Είναι Καφενείο αυτό; Τέσσερις σπουριές γραπτό (σπουριές είνι οι παράγραφοι, για να ιξιγούμαστι...) και να μην ανοίγει τ’ αχείλι σας; Με τι  καρτερείτε να γελάσετε; Με τα παινέματα που κάνω σε Μπουκουβ’τσιάνους και περατιανούς; Παρακαλώ, να μην ξανασυμβεί!... Σας θέλω απαιτητικούς! (σαν του Μινέλαου κι τουν Κουσ’φάκη μι του γιουφύρι…). 

  Άι στουν κόρακα, κουράκιασι του στόμα μ’ μι του γιουφύρι τ’ Κουράκ’!... Λες κι απού μένα θα μάθιτι για του θέμα αυτό. Του Μήτσιου τι τουν έχουμι; Για να μας λέει πόσις μέρις έμειναν, μέχρι να πάν’ οι υπουψήφιοι στου Προυτουδικείου; Ιμείς στου Καφινείου  είμαστι  σατιρική ικπουμπή…  Μη  σκανιάζιτι! Θα γράψουν τώρα πολλοί, 

για να μάθουμε ότι συνέβαλαν. Είναι και προεκλογική περίοδος, κατανοήστε την αγωνία τους.  Θα μας συντιλέψουν οι συντελεστές με τον υπερσυντέλικο…

  Βιβαίους, θα πάρου θέση κι θα μάθιτι αδιαπόψι τ’ς απόψεις μ’. Κατ’ αρχάς, δηλώνω ότι  ουδεμία  συμβολή  είχα  ή  έχω  στην προσπάθεια για το γεφύρι.  Με απορρόφησε ολοκληρωτικά το μουσείο Αχελώου. 

  Τέλος πάντων!... Ας γένει του γιουφύρι! Κι άμα ιδούμι ότι ρίχνουντι δώθι οι πιρατιανοί κι μας βαρούν τα γ’ρούνια του ματανατ’νάζουμι. Του Μινέλαου θα βάλουμι κι για τ’ν ανατίναξη… Κάποιοι λένε ότι είναι άστοχη σπατάλη, όταν έχουμε άλλες ανάγκες. Ωστόσο, δε νομίζω ότι θα στερήσει ποσά (όταν χρηματοδοτηθεί) από χρηματοδότηση άλλων έργων, οπότε είναι αβάσιμες αυτές οι ενστάσεις, λαρώστε!… 

  Θα είναι ένα άλλο γεφύρι, με όση  κατασκευαστική πιστότητα κι αν υπάρξει.  Τα περί συμβολισμών ας τα παραβλέψουμε… Συμβολισμό έχει κι αυτό που υπάρχει σήμερα. Μας δείχνει ότι το μίσος κι ο εμφύλιος σπαραγμός, μόνο καταστροφή φέρνουν. Αυτή την τακτική δε συνεχίζουμε και σήμερα, με τη νοοτροπία των καταλήψεων, καταστρέφοντας υποδομές της πατρίδας μας; Είδατε ως τώρα αυτόν τον προβληματισμό στις συμπεριφορές μας, όταν εβδομήντα χρόνια μετά τον εμφύλιο συντηρούμε το εμφυλιοπολεμικό κλίμα; Θα γίνει, λέει, το γεφύρι της συμφιλίωσης. Μην αμφιβάλλετε καθόλου! Στα εγκαίνια να προσκαλέσετε και τους ολυμπιακούς, παναθηναϊκούς και παοκτσήδες. Έχουμε και το στάδιο ειρήνης και φιλίας… Είμαστε λαός που δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που δεν εμπιστευόμαστε Έλληνες διαιτητές και φέρνουμε ξένους (τέτοια ξεφτίλα!). Απορούμε μετά, γιατί μας φόρτωσαν για βασιλιά τον Όθωνα. Όταν είσαι κώθων, θα σε κυβερνά ο Όθων…

  Έχω και κάποιες απορίες

  Πρώτη απορία: Ας πούμι ότι του γιουφύρι τ’ Κουράκ’ θα γένει. Τ’ άλλα που ’νι ακόμα ’λόρθα, πρέπει να πέσουν κι κουντά να τα ματαφκιάσουν; Αστόχ’σα, θα τα φκιάσουν αυτοίνοι π’ θα τα γκριμίσουν για να βρουν του θησαυρό τ’ Αλή Πασιά.

  Δεύτερη απορία: Άμα γυρίσει ου Άσπρους κα’ τ’ Θισσαλία, τι του θέλουμι του γιουφύρι; Θα πααίνουμι πέρα δώθι στου γιαλό απ’ όθι θέλουμι…

   Τρίτη απορία: Σπίρτζη, τα λεφτά στην τράπεζα μπορείς να τα βάλεις σε ειδικό λογαριασμό; Αν όχι, σταμάτα το δούλεμα με υπογραφές μόνο ή φέρε μου κι εμένα ένα χαρτί να υπογράψω για 26.000.000 ευρώ. Την τακτική του τάζω λίγο πριν τις εκλογές, την έχουμε δει πολλές φορές. Ή τα σκάζεις, ή  δεν τάζεις!


Μάσκες και μασκαράδες

  Ζουράρι 

Εμείς δεν ξέρουμε τι λες κι εσύ αυτά που κάνεις,

πόσα θες, πόσα θες, να μας τρελάνεις; (λαϊκόν άσμα).

  Ω! μέγα μέζεον της πολιτικής, που μιλούσες και για την εθελόθυτον θυσίαν των αγωνιστών της ελευθερίας μας, εσύ που δε θυσίασες ούτε έναν μισθόν ουτιδανέ, ως βλίτον απόβλητον πορεύσου πλέον, περίγελως των κυνών (για την παρουσία σου επί των κοινών) και των παρδαλών εριφίων! 

  Παπαχρηστόπουλε 

Κόψε το παπ και μείνε με το αχρηστόπουλε!

Πού ’σαι, Θανάση, πού ’σαι, Θανάση;

Ήθελα να σ’ αντάμωνα, 

τα νεύρα μου ’χεις σπάσει… (άσμα επίσης λαϊκόν και τροποποιημένον).

  Πού είσαι, Θανάση,  που μας έλεγες  ότι κάτι ανεξαρτητοποιήσεις και κάτι τέτοια τα 

θεωρώ καραγκιοζιλίκια;
Που ’σαι, Θανάση, που ’σαι, Θανάση;

Ήθελα να σ’ αντάμωνα, ………………………… (αφήνω  κι  ένα  κενό  πριν από την

παρένθεση, να βάλετε όποιο άλλο ρήμα σας εκφράζει αντί του αντάμωνα).  

πού νά ’βρω αλλού κουμάσι;

  Σταύρο

Εμείς, δυστυχώς, πτωχεύσαμε…  Εσείς, ευτυχώς, στερέψατε…

Ειδικά τώρα, που θα σου πάρει κι ο Κυριάκος τον Τσιόδρα… Τι τον πέρασες τον Κυριάκο; Πρώτη φορά  κάνει χαζομάρα; Θα τον βάλει στον ζυγό με τον Τατσόπουλο. 

Σαν βρεις Ποτάμι με νερό, δέσε μια πέτρα στο λαιμό! 

  Σημείωση Καφενείου: Ουδεμία σχέση έχει ο Τσιόδρας με τον Τσιόρδιακο Βραγκιανών. Ο Τσιόρδιακος υψόμετρο δεν έχει, αξιοπρέπεια έχει και παραέχει…

  Καμμένε 

Η Μπουμπουλίνα παραιτήθηκε από ναύαρχος. Η Κουντουρά και η Χρυσοβελώνη δε νομίζω. Όμως, μη στεναχωριέσαι, θα την πάρεις την εκδίκησή σου, έστω και ως κρύο πιάτο. Θα τον ξεριζώσουν τον Σύριζα, τώρα που μπήκαν μέσα οι δικοί σου κι ο Κουίκ αντάμα. Δεν ξέρω αν τα κλαψουρίσματά σου είναι απ’ τους ψεκασμούς, αλλά εσύ και τα στελέχη σου, ακόμη και τα κατσικομούλαρά σου, με κάτι είστε ψεκασμένοι.

  Πρωθυπουργικά… 

Όταν πέσει ο Τσίπρας κι οι αγορές σταματήσουν να χορεύουν (για να ξαποστάσουν) ομολογώ ότι θα πάω απ’ τη χαρά μου στην πίστα να χορέψω. Σας καλώ από τώρα μαζί μου σε γενικό χορό. Μέχρι να έρθει ο Κυριάκος, τρεις τέσσερις μέρες θα περάσουν. Αν δε χαρείτε αυτές τις μέρες, πότε θα χαρείτε; 

  Τώρα, στα ξεχωρίσματα (που λέει και το τραγούδι), τον εν αποδρομή πρωθυπουργό θέλω να:

  Τον υπερασπιστώ απέναντι σ’ εκείνους που ενοχλήθηκαν, γιατί τα Θεοφάνια ασπάστηκε τον Σταυρό. Ακόμη κι αν δεν πιστεύει, έδειξε σεβασμό στο ιερό σύμβολο της πίστης μας. Ποιος είπε ότι οι άθεοι δεν έχουν δικαίωμα στη σωτηρία ή να πιστέψουν; Ο απόστολος Παύλος δεν ήταν ο μεγαλύτερος διώκτης των χριστιανών; 

  Τον επιπλήξω, επειδή αποκάλεσε στο εξωτερικό τους Έλληνες διαδηλωτές ακροδεξιούς και λαϊκιστές (είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα…). Αλέξη, κι ο ΓΑΠ είπε κάποτε πως έχει έναν διεφθαρμένο λαό και είδες τον πόρο του… Ποιος διέφθειρε αυτόν τον λαό και πώς διεφθάρη αυτός ο λαός, κουβέντα δεν είπε ο Γιωργάκης!...

  Όσοι, Αλέξη, εναντιώνονται στη δική μας άποψη είναι φασίστες, δεν χωρά αμφιβολία, εκτός και εναντιώνονται στον δικό μας φασισμό… Ενδέχεται να υπάρχει και τέτοια περίπτωση… Μπορεί κι αυτό να ισχύει… 

  Τον συγχαρώ για το φτύσιμο στον Πάνο. Ίσως, διδαχτούν απ’ αυτό πολίτες και πολιτικοί. Όσοι πουλάνε τα πάντα, θέλουν ξεπουπούλιασμα. Κι ο Τσίπρας διάβασε καλά τι αντιστάσεις κουβαλούσαν οι ανελοποταμίσιοι και τους ξεκοκάλισε μέχρι Κόκκαλη. Εύγε!

  Τον ευχαριστήσω. Ε, το ’παμε. Για τη χαρά που θα πάρω, όταν πέσει…  Αλλά με τον Τσίπρα θ’ ασχολούμαστε τότε; Θα έχουμε και δουλειές… πώς να ρίξουμε μετά τον Κυριάκο!…


Σαρακοστή

Ήρθε, Κωστή, η σαρακοστή, το πράσο έγινε φαΐ,

θα σε λιανίσουν τα φασούλια και η νερόβραστη φακή…

  Είμαστε  πια  στη Μεγάλη Σαρακοστή.  Είναι  η  περίοδος νηστείας,  προσευχής  και 

άσκησης αρετών που προετοιμάζει τους χριστιανούς για την εορτή των εορτών, την Ανάσταση του Χριστού. 

  Ένα τροπάριο της εκκλησίας μας λέει: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται, οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε». 

  Κάθε άνθρωπος, με ελεύθερη βούληση, ας αποφασίζει τι θα κάνει. Εκείνο που δεν πρέπει να κάνει είναι: αν νηστεύει να μην κατακρίνει αυτούς που δε νηστεύουν και αν δε νηστεύει να μην κοροϊδεύει αυτούς που νηστεύουν. Ας αφήνει, επίσης, τα βολικά δόγματα τύπου: «τα εισερχόμενα δεν πειράζουν, τα εξερχόμενα πειράζουν», θεωρώντας έτσι, αλαζονικά, ότι αυτά που κάνει είναι όλα καλά και άγια… Ο κατηχητικός λόγος του Ιωάννη Χρυσοστόμου  απαντά σε όλα αυτά και καλεί τους πάντες στη μεγάλη χαρά της Ανάστασης: «Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον». 

  Όμως, ως καφετζής, νιώθω την υποχρέωση να σας θυμίσω κάποια πράγματα σχετικά. Της νηστείας απαλλάσσεται ο:

  Ασθενής και ωδιπόρος (δηλαδή, η έγκυος και όχι οδοιπόρος, που βολεύει κάποιους λαίμαργους, οι οποίοι πάνε ως το καφενείο με τα πόδια και το παίζουν… οδοιπόροι).

  Δάσκαλος και δικηγόρος. Ο δάσκαλος πόση άλλη νηστεία να κάνει; Με τον μισθό που παίρνει είναι σε μόνιμη νηστεία, άρα είναι πλεονασμός να του λες να νηστέψει.  Για τον δικηγόρο, με τα ψέματα που λέει, είναι εντελώς άχρηστη η νηστεία…

  Της νηστείας απαλλάσσονται και οι πολιτικοί. Έτσι κι αλλιώς, αυτοί δε σώζονται με τίποτε. Αυτό δεν τους εμποδίζει να υποβάλλουν σε νηστεία τον λαό και κάποιους στην ασιτία.

  Τέλος, αυτοαπαλλάσσεται ο Κώστας Καζιακούρας, υποστηρίζοντας ότι σ’ αυτή την περίοδο νηστείας και προσευχής, θα αρκεστεί μόνο εις την προσευχήν. Βέβαια, έχει και τα δίκια του. Αφήνει ο Βάιος στα Ραγάζια με τα κοκορέτσια και τα σπληνάντερα; Κολάζουν καλόγερο, ο Καζιακούρας θα γλύτωνε!...

  Κώστα, έξω απ’ το στάδιο! Στην κερκίδα γρήγορα και πολύ σου πέφτει!


«Νηστεύει ο δούλος του Θεού, γιατί δεν έχει να φάει». (παροιμία)

  Αυτή είναι η Σαρακοστή. Οι παλιοί άνθρωποι ζούσαν την κάθε περίοδο του ετήσιου εορταστικού κύκλου, με όλα τα εθιμικά στοιχεία, τα οποία προσέδιδαν με τους συμβολισμούς τους ιδιαίτερο νόημα στη ζωή τους.

  Έτσι, για τη Σαρακοστή, ζύμωναν και έφκιαναν το σώμα μιας γυναίκας χωρίς στόμα (επειδή νήστευε), με σταυρωμένα χέρια (σε θέση προσευχής) και εφτά πόδια, όσες και οι εβδομάδες μέχρι το Πάσχα. Κάθε Σάββατο βράδυ έκοβαν ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι κοβόταν το Μεγάλο Σάββατο, λίγο πριν την Ανάσταση.27 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

  Κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι το νέο σύμβολο της Νέας Δημοκρατίας. Το ίδιο είναι, νηστεία και πάλι σημαίνει… Οι νεοδημοκράτες πιστεύουν ότι τα εφτά ποδάρια είναι τα χρόνια που θα κυβερνήσει το κόμμα τους προσεχώς (να μας φυλάξει ο Θεός…). 

  Άλλοι λένε πως είναι η κυβέρνηση, η οποία στηρίζεται στους εφτά πρόθυμους βουλευτές, γι’ αυτό και τα πόδια μοιάζουν με τα αγγούρια της Μεγαλοοικονόμου. Λένε πως και τα εφτά θα σπάσουνε μαζί ένα  Σαββάτο βράδυ μια Κυριακή πρωί… 


16/3/2019


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο,  Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου        Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....