Ετικέτες - θέματα

22.2.26

Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 29

 Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου


Στιγμιότυπο οθόνης (807).jpg

Αλλιώς λογάριαζε ο γάιδαρος κι  αλλιώς ο γαϊδουριάρης.

(παροιμία)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 

  

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  29


Ζήτω η αρλούμπα!

  Ζήτω η κάθε σαχλαμάρα που απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις της δημιουργικής ασάφειας!... (πιείτε ένα τσίπουρο, μονοκοπανιά άσπρο πάτο, θα σας διευκολύνει στην κατανόηση!...).

  Ζήτω ο λιτός βίος της ολιγαρκούς αφθονίας! Ζήτω και στον γάιδαρο του χότζα που ψόφησε, πάνω που έμαθε να μην τρώει! Ζήτω ο Σύριζας που μας έδειξε τους δρόμους του ρυζιού δια των γεμιστών, του λαχανόρυζου και του πιλαφιού μέσω του προγράμματος «βράσε ρύζι».  

  Λιτός βίος σημαίνει να βράζεις τα αυγά και να τα ξεβράζεις (ανακάλυψη που πήρε πρόσφατα νόμπελ τρελής επιστήμης) και να τα βάζεις για κλώσημα σε κότα κατά προτίμηση επίσης ξεβρασμένη.  

  Καιρός, όμως, τώρα να προμηθευτείτε εγκαίρως και τον σύγχρονο οδηγό μαγειρικής Κυριάκου – Φώφης με πρωτότυπες συνταγές που θα σας καταπλήξουν…

  Ζήτωσαν οι πολιτικοί τσελεμεντέδες γενικώς!


Αλληλοθαυμαζόμενοι εκλαμπρότατοι…

  «Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από εκεί. Άλλοι κάνουνε λογής – λογής συνέδρια και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισούνται  σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες…». Αυτά έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Σας θυμίζουν τίποτε;

  «Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν… και οι άλλοι του όμοιοι, οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει, τον λένε "Εκλαμπρότατον" και τους λέγει "Γενναιότατους", πού αγωνίστηκαν αυτείνοι, οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι;» αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης. 

  Αυτά επαναλαμβάνονται και σήμερα σε μια διαρκή πορεία ανταγωνισμού και σύγκρουσης των ανθρώπων, στις σχέσεις των οποίων εναλλάσσονται η συμμαχία με  την αντιπαλότητα, η περιστασιακή φιλία με την υποβόσκουσα έχθρα. Ειδικά στην κάθε προεκλογική περίοδο, τα φαινόμενα αυτά εκδηλώνονται ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση. Οι περιστασιακοί φίλοι αλληλοαποκαλούνται αγωνιστές, ελπιδοφόροι, οραματιστές, σωτήρες και οι αντίπαλοι εχθροί, προδότες, επικίνδυνοι, ακατάλληλοι, καταστροφείς… Κι αναρωτιέσαι απορημένος, προσπαθώντας να καταλάβεις: Πού αγωνίστηκε ο αγωνιστής και τι κατέστρεψε ο ακατάλληλος;


Ποιος θα βγει δήμαρχος;

  Το Καφενείο σήμερα δεν κάνει μια απλή πρόβλεψη και εκτίμηση αποτελέσματος. Με τα στοιχεία που έχει, το ξέρει και σας το αποκαλύπτει με απόλυτη βεβαιότητα. Δήμαρχος στην Αργιθέα θα βγει αυτός που το επώνυμό του έχει οχτώ γράμματα.

  Το σπουδαιότερο  είναι  ότι  ταυτόχρονα μαθαίνω  και τι θα ψηφίσει ο καθένας στον 

οποίο το λέω. Τον κοιτάζω στα χείλη κι αυτός ασυναίσθητα συλλαβίζει το επώνυμο του εκλεκτού του. Επίσης, ένα πράγμα που παρατηρώ και με παραξενεύει είναι ότι μετά φεύγουν όλοι χαρούμενοι. Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί ούτε να βρω μια λογική εξήγηση…  


Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

  Κάναμε στροφή 360 μοιρών, είπε κάποτε ο πρωθυπουργός. Με 15 συνεχόμενες παρόμοιες στροφές (γιατί απ’ το 2015 άρχισαν οι στροφές) χορεύει ολόκληρο το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας…

Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα

να βγει να χορέψει, ο πρωθυπουργός…

Οι μπαγλαμάδες ν’ αρχίσουν τσιφτετέλια

ν’ ανάψουνε τα τέλια, ολοταχώς!

  Αλέξη, χόρεψε για το καλό και το ζεϊμπέκικο της ολιγαρκούς αφθονίας, για να πάρει μετά σειρά χορού και κάνα άλλο νούμερο. Το ίδιο τραγούδι των 360 μοιρών χορεύει και ο Ψαριανός, ο οποίος έκανε στροφές σε ομιλία του στη Βουλή, για να το εμπεδώσουμε και να μας πιάνει θλίψη, πώς κατάντησαν διάφοροι σαλτιμπάγκοι το βήμα, όπου αγόρευαν γίγαντες πολιτικοί με πολιτική ευπρέπεια και πνευματική καλλιέργεια…  

  Παρακαλώ, βαράτε παλαμάκια να εμψυχώσουμε τους χορευτές! Με ενωμένα τα δάχτυλα των χεριών, παρακαλώ! Όχι, απρέπειες!

  Ακολουθεί το 19 νούμερο, η παρέα του Κυριάκου… (ξανακάντε στην μπάντα!...).

  Ας έρθουμε ξανά στη στροφή 360 μοιρών. Πολύ επικίνδυνη, βρε παιδί μου… Έχει μία εκεί παραπάνω απ’ το Πευκόφυτο. Κόβεις, κόβεις και νομίζεις ότι γυρίζεις πάλι προς το Μουζάκι. Αμ, κι εκείνη στον Τυρολόγο καλύτερη είναι;

  Επικίνδυνη λέξη!... Έτσι και της κόλλησες κάποιες προθέσεις, όσο καλή πρόθεση κι αν έχεις, σου βγαίνουν και διάφορα σκάρτα προϊόντα: επι-στροφή, κατα-στροφή, ανα-στροφή, δια-στροφή, μετα-στροφή, απo-στροφή, περι-στροφή, αντι-στροφή (ούτε στον Τύμπανο δεν έχει τόσες στροφές). Προσθέστε και τον «στρόφο» που έπιανε τα μουλάρια και δεν τη γλυτώνετε τη ναυτία, θα σας λυθεί ο αφαλός...

  Όσο σκέφτομαι πως θα χάσω τόσες στροφές αν γίνει η σήραγγα Τυμπάνου, ανακαλώ ως Αργιθεάτης το αίτημα και ευχαριστώ τους αρμόδιους παράγοντες που πρόβλεψαν την επιθυμία μου και δεν προχώρησαν σ’ αυτό το… καταστροφικό για την περιοχή μας έργο.


 Προσέξτε με! Είμαι κι ΕΓΩ εδώ…

  Έχουν μεγάλη πλάκα όσοι επιχειρούν να γίνουν προεκλογικά αρθρογράφοι, από την ανάγκη να δηλώσουν την παρουσία τους και να γνωστοποιήσουν την υποψηφιότητά τους ή την υποστήριξή τους σε κάποια παράταξη. Άλλοι γίνονται αθλιογράφοι και άλλοι προκαλούν το γέλιο κι ας μην είναι γελοιογράφοι.

  Διάβασα κάπου αρχές Φλεβάρη ένα τέτοιο άρθρο, το οποίο είχε στον τίτλο του και τη φράση: ο επαναπροσδιορισμός του αυτονόητου… Τώρα, τι σόι αυτονόητο είναι αυτό που θέλει επαναπροσδιορισμό, θα σας γελάσω. Πάντως, αν θέλει, αποκλείεται να είναι αυτονόητο. Όμως, επειδή αδυνατώ να δώσω κάποια ερμηνεία, ρωτήστε καλύτερα τον αρθρογράφο… 

  Στην έκτη μόλις σειρά είχα εικόνα: «Οι Αργιθεάτες ψυχαγωγούνταν στα γεμάτα καφενεία και έκαναν συζητήσεις που συνήθως καταλήγανε σε καυγάδες και διχόνοιες. Ήταν συζητήσεις που αφορούσαν προβλήματα που έψαχναν λύση στα καφενεία...» (δεν τα λέω εγώ, ο αρθρογράφος).  Δίνει έτσι μια «καλή» εικόνα για τους Αργιθεάτες.


  Η αλήθεια είναι ότι μαλώναμε. Κάποιοι π.χ. ήθελαν τη σήραγγα Τυμπάνου με κλίση 5% και κάποιοι άλλοι 7%. Αυτή είναι και η επίσημη δικαιολογία για «την μη προχώρηση της σήραγγας Τυμπάνου σε εποχές με παχείς αγελάδες» (με τα κόκκινα γράμματα το σχετικό ερώτημα του αρθρογράφου…). Ασήμαντη λεπτομέρεια και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό που είπε (περίπου) κι ο Δημοσθένης στον  Α΄ Ολυμπιακό του (Ολυνθιακό του), ο γαύρος!... 

  «Δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αργιθεάτες κατασκηνωτές, και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθει των δεόντων» παρά τις δεήσεις των δεομένων…

  Άλλο τεράστιο πρόβλημα η ανυπαρξία εγκεκριμένων παιδικών χαρών. Επιτέλους,         τώρα κατάλαβα από πού προήλθαν τα παιδικά τραύματα πολλών της γενιάς μου. Ήταν που μας έλειπαν οι παιδικές χαρές και ειδικά οι εγκεκριμένες. Ευτυχώς, που μας έστελναν στα βετούλια και στα ζυγούρια και ξεχνάγαμε κάμποσες ώρες ότι δεν είχαμε παιδικές χαρές (εγκεκριμένες εννοείται).

  Σοβαρότατο θέμα (αυτό κι αν είναι…) και η  μη αντικατάσταση των λαμπτήρων. Αν και καμένοι οι λαμπτήρες, μας άναψαν τα λαμπάκια, γιατί πια καταλάβαμε πως φρενάρουν την ανάπτυξη του τόπου.

  Ανέφερε, όμως, μερικές φορές και τη λέξη «καφενεία». Ευχαριστούμε για την αναγνώριση του ρόλου των επιχειρήσεων ημών των καφετζήδων στο…  γίγνεσθαι (αυτήνη η λέξη μας ήρθι απού σια κάτ’). 

  Και καταλήγει:  «Ο δρόμος είναι δύσβατος. Το μέλλον ελπιδοφόρο!». 

  Όπως ακριβώς λέμε: πίσσα σκοτάδι, μέρα φεγγαράκι…

    Προτείνω: 

  Κάθε χωριό να έχει υποχρεωτικά ένα καφενείο και μια παιδική χαρά…    (εγκεκριμένη).

  Για κάθε λάμπα που καίγεται να εμφανίζεται αμέσως ένδειξη στο κινητό του δημάρχου, ο οποίος να σπεύδει αυθωρεί και παραχρήμα να την αλλάζει, γιατί θα χάσει ψηφοφόρους κι είναι κρίμα… (τσακίσ’, δήμαρχι!).

  Άλλος αρθρογράφος ρωτούσε τι έκαναν οι δήμαρχοι να κρατήσουν τους νέους στα χωριά μας. Δίκιο είχε… Έπρεπε να κάθονται στον Τύμπανο και στην Οξιά με τα πολυβόλα και να τους γυρίζουν πίσω όσους έφευγαν. Όμως, εκτός του Χρήστου Καναβού, αυτοί που ήταν δήμαρχοι, δεν τσάκωναν όπλο στο χέρι, λες και ήταν αντιρρησίες συνείδησης. Φύλαγε ο Χρήστος στον Τύμπανο, έφευγαν απ’ την Οξιά. Φύλαγε στην Οξιά, σκαπέταγαν οι νέοι στον Τύμπανο… (Φύλαγε στη Σμίξη, βάραγε κάνα αγριογούρουνο που πήγαινε κι αυτό να φύγει). Άλλοι διέφευγαν από την περαταριά, αλλά οι δήμαρχοι Αχελώου δεν έπαιρναν μια ψαλίδα να κόψουν το συρματόσχοινο. Κρατιούνται έτσι οι νέοι;


Να γράφει κανείς ή να μη γράφει;

  Αυτό το ερώτημα το απαντάει καθένας μόνος του. Οι Αργιθεάτες που αποφασίζουν και γράφουν, καλό είναι να τηρούν δυο βασικές αρχές. Πρώτον να γράφουν με ευθύνη και γνώση (όσο το δυνατόν πληρέστερη περί των αργιθεάτικων θεμάτων)  και δεύτερον να γράφουν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτούς που μπορεί να μην ήξεραν να γράφουν, αλλά ήξεραν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή, όπως λέει κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε ένα πεζοτράγουδό του με τίτλο: «εργάτες».  Η υστερόβουλη γραφή διακρίνεται εύκολα και τότε τίποτε θετικό δεν προσφέρει.  

  Για όσους, όμως, φιλοδοξούν να διαχειρίζονται τα κοινά του τόπου μας είναι υποχρέωση και να γράφουν. Κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε τις θέσεις τους. Πώς θα τους επιλέγουμε; Θα διαβάζουμε τα προεκλογικά τους δήθεν προγράμματα ή τα ανούσια βιογραφικά και τη φωτογραφία τους; Πώς θα δημοσιοποιηθούν τα προβλήματα και οι ανάγκες της Αργιθέας, ώστε να απαιτηθούν απαντήσεις και λύσεις; Ξέρετε να υπάρχει κανένας άλλος τρόπος παρουσίασης των αιτημάτων μιας περιοχής; Κι αν δε γράφουν πώς τα παρουσιάζουν στους αρμόδιους; Με ζωγραφική, με παντομίμα, με τον χορό της κοιλιάς ή με νοήματα; 

  Με άλαλα τα χείλη των προεστών δεν έχουμε αποτέλεσμα. Τα δημόσια πρόσωπα αποκαλύπτονται και δεσμεύονται με τον δημόσιο λόγο, κρίνονται και αξιολογούνται από τη δημόσια δράση. Παραφράζοντας γνωστή φράση θα πω: αυτός που φοβάται μην καταποντιστεί εμφανιζόμενος, δεν πρόκειται  και να  δοξαστεί κρυπτόμενος… Τα διπλώματα αρχιστρατηγίας παίρνονται στη μάχη, κατά τον Μάρκο Μπότσαρη τουλάχιστον… 

  Ας προβληματιστούν λίγο οι νεοφανείς αρθρογράφοι, ευπρόσδεκτοι οπωσδήποτε, αλλά θα χρειαστεί να απαντούν και στο ερώτημα, τι τους εμπόδισε να γράψουν τα προηγούμενα χρόνια και να πιέσουν ή βοηθήσουν τους τοπικούς μας άρχοντες, για να επιλυθούν τα χρονίζοντα προβλήματα της περιοχής και προπαντός στο ερώτημα: πού ’σουν μάγκα τον χειμώνα; (του χειμώνα στην κυριολεκτική του και μεταφορική έννοια).

  Ρωτάτε και κάναν Μήτσιο να σας πει…


Προσοχή! Προσοχή!

  Τώρα που ’πα Μήτσιου, του θ’μήθ’κα. Μη βασίζιστι στου Μήτσιου π’ σας λέει πόσις μέρις έμειναν, μέχρι να πάτι στου Προυτουδικείου! Θα σας γιλάσι κι θα πάτι ικπρόθισμοι κι κουντά θα γιλάσουμι ιμείς. Να μιτράτι μαναχοί σας, αλλά άμα μιτράτι όπους μιτράτι τ’ς ψήφοι θα τα λαθώσιτι. Αν δε σφραΐσει ου δικαστικός μι του κουτσιάνι, θα μείνιτι κουτσιάνι απού συνδυασμό κι δε θα ιπικηρυχτείτι ντιπ για υπουψήφιοι. (Αντί του ιπικηρυχτείτι, μπουρεί να θέλει του ανακηρυχτείτι. Ρουτάτι κάνα δικηγόρου, αλλά μακριά απού Μήτσιου!)… 


Νυχτοπούλια και χαζοπούλια

  Ο γκιώνης γλέπει το φεγγάρι και λέει: Γκιών, γκιών…

  Ο μπούφος γλέπει κι αυτός το φεγγάρι, αλλά δε λέει τίποτε, γνωρίζοντας ότι είναι μπούφος…

  Η κουκουβάγια (χουχουβάια), ως πουλί της σοφίας, γνωρίζει ότι η σιωπή είναι χρυσός, γι’ αυτό ούτε αυτή λέει τίποτε, αλλά προβληματίζεται γιατί γελάνε όλοι με την άποψή της, που νομίζει ότι έχει το ομορφότερο παιδί ανάμεσα στα άλλα πουλιά.

  Το τσιρόνι είναι ψάρι των Πρεσπών κι από χρυσόψαρον ολίγον πιο χαζόν.

  Ο Τσιρώνης δεν είναι νυχτοπούλι ούτε οψάριον, είναι ανήρ οικολόγος. Κάθε πρωί σηκώνεται και κάνει μια δήλωση, πιθανόν πριν ρίξει  και λίγο νερό στα μούτρα του, για να ξυπνήσει… 

  «Οικολογιώτατοι, οικολόγοι και οικολόγες, οικολόγεροι, οικολόγριες και οικολόπαιδα!... Το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο... Τσιρώναινα, καφέ!...».

  Πες τα, μεγάλεεε! Ούτε το  Μαρκελέσι ανήκει στο Αιγαίο, αλλά δε με ακούνε… Το

σπανακόρυζο, όμως, μπορεί και να ανήκει…
                              Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί γειτόνοι,
                                  ακούσανε και φρίξανε τη δήλωση Τσιρώνη.   

Σε πανηγύρι και γιορτή μες στην Αγιά Μαρκέλλα

 πιάστε καλά και δέστε τον σε μια γερή κρικέλα.
Ρεφραίν

Άλλος για Λέσβο τράβηξε, πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη

 κι άλλος στη Θήρα διάβηκε και πάει για Σαντορίνη. 


Γριές

  Γριές είναι οι γριές… Ακόμη κι εκείνες οι γριές που δεν παραδέχονται ότι είναι γριές. Τέτοια πληροφορία μόνο η ΕΥΠ μπορούσε να σας δώσει. Τελουσπάντους… 

  Γριές, όμως, είναι και οι τρεις τελευταίες μέρες του Μαρτίου. Κατά την παράδοση και τη λαϊκή μετεωρολογία αυτές τις μέρες έχει κακοκαιρία. Ο Μάρτης, για να τιμωρήσει τη γριά που τον πικάρισε (τρολάρισε, για να καταλαβαίνουν και οι νεώτεροι) μ’ εκείνο το «πριτς, Μάρτ’ς, τα ’βγαλα τ’ αρνουκάτσ’κα μ’», δανείστηκε τρεις μέρες απ’ τον τοκογλύφο Φλεβάρη (κι ως κακοπληρωτής δεν επέστρεψε ποτέ) κι έκανε τέτοιον παλιόκαιρο που ο δήμαρχος (δεν ήταν ο Τσιβόλας τότε) κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την γριά πεθαμένη, μιας και τη βρήκαν κάτω απ’ το καζάνι που κρύφτηκε για να γλυτώσει. 

  Αύριο είναι η τελευταία γριά. Μπορεί να έρθουν και με το παλιό ημερολόγιο. Πού να ξέρεις, απρόβλεπτες είναι οι γριές. Η άνοιξη, όμως, είναι εδώ. Η ανθισμένη κρανιά προστάζει να αποχωρήσουν τα χιόνια κι απ’ τις ψηλές κορφές των βουνών μας…

                          

                      29 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg








30/3/2019


18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        13.2.26

        Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

         

        Ο Δίας

        από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


          ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

        Δίας και Διόνυσος
             ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

        Ιδαίον Άντρον
          ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

        Δίας και Ήφαιστος
          ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

        Δίας και Ήβη
          ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

        Δίας και Αίγινα
           ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

        Δίας και Τυφών
          ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

        Δίας και Άρης
          ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

        Άγαλμα του Διός

        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
        : Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

        Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Ο Νεομάρτυρας Μανουήλ από τα Σφακιά [Χίος 15 Μαρτίου 1792] Κων/νος Οικονόμου

          Ο Νεομάρτυρας Μανουήλ από τα Σφακιά [Χίος 15 Μαρτίου 1792] Κων/νος Οικονόμου ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ – ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Όταν οι Οθωμανοί κατάφεραν ...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....