Ετικέτες - θέματα

26.2.26

Μα χίλια χρόνια είναι μια μέρα;!!“Χίλια έτη Κυρίου” Διήγημα- AUDIOBOOK από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα διαβάζει ο ίδιος

 


Μα χίλια χρόνια ... είναι μια μέρα;!! Χίλια έτη Κυρίου

Διήγημα- AUDIOBOOK

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

διαβάζει ο ίδιος


[Στον κάθε αναζητητή του Θεού!]



   Τι εμμονή ήταν αυτή που είχε καταλάβει τον Μωυσή! Παρ΄ότι είχε στο κοινόβιο περισσότερους από είκοσι πέντε χρόνους, το μόνιμο ερώτημα που έκανε, στον ηγούμενο, στους συμμοναστές του, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό, είχε “καρφωθεί” μόνιμα στη σκέψη του. Στην ώρα του εργόχειρου, στη διάρκεια της προσευχής, στη διάρκεια της τραπέζης, στον ύπνο του.... Και το ερώτημα αυτό προέκυψε από την καθημερινή μελέτη του αγαπημένου του βιβλίου, των Ψαλμών του Δαβίδ. Έτσι από την πρώτη φορά που ανέγνωσε τον τρίτο στίχο του ογδοηκοστού ένατου ψαλμ
ού, “ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς Σου, (Κύριε) ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί”, εντυπωσιάστηκε μα δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημά του. Βεβαίως ο Μωυσής, ήταν του “Δημοτικού”, που λέμε σήμερα εμεις οι “μορφωμένοι”, αλλά ακόμη κι αυτό το βασικό σχολείο της εποχής του το τέλειωσε όπως-όπως. Έτσι ανέλαβε ο τότε ηγούμενος, που ήταν και πνευματικός του, να του το εξηγήσει τουλάχιστον μεταφραστικώς. Έτσι, πριν πολλά χρόνια, ο Γέρων Ζαχαρίας του είπε πως ο στίχος δηλώνει ότι χίλια έτη είναι σαν μια μέρα, όπως η χθεσινή, ή σαν τη δύωρη σκοπιά των στρατιωτών τη νύχτα. Όμως, και τι μ΄ αυτό; Πάλι στο σκοτάδι έμεινε ο Μωυσής. Και τα χρόνια περνούσαν, ο τότε δόκιμος μοναχός έγινε πια ώριμος στρατιώτης του Χριστού, είχε αναλάβει μάλιστα και τα καθήκοντα του Εκκλησιάρχη, μα παρά την πνευματική του προκοπή, που όλοι οι υπόλοιποι μοναχοί έβλεπαν ξεκάθαρα, εκείνος, παρά τις χαμαικοιτίες, τις νηστείες, τις αγρύπνιες, τις προσευχές και τις ατέλειωτες γονυκλισίες του, ακόμη “βασανιζόταν” με το νόημα και την ουσία της ψαλμικής εκείνης φράσης.

 

  Ένα βράδυ σκέφτηκε κάτι πολύ απλό: “Θα το κάνω αίτημα στην προσευχή μου!”, φώναξε μέσα στο κελλάκι του, κάτω από την ακοίμητη κανδήλα του. “Απορώ πώς δεν το σκέφτηκα”, συνέχισε να μονολογεί, “ο κύριος μας είπε: Ζητείτε και δοθήσεται.” Όλο το βράδυ έμεινε προσευχόμενος με το αίτημα αυτό, ακόμη κι όταν έκλεισε για λίγο τα μάτια του, λίγο πριν το ξημέρωμα.

  Την επομένη, μετά τον όρθρο, αφού έφυγαν οι αδελφοί του για τα κελία τους και τα διακονήματά τους, εκείνος έμεινε να προσευχηθεί και πάλι μέσα στο Καθολικό της Μονής. Τότε είδε κάτι εντυπωσιακό: Ένας πανέμορφος αετός πετούσε πάνω από το κεφάλι του, μέσα στο ναό. Ο Μωυσής έμεινε με ανοικτό το στόμα, εκστασιασμένος! Λίγο μετά θέλησε να τον πιάσει, αλλά ο αετός βγήκε από τη χαμηλή πόρτα της εκκλησιάς κι άρχισε να απομακρύνεται πολύ αργά, κάνοντας συνεχώς κύκλους πάνω από το κεφάλι του Μωυσή που άρχισε να τον ακολουθεί, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Κι αυτός ο “ευλογημένος ο αητός”, δεν πετούσε ψηλά όπως κάνει η δική του η γενιά. Ακολουθώντας τον ο μοναχός, βγήκε από το μοναστήρι κι έφτασε στο δάσος, ψηλότερα στο βουνό, όπου παρά τα μέσα Απριλίου το χιόνι δεν είχε καλά-καλά λιώσει. Εκεί μπήκε σε μια περιοχή του δάσους που ποτέ του δεν είχε δει πρωτύτερα, παρόλο που συχνά ερχόταν εκεί, σαν ήταν νεότερος, για να κόψει ξύλα μ΄ άλλους αδελφούς του. Απορροφημένος από το θέαμα και από μια γλυκιά ψαλμωδία που άρχισε ν΄ ακούγεται ξέχασε ό,τι γήινο και με την καρδιά και το νου του βρισκόταν πια στον Παράδεισο! Και τι περίεργο; Δεν ένιωθε καμία κόπωση, πείνα, δίψα, πόνο, κρύο ή κάποιο από τα λεγόμενα “αδιάβλητα πάθη” που του 'λέγε ο πατήρ-Γεώργιος, ο νέος του ηγούμενος. Αισθανόταν μέσα του τόση αγαλλίαση, ώστε για ώρες πολλές άκουγε ευφραινόμενος την αγγελική ψαλμωδία και έβλεπε πράγματα “άρρητα αρρήτων”. Κάποτε, μετά από πόσο χρόνο άραγε, ούτε και ο ίδιος ο Μωυσής μπορούσε να υπολογίσει, είδε τον αετό να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, ώσπου χάθηκε ψηλά στον ουρανό. Όμως, όμως, πρόλαβε να διακρίνει, πριν χαθεί από τα μάτια του, ότι ο αετός που έβλεπε όλο αυτό το διάστημα ήταν, ναι, δεν τον γελούσαν τα μάτια του, ένας άγγελος! Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έζησε ήταν μια “ευλογία” από το Θεό και μια “θεωρία” σαν αυτές που έβλεπαν κατά καιρούς οι αρχαίοι μοναχοί και που ο ίδιος διάβασε στο “Γεροντικό” αλλά και τη “Λαυσαϊκή Ιστορία”, πήρε τον κατηφορικό δρόμο για το μοναστήρι, πιστεύοντας ότι θα προλάβαινε να φτάσει πριν κλείσει η εξωτερική θύρα. Άλλωστε, αυτή έκλεινε μετά τη δύση του ηλίου.

 

 Φτάνοντας στη βαριά ξύλινη εξωτερική θύρα, ο πορτάρης τον ρώτησε από που είναι, κι ο Μωυσής απόρησε που δεν τον γνώρισε. Έτσι του απάντησε με απολύτως φυσικό τρόπο ότι ήταν ο μοναχός Μωυσής, ο εκκλησιάρχης της Μονής. Ο πορτάρης, νομίζοντας ότι είχε μπροστά του κάποιον σαλό, του απάντησε μάλλον απότομα: “Πήγαινε στο δρόμο σου. Εμείς δεν έχουμε εδώ κανέναν Μωυσή μοναχό. Άλλωστε, δε σε είδα ποτέ μου, στα πέντε χρόνια που έχω εδώ!” Τότε ο Μωυσής, εμφανώς ταραγμένος, και συνειδητοποιώντας πως ούτε ο ίδιος γνώριζε τον πορτάρη, του είπε λεπτομέρειες για το μοναστήρι, για τα τυπικά του, ονόματα αδελφών του, αλλά και το όνομα του ηγουμένου. Ο πορτάρης, μη γνωρίζοντας κανέναν από αυτούς που ονομάτισε ο “περίεργος” αυτός καλόγερος, κάλεσε όλους τους συμμοναστές του, αλλά ο Μωυσής δεν γνώρισε κανέναν απ΄αυτούς, ούτε εκείνοι τον ήξεραν. Τότε ο Μωυσής τους είπε απορώντας: “Εξίσταμαι, πατέρες, πώς σε μια-δυο ώρες που έλειψα έγιναν τόσες αλλαγές στο μοναστήρι. Εδώ άλλαξαν τα πάντα τόσο πολύ, που κανέναν σας δε γνωρίζω και κανείς σας δεν με έχει ξαναδεί! Μάρτυς μου ο Θεός, δεν πέρασε παρά λίγη ώρα από τότε που βγήκα από το μοναστήρι, αφού προηγουμένως αναγνώσαμε την ακολουθία του όρθρου.”

 

  Κι ενώ είχε νυκτώσει πλέον για τα καλά, ο Γέροντας άρχισε να ψάχνει παλιούς κώδικες του μοναστηριού, αναζητώντας τα ονόματα των πατέρων που του ανέφερε ο άγνωστος αυτός μοναχός. Αφού εξέτασε προσεκτικά τον κώδικα του μοναχολογίου, όπου ήταν γραμμένα όλα τα ονόματα των αδελφών της Μονής, βρήκε κάποια στιγμή τα ονόματα που του ανέφερε ο Μωυσής και με τρόμο κατάλαβε πως όλοι αυτοί μόναζαν εκεί πριν από τριακόσια χρόνια!! Τότε ο ηγούμενος άρχισε να ρωτά τον Μωυσή τι είδους άνθρωπος είναι και τι καλά έργα έκανε στη ζωή του ώστε να τον αξιώσει ο Θεός με μια τέτοια Χάρη. Ο μοναχός Μωυσής του είπε: “Δε γνωρίζω καμία αρετή στον εαυτό μου, παρά μόνο ότι έδειξα υπακοή, αγάπη προς όλους και ότι δε σκανδαλιζόμουν ποτέ και από τίποτε. Είχα ακόμη πολλή αγάπη στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε βράδυ, μετά το Απόδειπνο, διάβαζα μπροστά στην εικόνα της τους Χαιρετισμούς”. Εν συνεχεία τους διηγήθηκε την εμφάνιση του αετού-αγγέλου, την ιστορία στο δάσος. Μετά απ΄ αυτά που ακούσαν, οι πατέρες τον αγκάλιαζαν, τον ασπάζονταν, φέρονταν σαν να είχαν μπροστά τους έναν ουράνιο κι όχι επίγειο άνθρωπο. Ύστερα ο ηγούμενος του είπε: “Δός δόξα τω Θεώ, που σε αξίωσε με τέτοια θαυμαστή οπτασία, την οποία δεν είδε άλλος με αυτό τον τρόπο σ’ αυτό τον παράλογο κόσμο της “κοιλάδας του κλαυθμώνος”! Γεύθηκες, μακάριε, λίγο από τη χαρά του Παραδείσου! Αλλά αδελφέ μου, μάθε ότι δεν πέρασαν από τότε κάποιες ώρες, μα τριακόσια χρόνια! Τόση χαρά κι ευφροσύνη θα αισθάνονται οι άγιοι στη Βασιλεία των Ουρανών μπροστά στον Κύριο, ώστε να περνούν χίλια έτη σαν μια μέρα”! Ακούγοντας αυτά ο μοναχός Μωυσής, δόξασε το Θεό και έκλαψε χαίρων, συνειδητοποιώντας ότι η τελευταία του προσευχή, αυτή που έκανε πριν από ... τρεις αιώνες είχε εισακουσθεί. Έπειτα ζήτησε να προσκυνήσει τους παλαιούς αδελφούς του στο οστεοφυλάκιο της Μονής και αφού επέστρεψε από εκεί παρακάλεσε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Παίρνοντας Σώμα και Αίμα Κυρίου αναφώνησε “Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα” κι αμέσως αναχώρησε για τις σκηνές των δικαίων.

[Το διήγημα αφορά, όσο κι αν ξενίζει πολλούς, σε πραγματικό γεγονός1!]

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ροή χαρισμάτων Σέρβων και Ρουμάνων αγιορειτών πατέρων, 2004, επιμ. ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


23.2.26

Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

Κων/νος Οικονόμου




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ: Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στη Ραψάνη το 1798 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζη-Λάσκαρης και η μητέρα του Σμαράγδα Σακελλαρίδου. Στην παλαιά αργυρή λειψανοθήκη του Αγίου (19ου αι.) διαβάζουμε κατά λέξη: «Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».



Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μορφώθηκε στη φημισμένη υψηλού επιπέδου Σχολή της γενέτειράς του (στην οποία δίδασκε ο ιερέας Χριστόδουλος Καραζήσης, γαμπρός του Αγίου, σύζυγος πιθανώς της αδελφής του Γεωργίου, Μαρίας) και το 1816 ανέλαβε το λειτούργημα του δασκάλου στην ίδια Σχολή. Εκείνα τα δύσκολα χρόνια η Σχολή αυτή ήταν πνευματικός φάρος για ολόκληρη την περιοχή της Θεσσαλίας. Είχε ιδρυθεί πιθανότατα από τον μητροπολίτη Λυκοστομίου και Πλαταμώνα, Διονύσιο. 



Μεταξύ των φιλοξενουμένων μαθητών ήταν κι ένα Τουρκόπουλο από το χωριό Ντερλή (Γόννοι) που το είχαν στείλει οι γονείς του ως οικότροφο στη Ραψάνη. Ο μικρός Μωαμεθανός, προσαρμοζόμενος γρήγορα στο κλίμα του Σχολείου και ενθαρρυνόμενος από τον ευσεβή δάσκαλο, γοητεύτηκε από την ελληνορθόδοξη Παιδεία, ενώ συγχρόνως ο ένθεος ζήλος του δασκάλου κατέκτησε την άδολη ψυχή του. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να υποτιμά και να περιφρονεί τα ιερά και τα όσια του Ισλαμισμού, ενώ αντίθετα τιμούσε την πίστη των Ελλήνων. Κι όλα αυτά γιατί ο Γεώργιος είχε καταφέρει να εμφυσήσει στην ψυχή του την αγάπη για τον Ιησού Χριστό.


 Οι γονείς του μικρού Μουσουλμάνου, βλέποντας ότι ο γιος τους ετοιμαζόταν να αλλαξοπιστήσει, δεν άντεξαν τη "ντροπή" και έβαλαν κάποιους ομοεθνείς τους να πάνε στη Ραψάνη και να συλλάβουν τον υποκινητή της μεταστροφής του μικρού. Τον συνέλαβαν μέσα στη Σχολή και τον οδήγησαν δέσμιο να δικαστεί στην έδρα του Βελή πασά που είχε αναλάβει τα ηνία στην τυραννία της Αν. Θεσσαλίας από τον πατέρα του Αλή πασά, από το 1811. Η κατηγορία που βάραινε τον Γεώργιο ήταν μία και μοναδική: "εκχριστιανισμός μουσουλμανόπαιδος1".



ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Φυσικά η δικαστική... διαδικασία ήταν συνοπτική και η ετυμηγορία των δικαστών προαποφασισμένη: "θάνατος με μαρτύριο". Ο Γεώργιος ρίχτηκε αρχικά γυμνός σε καυτό λουτρό, εν συνεχεία τρυπήθηκε με σιδερένια νύχια, ακολούθησε το πετάλωμα των ποδιών του, για να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του μαρτυρίου του με διαπόμπευση στους δρόμους του Τυρνάβου. Έπειτα τον κάρφωσαν σε στύλο και αφού τον έδεσαν με σκοινιά βουτηγμένα σε πίσσα και πετρέλαιο, τον έβαλαν φωτιά. Ο Άγιος Νεομάρτυρας προς απογοήτευση των Αγαρηνών, όχι απλώς δεν πέθανε, αλλά δεν υπέστη, χάρι στη Θεία Χάρη και βοήθεια, το παραμικρό έγκαυμα! Στις ιστορήσεις των εικόνων παρουσιάζονται και άλλες σκηνές βασανισμών, όπως στραγγαλισμοί, εξαρθρώσεις, κτυπήματα με το σπαθί, τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιού πάνω στο γυμνό σώμα του Νεομάρτυρος. Εξοργισμένοι οι Οθωμανοί, εν τέλει, οδήγησαν τον Γεώργιο στη γέφυρα του Τυρνάβου, όπου και τον αποκεφάλισαν. Η ημέρα του θανάτου του ήταν η 5η Μαρτίου 1818, ημέρα Τρίτη, μετά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Πάνω στο άνθος της νιότης του, ο εικοσάχρονος αθλητής της πίστης του Χριστού, πορεύτηκε προς την επουράνια και αιώνια Βασιλεία των Ουρανών στεφανωμένος, θριαμβευτής, Μάρτυρας. Το σώμα του Αγίου ενταφιάστηκε στο σημείο του μαρτυρίου του, κάτω από τη γέφυρα του Τυρνάβου. Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης έγραψε: «Τα τίμια λείψανα θέλει δοξάσει (ο Θεός) εδώ κάτω εις την γην ή με την επιφάνεια του Φωτός του ή και με άλλα σημεία και θαύματα, καθὼς ήθελε κρίνει η θεία δικαιοσύνη Του, ή το ολιγώτερον ολιγώτερον θέλει τα τιμήση με την παρὰ των Χριστιανών προσκύνησιν και ευλάβεια». Πραγματικά, την πρώτη νύχτα του ενταφιασμού του Αγίου, οι σκοποί των οθωμανικών στρατώνων, που βρίσκονταν στην περιοχή, αντίκρισαν μια τεράστια στήλη φωτός να σημαδεύει τον τάφο του Γεωργίου. Όταν αναφέρθηκε το παράδοξο αυτό θαύμα στο Βελή, εκείνος διέταξε να καλέσουν από τη Ραψάνη, το συντομότερο, τους συγγενείς του Αγίου για να ξεθάψουν και να παραλάβουν το λείψανό, πλην της κάρας του Αγίου που, πιθανώς, εξαφάνισαν οι Οθωμανοί. Πραγματικά με ευλάβεια και κατάνυξη τα ιερά του λείψανα μεταφέρθηκαν στη Ραψάνη. Μετά από λίγο καιρό αυτά μετακομίσθηκαν από το κοιμητήριο της Ραψάνης, το οποίο ήταν στο χώρο γύρω από το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην αρχοντική οικία Καραζήση που βρισκόταν κοντά. Τα τελευταία έτη αναγέρθηκε Ιερός Ναός προς τιμήν του Αγίου προστάτη της Ραψάνης αλλά και όλων των πιστών, μάλιστα δε των ορθοδόξων εκπαιδευτικών. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του την 5η του Μαρτίου.



"Νέον μάρτυρα, Ραψάνης γόνον και Τυρνάβου δε δόξαν και κλέος,

τον Γεώργιον εν ύμνοις καταστέψωμεν"

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: 

https://www.youtube.com/watch?v=6ywI1npniCE&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=3

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=sRfOM6aep8k&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=7

1Μητροπ. Κ. Αφρικής Ιγνάτιος Μανδελίδης, Ο Νεομάρτυς Γεώργιος ο Ραψανιώτης (1818), β΄ έκδοση Σωτήρ 2000.

Ο Άγιος π. Νικόλαος Πλανάς 2.3. +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος π. Νικόλαος Πλανάς 2.3. +ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου




Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΞΙΩΤΗΣ: Ο Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, ενώ ήταν σχετικά εύποροι. Κατείχαν ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, τη Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από τη βρεφική ηλικία ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες εκεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές κάποιο σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών. Η όλη του ζωή από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προδίκαζε τη μελλοντική ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη του Θεού από τα παιδικά του χρόνια. Έτσι, γνώριζε τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη, και το είπε στους γονείς του, πριν εκείνοι το πληροφορηθούν! Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον παππού του - πατέρα της μητέρας του - ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο. Μαζί του επίσης πήγαινε στις θείες Λειτουργίες και τον διακονούσε στο Ιερό Βήμα, σαν παπαδοπαίδι.

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ: Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί συμπατριώτες τους. Αργότερα, μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ. Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός.



Ο ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ: Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα από λίγους όμως μήνες πέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε αρχικά στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Όμως στον ναό αυτό δεν έμεινε για πολύ καιρό αφού λίγο αργότερα διορίστηκε εφημέριος στον Άγιο Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης, τον Κυνηγό όπως τον έλεγαν. Τότε ήταν μια πτωχή ενορία με μόλις οκτώ οικογένειες. Είχε, όμως, το μεγάλο προνόμιο να λειτουργεί εκεί η ταπεινή μορφή του Αγίου Νικολάου Πλανά.


ΠΡΟΤΥΠΟ ΙΕΡΕΩΣ: Για πενήντα συνεχόμενα χρόνια, ο Άγιος λειτουργούσε καθημερινά από τις 8 το πρωί έως και τις 3 το μεσημέρι! Ήταν ανεπανάληπτες οι λειτουργίες του Αγίου. Ο ίδιος αγαπούσε τα μικρά ξωκλήσια τής Αθήνας, τα οποία καθημερινά επισκεπτόταν για να τελέσει το ευλογημένο καθήκον του. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές παρέμενε στο ναό του, συχνά όμως πήγαινε στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισσαίου, στην οδό Άρεως στην Πλάκα, για αγρυπνίες. Ήταν οι πιο κατανυκτικές αγρυπνίες του Αγίου και όλο το εκκλησίασμα αισθανόταν την ευλογία. Σ’ αυτές τις συχνές αγρυπνίες στο ψαλτήρι στεκόντουσαν πάντα οι δυο κορυφαίοι λογοτέχνες, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης [περιγράφει ο άγιος των Γραμμάτων συχνά στα έργα του τις θείες εκείνες εμπειρίες] και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, που αγαπούσαν πολύ τον άγιο ιερέα και τον βοηθούσαν με το ψάλσιμό τους. Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιος του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλΟσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Η ζωή του Αγίου ήταν απλή, όπως ήταν απλός σαν παιδί και ο ίδιος. Νήστευε αυστηρά, προσευχόταν συνεχώς, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, αγαπούσε χωρίς διάκριση όλους και ποτέ του δεν κρατούσε χρήματα. Όσα και να του έδιναν από μόνοι τους διάφοροι άνθρωποι, ο Άγιος τα σταύρωνε και πηγαίνοντας στα στενά σοκάκια και στις φτωχογειτονιές μοίραζε επιδόματα ανάγκης σε ανήμπορες νεαρές κοπέλες, σε φτωχές χήρες γυναίκες, σε άπορους σπουδαστές και σε νεαρά ζευγάρια για τα πρώτα τους έξοδα. Υπήρξε Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης. Ήταν νηστευτής. Νήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η . Επίσης και των Ταξιαρχών νήστευσε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου. Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνδίαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα. Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού. Το παρουσιαστικό του συγκλόνιζε τούς πάντες. Η λαμπερή διαπεραστική ματιά του γαλήνευε όσους ήταν κοντά του. Η απλοϊκή ομιλία του συγκινούσε ακόμα και τους πιο μορφωμένους επιστήμονες. Αν και ήταν ψευδός, και πολλές φορές τα λόγια του ακούγονταν αστεία, ποτέ κανένας δεν γελούσε. Αντίθετα μάλιστα. Τα δακρυσμένα μάτια όλων μαρτυρούσαν πόσο πολύ τα λόγια του μιλούσαν στις ψυχές τους. Σαν τον αντίκριζαν να περπατάει στο δρόμο οι γυναίκες έκαναν με ευλάβεια το σταυρό τους, οι άνδρες έκοβαν το βήμα τους για να προσπεράσει, οι αμαξάδες σταματούσαν την πορεία τους και κατέβαιναν και τα μικρά παιδιά έτρεχαν να πάρουν την ευχή του. Η παρουσία του, ήταν τιμή για την πρωτεύουσα και όλοι οι κάτοικοι τον εκτιμούσαν και πίστευαν πως ο ταπεινός ιερέας ήταν ένας αληθινός Άγιος.



Κάθε φορά που έφτανε στην κατάμεστη από κόσμο εκκλησία για να λειτουργήσει γινόταν σάλος πραγματικός από την υποδοχή του εκκλησιάσματος. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να του φιλήσουν το χέρι, άλλοι να αγγίξουν τα φτωχικά του ράσα και αρκετοί να προσκυνήσουν το λευκασμένο κεφάλι του, αφού ήταν ιδιαίτερα κοντός. Όπου πήγαινε για να τελέσει θεία λειτουργία, έπαιρνε μαζί του τα «συμβόλαια και τα γραμμάτια» όπως ο ίδιος έλεγε, δηλαδή τα εκατοντάδες μικρά χαρτιά με τα ονόματα που του έδινε ο κόσμος για να τα μνημονεύσει. Τα κρατούσε όλα για χρόνια και καθημερινά τα μνημόνευε. Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς το Θεό. Οι ακολουθίες του Παππού, όπως φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά. Για την απέραντη αγάπη του, αλλά και για την ακούραστη άσκηση και ταπείνωσή του ο Θεός τον τίμησε με ουράνιες δωρεές όπως οι θαυμαστές παρεμβάσεις και το προορατικό χάρισμα. Ο ίδιος ο Άγιος βέβαια, ποτέ δε δεχόταν ότι έκανε θαύματα. Συνήθιζε μάλιστα να τα ονομάζει σημεία, ενώ με μεγάλο κόπο προσπαθούσε να κρύψει το προορατικό του χάρισμα. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Θεράπευε ασθενείς, έδιωχνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε.
   Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή. Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ' όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του. Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε: "Τον δρόμον τετέλευκα!". "Δόξα σοι ο Θεός!". "Η Θεία Χάρη να σας ευλογεί"...και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.



ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ-ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ: Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο! Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού. Η Αγία μας Εκκλησία ανακήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991-1992) του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς εορτάζει κατά την καθιερωμένη Πανήγυρη της 2ας Μαρτίου. Εάν η ημέρα της Εορτής συμπίπτει κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, τότε η Μνήμη του εορτάζεται κατά την επομένη Κυριακή. Ακόμη, εορτάζει την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, κατά την καθιερωθείσα προσφάτως Σύναξη των Πέντε Αγίων της Παροναξίας, η οποία τελείται στον νεόδμητο Ι. Ναό των Ναξίων Αγίων Νικοδήμου του Άγιορείτου και Νικολάου του Πλανά ‚στην πόλη της Νάξου.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: 
https://www.youtube.com/watch?v=P-zbKQ1rFIY&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=6




22.2.26

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟαπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


  ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ: Ο σύγχρονος αυτός άγιος γεννήθηκε το 1786 στον οικισμό Καλύβια του τότε δήμου Πολυκτορίων της Ιθάκης, απέναντι από το Σταυρό. Ο πατέρας του ονομαζόταν Άγγελος Πατρίκιος και ήταν ντόπιος, ενώ η μητέρα του, Αγνή, καταγόταν από την Πρέβεζα. Οι γονείς του ήταν πιστοί χριστιανοί (ορθόδοξοι). Πρόλαβαν και απέκτησαν τον μικρό Ιωάννη πριν ο πλοίαρχος πατέρας του ξαναπαντρευτεί επειδή σύντομα έχασε την σύζυγο του Αγνή. Ο μικρός Ιωάννης δέχτηκε, αντί για αγάπη, το μίσος και τις επιβουλές της μητρυιάς του, είχε όμως για αναπλήρωση αυτής της σκληρότητας που δέχτηκε σπουδαία χαρίσματα και αγάπη στην εκκλησία, από την μικρή του ηλικία. Με αγάπη και δυνατή πίστη στο Χριστό, δεν έλειπε ποτέ από την εκκλησία, νήστευε, προσευχόταν συνεχώς και σκορπούσε αγάπη στους ανθρώπους. Με ζήλο μελετούσε θρησκευτικά βιβλία και κυρίως το Ευαγγέλιο. Αυτό σκλήρυνε ακόμη περισσότερο την μητρυιά. Έτσι έπεισε τον πατέρα του να παρατήσει την εκπαίδευσή του (που δήθεν την παραμελούσε) και να εργαστεί σε ξένο καράβι. Όμως και εκεί ο μικρός Ιωάννης συνέχισε την πνευματική του ζωή. Τελικά το παιδικό του αυτό μαρτύριο τελείωσε (όταν έγινε δεκαεπτά ετών).

ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ: Κάποτε (1803) το καράβι του αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Ι. Μ. Βατοπεδίου του Αγίου Όρους και το μικρό ναυτόπουλο (ο Ιωάννης) βρήκε την ευκαιρία να πάει να προσκυνήσει. Οι μελέτες του σε βίους Αγίων και η πνευματική του ενασχόληση ήταν αρκετά, για να μπορεί να κατανοήσει την ζωή στο μοναστήρι. Γοητεύτηκε μόλις μπήκε στην Ιερά Μονή και μετά τις παρακλήσεις του προς τον ηγούμενο, εκείνος κάμφθηκε, παρά το μικρό της ηλικίας του. Το τελευταίο εμπόδιο, τον καπετάνιο, νίκησε με την μεγάλη του αποφασιστικότητα, τα επιχειρήματα του αλλά και την Θεία Βοήθεια. Αυτή του η απόφαση στεναχώρησε πολύ τον πατέρα του, αντίθετα με τη μητρυιά που χάρηκε, επειδή απαλλάχθηκε απ' αυτόν. Σύντομα φάνηκε η καρποφορία του αγώνα του και εκάρη μικρόσχημος μοναχός, με το νέο όνομα Ιωακείμ. Λίγο αργότερα πήρε και το μεγάλο σχήμα και ανέλαβε σύμβουλος στα πιο υπεύθυνα και επίσημα ζητήματα διοίκησης της Ιεράς Μονής. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα χρόνια αυτά η Αθωνιάδα Σχολή, μέσα στα όρια αυτής της Μονής, βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση και οπωσδήποτε πήρε πολλά και ο Ιωακείμ.

ΣΤΉΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΥΠΌΔΟΥΛΟΥ ΓΈΝΟΥΣ: Ο οικονόμος πια της Ι. Μ. Βατοπεδίου, ασκητικός και φιλόπονος Ιωακείμ, φεύγει με ευλογία από την Ι. Μονή και γίνεται εργάτης για στήριγμα και κατάρτιση του καταπιεσμένου λαού στα χρόνια της επανάστασης του 1821. Έρχεται στην Πελοπόννησο. Μέλημα του ήταν ο άμαχος πληθυσμός, που περιφερόταν συχνά διωγμένος χωρίς τροφή και σκεπάσματα, κυρίως όμως χωρίς ηθικό. Έτσι, φυγαδεύει στα κατεχόμενα από Άγγλους αποικιοκράτες Επτάνησα πολλούς γέρους και γυναικόπαιδα μαζί με τον παπα-Γιάννη Μακρή από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς, σώζοντάς τους. Βεβαίως δεν παρέλειπε να αναπτερώνει το εκκλησιαστικό φρόνημα του λάου που συχνά κινδύνευε και από τα τάματα των Τούρκων με αντάλλαγμα τον εξισλαμισμό.

ΗΣΥΧΑΣΤΉΣ: Όταν κόπασε η λαίλαπα του πολέμου, ο όσιος Ιωακείμ, ο επονομαζόμενος πλέον από το λαό Παπουλάκης, αποσύρθηκε στην ποθητή του ησυχία. Δεν γύρισε όμως στον Άθωνα, αλλά προτίμησε τα ησυχαστικά μέρη της γενέτειράς του Ιθάκης. Έτσι έγινε, με θεία έμπνευση, όργανο διπλής αγάπης: και προς τον Θεό, αλλά και προς τον άνθρωπο. Έμεινε στο δάσος «Αφεντικός Λόγγος» με αυστηρή άσκηση, μισόγυμνος, με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Εκεί ο όσιος ανέβηκε στην βαθμίδα του θείου φωτισμού. Η Θεία Χάρη του έγινε πλέον μόνιμη κατάσταση. Από εκεί για σαράντα περίπου χρόνια, πηγαίνοντας σε κάθε χωριό και κάθε σπίτι του νησιού, διδάσκει με το υπόδειγμά του και το λόγο του την ορθόδοξη πίστη, βοηθά τους απόρους, κτίζει εκκλησίες, κάνει ενέργειες πέρα από τα συνηθισμένα και φυσικά δείχνει πολλά σημάδια θεϊκής χάρης. Ιδιαίτερα της αγάπης, της προορατικότητας και ιαματικότητας. Μέσα στο φαράγγι Γούβες, που βρισκόταν με την πολύ αυστηρή άσκησή του, άρχισε να γίνεται γνωστός στους γύρω κατοίκους. Γι’ αυτό και στις καρδιές και συνειδήσεις των ντόπιων ανέκαθεν ο καλόγερος Ιωακείμ ήταν ο «Παπουλάκης», ο άγιός τους, που έγινε σιγά-σιγά το κύριο ενδιαφέρον του λαού της Ιθάκης. Εκεί παρηγορούσε τους θλιμμένους, στήριζε τους αδυνάτους και ασθενείς, παρακινούσε στην ευσέβεια και στα χρηστά ήθη, τα οποία η ξενοκρατία στα Επτάνησα είχε παραγκωνίσει. Τα χρήματα που του έδινε ο λαός, αμέσως τα ανταπέδιδε προσφορά στους φτωχούς. Επιπλέον, με τη θεία διορατικότητά του, προλάμβανε επιβολές, φόνους, αντεκδικήσεις. Με την ταπείνωση και την βαθιά πίστη που είχε αποκτήσει, το Άγιο Πνεύμα μέσα από αυτόν έλυνε στειρώσεις, πρόλεγε τα μέλλοντα και ποιούσε πολλά θαυμαστά, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια η πνευματική μεταβολή του λαού της Ιθάκης να γίνει αισθητή. Γι’ αυτό, εμπνεύσει του Διαβόλου, μέσω φθονερών ανθρώπων, διέδωσε την κακοήθεια ότι ο Όσιος προφήτεψε μεγάλο σεισμό, ώστε να ανησυχήσει ο Άγγλος κυβερνήτης του τόπου. Ο γέροντας τότε κλήθηκε σε απολογία απ’ αυτόν αλλά, παρ’ όλες τις εξηγήσεις του οσίου, ο υπερήφανος Άγγλος κατηγόρησε και τον γέροντα αλλά και τον μοναχισμό (του) και κινήθηκε να σηκωθεί για να κακοποιήσει με οργή τον όσιο. Τότε ξαφνικά η πολυθρόνα του κυβερνήτη έσπασε και έπεσε αναίσθητος!!! Όταν αργότερα συνήλθε, έπεσε ο πρώην υπερόπτης στα πόδια του γέροντα και δίνοντάς την άδεια να συνεχίσει απερίσπαστος το έργο του. Αργότερα ο όσιος έμεινε σε κελί, στον Άγιο Νικόλαο Μαυρωνά και μετά σε ένα μικρό σπίτι, που του παραχωρήθηκε στη Ράχη Κιονίου (Β. Α. της νήσου). Τότε ο Παπουλάκης παρακίνησε τους κατοίκους και έκτισαν δικό τους ναό και αυτός ανέλαβε την επιστασία του. Ο ναός ήλθε σε πέρας και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Γυρνούσε βέβαια από τόπο σε τόπο και έκτιζε ναούς, μικρούς ή μεγάλους. Στην κοινότητα του Σταυρού (Β. του νησιού) υπήρχε ναΐδριο ερειπωμένο κι έτσι έκτισε μεγαλύτερο και όταν αποπερατώθηκε, γκρέμισε τον μικρό. Αργότερα γύρω από τον μεγάλο ναό, με την εύνοια της Αγίας Βαρβάρας έκτισε κελιά για μοναχούς που έγιναν και ξενώνας προσκυνητών. Την ίδια περίοδο στην κοινότητα Ανωγής (πάνω στο βουνό), ενέσκηψε ισχυρή επιδημία πανώλης και ο όσιος έγινε «άμισθος ιατρός». Τότε ο Άγιος παρακίνησε τους Ανωγήτες και έκτισαν ναό του Αγίου Αθανασίου. Προσευχήθηκαν όλοι μαζί στον Άγιο και κόπασε η επιδημία. Σε όσους λιποψυχούσαν από την αγγλική κατοχή έδινε θάρρος και προφήτευε πως η ένωση θα γίνει χωρίς πόλεμο, γιατί η Αγγλία θα φύγει, όπως και έγινε.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΩΤΗΣ: Όταν μόναζε στον Άθωνα και είχε βρεθεί για υπηρεσία στον έξω κόσμο, συνάντησε οικογενειάρχη άνθρωπο σε άθλια κατάσταση κι αυτό γιατί υπηρετούσε κάποιο γιατρό ως ... δούλος, γιατί του όφειλε χρήματα για τη θεραπεία της γυναίκας του, που όμως δεν διέθετε. Τότε ο καλόγερος άφησε τις δικές του υποθέσεις και τον αντικατέστησε. Ο γιατρός που δέχτηκε την αλλαγή, του έδωσε καινούργια παπούτσια και ρούχα για λόγους αξιοπρεπούς εμφάνισης. Όμως παπούτσια και ρούχα έμεναν μόνο για μια μέρα, αφού μοναχός Ιωακείμ τα μοίραζε στους μη έχοντες. Ο γιατρός βλέποντας όλα αυτά μαζί με την ασκητική και πνευματική ζωή του, δεν άντεξε να τον υπηρετεί άγιος άνθρωπος και τον .. απέλυσε! Ένα άλλο περιστατικό: Ενώ η παλαιά Ελλάδα απελευθερωνόταν από τον τούρκικο ζυγό, τα Επτάνησα είχαν ακόμη τον αγγλικό. Ο Παπουλάκης πότε διέγειρε το ζήλο των πατριωτών, πότε τους έδινε θάρρος όταν λιποψυχούσαν και πότε προορατικά τους έλεγε πως θα απελευθερωθούν αναίμακτα. Για τις πολυποίκιλες αυτές δράσεις του όμως δέχτηκε μερικές φορές τις απειλές και κοροϊδίες των αμελών. Δέχτηκε την σκληρότητα, το φτύσιμο, το πετροβολητό χωρίς παράπονο και μνησικακία. Είχε τεράστια υπομονή γιατί ήξερε το ταξίδι για την θεία Ιθάκη. Ας δούμε όμως και μια διήγηση μιας σύγχρονης του Αγίου: Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη (Λιανού) και ο Λ. Βεντούρας από το Βαθύ Ιθάκης αφηγήθηκαν ότι κατά το έτος 1848 μεγάλη πείνα μάστιζε την Ιθάκη και ειδικά τους έξω δήμους του νησιού. Άλεθαν ό,τι έβρισκαν: όσπρια, καρπούς, αγριοκούκια και ό,τι άλλο φαινόταν κατάλληλο για να ανακουφίσει την πείνα τους. Τότε άραξε, χωρίς να αναμένεται, στην Ιθάκη ένα σκάφος από το Γαλαξείδι με φορτίο καλαμποκιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι μαυραγορίτες έκαναν χρυσές «δουλειές» άγριας εκμετάλλευσης. Ο Παπουλάκης προθυμοποιήθηκε να το πληρώσει όλο αυτός για να το μοιράσει στο λαό. Η εκτός λογικής πράξη αυτή του αγίου Γέροντα δεν είχε άλλο σκοπό, παρά να εμποδίσει τους κερδοσκόπους να εκμεταλλευτούν άγρια το λαό και ειδικά τα φτωχότερα στρώματα. Τότε ειδοποίησε τον κόσμο να φέρνει ο καθένας το σκεύος του για να του μοιράζει αραβόσιτο, πράγμα που κράτησε περίπου μια βδομάδα!!! Μόλις τελείωσε η διανομή, ο Καπετάνιος ζήτησε τα χρήματά του, αλλά ό Παπουλάκης δεν τα είχε ακόμη συγκεντρώσει από τους… πλούσιους. Τον κατάγγειλε τότε στην αγγλική αστυνομία, η οποία τον επέπληξε αυστηρά, θεωρώντας την ενέργειά του αυτή απάτη. Με ύψος αποφασιστικότητας και βάθος ταπείνωσης, ο Γέροντας, ζήτησε «μικρή προθεσμία», η οποία του δόθηκε. Έστειλε επιστολές σε διάφορους φίλους του και σαν αγιορείτης που ήταν αποτάθηκε και στη μονή της μετάνοιάς του και στους άλλους αγιορείτες ηγουμένους, για να τον βοηθήσουν. Συγκέντρωσε έτσι σύντομα όλο το ποσό και απέδειξε την πατρική του φροντίδα και πρόνοια στην κατάλληλη στιγμή που επιβαλλόταν η προστασία του φτωχού λαού.

Και άλλα σημεία αγιότητας από διηγήσεις:

Ο Διονύσιος Παξινός από τον Σταυρό, ανέφερε ότι ο Παπουλάκης θεράπευσε μία κυρία με το παιδί της. Η μητέρα έπασχε από οφθαλμία πυορροϊκή και το παιδί από εκλαμπτικούς σπασμούς. Τους θεράπευσε και τους δύο με την προσευχή του αφού τους σταύρωσε με την ράβδο του, τους αποκάλυψε ο «άμισθος ιατρός» και την συνομιλία που είχαν κρυφά σε μακρινό και απόμερο τόπο για την αμοιβή που θα του προσέφεραν.

Αφηγήθηκε ο κ. Δ. Ζαβερδίνος από το Σταυρό πως ο χωριανός του καπετάν Λάμπρος Ραυτόπουλος, πήγε κάποτε με το πλοίο του (γολέτα) στην Βενετία για ξυλεία της Αγίας Βαρβάρας, που κτιζόταν, αλλά δεν γύριζε. Μετά τρεις μήνες όλοι πίστευαν ότι έγινε ναυάγιο. Ο Παπουλάκης, αφού προσευχήθηκε τους είπε πως σε λίγες ημέρες φτάνει μαζί με την ξυλεία. Πράγματι η πρόρρηση του γέροντα βγήκε αληθινή.

Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη διηγήθηκε ακόμη, ότι στο Πέρα Χωριό η οικογένεια Καχρίλα έταξε μόνη της κρυφά να δώσει 12 τάληρα στην Αγία Βαρβάρα. Μετά είπε ο άντρας στην γυναίκα: «θα δώσω μονό τα έξι τάληρα, γιατί οι καλόγεροι τα τρώνε». Όταν πήγαν λοιπόν να τα δώσουν στον όσιο (σε άλλο σπίτι) τα άφησαν πάνω στο τραπέζι. Ο όσιος με ηρεμία τους είπε: «Είναι περιττό παιδιά μου, εφόσον οι καλόγεροι τα τρώνε». Ο άντρας τότε θορυβήθηκε, εξομολογήθηκε δημόσια το σφάλμα του, έδωσε άλλα έξι τάλληρα και συγχωρέθηκε.

Διηγήθηκε ο Ι. Δ. Ραυτόπουλος από το Κιόνι, ότι στις 7/2/1867 φιλοξενείτο ο όσιος στο Κιόνι, την νύκτα ξυπνάει έντρομος και ξυπνάει τον οικοδεσπότη αναγγέλλοντάς του ότι έρχεται σκληρή δοκιμασία και μεγάλο κακό. Άναψαν φωτιά, λιβάνισαν και προσευχήθηκαν. Τα ξημερώματα μεγάλος σεισμός έγινε στην Ιθάκη και Κεφαλλονιά με πολλές ζημιές και καταστροφές.

   Η κοίμηση του αγίου: Την 1η Μαρτίου 1868, ημέρα Παρασκευή, ο όσιος Παπουλάκης ησύχαζε στο σκληρό στρώμα του στο σπίτι του Χ, Παΐζη (Λιανού) στο Βαθύ της Ιθάκης. Προέλεγε ατάραχα και γαλήνια πως ετοιμάζεται για το αιώνιο ταξίδι του. Τροφή δεν μπορούσε πια να δεχθεί. Κάλεσε για τελευταία φορά κοντά του τον ενάρετο ιερομόναχο Αγάπιο, εξομολογήθηκε και μετά σιώπησε, προσδοκώντας να παραδώσει το πνεύμα του. Μετά τα μεσάνυχτα η υγεία του βάρυνε και στις πέντε το πρωί του Σαββάτου 2/3/1868 κοιμήθηκε τον μακάριο ύπνο των δικαίων, Την κηδεία του, με εντολή του μητροπολίτη, ανέλαβε ο ηγούμενος της Ι. Μ. Καθαρών. Επάνω του δεν βρήκαν κανένα χρηματικό ποσόν. Η φτώχεια επισφράγισε την τέλεια ασκητική και αγαπητική ζωή του. Μόνο στο δεξί του χέρι βρήκαν ένα χαρτί με την επιθυμία του να ταφεί πίσω από το ιερό του ναού της Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό. Σαφώς και εκπληρώθηκε η τελευταία του επιθυμία, με πάνδημη συμμετοχή του λαού της Ιθάκης, αφού πρώτα ψάλθηκε η νεκρώσιμη ακολουθία στον Άγιο Νικόλαο, στο Βαθύ. Η ακολουθία μέχρι τον Σταυρό, έγινε πεζή κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Μόνο το άγιο λείψανο δεν βράχηκε.

Η αναγνώριση της αγιότητας στα δίπτυχα: Η πνευματική γενέτειρα του Αγίου (Ι. Μ. Βατοπεδίου) ανέλαβε να προβάλλει τον Άγιο στη συνείδηση του λαού. Έτσι το 1991 ο ηγούμενος της Ι. Μονής αρχ. Εφραίμ και πατέρες της αδελφότητας πήγαν στην Ιθάκη και μαζί με τον μητροπολίτη και την βοήθεια κατοίκων του νησιού εντόπισαν τον τάφο. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου έγινε στις 23-5-1992 από τους ίδιους και με ευλογία τουΠατριάρχη, αφού πρώτα έγινε Θεία Λειτουργία. Ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη», έγινε η ανακομιδή. Είναι αξιοσημείωτο πως η χαριτόβρυτος κάρα του Αγίου μοιράστηκε στα δύο από μόνη της και η ευλογία πήγε και στην Ι. Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης και στην Ι. Μονή Βατοπεδίου. Η τελευταία επιφύλαξε θερμή υποδοχή μετά από 170 έτη. Η αναγνώριση της αγιότητας του Ιωακείμ του Βατοπεδινού Παπουλάκη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι προέκυψε με την παραδοσιακή διαδικασία. Πρώτα αναγνωρίστηκε από τα θεία χαρίσματά του. Κατόπιν πέρασε στην συνείδηση του λαού αυθόρμητα. Και κατόπιν οδηγήθηκε η διοίκηση να κάνει την επίσημη πράξη. Έτσι στις 19-3-1998 με αρ. πρωτ. 323 της Πατριαρχικής και Συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά από εισήγηση τόσο της Ι. Μ. Βατοπεδίου, όσο και της Δ. Ι. Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, θεσπίστηκε «...όπως από του νυν και εις ίο εξης εις αιώνα τον άπαντα, Ιωακείμ ο Βατοπεδινός ο Παπουλάκης συναριθμείται τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσοιν, ετησίοις ιεροτελεστίες και αγρυπνίαις τιμώμενος, και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος, τη μεν β' Μαρτίου, εν ή μακαρίως προς τον Κύριος εξεδήμησεν, τη δε ι' / κγ' Μαΐου, επί τη ανακομιδή των ιερών αυτού λειψάνων..».

Βιβλιογραφία: Γέροντος Ιωσήφ, Ο Παπουλάκης, Άγιος Ιωακείμ ο Βατοπαιδινός, ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 6, Β' έκδοση 1998, Ι. Μ Βατοπεδίου. Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ Ο ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ (1786-1868), ΙΘΑΚΗ 2000. ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς, έτος 5ο, αρ. φ. 51, ΜΑΡΤΙΟΣ 2000. Για τη διακήρυξη των αγίων, Πρωτοπρ. Κ. Ν. Παπαδόπουλος, περιοδικό Σύναξη, τ. 102, Αγιότητα & Αγιοποιήσεις, ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2007, σελ. 13-23.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=2UxlPLzZjXs&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=4



18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        13.2.26

        Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

         

        Ο Δίας

        από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


          ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

        Δίας και Διόνυσος
             ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

        Ιδαίον Άντρον
          ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

        Δίας και Ήφαιστος
          ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

        Δίας και Ήβη
          ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

        Δίας και Αίγινα
           ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

        Δίας και Τυφών
          ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

        Δίας και Άρης
          ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

        Άγαλμα του Διός

        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
        : Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

        Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 29

          Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Αλλιώς λογάριαζε ο γάιδαρος κι  αλλιώς ο γαϊδουριάρης. (παροιμία) Γράφει ο Γιάννης Φρύδας      ΣΤΟ  ...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....