Ετικέτες - θέματα

20.12.25

Ήρθανε τα Φώτα, ας έρθει κι ο φωτισμός Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 22

 Ήρθανε τα Φώτα, ας έρθει κι ο φωτισμός


22 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Τι γιορτή, παπά, είν’ τα Φώτα;

Βρες κάναν Παππά και ρώτα!

(παροιμία… συμπληρωμένη)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  22


Δωδεκαήμερον

  Πώς πέρασαν κι αυτές οι γιορτές! Απ’ τα Χριστούγεννα στα Φώτα! Αυτά ορίζουν τις γιορτές του δωδεκαήμερου.  Γι’ αυτό και η επιλογή των εικόνων της Γέννησης και των Θεοφανίων στα επίκαιρα χρονικώς Καφενεία. Θέλησα να βάλω κάτι απ’ την ελληνορθόδοξη παράδοση και με όση διάκριση μπορώ, να πω τούτο: Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα χωρίς γεννηθέντα Χριστό ούτε Λαμπρή χωρίς αναστάντα Χριστό. Σε ανάμνηση ποιου γεγονότος στήνουμε αυτές τις γιορτές απόντος του Χριστού; 

  Ας φωτίζεται το πνεύμα μας στην αναζήτηση της αλήθειας, ας ανανεώνεται  η ελπίδα μας κι ας  ενισχύεται ο αγώνας στην πορεία του βίου μας!


Κάρτες και καρτούν

  Μας κατακλύζουν αυτές τις γιορτές ο διάκοσμος και η φωταγώγηση με τα λαμπιόνια, τα λογής λογής ποικιλώνυμα εφευρήματα επιτήδειων (χριστουγεννιάτικα χωριά και σπίτια Αϊ-Βασίλη) και ηλεκτρονικές συνθέσεις – ευχετήριες κάρτες που φτάνουν από παντού. Κάρτες και καρτούν που επικοινωνούν και υποδηλώνουν τις σκέψεις, τις θέσεις, την αισθητική, τους συμβολισμούς του αποστολέα. 

  Κάπου είδα κάρτα του υπουργού Παππά, ο οποίος μας πληροφορεί ότι τελικά δεν κατάργησαν τα Χριστούγεννα. Σάμπως μπορούσατε, ρε Νικολάκη; Όπως και να ’χει, πάντως, σ’ ευχαριστούμε που μας ενημέρωσες, για να κάνουμε τα κουμάντα μας. Στείλε μας κι άλλη μια κάρτα ότι δε μας τα πήρατε όλα κι ότι μας αφήσατε πεντακόσια ευρώ, ώστε να ’χουμε να σας πληρώσουμε τον ΕΝΦΙΑ, επειδή ούτε τον ΕΝΦΙΑ καταργήσατε, Νικολάκη…

  Ο δήμαρχος Λάμπρος τη δική του σύνθεση. Χιονισμένο αργιθεάτικο τοπίο. Ακολούθησαν κι άλλοι με άλλα χιόνια. Κατάλαβαν ότι στην Αργιθέα με σιγουριά μόνο χιόνια μπορούν να υπόσχονται. Η ορεινότητα βλέπετε… Όπως καταλαβαίνετε, μπαίνουμε στην εποχή των παγετώνων. Να τα λιώσουν μόνοι τους τα χιόνια, δε λιώνουμε ούτε μια φτυαριά.


Τέρμα οι γουρ’νουχαρές, γυρνάτε τώρα στις δουλειές!...

  Ξοδέψαμε κιόλας πέντε μέρες απ’ τον καινούριο χρόνο. Τι νομίζετε του έμειναν; Άλλες τριακόσιες εξήντα. Φεύγουν σήμερα οι καλικάντζαροι. Και πολύ μας άντεξαν! Ξαναπιάνουν δουλειά με το πριόνι τους, να κόψουν το δέντρο της γης. Μην τους φοβάστε!... Τους άλλους  να φοβάστε που πριονίζουν πάνω στη γη. Κι αυτούς που μας δουλεύουν ότι δουλεύουν για το δικό μας καλό.

  Τελείωσαν  οι  γουρ’νοχαρές…  Ακόμη  και  στο  Βλάσι,  που  έκαναν,  λέει, «γιορτή τσιγαρίδας». Στην εκδήλωση ειδικός  ομιλητής αναφέρθηκε στον βίο της «αγίας» τσιγαρίδας και στον μαρτυρικό της θάνατο μέσα στο χαλκωματένιο καζάνι. Την άλλη μέρα ήταν η γιορτή της διάρροιας… «Ακούω τα πεύκα να βροντούν και τις οξιές να τρίζουν»… Πώς μου ’ρθε αυτό τώρα;

  Χρόνια πολλά, πατριώτες, αλλά δε θα πειράζω μόνο τους Σπυρελιώτες… Ξέρετε ότι 

Ξιαναγκρίζετε και τα υπόλοιπα χωριά; Οι Κουμπουριανίτες ετοιμάζουν γιορτή βελανιού. Βασική τροφή της κίσσας τα βελάνια, ασυγκίνητοι θα έμεναν οι Κισσαίοι; Στη Στεφανιάδα γιορτή κλεψιάς… Θα τσ’τώσιτι κουψίδια. Είστι ούλοι καλισμένοι, ικτός απού αστυνουμίις κι εισαγγιλέηδις. Θα γίνει και ειδικός διαγωνισμός, ποιος θα φέρει το καλύτερο και το παχύτερο… Έπαθλο το επαναφορτιζόμενο σουφλί, ευγενική χορηγία του Πάνου Στάθη, ο οποίος και το κατασκεύασε.

  Κάνανε και στα Βραγκιανά πίτα πάρτι (βγαίνει απ’ το πίτα, πάρτε…) και πλαστού, αλλά δεν τα είπανε και γιορτή… Αυτό το κατανοούμε. Άμα σε βαρέσει η ζέστα στο κεφάλι ό,τι θέλεις κάνεις…

  Αγαπητοί Βλασιώτες, στείλτε και στους απόδημους της Λάρ’σας τσιγαρίδες  με τον Χρήστο Μπέη και τον Πάνο Νάκο (όχι με τους Παύλους. Αυτοί θα τις φάνε, μέχρι να φτάσουν στη βρύση στα Στουρνέα)… Να είστε καλά και να θυμάστε τι λέει ο Έκτωρ: 

«Καθόλου τσιγάρο με μέτρο τις τσιγαρίδες!».  


Καζαμίας 2019

  Σκέφτηκα να γράψω έναν Καζαμία για τις ανάγκες του Καφενείου, αλλά εγκατέλειψα την ιδέα, παρότι ως λαός είμαστε πρώτοι  στις προλήψεις, ασχέτως αν είμαστε τελευταίοι και υστερούμε γενικώς στην πρόληψη…

  Ο ένας λόγος ήταν ο φόβος μου, για τον οποίο σας είχα προϊδεάσει, μη μαστορέψει κάναν Καζαμία ο Γρίβας με τόση τεχνογνωσία που έχει απ’ τα ημερολόγια. Ο δικός μου Καζαμίας τότε, θα ήταν να τον έχετε για τη γάστρα να βάζετε στο ψωμί, για να μην αρπάξει, όπους βάνιτι τα κουτσ’πόφ’λλα στου κραμπουκούκι.  

  Ο άλλος λόγος ήταν πως δεν μπόρεσα να πετύχω συνεργασία με τους κορυφαίους μάντεις της χώρας για διάφορους λόγους.

  Ο μάντης Κάλχας μου είπε: «Εγώ παλληκάρι μου είμαι γκαβός, δε βλέπω τη μύτη μου. Πώς να μαντέψω; Δεν είχαμε τότε οικογενειακό γιατρό όπως εσείς, για να με παραπέμψει να κάνω επέμβαση καταρράκτη και έμεινα τυφλός σαν τη δικαιοσύνη».

  Για να λέει ιμένα παλληκάρι τέτοιους ζαβακουμένους που ’μι, είνι ντιπ για ντιπ γκαβό, αλλά, αφού λέει σαν τ’ δικιουσύνη, μπουρεί να θαμπουγλέπει λίγου, ας κάνου νια προυσπάθεια ακόμα… Κύριε Κάλχα, του λέω, δε με νοιάζει για τη μύτη σου, θέλω να μάθω για το μέλλον του λαού μας, της πατρίδας μας.

  Απαντάει ο Κάλχας: «Νεαρέ μου (σιγούριψα, είνι ντιπ πάφλας ου Κάλχας), αυτό και τον κάλφα μου να ρώταγες, θα στο ’λεγε. Εσείς μόνο παρελθόν έχετε. Δεν έχετε μέλλον μ’ αυτά που κάνετε, που όλο την πληρώνετε και μυαλό δε βάνετε. Για ποιο μέλλον μιλάς, όταν στο παρόν στέκεστε με τα παϊβάνια;». 

  Πήγα στον Τειρεσία. Αυτός αρνήθηκε εντελώς να πει οτιδήποτε, γιατί έχει, λέει, ασυμβίβαστο, επειδή είναι δημόσιος υπάλληλος. Τον έχουν οι τράπεζες, για να πιάνει τους κακοπληρωτές και τα κακολαμόγια (υπάρχουν και καλολαμόγια). Άρχισε και μια ακατάσχετη φλυαρία για τους ακατάσχετους λογαριασμούς που νομοθετούν άσχετοι υπουργοί… Έκοψα πέρα κι έφυγα, γραμμή για την Πυθία…

Καλημέρα σας, κυρία Πυθία. Μπορείς να μου πεις τι θα γίνει το 2019;

Δε δουλεύω πια. Με απολύσανε, επειδή είμαι έγκυος. 

Με το καλό! Τι έχ’ς, πιδί ή κουρίτσι; Και γιατί σε απέλυσαν;

Πού να ξέρω τι έχω, μάντισσα είμαι; Τι ρωτάς γιατί με απέλυσαν; Έτσι κάνουν τώρα τις εγκύους οι εργοδότες στην Ελλάδα.

Αν γεννηθεί το παιδί μετά τον Μάη, θα πάρεις 2000 ευρώ (ακατάσχετα). Θα βγει ο Κυριάκος τότε και θα δίνει παράδες.

Και πού ξέρεις εσύ ότι θα βγει ο Κυριάκος, μάντης είσαι; 

Όλοι το ξέρουν… Ρώτα κι τουν Πριτιντέρη, τουν Πουρτουσαλταρισμένου, όποιουν θέλ’ς!... Μαναχά ου Παπαδημούλ’ς δεν κατάλαβι τίπουτα, το ’χει ακόμα σιαφά. 

  Έφυγα κι από εκεί. Παλαμόδειρα από μάντη σε μάντη, πήγα στο σπίτι, έβαλα τα ποδάρια στο νερό κι έκανα την τελευταία προσπάθεια, τηλεφωνική αυτή τη φορά.   Πήρα την Κασσάνδρα, αλλά κουβέντα απ’ την Κασσάνδρα δεν πήρα. Τραγουδούσε μόνο ένα τραγούδι, το ’λεγε και το ξανάλεγε σαν αυτόματος τηλεφωνητής:

Τον Μάη κρασί μην πίνετε, κι όξω μην κοιμηθείτε,

κι ανοίξτε τα ματάκια σας, σε κάλπη άμα βρεθείτε!

Σκεφτείτε τι σας είπανε, καλά, και θυμηθείτε!

Ό,τι στην κάλπη ρίξετε, μπροστά σας θα το βρείτε…


Λίγα αποσπάσματα απ’ τον ανέκδοτο Καζαμία

  Γενάρης: Κύμα καύσωνα πλήττει την Αυστραλία. Η ήπειρος θυμίζει απ’ άκρη σ’ άκρη Βραγκιανά. Στην Ελλάδα οι αλκυονίδες μέρες θα ρυθμιστούν σε 120 δόσεις.

  Φλεβάρης: Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να κυρώσει τη συμφωνία που έχει ακυρώσει ήδη ο λαός (ναι, ο κυρίαρχος…). Συγκρατήστε κι ένα όνομα, μην πείτε μετά ότι  δεν το πρόβλεψα: Σαρίδης… Ο νοών νοείτω τους ανοήτους!

  Μάρτης: Αν και Καζαμίας δεν μπορείς να κόψεις ντορό του Μάρτη. Έχει ομοιότητα με τον Σύριζα. Άλλα λέει το πρωί, άλλα λέει το βράδυ. Άλλα λέει κι άλλα κάνει. Αρκετοί πολιτικοί θα βάλουν «Μάρτη», για να μην τους μαυρίσει ο ήλιος, αλλά θα φάνε το μαύρισμα τον Μάη.

  Απρίλης: Ο κούκος έρχεται και διαλαλεί την άνοιξη. Κούκου! Κούκου! Μάταια περιμένουν στον Περισσό να βάλει και το ε στο τέλος, ώστε να λέει κουκουέ, κουκουέ…  Ο Παππάς ξαναστέλνει κάρτα ότι δεν κατάργησαν το Πάσχα.

  Μάης: Άλλο μαγιόξυλον, άλλο  κλιτσόξυλον, άλλο φασ’λόξυλον κι άλλο εκλογικό βρωμόξυλον σε κάθε πολιτικό στραβόξυλον… Στο Σύνταγμα λυράρηδες και κρητικοί χοροί… Κι ο πολίτης παράμερα, δεν μπορεί να ξεμπερδέψει τα αισθήματα της χαράς που φεύγει ο Αλέξης και της λύπης που έρχεται ο Κυριάκος.  

  Ιούνιος: Έχετε τον Κυριάκο πρωθυπουργό. Από εδώ και πέρα κανένας Καζαμίας δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί. Αρχίστε να ψάχνετε τον επόμενο!… 


Στράβων: «Έστι μεν ουν Ελλάς και η Μακεδονία»

  Αυτά έλεγε ο Στράβων, Έλληνας γεωγράφος, ιστορικός και φιλόσοφος που έζησε   από το 64 π. Χ. – 24 μ. Χ. 

  Τόσο ήξερες, τόσο έλεγες, Στράβων!... Άνοιξε και κάνα κανάλι, Στράβων (κατά προτίμηση την ΕΡΤ), για να πληροφορηθείς ότι αυτά που έλεγες δεν έχουν καμία αξία στην εποχή των θεόΣτραβων. Για τέτοια στραβωμάρα λέμε!... Άνοιξε τα στραβά σου, Στράβων, να δεις τι μας κόβουν και τι μας ράβουν…

  Στη χρονιά που φεύγει, κυριάρχησε η συμφωνία των Πρεσπών. Εκεί στους Ψαράδες (ακριτικό χωριό της περιοχής), στήθηκε ένας πρόχειρος παιδότοπος, όπου ο χαζοχαρούμενος Κοτζιάς, ως καθ’ ύλην υπεύθυνος, οργάνωσε με επιτυχία τα γενέθλια του Νίμιτς (να μην τον εύρει ο χρόνος…) και υπέγραψε συμφωνία με τα Σκόπια, με τα γνωστά σημεία της. Όλα τα παιδάκια που παραβρέθηκαν, πέρασαν μια αξέχαστη μέρα κι αντάλλαξαν δώρα. Ο Αλέξης πήρε δώρο μια γραβάτα κι εμείς οι άλλοι μια θηλιά στον λαιμό μας… 

  Στην τελετή δεν επετράπη να βρίσκεται για να γιορτάσει κι ο λαός (πλην των συμφωνούντων με τη συμφωνία), γιατί υπήρξε πληροφορία ότι ο λαός την προηγουμένη είχε φάει τεράστιες ποσότητες από φασόλια Πρεσπών. Κάποιους δε, επειδή τους έπεσαν πλάκωμα, τους κυνηγούσαν στα γύρω βουνά τα ΜΑΤ, για να τους πλακώσουν στο ματσούκι και να ξαλαφρώσουν απ’ το τρέξιμο.

  Η συμφωνία πανηγυρίστηκε απ’ όλον τον ελληνισμό, με εξαίρεση μιας θλιβερής μειοψηφίας   που  μόλις  άγγιζε  το  80%  των  Ελλήνων,  αποτελούμενο  κυρίως  από 

εθνίκια και όχι καρανίκια.  

  Το Καφενείο με ξεκάθαρο τρόπο τοποθετείται:

  Εκεί που ο Παύλος Μελάς, ο Τέλλος Άγρας και πλήθος άλλων μακεδονομάχων υπέγραψαν με τη θυσία τους, οι υπογραφές με μελάνι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές.

  Ας αναγνωρίσουν όλες οι χώρες τα Σκόπια όπως θέλουν. Η Ελλάδα δεν πρέπει να το κάνει ποτέ. Όσοι και όποιοι πολιτικοί να υπογράψουν, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων δεν υπογράφει… Ποτέ…

  Η Ελλάδα δεν ελευθερώθηκε και δεν κράτησε την ελευθερία της με τη ρεαλιστική πολιτική του δήθεν ορθού λόγου, αλλά με την τρέλα την κολοκοτρωνέικη… τα «μολών λαβέ», τα «ελευθερία ή θάνατος» και τα «όχι».

  Προτιμώ να ενημερώνομαι στο θέμα απ’ την ιστορική μνήμη του λαού μας και τους Καργάκους κι όχι απ’ τους Μπαλαούρηδες. Και προφανώς δεν μπορούν να δώσουν σωστή λύση αυτοί που συζητούσαν ακόμη και το «Μακεδονία του Ίλιντεν», αλλά ούτε οι επερχόμενοι που θα προσπαθήσουν να κρυφτούν στις ευθύνες των προηγούμενων.


Ξεστράβων: «Έστι ουν Αργιθέα και το Μαρκελέσι»

  Απ’ τα Σκόπια στα Τουμπλέρια! (Είναι η περιοχή της ανηφορικής διαδρομής απ’ τη διασταύρωση για το μοναστήρι του Κώστη προς Μαρκελέσι. Έτσι λέει κι ο Στράβων…). Δρόμος πολύπαθος! Δρόμος περιπέτεια! Αλλά και δρόμος μνημείο κατά πρόσωπο της κρατικής αδιαφορίας, μιας και έγινε μέχρι τον οικισμό με χρήματα των ξενιτεμένων και των κατοίκων του, καθώς και με την προσωπική εργασία κάποιων μόνιμων ονειροπαρμένων… Δε θα αναφερθώ ονομαστικά στους συντελεστές εκείνης της προσπάθειας. Τους γνωρίζουν εκείνοι που ξέρουν να αναγνωρίζουν… 

  Πότε θα γίνει άσφαλτος; Δε γνωρίζω. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι πραγματική σύνδεση Ανατολικής με Δυτική Αργιθέα θα γίνει όταν αυτός ο δρόμος ολοκληρωθεί. Με επίκεντρο την Παναγία Σπηλιώτισσα, η Αργιθέα τότε θα γίνει πέρασμα και προορισμός. Ας το καταλάβουν πρωτίστως οι Αργιθεάτες, ειδικά εκείνοι που δε βλέπουν πέρα απ’ το χωριό τους. Ας το έχουν στον νου τους οι διάφοροι υποψήφιοι και προς Θεού μην το γράψουν μόνο, ως έργο στόχο, στο πρόγραμμά τους… Τον χωματόδρομο τον αντέχουμε, το δούλεμα όχι… 

  Μήτσιο, τι την έκανες εκείνη την πινακίδα που έλεγε ούτε εκατοστό ασφάλτου; Μπορείς να μας τη δανείσεις, μην αναγκαστούμε τώρα να κλέβουμε και πινακίδες; 22 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Γ.jpg22 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

Φωτογραφίες από αγιασμό των υδάτων στον Αχελώο

Αύριο πάλι εδώ, στη λίμνη Στεφανιάδας, στο Κεφαλόγουρνο κι όπου αλλού στην Αργιθέα.


ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ


5/1/2019

18.12.25

Ο γιος του Αλή πασά τον βασάνισε και τον ακρωτηρίασε! Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών (Καρακαλληνός) ο Νέος ο εν Τυρνάβω (30/12/1818) του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο γιος του Αλή πασά τον βασάνισε και τον ακρωτηρίασε! Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών (Καρακαλληνός) ο Νέος ο εν Τυρνάβω (30/12/1818) + ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΥΜΝΟΥΣ

του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



  Ο Νικόλαος, όπως αρχικά ονομαζόταν ο Άγιος, ήταν το πρώτο από τα οκτώ παιδιά του Αυγερινού και της Κυράτζας, γονέων ευσεβών που κατάγονταν από τα Κάπουρνα (Γλαφυρές Βόλου). Γεννήθηκε το 1766. Λόγω της φτώχειας της οικογένειας, ο Νικόλαος, δεκαετής, στάλθηκε σε ένα συγγενικό πρόσωπο στο Βελεστίνο που διατηρούσε παντοπωλείο, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια εγκαταστάθηκε στο γειτονικό Γερμί (Ξερολίθι Βελεστίνου). Ένας Οθωμανός του Βελεστίνου τον άρπαξε βίαια απ΄ το παντοπωλείο και τον έβαλε, δωδεκαετή όντα, να υπηρετεί το χαρέμι του. Όταν ο πατέρας του Οσίου αναζήτησε το γιο του στο σπίτι του Οθωμανού, διώχτηκε με τη δικαιολογία πως ο Νικόλαος επρόκειτο να περιτμηθεί. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Νικόλαος πράγματι περιετμήθη και μετονομάστηκε Ιμπραήμ. Όμως, μόλις δυο μήνες αργότερα, ο μικρός αρνησίθρησκος κατάλαβε το λάθος του και κατέφυγε στον πατέρα του μετανιωμένος πικρά. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο Κεραμίδι όπου ο Νικόλαος έμαθε την τέχνη του κτίστη, ενώ λίγο αργότερα αναχώρησε με κάποιους συναδέλφους του για την Κρήτη. Επειδή εκεί οι κτίστες του φέρονταν άσχημα, ο Νικόλαος κατέφυγε σ΄ έναν ιερέα, ο οποίος όχι απλά τον δέχτηκε στοργικά αλλά τον υιοθέτησε. Όταν ο ιερέας αυτός πέθανε, ο Νικόλαος αναχώρησε για το Άγιο Όρος, όπου στην Ι. Μ. Καρακάλλου ενεδύθη το μοναχικό σχήμα μετονομαζόμενος Γεδεών. Η ζωή του εκεί ήταν άκρως ασκητική, (νηστείες, αγρυπνίες γονυκλισίες), τιμωρώντας τον εαυτό του για το μεγάλο του ολίσθημα. Στη Μονή έμεινε τριάντα πέντε χρόνια και έπειτα, έχοντας διαβάσει πολλούς βίους αγίων, κυρίως δε μαρτύρων προτρεπτικούς προς τη δική του ομολογία που σχεδίαζε, αναχώρησε για τη Ζαγορά. Από εκεί έφτασε στο Βελεστίνο και προσποιούμενος τον σαλό1, πείραζε και ενοχλούσε τους Οθωμανούς. Οι Τούρκοι τον άφησαν ελεύθερο αφού πρώτα τον ξυλοκόπησαν άγρια. Δεν τον φόνευσαν γιατί τον θεωρούσαν ως “μη έχοντα φρένας”. Κάποιοι Χριστιανοί του Βελεστίνου τον παρέδωσαν μισοπεθαμένο απ΄ τα χτυπήματα στην αδελφή του Δάφνη που ήταν παντρεμένη στο γειτονικό χωριό Ταμπιγλή (διαλυμένος βελεστινιώτικος οικισμός). Όταν στο χωριό αυτό μετά από λίγο καιρό εμφανίστηκαν οι στρατιώτες του Βελή πασά, ο Άγιος άρπαξε την ευκαιρία παρουσιαζόμενος μπροστά τους ομολογώντας το Χριστό. Παρ΄ όλες όμως τις προσπάθειες που έκανε εκεί, αλλά και στα Κανάλια, δεν αξιώθηκε του μαρτυρίου που επιζητούσε. Έτσι επέστρεψε στο Άγιο Όρος, όπου υπηρετούσε ως εκκλησιάρχης. Μια νύχτα, κι ενώ βρισκόταν στο ναό της διακονίας του, άκουσε μια φωνή από την εικόνα του Παντοκράτορα που του έλεγε: “Όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, αυτόν κι εγώ θα τον αρνηθώ μπροστά στον πατέρα μου στους ουρανούς (Ματθ. ι΄33” Μετά απ' αυτό ο Άγιος αναχώρησε, μέσω θαλάσσης, προς τη Ζαγορά κι από εκεί στο Βελεστίνο. Εκεί όμως το μόνο που πέτυχε με την πρώτη του ομολογία ήταν ραβδισμοί και εκδίωξη. Τότε ο Γεδεών μετέβη στην Αγριά (κατ' άλλους στην Αγιά) και αφού ζήτησε ακρόαση από τον εκεί διοικητή άρχισε να βρίζει τη θρησκεία του Μωάμεθ. Τότε ο αγάς της κωμόπολης έστειλε γράμμα στο Βελή εκθέτοντας όσα κατά της θρησκείας τους εξαπέλυε ο Άγιος. Ο Βελής διέταξε να τον φέρουν δεμένο στην έδρα του, τον Τύρναβο. Στον Τύρναβο ο γιος του Αλή διέταξε τον Γεδεών ν' απολογηθεί. Εκείνος του εξιστόρησε πώς εξαπατήθηκε αρνούμενος το Χριστό, και ότι πλέον είχε μετανιώσει για την πράξη αυτή. Ο Βελής διέταξε να τον φυλακίσουν και την επομένη κάλεσε από τη Λάρισα επίσημους Οθωμανούς και τον μουλά απαιτώντας από τον Άγιο να απολογηθεί ξανά. Οι Τούρκοι προσπάθησαν με κολακείες και απειλές να τον επαναφέρουν στο Μωαμεθανισμό. Βλέποντας όμως ο Βελής το ανδρείο της θέλησής του, διέταξε να του ξυρίσουν το κεφάλι κι έπειτα να τοποθετήσουν στην θέση των μαλλιών του την κοιλιά ενός προβάτου. Στη συνέχεια, έτσι όπως τον είχαν μεταμορφώσει, τον ανέβασαν ανάποδα πάνω σε γάιδαρο και τον διαπόμπευσαν στους κεντρικούς τυρναβίτικους δρόμους. Ο Βελής, βλέποντας ότι ο Άγιος χαιρόταν γι΄αυτό, φρένιασε και διέταξε να του κόψουν τα τέσσερα άκρα. Έτσι κολοβωμένο και αδύναμο το σώμα του Αγίου αφέθηκε να ποτίζει με το αίμα του την παγωμένη αυλή του πασά, μπροστά στα αποχωρητήρια. Τότε ένας εξ Εβραίων νεοφώτιστος Χριστιανός πήγε κοντά του ζητώντας την ευχή του. Ο Μάρτυρας του έδωσε την ευχή του και προφήτευσε ότι σε τρια χρόνια, οι ηγεμόνες των Οθωμανών Τουρκαλβανοί (Αλής, Βελής), θα πάθαιναν παντελή καταστροφή. Ο Άγιος Γεδεών, βασανιζόμενος για λίγες ακόμα ώρες, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο την 30η Δεκεμβρίου 1818. Το σώμα του Αγίου κηδεύτηκε με τιμές πίσω από το Ιερό Βήμα του Ναού των Δώδεκα Αποστόλων του Τυρνάβου. Όσο για την προφητεία του Αγίου γνωρίζουμε ότι πραγματοποιήθηκε την 14η Ιανουαρίου του 1822. Ο σουλτάνος σκότωσε τον Βελή και τον πατέρα του Αλή. Η τίμια κάρα του μάρτυρα αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

Χαίροις των Οσίων ο μιμητής. Χαίροις των Μαρτύρων, θιασώτης και μιμητής. Εν γαρ αμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Οσιομάρτυς ώφθης, Γεδεών ένθεος.”


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 





1. Σαλός=Άνθρωπος με σαλεμένο μυαλό. Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας προσποιήθηκαν τον σαλό για να μην τους δοξάζουν οι άνθρωποι.

16.12.25

Η Σκιάθος μιας άλλης εποχής ''ζωντανεύει'' με Α. Ι. από καρτ ποστάλ της εποχής! [ΒΙΝΤΕΟ] [Τέχνη a.i. από τον Κων/νο Οικονόμου]

 Η Σκιάθος μιας άλλης εποχής  ''ζωντανεύει'' με Α. Ι. από καρτ ποστάλ της εποχής! [ΒΙΝΤΕΟ]

[Τέχνη a.i. από τον Κων/νο Οικονόμου]


    Βρισκόμαστε στα 1915-16. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του μεγάλου Αγίου των Γραμμάτων, του κοσμοκαλόγερου Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντης.

Μια εικόνα ταχυδρομικού δελταρίου της εποχής παρουσιάζει το παλιό λιμάνι της Σκιάθου.

Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης παρουσιάζουμε σε ένα σύντομο βίντεο ένα στιγμιότυπο από τη ζωή στο σπουδαίο αυτό νησί των Σποράδων εκατόν δέκα χρόνια πριν!

Σημ. Η εικόνα είναι από το αρχείο Στουρνάρα Στέφανου

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ:


 


15.12.25

Ὑπηρέτρα (1888) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κείμενο- audiobook διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου +ΒΙΝΤΕΟ

 

Ὑπηρέτρα (1888) του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

κείμενο- audiobook [ΒΙΝΤΕΟ]
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.

Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη.

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο.  Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας.

Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν.

Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της.

―  Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!…

Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν.

Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν.

Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του.

Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων.

Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.

―  Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν.

Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς.

Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν.

Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς.

―  Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα…

Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος.

―  Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης.

Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν.

―  Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα.

―  Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε…

―  Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου.

Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί.

Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην.

Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης.

*  *  *

Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν.

Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς.

Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνεςγολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος.

Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα:

―  Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου.

Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε.

Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του:

Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!…

καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον.

*  *  *

Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον.

Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα.

Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν.

Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη.

Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος.

Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται.

Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον.

Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.

*  *  *

Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο.

Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη.

Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς.

Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.

Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα.

Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων.

Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.

Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν.

Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον.

Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν.

Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του.

Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς.

Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά.

Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια.

Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους.

―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου !

Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί.

. . . 

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ. Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής.

Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον.

Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν.

(1888)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


13.12.25

Η μεγάλη πρόσκληση που οι πολλοί αρνιόμαστε, αγρόν αγοράσαντες! Η παραβολή του Μεγάλου Δείπνου Κυριακή ΙΑ΄ Λουκά: Λουκ. ιδ΄ 16-24 +ΒΙΝΤΕΟ

 

Η μεγάλη πρόσκληση που οι πολλοί αρνιόμαστε, αγρόν αγοράσαντες! Η παραβολή του Μεγάλου Δείπνου
Κυριακή ΙΑ΄ Λουκά: Λουκ. ιδ΄ 16-24 [+ΒΙΝΤΕΟ]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ: Κάποιο Σάββατο, ο Κύριος προσκλήθηκε και κάθισε στο σπίτι κάποιου Φαρισαίου για φαγητό. Εκεί ένας συνδαιτυμόνας του είπε: “Μακάριος είναι εκείνος που θα φάει γεύμα στη Βασιλεία του Θεού!”. Ο Κύριος τότε, πήρε αφορμή για να πει την παραβολή του Μεγάλου Δείπνου: “Κάποιος άνθρωπος”, είπε, “έκανε μεγάλο βραδινό συμπόσιο και κάλεσε πολλούς. Κι έστειλε το δούλο του για να πει στους προσκεκλημένους: Ελάτε, όλα πλέον είναι έτοιμα για το μεγάλο δείπνο”. Κι ενώ ο Κύριος ρωτήθηκε για γεύμα, μιλάει για δείπνο, διότι συνήθως ένα βραδινό φαγητό έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ένα μεσημεριανό τραπέζι και έχει μεγαλύτερη ευφροσύνη. Θέλει έτσι να δείξει ότι το πανηγύρι της Βασιλείας Του και το πνευματικό, που δεν θα δημιουργεί κορεσμό, δείπνο, θα είναι ατελεύτητο και λαμπρό. Δεν μπορούμε, βεβαίως, ούτε να φαντασθούμε πώς θα είναι όλα αυτά τα ευφρόσυνα στη Βασιλεία των Ουρανών. Πώς να καταλάβουμε τι σημαίνει ότι αιωνίως θα συναναπαυόμαστε με τους δικαίους και όλες τις αγγελικές θείες δυνάμεις και θα γευόμαστε τις άπειρες πνευματικές δωρεές του Θεού; Πώς να κατανοήσουμε τι σημαίνει αιώνια αναψυχή και ευφροσύνη, τι σημαίνει πνευματικός χορτασμός των ψυχών μας στην επουράνια Βασιλεία του; Όλα αυτά που θα προσφερθούν στους “κλητούς Κυρίου” είναι αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών απόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξ.). Ο Θεός λοιπόν ετοίμασε για μας άπειρα και απερίγραπτα αγαθά, που δεν μπορούμε να σκεφθούμε και να συλλάβουμε. Και απευθύνεται στον καθένα μας, μέσα από τις περιστάσεις της ζωής μας, με διάφορα πρόσωπα που στέλνει στη ζωή μας, με την Εκκλησία Του και τα Μυστήριά της, με τη μελέτη και την ακρόαση του θείου λόγου, με τις θείες επισκέψεις στο νου και στην καρδιά μας, με θεία σκιρτήματα και άρρητες καρδιακές νεύσεις, καλώντας μας στη Βασιλεία Του για να μας καταστήσει αιώνια ευτυχισμένους. Μας καλεί με μία εσωτερική φωνή στη συνείδησή μας, στα μύχια των καρδιών μας. “Ελάτε”, μας λέει, “το ουράνιο δείπνο είναι έτοιμο και σας περιμένει”. Μας περιμένει δηλαδή μια ζωή αιώνια, μια κοινωνία με το Θεό και τους αγίους, ένα πανηγύρι που δεν θα τελειώσει ποτέ. Πλούσιο, λοιπόν, Δείπνο και πρόσκληση συμμετοχής σ’ αυτό, όχι μόνο γενική και καθολική, αλλά ιδιαίτερα πρόσκληση προσωπική. Όπως ένας προς έναν έχουν προσκληθεί οι άνθρωποι για να συμμετάσχουν στο Δείπνο, έτσι και ένας προς έναν προσκαλούνται για να παρακαθίσουν στο Δείπνο. Όπως η πρόσκληση ήταν προσωπική, έτσι και η συμμετοχή θα έπρεπε να ήταν απόφαση όχι μόνο προσωπική, αλλά και συνειδητή, όμως....

“ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ”: Δυστυχώς, η απάντηση ήταν αρνητική, αλλά και αποκαρδιωτική. Πρώτον, γιατί ήταν καθολική, αφού «ήρξαντο από μιάς παραιτείσθαι πάντες»! Ακόμη, οι προσκεκλημένοι της Παραβολής, σα συνεννοημένοι, άρχισαν να αρνούνται το κάλεσμα του οικοδεσπότη και να δικαιολογούν την απουσία τους. «Αγρόν ηγόρασα», είπε ο πρώτος «και έχω ανάγκη να πάω να το δω». Μια απάντηση που έγινε παροιμιώδης και που εκφράζει διαχρονικά την πλήρη αδιαφορία. Ο δεύτερος, για να δικαιολογήσει την άρνησή του, επικαλείται επαγγελματικούς λόγους. Και αυτοί οι επαγγελματικοί λόγοι όχι μόνο τον απορρόφησαν, αλλά και τον έκαναν άπληστο και, προ πάντων, υλόφρονα. Όχι ένα, ούτε δύο, αλλά «ζεύγη βοών ηγόρασα πέντε(!) και πορεύομαι δοκιμάσαι αυτά». Ο αριθμός «πέντε» δεν υποδηλώνει μόνο εμπορική δραστηριότητα και απληστία, αλλά ακόμη συμβολίζει την πλήρη υποταγή του ανθρώπου στις πέντε αισθήσεις. Αν ο πρώτος ήταν αδιάφορος για πνευματικά θέματα, ο δεύτερος δεν εκδηλώνει μόνο αδιαφορία, αλλά είναι και υποδουλωμένος στην ύλη, την οποίαν υπηρετεί με όλα του τα πάθη. Ο τρίτος θα προβάλει σαν δικαιολογία της άρνησής του το γάμο και την οικογένεια. Σαν άλλος Αδάμ μεταθέτει την ευθύνη των πράξεών του στη γυναίκα! «Γυναίκα έγημα». Είμαι νιόπαντρος. Δικαιολογία που φανερώνει όχι μόνο την απορρόφηση από τις οικογενειακές ανέσεις και απολαύσεις, αλλά και στο ότι οι άλλοι –γυναίκα, παιδιά, συγγενείς– τον εμποδίζουν από του να ασκήσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα! Σαν να λέει «φταίνε άλλοι! Φταίει η γυναίκα! Φταίει η οικογένεια». Ξεχνά ότι η οικογένεια είναι η «κατ’ οίκον Εκκλησία» (Ρωμ. ιστ΄ 5). Ξεχνά ότι η οικογένεια είναι φυτώριο αγίων και εργαστήριο αρετής. Μέσα στο χώρο της οικογένειας θα καλλιεργηθεί η θρησκευτικότητα, θα θεμελιωθεί αγιότητα, καθώς και η αγάπη προς την πατρίδα και την κοινωνία. Όταν επέστρεψε ο δούλος στον κύριό του και του διηγήθηκε τα καθέκαστα, εκείνος θύμωσε και του είπε: “Βγες γρήγορα στις πλατείες και τα στενά και φέρε εδώ μέσα τους πτωχούς και τους σακάτηδες, τους χωλούς και τυφλούς”. Ύστερα από λίγο επέστρεψε πάλι ο δούλος και είπε: “Κύριε, έγινε όπως διέταξες. Υπάρχει όμως ακόμη χώρος στο σπίτι”. “Βγες λοιπόν έξω απ’ την πόλη στους δρόμους και παρακίνησε επίμονα όσους βρεις να ‘ρθουν εδώ, να γεμίσει το σπίτι μου”, του είπε ο οικοδεσπότης. Κι έκλεισε ο Κύριος την παραβολή λέγοντας: “Κανείς από τους ανθρώπους που αρνήθηκαν το κάλεσμα, δεν θα γευθεί το δείπνο μου”.

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ: Οι καλεσμένοι της παραβολής πρόταξαν τρεις διαφορετικούς λόγους για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους. Το Δείπνο όμως δεν ματαιώθηκε, ούτε και η πρόσκληση ακυρώθηκε. Η Βασιλεία του Θεού δεν εξαρτάται από ανθρώπινη θέληση ή διάθεση, αλλά από την παρουσία του Θεού, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει τον άνθρωπο και να τον ζωοποιεί. Καλεί λοιπόν τους “πτωχούς τω πνεύματι”, δηλαδή τους ταπεινούς και τους πλουτίζει με τη θεϊκή Του σοφία. Καλεί αναπήρους και τους κάνει υγιείς. Καλεί χωλούς και βαδίζουν τον ορθό δρόμο. Καλεί τυφλούς, ώστε να βλέπουν το “όντως Φως”. Η σοφία του Θεού υπερβαίνει τις ανθρώπινες αδυναμίες και η Εκκλησία, όπου το πνευματικό δείπνο της Βασιλείας του Θεού προσφέρεται σε όλους μας κάθε Κυριακή, είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος θεραπεύεται από κάθε πνευματική ασθένεια ή αναπηρία και μεταμορφώνεται σε τέκνο Θεού. Η πρόσκληση του Θεού είναι προσωπική και διαχρονική. Αρνήθηκαν οι Ιουδαίοι να την δεχθούν. Έτσι ο Θεός απευθύνθηκε στα έθνη. Απευθύνεται στους Χριστιανούς, το νέο Ισραήλ της Χάριτος, και πάλι λίγο πριν το γεγονός της ενανθρώπησης. Όμως, σαν Χριστιανοί, πόσοι και πόσο βιώνουμε αυτό το γεγονός; Μήπως περιοριζόμαστε στον εξωτερικό διάκοσμο, όπως οι βιτρίνες των ημερών, ή αρκούμαστε να συμμετάσχουμε στα λεγόμενα «ρεβεγιόν» για να νιώθουμε Χριστούγεννα; Αλλά και όσοι βρισκόμαστε στην Εκκλησία, ανταποκρινόμαστε στην πρόσκληση για συμμετοχή στο Δείπνο της βασιλείας του Θεού, τη Θεία Κοινωνία και απαντάμε θετικά στο «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»; Κι ακόμη περισσότερο, όσοι ανταποκρινόμαστε θετικά, μήπως η συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας έγινε απλή συνήθεια; Πόσοι πλησιάζουμε στο μυστήριο με συναίσθηση φόβου Θεού, ή την πίστη ότι ζούμε το γεγονός της Ενανθρώπησης του Θεού και ζούμε πραγματικά τη δική μας ανάσταση; Γιατί, για να ζήσουμε την ανάσταση, πέρα από την πίστη στο Θεό και το φόβο του Θεού, πρέπει να σηκώσουμε και το δικό μας σταυρό που είναι η αγάπη. Ο Ι. Χρυσόστομος αυμβουλεύει: “εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη”. Σκέψου, συ το χώμα και η στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χριστού του Θεού! Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν πλησιάζουμε το Άγιο Ποτήριο. Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραίς και αρρυπώτοις χείλεσι», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Ο Ιησούς, με τη μορφή του «δούλου» της παραβολής, μας προσκαλεί και σήμερα «έρχεσθαι ότι έτοιμά εστι πάντα». Μας καλεί να μετατρέψουμε το σπήλαιο της καρδιάς μας σε νέα Βηθλεέμ απ’ όπου θα διαλαλείται η ενανθρώπηση και θα αντανακλά στην όλη μας ζωή.

ΤΟ ΜΕΓΑ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ: Αν όλοι ιεραρχούσαμε σωστά τα πράγματα και εκτιμούσαμε την πρόσκληση του Θεού, θα λέγαμε: Με καλεί ο Θεός στη Βασιλεία του. Κανένα εμπόδιο δεν μπορεί να σταθεί ικανό να μου στερήσει τον Παράδεισο. Διαφορετικά, περιφρονώντας την πρόσκληση και τη χάρη του Θεού προβάλλοντας προφάσεις που απλώς δείχνουν πόσο περισπούν και δένουν οι φροντίδες μας της ζωής, η εργασία και οι οικογενειακές μας υποχρεώσεις, κινδυνεύουμε να τη χάσουμε για πάντα. “Ο Χριστός μας προσκαλεί. Όχι από δική του ανάγκη, αλλά για να ικανοποίησει δική μας ανάγκη. Μην αρνηθούμε και εμείς την πρόσκληση. Ας ανταποκριθούμε με προθυμία κι ας τρέξουμε στο δείπνο της θείας λειτουργίας. Κι εκεί να σταθούμε με προσοχή”, συμβουλεύει ο μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης. Άλλωστε, κινδυνεύουμε να χάσουμε όχι κάτι μικρό, αλλά το μεγαλύτερο, το άπειρο, τον ίδιο τον Θεό. Κι αν χάσουμε τον Θεό, χάσαμε τα πάντα. Καμία πρόφαση λοιπόν να μη σταθεί εμπόδιο στο δρόμο μας προς τη Βασιλεία του Θεού. Δεν θα έχουμε καμία δικαιολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΠΕ, Τ. 11, Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, σελ. 376 κ.εξ.

"Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 403 κ.εξ.. Επιμέλεια: Δημήτρης Δημουλάς

 Θεόδωρος Αντωνιάδης –Μητρόπολη Πάφου, Η παραβολή του Μεγ. Δείπνου.

Αυγουστίνος Ν. Καντιώτης, Άρνηση σε πρόσκληση.

Αρχ. Χ.Π.Α., “Φωνή Κυρίου”, 13 Δεκεμβρίου 1992''

konstantinosa.oikonomou@gmail.com


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 




ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Η ζωή και ο θάνατος της Αργυρούλας του Γρηγόριου Ξενόπουλου +ΒΙΝΤΕΟ ΑUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου     «Η ζωή και ο θάνατος τ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....