Ετικέτες - θέματα

22.2.26

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟαπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

O Άγιος Ιωακείμ Ιθακήσιος ο Βατοπεδινός 2.3.1868 + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


  ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ: Ο σύγχρονος αυτός άγιος γεννήθηκε το 1786 στον οικισμό Καλύβια του τότε δήμου Πολυκτορίων της Ιθάκης, απέναντι από το Σταυρό. Ο πατέρας του ονομαζόταν Άγγελος Πατρίκιος και ήταν ντόπιος, ενώ η μητέρα του, Αγνή, καταγόταν από την Πρέβεζα. Οι γονείς του ήταν πιστοί χριστιανοί (ορθόδοξοι). Πρόλαβαν και απέκτησαν τον μικρό Ιωάννη πριν ο πλοίαρχος πατέρας του ξαναπαντρευτεί επειδή σύντομα έχασε την σύζυγο του Αγνή. Ο μικρός Ιωάννης δέχτηκε, αντί για αγάπη, το μίσος και τις επιβουλές της μητρυιάς του, είχε όμως για αναπλήρωση αυτής της σκληρότητας που δέχτηκε σπουδαία χαρίσματα και αγάπη στην εκκλησία, από την μικρή του ηλικία. Με αγάπη και δυνατή πίστη στο Χριστό, δεν έλειπε ποτέ από την εκκλησία, νήστευε, προσευχόταν συνεχώς και σκορπούσε αγάπη στους ανθρώπους. Με ζήλο μελετούσε θρησκευτικά βιβλία και κυρίως το Ευαγγέλιο. Αυτό σκλήρυνε ακόμη περισσότερο την μητρυιά. Έτσι έπεισε τον πατέρα του να παρατήσει την εκπαίδευσή του (που δήθεν την παραμελούσε) και να εργαστεί σε ξένο καράβι. Όμως και εκεί ο μικρός Ιωάννης συνέχισε την πνευματική του ζωή. Τελικά το παιδικό του αυτό μαρτύριο τελείωσε (όταν έγινε δεκαεπτά ετών).

ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ: Κάποτε (1803) το καράβι του αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Ι. Μ. Βατοπεδίου του Αγίου Όρους και το μικρό ναυτόπουλο (ο Ιωάννης) βρήκε την ευκαιρία να πάει να προσκυνήσει. Οι μελέτες του σε βίους Αγίων και η πνευματική του ενασχόληση ήταν αρκετά, για να μπορεί να κατανοήσει την ζωή στο μοναστήρι. Γοητεύτηκε μόλις μπήκε στην Ιερά Μονή και μετά τις παρακλήσεις του προς τον ηγούμενο, εκείνος κάμφθηκε, παρά το μικρό της ηλικίας του. Το τελευταίο εμπόδιο, τον καπετάνιο, νίκησε με την μεγάλη του αποφασιστικότητα, τα επιχειρήματα του αλλά και την Θεία Βοήθεια. Αυτή του η απόφαση στεναχώρησε πολύ τον πατέρα του, αντίθετα με τη μητρυιά που χάρηκε, επειδή απαλλάχθηκε απ' αυτόν. Σύντομα φάνηκε η καρποφορία του αγώνα του και εκάρη μικρόσχημος μοναχός, με το νέο όνομα Ιωακείμ. Λίγο αργότερα πήρε και το μεγάλο σχήμα και ανέλαβε σύμβουλος στα πιο υπεύθυνα και επίσημα ζητήματα διοίκησης της Ιεράς Μονής. Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα χρόνια αυτά η Αθωνιάδα Σχολή, μέσα στα όρια αυτής της Μονής, βρισκόταν σε μεγάλη άνθηση και οπωσδήποτε πήρε πολλά και ο Ιωακείμ.

ΣΤΉΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΥΠΌΔΟΥΛΟΥ ΓΈΝΟΥΣ: Ο οικονόμος πια της Ι. Μ. Βατοπεδίου, ασκητικός και φιλόπονος Ιωακείμ, φεύγει με ευλογία από την Ι. Μονή και γίνεται εργάτης για στήριγμα και κατάρτιση του καταπιεσμένου λαού στα χρόνια της επανάστασης του 1821. Έρχεται στην Πελοπόννησο. Μέλημα του ήταν ο άμαχος πληθυσμός, που περιφερόταν συχνά διωγμένος χωρίς τροφή και σκεπάσματα, κυρίως όμως χωρίς ηθικό. Έτσι, φυγαδεύει στα κατεχόμενα από Άγγλους αποικιοκράτες Επτάνησα πολλούς γέρους και γυναικόπαιδα μαζί με τον παπα-Γιάννη Μακρή από την Πύλαρο της Κεφαλονιάς, σώζοντάς τους. Βεβαίως δεν παρέλειπε να αναπτερώνει το εκκλησιαστικό φρόνημα του λάου που συχνά κινδύνευε και από τα τάματα των Τούρκων με αντάλλαγμα τον εξισλαμισμό.

ΗΣΥΧΑΣΤΉΣ: Όταν κόπασε η λαίλαπα του πολέμου, ο όσιος Ιωακείμ, ο επονομαζόμενος πλέον από το λαό Παπουλάκης, αποσύρθηκε στην ποθητή του ησυχία. Δεν γύρισε όμως στον Άθωνα, αλλά προτίμησε τα ησυχαστικά μέρη της γενέτειράς του Ιθάκης. Έτσι έγινε, με θεία έμπνευση, όργανο διπλής αγάπης: και προς τον Θεό, αλλά και προς τον άνθρωπο. Έμεινε στο δάσος «Αφεντικός Λόγγος» με αυστηρή άσκηση, μισόγυμνος, με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Εκεί ο όσιος ανέβηκε στην βαθμίδα του θείου φωτισμού. Η Θεία Χάρη του έγινε πλέον μόνιμη κατάσταση. Από εκεί για σαράντα περίπου χρόνια, πηγαίνοντας σε κάθε χωριό και κάθε σπίτι του νησιού, διδάσκει με το υπόδειγμά του και το λόγο του την ορθόδοξη πίστη, βοηθά τους απόρους, κτίζει εκκλησίες, κάνει ενέργειες πέρα από τα συνηθισμένα και φυσικά δείχνει πολλά σημάδια θεϊκής χάρης. Ιδιαίτερα της αγάπης, της προορατικότητας και ιαματικότητας. Μέσα στο φαράγγι Γούβες, που βρισκόταν με την πολύ αυστηρή άσκησή του, άρχισε να γίνεται γνωστός στους γύρω κατοίκους. Γι’ αυτό και στις καρδιές και συνειδήσεις των ντόπιων ανέκαθεν ο καλόγερος Ιωακείμ ήταν ο «Παπουλάκης», ο άγιός τους, που έγινε σιγά-σιγά το κύριο ενδιαφέρον του λαού της Ιθάκης. Εκεί παρηγορούσε τους θλιμμένους, στήριζε τους αδυνάτους και ασθενείς, παρακινούσε στην ευσέβεια και στα χρηστά ήθη, τα οποία η ξενοκρατία στα Επτάνησα είχε παραγκωνίσει. Τα χρήματα που του έδινε ο λαός, αμέσως τα ανταπέδιδε προσφορά στους φτωχούς. Επιπλέον, με τη θεία διορατικότητά του, προλάμβανε επιβολές, φόνους, αντεκδικήσεις. Με την ταπείνωση και την βαθιά πίστη που είχε αποκτήσει, το Άγιο Πνεύμα μέσα από αυτόν έλυνε στειρώσεις, πρόλεγε τα μέλλοντα και ποιούσε πολλά θαυμαστά, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια η πνευματική μεταβολή του λαού της Ιθάκης να γίνει αισθητή. Γι’ αυτό, εμπνεύσει του Διαβόλου, μέσω φθονερών ανθρώπων, διέδωσε την κακοήθεια ότι ο Όσιος προφήτεψε μεγάλο σεισμό, ώστε να ανησυχήσει ο Άγγλος κυβερνήτης του τόπου. Ο γέροντας τότε κλήθηκε σε απολογία απ’ αυτόν αλλά, παρ’ όλες τις εξηγήσεις του οσίου, ο υπερήφανος Άγγλος κατηγόρησε και τον γέροντα αλλά και τον μοναχισμό (του) και κινήθηκε να σηκωθεί για να κακοποιήσει με οργή τον όσιο. Τότε ξαφνικά η πολυθρόνα του κυβερνήτη έσπασε και έπεσε αναίσθητος!!! Όταν αργότερα συνήλθε, έπεσε ο πρώην υπερόπτης στα πόδια του γέροντα και δίνοντάς την άδεια να συνεχίσει απερίσπαστος το έργο του. Αργότερα ο όσιος έμεινε σε κελί, στον Άγιο Νικόλαο Μαυρωνά και μετά σε ένα μικρό σπίτι, που του παραχωρήθηκε στη Ράχη Κιονίου (Β. Α. της νήσου). Τότε ο Παπουλάκης παρακίνησε τους κατοίκους και έκτισαν δικό τους ναό και αυτός ανέλαβε την επιστασία του. Ο ναός ήλθε σε πέρας και αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Γυρνούσε βέβαια από τόπο σε τόπο και έκτιζε ναούς, μικρούς ή μεγάλους. Στην κοινότητα του Σταυρού (Β. του νησιού) υπήρχε ναΐδριο ερειπωμένο κι έτσι έκτισε μεγαλύτερο και όταν αποπερατώθηκε, γκρέμισε τον μικρό. Αργότερα γύρω από τον μεγάλο ναό, με την εύνοια της Αγίας Βαρβάρας έκτισε κελιά για μοναχούς που έγιναν και ξενώνας προσκυνητών. Την ίδια περίοδο στην κοινότητα Ανωγής (πάνω στο βουνό), ενέσκηψε ισχυρή επιδημία πανώλης και ο όσιος έγινε «άμισθος ιατρός». Τότε ο Άγιος παρακίνησε τους Ανωγήτες και έκτισαν ναό του Αγίου Αθανασίου. Προσευχήθηκαν όλοι μαζί στον Άγιο και κόπασε η επιδημία. Σε όσους λιποψυχούσαν από την αγγλική κατοχή έδινε θάρρος και προφήτευε πως η ένωση θα γίνει χωρίς πόλεμο, γιατί η Αγγλία θα φύγει, όπως και έγινε.

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΩΤΗΣ: Όταν μόναζε στον Άθωνα και είχε βρεθεί για υπηρεσία στον έξω κόσμο, συνάντησε οικογενειάρχη άνθρωπο σε άθλια κατάσταση κι αυτό γιατί υπηρετούσε κάποιο γιατρό ως ... δούλος, γιατί του όφειλε χρήματα για τη θεραπεία της γυναίκας του, που όμως δεν διέθετε. Τότε ο καλόγερος άφησε τις δικές του υποθέσεις και τον αντικατέστησε. Ο γιατρός που δέχτηκε την αλλαγή, του έδωσε καινούργια παπούτσια και ρούχα για λόγους αξιοπρεπούς εμφάνισης. Όμως παπούτσια και ρούχα έμεναν μόνο για μια μέρα, αφού μοναχός Ιωακείμ τα μοίραζε στους μη έχοντες. Ο γιατρός βλέποντας όλα αυτά μαζί με την ασκητική και πνευματική ζωή του, δεν άντεξε να τον υπηρετεί άγιος άνθρωπος και τον .. απέλυσε! Ένα άλλο περιστατικό: Ενώ η παλαιά Ελλάδα απελευθερωνόταν από τον τούρκικο ζυγό, τα Επτάνησα είχαν ακόμη τον αγγλικό. Ο Παπουλάκης πότε διέγειρε το ζήλο των πατριωτών, πότε τους έδινε θάρρος όταν λιποψυχούσαν και πότε προορατικά τους έλεγε πως θα απελευθερωθούν αναίμακτα. Για τις πολυποίκιλες αυτές δράσεις του όμως δέχτηκε μερικές φορές τις απειλές και κοροϊδίες των αμελών. Δέχτηκε την σκληρότητα, το φτύσιμο, το πετροβολητό χωρίς παράπονο και μνησικακία. Είχε τεράστια υπομονή γιατί ήξερε το ταξίδι για την θεία Ιθάκη. Ας δούμε όμως και μια διήγηση μιας σύγχρονης του Αγίου: Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη (Λιανού) και ο Λ. Βεντούρας από το Βαθύ Ιθάκης αφηγήθηκαν ότι κατά το έτος 1848 μεγάλη πείνα μάστιζε την Ιθάκη και ειδικά τους έξω δήμους του νησιού. Άλεθαν ό,τι έβρισκαν: όσπρια, καρπούς, αγριοκούκια και ό,τι άλλο φαινόταν κατάλληλο για να ανακουφίσει την πείνα τους. Τότε άραξε, χωρίς να αναμένεται, στην Ιθάκη ένα σκάφος από το Γαλαξείδι με φορτίο καλαμποκιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι μαυραγορίτες έκαναν χρυσές «δουλειές» άγριας εκμετάλλευσης. Ο Παπουλάκης προθυμοποιήθηκε να το πληρώσει όλο αυτός για να το μοιράσει στο λαό. Η εκτός λογικής πράξη αυτή του αγίου Γέροντα δεν είχε άλλο σκοπό, παρά να εμποδίσει τους κερδοσκόπους να εκμεταλλευτούν άγρια το λαό και ειδικά τα φτωχότερα στρώματα. Τότε ειδοποίησε τον κόσμο να φέρνει ο καθένας το σκεύος του για να του μοιράζει αραβόσιτο, πράγμα που κράτησε περίπου μια βδομάδα!!! Μόλις τελείωσε η διανομή, ο Καπετάνιος ζήτησε τα χρήματά του, αλλά ό Παπουλάκης δεν τα είχε ακόμη συγκεντρώσει από τους… πλούσιους. Τον κατάγγειλε τότε στην αγγλική αστυνομία, η οποία τον επέπληξε αυστηρά, θεωρώντας την ενέργειά του αυτή απάτη. Με ύψος αποφασιστικότητας και βάθος ταπείνωσης, ο Γέροντας, ζήτησε «μικρή προθεσμία», η οποία του δόθηκε. Έστειλε επιστολές σε διάφορους φίλους του και σαν αγιορείτης που ήταν αποτάθηκε και στη μονή της μετάνοιάς του και στους άλλους αγιορείτες ηγουμένους, για να τον βοηθήσουν. Συγκέντρωσε έτσι σύντομα όλο το ποσό και απέδειξε την πατρική του φροντίδα και πρόνοια στην κατάλληλη στιγμή που επιβαλλόταν η προστασία του φτωχού λαού.

Και άλλα σημεία αγιότητας από διηγήσεις:

Ο Διονύσιος Παξινός από τον Σταυρό, ανέφερε ότι ο Παπουλάκης θεράπευσε μία κυρία με το παιδί της. Η μητέρα έπασχε από οφθαλμία πυορροϊκή και το παιδί από εκλαμπτικούς σπασμούς. Τους θεράπευσε και τους δύο με την προσευχή του αφού τους σταύρωσε με την ράβδο του, τους αποκάλυψε ο «άμισθος ιατρός» και την συνομιλία που είχαν κρυφά σε μακρινό και απόμερο τόπο για την αμοιβή που θα του προσέφεραν.

Αφηγήθηκε ο κ. Δ. Ζαβερδίνος από το Σταυρό πως ο χωριανός του καπετάν Λάμπρος Ραυτόπουλος, πήγε κάποτε με το πλοίο του (γολέτα) στην Βενετία για ξυλεία της Αγίας Βαρβάρας, που κτιζόταν, αλλά δεν γύριζε. Μετά τρεις μήνες όλοι πίστευαν ότι έγινε ναυάγιο. Ο Παπουλάκης, αφού προσευχήθηκε τους είπε πως σε λίγες ημέρες φτάνει μαζί με την ξυλεία. Πράγματι η πρόρρηση του γέροντα βγήκε αληθινή.

Η Αικατερίνη Χ. Παΐζη διηγήθηκε ακόμη, ότι στο Πέρα Χωριό η οικογένεια Καχρίλα έταξε μόνη της κρυφά να δώσει 12 τάληρα στην Αγία Βαρβάρα. Μετά είπε ο άντρας στην γυναίκα: «θα δώσω μονό τα έξι τάληρα, γιατί οι καλόγεροι τα τρώνε». Όταν πήγαν λοιπόν να τα δώσουν στον όσιο (σε άλλο σπίτι) τα άφησαν πάνω στο τραπέζι. Ο όσιος με ηρεμία τους είπε: «Είναι περιττό παιδιά μου, εφόσον οι καλόγεροι τα τρώνε». Ο άντρας τότε θορυβήθηκε, εξομολογήθηκε δημόσια το σφάλμα του, έδωσε άλλα έξι τάλληρα και συγχωρέθηκε.

Διηγήθηκε ο Ι. Δ. Ραυτόπουλος από το Κιόνι, ότι στις 7/2/1867 φιλοξενείτο ο όσιος στο Κιόνι, την νύκτα ξυπνάει έντρομος και ξυπνάει τον οικοδεσπότη αναγγέλλοντάς του ότι έρχεται σκληρή δοκιμασία και μεγάλο κακό. Άναψαν φωτιά, λιβάνισαν και προσευχήθηκαν. Τα ξημερώματα μεγάλος σεισμός έγινε στην Ιθάκη και Κεφαλλονιά με πολλές ζημιές και καταστροφές.

   Η κοίμηση του αγίου: Την 1η Μαρτίου 1868, ημέρα Παρασκευή, ο όσιος Παπουλάκης ησύχαζε στο σκληρό στρώμα του στο σπίτι του Χ, Παΐζη (Λιανού) στο Βαθύ της Ιθάκης. Προέλεγε ατάραχα και γαλήνια πως ετοιμάζεται για το αιώνιο ταξίδι του. Τροφή δεν μπορούσε πια να δεχθεί. Κάλεσε για τελευταία φορά κοντά του τον ενάρετο ιερομόναχο Αγάπιο, εξομολογήθηκε και μετά σιώπησε, προσδοκώντας να παραδώσει το πνεύμα του. Μετά τα μεσάνυχτα η υγεία του βάρυνε και στις πέντε το πρωί του Σαββάτου 2/3/1868 κοιμήθηκε τον μακάριο ύπνο των δικαίων, Την κηδεία του, με εντολή του μητροπολίτη, ανέλαβε ο ηγούμενος της Ι. Μ. Καθαρών. Επάνω του δεν βρήκαν κανένα χρηματικό ποσόν. Η φτώχεια επισφράγισε την τέλεια ασκητική και αγαπητική ζωή του. Μόνο στο δεξί του χέρι βρήκαν ένα χαρτί με την επιθυμία του να ταφεί πίσω από το ιερό του ναού της Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό. Σαφώς και εκπληρώθηκε η τελευταία του επιθυμία, με πάνδημη συμμετοχή του λαού της Ιθάκης, αφού πρώτα ψάλθηκε η νεκρώσιμη ακολουθία στον Άγιο Νικόλαο, στο Βαθύ. Η ακολουθία μέχρι τον Σταυρό, έγινε πεζή κάτω από καταρρακτώδη βροχή. Μόνο το άγιο λείψανο δεν βράχηκε.

Η αναγνώριση της αγιότητας στα δίπτυχα: Η πνευματική γενέτειρα του Αγίου (Ι. Μ. Βατοπεδίου) ανέλαβε να προβάλλει τον Άγιο στη συνείδηση του λαού. Έτσι το 1991 ο ηγούμενος της Ι. Μονής αρχ. Εφραίμ και πατέρες της αδελφότητας πήγαν στην Ιθάκη και μαζί με τον μητροπολίτη και την βοήθεια κατοίκων του νησιού εντόπισαν τον τάφο. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Αγίου έγινε στις 23-5-1992 από τους ίδιους και με ευλογία τουΠατριάρχη, αφού πρώτα έγινε Θεία Λειτουργία. Ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη», έγινε η ανακομιδή. Είναι αξιοσημείωτο πως η χαριτόβρυτος κάρα του Αγίου μοιράστηκε στα δύο από μόνη της και η ευλογία πήγε και στην Ι. Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης και στην Ι. Μονή Βατοπεδίου. Η τελευταία επιφύλαξε θερμή υποδοχή μετά από 170 έτη. Η αναγνώριση της αγιότητας του Ιωακείμ του Βατοπεδινού Παπουλάκη, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, διότι προέκυψε με την παραδοσιακή διαδικασία. Πρώτα αναγνωρίστηκε από τα θεία χαρίσματά του. Κατόπιν πέρασε στην συνείδηση του λαού αυθόρμητα. Και κατόπιν οδηγήθηκε η διοίκηση να κάνει την επίσημη πράξη. Έτσι στις 19-3-1998 με αρ. πρωτ. 323 της Πατριαρχικής και Συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά από εισήγηση τόσο της Ι. Μ. Βατοπεδίου, όσο και της Δ. Ι. Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, θεσπίστηκε «...όπως από του νυν και εις ίο εξης εις αιώνα τον άπαντα, Ιωακείμ ο Βατοπεδινός ο Παπουλάκης συναριθμείται τοις οσίοις και αγίοις της Εκκλησίας ανδράσοιν, ετησίοις ιεροτελεστίες και αγρυπνίαις τιμώμενος, και ύμνοις εγκωμίων γεραιρόμενος, τη μεν β' Μαρτίου, εν ή μακαρίως προς τον Κύριος εξεδήμησεν, τη δε ι' / κγ' Μαΐου, επί τη ανακομιδή των ιερών αυτού λειψάνων..».

Βιβλιογραφία: Γέροντος Ιωσήφ, Ο Παπουλάκης, Άγιος Ιωακείμ ο Βατοπαιδινός, ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 6, Β' έκδοση 1998, Ι. Μ Βατοπεδίου. Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΚΕΙΜ Ο ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ (1786-1868), ΙΘΑΚΗ 2000. ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΠΑΛΜΟΣ Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Οβρυάς, έτος 5ο, αρ. φ. 51, ΜΑΡΤΙΟΣ 2000. Για τη διακήρυξη των αγίων, Πρωτοπρ. Κ. Ν. Παπαδόπουλος, περιοδικό Σύναξη, τ. 102, Αγιότητα & Αγιοποιήσεις, ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2007, σελ. 13-23.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=2UxlPLzZjXs&list=PLH04F-N8L60HFPNgcR0xxNzjQpsKHtdyT&index=4



18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        15.2.26

        O Αγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2) Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        O Άγιος Ιερομάρτυς Πολύκαρπος (23.2)

        Κωνσταντίνος Οικονόμου





        Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: Ο Άγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε γύρω στο 80 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς, τον Παγκράτιο και τη Θεοδώρα, που είχαν φυλακιστεί για την πίστη του Χριστού. Ο Άγιος βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε, μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Αργότερα, ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης, μαζί με Αποστόλους χειροτόνησαν ως διάδοχό του πρώτου στον επισκοπικό θρόνο, τον Άγιο Πολύκαρπο. Ο Άγιος παρακολούθησε με αγωνία και προσευχή τη σύλληψη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, τον οποίο και επισκέφθηκε στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, ενώ του συμπαραστάθηκε στα μαρτύριά του. Η αγάπη του προς τον θεοφόρο Πατέρα μαρτυρείται και από την Επιστολή που έγραψε προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτή συγχαίρει τους Φιλιππησίους για την φιλοξενία, που παρείχαν στον Άγιο Ιγνάτιο, όταν αυτός διήλθε από την πόλη τους. Η επιστολή διακρίνεται για τον αποστολικό, θεολογικό και ποιμαντικό χαρακτήρα της. Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη διδασκαλία του Ευαγγελίου,. Ήταν γνήσιος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας1. Ο μαθητής του, Άγιος Ειρηναίος, μας πληροφορεί ότι ο Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλούς από τις αιρέσεις του Βαλεντίνου και του Μαρκίωνος που τότε είχαν σχηματιστεί.

           ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Ο Άγιος Πολύκαρπος, υπέργηρος πλέον, συνέχισε την επιτυχή αποστολική δράση, προκαλώντας τη μήνι των ειδωλολατρών. Όλα άρχισαν όταν κάποιος Κόιντος, ζηλωτής Χριστιανός, που ήλθε στη Σμύρνη από τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο Στάτιο Κοδράτο, για να δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά τους και την πίστη τους στον Χριστό, πράγμα το οποίο φυσικά προοιώνιζε θάνατο. Τελικά, η επιδίωξη τους πραγματοποιήθηκε και μαρτύρησαν όλοι, εκτός από τον ίδιο τον Κόιντο, που δειλιάζοντας την τελευταία στιγμή, θυσίασε στα είδωλα. Ο όχλος, αν και θαύμασε την γενναιότητα των Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, θεωρούμενος από την οργισμένη μάζα των ειδωλολατρών αίτιος της αύξησης του χριστεπώνυμου πληρώματος στην περιοχή. Ο Άγιος Επίσκοπος όμως, πιεζόμενος από τους Χριστιανούς, είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Εντέλει ο Άγιος συνελήφθη λίγο αργότερα, το έτος 168, επί Μάρκου Αυρηλίου, και οδηγήθηκε στον ανθύπατο. Ο γηραιός Επίσκοπος δεν ταράχθηκε. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και λαμπερό. Κάποιος φρουρός, ονόματι Ηρώδης, και ο πατέρας εκείνου Νικήτας προσπάθησαν να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι υπηρετεί τον Χριστό επί 86 έτη χωρίς καθόλου να Τον εγκαταλείψει. Πως μπορούσε λοιπόν τώρα να Τον βλασφημήσει και να Τον αρνηθεί; Ο ανθύπατος τότε διέταξε να τον ρίξουν στην φωτιά.

        Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ: Ο Γέρων Πολύκαρπος αποδύθηκε μόνος τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ο Θεὸς ο Παντοκράτωρ,(...) ευλογώ Σε, ότι ηξίωσας με της ἡμέρας και ώρας ταύτης του λαβείν με μέρος εν αριθμώ των μαρτύρων Σου, εν τω ποτηρίω του Χριστού Σου, εις ανάστασιν ζωής αιωνίου, ψυχης τε και σώματος, εν αφθαρσία Πνεύματος Αγίου, εν οις προσδεχθείην ενώπιόν Σου σήμερον εν θυσία πίονι και προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας και προσεφανέρωσας και επλήρωσας ο αψευδὴς και αληθινὸς Θεός. Διὰ τούτο και περὶ πάντων αινώ Σε, ευλογώ Σε, δοξάζω Σε, συν τω αιωνίω και επουρανίω Ιησού Χριστό».

        Η φωτιά σχημάτισε γύρω από το σώμα του Αγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρίς να τον αγγίζει. Τότε στρατιώτης εκτελεστής τελείωσε τον Άγιο Μάρτυρα διά του ξίφους. Έπειτα το Ιερό λείψανο ρίχτηκε στην φωτιά, ενώ κάποιο θαρραλέοι πιστοί συνέλεξαν τμήματα των λειψάνων.

        ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: Από το έργο του σώζεται η Επιστολή προς Φιλιππησίους, ενώ στον 2ο μ.Χ. αιώνα ανάγεται το “Μαρτύριον Πολυκάρπου”, ένα από τα αρχαιότερα κείμενα της Εκκλησιαστικής Γραμματείας, που γράφηκε από τον Γάιο, μαθητή του Αγίου. Το “Μαρτύριον” αυτό που είναι ουσιαστικά μια επιστολή της Εκκλησίας της Σμύρνης προς την Εκκλησία Φιλομηλίου της Φρυγίας, συμπεριλαμβάνεται και στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσεβίου Καισαρείας.











        1. Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 4, 14, 3.

        Ο Άγιος Ρηγίνος επίσκοπος Σκοπέλου (25/2/362) Κων/νος Αθ. Οικονόμου

         

        Ο Άγιος Ρηγίνος επίσκοπος Σκοπέλου (25/2/362)

        Κων/νος Αθ. Οικονόμου




        ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ: Ο Άγιος, που γεννήθηκε στο τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα, καταγόταν από τη Λιβαδειά και ήταν από τη νεότητά του πιστός Χριστιανός, ασκητικός στους τρόπους και ζούσε καθαρή και αγνή ζωή. Ήταν συγγενής του Αγίου Αχιλλίου και βρέθηκε, ως παρατηρητής, καθόσον δεν είχε ακόμα χειροτονηθεί, στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια). Έζησε την εποχή που βασίλευσαν οι δύο υιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος στην Ανατολή και ο Κώνστας στη Δύση. Ο Κωνστάντιος είχε αποδεχθεί τις αιρετικές αρχές του Αρειανισμού, ενώ ο Κώνστας παρέμεινε πιστός στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Και οι δύο είχαν ως κοινά χαρακτηριστικά της θρησκευτικής τους πολιτικής την καταπολέμηση των ειδώλων και την υπεράσπιση της ενότητας της Εκκλησίας. Αυτή η πολιτική είχε ως συνέπεια τη διεύρυνση της εκκλησιαστικής διάσπασης μεταξύ οπαδών και αντιπάλων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Οι παρεμβάσεις στα εκκλησιαστικά πράγματα υπήρξαν πηγή εντάσεως στις αρειανικές έριδες του 4ου αιώνα. Έτσι ο Αγιος απεστάλη στη Σκόπελο από τον Άγιο Αχίλλιο (Επίσκοπο Λαρίσης), για να ενισχύσει τους εκεί εξορίστους εχθρούς του αρειανιστή Κωνστάντιου και να τους στερεώσει στην ορθόδοξη πίστη.

        Ο ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ: Αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Σκοπέλου, πράγμα που προξένησε πάνδημη χαρά στο νησί. Υπό τη νέα του αρχιερατική ιδιότητα συμμετείχε στη Σύνοδο της Σαρδικής1 (Σόφια) το 347, μαζί με άλλους τριακόσιους αρχιερείς. Η Σύνοδος καταδίκασε επισκόπους υπερασπιστές των κακοδοξιών του Αρείου, που συμμερίζονταν την άποψη ότι ο Ιησούς ήταν ετεροούσιος από τον Πατέρα, και επαναδιατύπωσε το Σύμβολο της Νικαίας («Πιστεύω»). Ο συναξαριστής μας βεβαιώνει για τον καθοριστικό ρόλο της ομιλίας του Αγίου που κατάφερε με πειστικά επιχειρήματα να νικήσει κατά κράτος τα σοφίσματα των αιρετικών.

        Ο ΝΕΟΣ ΕΧΘΡΟΣ - ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στα κατοπινά χρόνια της ποιμαντορίας του Ρηγίνου εμφανίστηκε ένας χειρότερος πειρασμός. Στο θρόνο της Αυτοκρατορίας ανήλθε ο νεοειδωλολάτρης Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-3), που προσπάθησε να επαναφέρει τη λατρεία του δωδεκαθέου, χτυπώντας το Χριστιανισμό, κλυδωνίζοντας πάλι την Εκκλησία του Χριστού. Στη διάρκεια του διωγμού που ακολούθησε, ο έπαρχος της Ελλάδας έφτασε στη Σκόπελο και άρχισε να φονεύει, βασανίζοντας σκληρά, πολλούς Χριστιανούς. Συνέλαβε και τον Αγιο επίσκοπο του νησιού και προσπάθησε αρχικά με κολακείες και υποσχέσεις να τον πείσει να θυσιάσει στα είδωλα, έστω προς το θεαθήναι. Επειδή ο Ρηγίνος αρνήθηκε θαρραλέα, στρατιώτες διατάχθηκαν να τον οδηγήσουν στο χώρο του σταδίου του νησιού όπου ο τύραννος επιχείρησε με άγρια βασανιστήρια, να τον μεταπείσει. Ο έπαρχος, βλέποντας τον Άγιο να μένει στέρεος στην πίστη του και τον πιστό λαό της Σκοπέλου να ενισχύεται από το παράδειγμα του ποιμένα του, διέταξε να το οδηγήσουν στο παλιό γεφύρι της Χώρας Σκοπέλου διατάσσοντας τον αποκεφαλισμό του. Έτσι την 25η Φεβρουαρίου του 362 ο Ρηγίνος αναχώρησε για τις “ουράνιες μονές”. Οι πιστοί Σκοπελίτες, την ίδια νύχτα, παρέλαβαν το τίμιο σκήνωμα του Αγίου Επισκόπου τους και το ενταφίασαν μέσα στο δάσος του υπερκείμενου λόφου. Δίπλα από τον τάφο του, ανήγειραν το 1728 μοναστήρι προς τιμήν του Αγίου στον ίδιο λόφο, έξω από τη Χώρα του νησιού (2,5 χιλμ. Ν.Α. της πόλης), στο δρόμο προς τον Αγνώντα, πάνω σε ερείπια βυζαντινού Ναού, ενώ στο σημείο που μαρτύρησε κτίστηκε αργότερα εικονοστάσι για να θυμίζει τα κατορθώματά του (οι ντόπιοι αποκαλούν την περιοχή “Αϊ Ρηγινάκης”).

        Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ: Το 1068 ο Νορμανδός Γουλιέλμος της Σικελίας, άρπαξε και μετέφερε το άγιο λείψανο του Ρηγίνου στην Κύπρο. Πολύ αργότερα, το 1740, στάλθηκε από τη Γερουσία της Σκοπέλου στην Κύπρο ο Κων/νος Χατζής και πήρε από τους Κυπρίους τμήματα του λειψάνου, που εν συνεχεία αποθησαυρίστηκαν στην Μονή Τιμίου Προδρόμου της Σκοπέλου. Μετά τη διάλυση του μοναστηριού, τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη (Ι. Ν. Χριστού Γεννήσεως).


        «Χαίροις, της Σκοπέλου λαμπρός πυρσός,

        χαίροις, εκκλησίας ωραιότης και στολισμός,

        χαίροις ορθοδόξων δογμάτων μυροθήκη,

        Ρηγίνε θεοφόρε, πίστεως καύχημα»


        1. Κων. Α. Οικονόμου, Η Λάρισα και η θεσσ. Ιστορία, τ. γ΄(Λειμωνάριο Θεσσαλών Αγίων), Λάρισα 2008.

        Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας1 26.2.1575 + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Αθ. Οικονόμου

         

        Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης ο Κάλφας1 26.2.1575 + ΒΙΝΤΕΟ

        Κων/νος Αθ. Οικονόμου



        Πληγάς αριθμείν μη Iωάννη θέλε,
        Σκηνάς δε μάλλον, ας έχει ένδον πόλος”.


        ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΕΡΓΑΣΙΑ: Ο Ιωάννης ήταν ένας τεχνίτης της πέτρας, ειδικός στα σκαλίσματα, από το Γαλατά της Πόλης. Συχνά εργαζόταν στο σαράι του σουλτάνου, αλλά και πολλοί αγάδες τον έπαιρναν και έκτιζε τα ακριβά σπίτια τους.

        ΜΙΑ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΠΑΙΔΑ: Ως χαρακτήρας ο Ιωάννης ήταν ταπεινός και ελεήμων. Ορφανά πάντρευε, φυλακισμένους ελευθέρωνε και κατά τον Άγιο Νικόδημο, πολλές άλλες καλοσύνες έκανε. Κάποτε ένας αγάς του έδωσε ένα παιδί, τον ανηψιό του, που είχε έρθει από τις ανατολικές επαρχίες, για να του μάθει την τέχνη του σκαλίσματος. Μπαινοβγαίνοντας όμως το παιδί με τον Ιωάννη συχνά στο παλάτι, είδε εκεί τα παιδιά, τα λεγόμενα από αυτούς “ιτζ ογλάν”, πως ήταν σε μεγάλη υπόληψη και περνούσαν ευχάριστα και διασκεδαστικά, χωρίς να τους λείπει τίποτε, και θέλησε και αυτό να συμπεριληφθεί σ’ αυτά. Γι’ αυτό πήγε στο θείο του εκείνον και του λέει: “Σε παρακαλώ, να με βάλεις στο σαράι του βασιλιά”. Τότε ο Αγάς παρακάλεσε τον Ιωάννη και διά μέσου αυτού το έβαλε στο βασιλικό σαράι. Και σε λίγο καιρό ανέβηκε σε αξίωμα το παιδί, αγαπούσε όμως και τον Ιωάννη τον μάστορά του πάρα πολύ. Διότι αυτός έγινε η αιτία και έλαβε το αξίωμα.

        Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥ: Μετά από αρκετά χρόνια, μία ημέρα λέει στον Ιωάννη: “Επειδή ξέρεις γράμματα, σε παρακαλώ, να μου πεις πώς μπορείς να βρεις στα βιβλία σας γραμμένα τα σχετικά με τον δικό μας προφήτη, για τον οποίο ο Θεός εποίησε τον κόσμο και όλα τα άλλα”. Όμως, ο Ιωάννης του είπε αποθαρρυντικά: “Σε παρακαλώ, γι’ αυτά μη με πειράξεις, μόνο αν έχεις άλλα λόγια, λέγε μου. Τα σχετικά με την πίστη, μη μου τα ρωτάς”. Όμως, ο νεαρός επέμενε: “Μα το ψωμί του Βασιλιά που τρώω και μα την στερεά αγάπη, που έχουμε, δε θα σου κάνω κακό και μη φοβηθείς να μου πεις”. Ο Ιωάννης δείχνοντας εμπιστοσύνη στους όρκους του και στη φιλία που είχαν, αποκρίθηκε και κατά το βιογράφο του Ιωάννη, τον Νικόδημο τον Αγιορείτη, του είπε: “Επειδή με ρωτάς, θα σου πω την αλήθεια· Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ενώ ο Μωάμεθ, στον οποίο πιστεύετε εσείς, ήταν άνθρωπος θνητός, αγράμματος, και στον κόσμο τούτο δεν έκαμε κανένα καλό έργο, αλλά ούτε κανένα θαύμα έκανε τότε που ζούσε, σαν τους άλλους προφήτες του Θεού, τους οποίους έχουμε εμείς οι Χριστιανοί, μόνο εσείς τον κάνατε μεγάλο και τον έχετε για προφήτη. Δεν ήταν εκείνος προφήτης, αλλά πολέμιος του Θεού, και με τα μυθολογήματα και τα παραμύθια του, φάνηκε αρεστός στον απλό και απαίδευτο λαό και τον ακολούθησαν, όπως είχε προφητευθεί για κείνον, ότι θα έλθει να πλανέψει τον κόσμο”.

        ΔΙΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΕΣ: Μόλις τα άκουσε αυτά ο ευεργετηθείς από τον Ιωάννη νέος, μετέβαλε τη φιλία σε έχθρα. Οπότε, φωνάζοντας και άλλους Μωαμεθανούς, τον έδειραν ανελέητα και τον πήγαν στο δικαστή κατηγορώντας τον ότι βλασφήμησε εναντίον της πίστεώς τους. Και ο δικαστής όρισε και τον έδειραν δυνατά, έπειτα τον φυλάκισαν και τον βασάνιζαν, για να αρνηθεί το Χριστό και να πιστέψει στην πίστη τους. Ο Ιωάννης όμως στάθηκε ανδρείος, σαν γενναίος στρατιώτης του Χριστού και τους λέει: “Δεν αρνούμαι εγώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό. Αλλά αυτόν πιστεύω, αυτόν λατρεύω, αυτόν ομολογώ τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο”.

        ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Βλέποντας οι “γιοι της Άγαρ” το αμετάθετο της γνώμης του, τον έβαλαν στα κάτεργα στέλνοντάς τον στην Μαύρη θάλασσα. Έξι μήνες αργότερα, όταν διατάχθηκε να τον φέρουν πίσω στην Πόλη, τον έβαλαν πάλι στη φυλακή και τον βασάνιζαν επί τρεις μήνες. Όταν είδαν πως δεν μπορούν να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει, ούτε καν να τον ταρακουνήσουν από την πίστη του Χριστού, το είπαν στον Βεζίρη και ο Βεζίρης πρόσταξε τον έπαρχο και τον πήγε στον τόπο της καταδίκης. Εκεί στο “εργάτ παζάρι2”, κοντά στο μπεζεστένι τον αποκεφάλισαν. Ήταν η 26η Φεβρουαρίου του 1575, ημέρα Κυριακή. Έτσι ο Ιωάννης ο Κάλφας έλαβε του Μαρτυρίου το στέφανο και χαίρεται τώρα στον χορό των Μαρτύρων, δίπλα στον Κύριο και Σωτήρα Ιησού Χριστού, εκεί ψηλά στις Σκηνές των Δικαίων της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

        ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ: Γράφει ο βιογράφος των Νεομαρτύρων, Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης3, ότι το μαρτύριο του Ιωάννου με “συντομία και ορθότητα το έγραψε ο παπά Ανδρέας και μέγας οικονόμος, που ήταν τότε στην Βλάγκα, στο ναό των οσίων και θεοφόρων πατέρων μας Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών και αυταδέλφων”. Αυτός ο ίδιος ο παπα-Ανδρέας μετέδωσε την Αγία Κοινωνία, μέσα στο δεσμωτήριο στον Μάρτυρα, λίγο πριν το ταξίδι του στους Ουρανούς. Με του Ιωάννου τις πρεσβείες ας αξιωθούμε και εμείς αυτής της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=DaTfeiPP-OQ&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=10

        και ΕΔΩ: 


        1. Κάλφας, στην τουρκική γλώσσα σημαίνει στην κυριολεξία το μαθητευόμενο τεχνίτη [οικοδόμο, ράφτη, τεχνίτη, κ.ά.]

        2. Το λεγόμενο και Δημοπρατήριο.

        3. Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής τ. Γ΄, έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, σ. 405-407.

        Η Αγία Κυράννα, η Νύμφη Κυρίου [28.2. 1751] +ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

         

        Η Αγία Κυράννα, η Νύμφη Κυρίου [28.2. 1751] +ΒΙΝΤΕΟ

        Κων/νος Οικονόμου




        Kυράννα παθών, και βασάνων κυρία,
        Φανείσ’ απήλθε προς Kύριον Kυρίων”.

        ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΑΓΝΟΤΗΣ ΒΙΟΥ: Η Αγία Κυράννα γεννήθηκε στην Αβυσσώκα της Θεσσαλονίκης, σημερινή Όσσα της επαρχίας Λαγκαδά. Η εξωτερική της ωραιότητα, αφού ήταν προικισμένη με τις αρετές της σεμνότητας και της σωφροσύνης, έδενε αρμονικά με την εξωτερική της εμφάνιση. Περνούσε τη ζωή της ζώντας πιστή χριστιανική ζωή κοντά στους γονείς της. Ο μισόκαλος όμως διάβολος τη φθόνησε για την αγνότητα της και αφού δεν μπόρεσε με πονηρούς λογισμούς και σκέψεις να την παρασύρει στο κακό, βρήκε άλλο τρόπο να ταράξει την ευτυχία των δικών της και τη γαλήνη της ψυχής της.

        ΕΡΩΤΑΣ” ΟΘΩΜΑΝΟΥ: Έτσι ένας τούρκος γενίτσαρος, που ήταν σούμπασης, δηλαδή διοικητής του τοπικού αστυνομικού τμήματος και εισπράκτορας των φόρων, ερωτεύθηκε την Κυράννα και προσπαθούσε να την κατακτήσει με διάφορες κολακείες και τεχνάσματα. Η Κυράννα με κανένα τρόπο δε δεχόταν τις κολακείες του τούρκου και τις υποσχέσεις του για πλούτη και απολαύσεις. Ούτε όμως και στις φοβέρες του έδινε σημασία. Κι αυτό γιατί μετά τις κολακείες ο Οθωμανός αυτός χρησιμοποιούσε και τις απειλές, ότι θα την βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα την θανάτωνε αν δε δεχόταν το σκοπό του. Η επιμονή του γενίτσαρου δεν μπορούσε όμως να μεταβάλει το Χριστιανικό της φρόνημα.




        ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ - ΣΥΛΛΗΨΗ: Έτσι απογοητευμένος ο γενίτσαρος μαζί με άλλους του συναφιού του άρπαξαν την αγία και την οδήγησαν στη Θεσσαλονίκη. Την έφεραν μπροστά στον Κριτή με την ψευδή κατηγορία ότι στην αρχή δέχθηκε να τον παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, αλλά αργότερα άλλαξε γνώμη. Οι γονείς της την ακολούθησαν μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Οι τούρκοι άρχισαν την ίδια τακτική, στην αρχή κολακείες, και μετά αγριότητα. Η Κυράννα άφοβη, ατάραχη μπροστά τους δε μιλούσε. Όταν ήρθε η ώρα της απολογίας της είπε μόνο τα λόγια: “Εγώ είμαι Χριστιανή και έχω νυμφίο τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, στον οποίον προσφέρω ως προίκα την παρθενία μου. Αυτόν πόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου και για την αγάπη του είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, δια να αξιωθώ να τον απολαύσω. Ακούσατε λοιπόν την απάντησή μου και πλέον άλλον λόγο μη περιμένετε να σας πω”. Ύστερα από την απάντηση αυτή έσκυψε η Κυράννα με σεμνότητα το κεφάλι της σιώπησε και προσευχόταν νοερά στον Κύριο να την ενδυναμώσει μέχρι το τέλος του αναμενόμενου μαρτυρίου.


        ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΙ: Οι Οθωμανοί, όταν είδαν την πίστη της στο Χριστό, ντροπιάστηκαν και την έριξαν στη φυλακή. Ο σούμπασης, έλαβε άδεια από τον μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, τον Αλή εφέντη, να μπαίνει στη φυλακή όποτε ήθελε. Έμπαινε τακτικά με άλλους γενίτσαρους και την βασάνιζαν. Άλλος την κλωτσούσε, άλλος τη χτυπούσε με ξύλο ή με μαχαίρι και άλλος με γροθιές μέχρι λιποθυμίας. Το βράδυ, έπαιρνε σειρά ο δεσμοφύλακας, ο οποίος την κρεμούσε από τις μασχάλες με αλυσίδες και την έδερνε ανηλεώς, ενώ εν συνεχεία την άφηνε κρεμασμένη μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο. Ένας Χριστιανός φύλακας τον πλησίαζε μόλις περνούσε το μένος του και τον παρακαλούσε να του δώσει άδεια να ξεκρεμάσει την Αγία. Ο βιογράφος της Αγίας γράφει ακόμη ότι: “Η Αγία είχε τόσην υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, όπου σου εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη και όλος ο νους της και η προσοχή της, ευρίσκετο εις τους Ουρανούς και εις τον Χριστόν”. Στην ίδια φυλακή ήταν φυλακισμένοι και άλλοι Χριστιανοί, εβραίοι και μερικές τουρκάλες που έλεγχαν το δεσμοφύλακα ως άσπλαχνο και ως άνθρωπο που δε φοβάται το Θεό, γιατί τυραννούσε σκληρά μια γυναίκα που δεν έσφαλε σε τίποτε. Αυτός όμως γινόταν όλο και πιο σκληρός. Τα φρικτά αυτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν επί μία εβδομάδα.



        Ο ΕΝ ΒΑΣΑΝΟΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Την έβδομη ημέρα κορυφώθηκαν τα βασανιστήρια. Ο δεσμοφύλακας οργισμένος άρπαξε την Αγία, την κρέμασε και άρχισε να την χτυπάει αλύπητα με μια μεγάλη σανίδα. Οι τουρκάλες φώναζαν, οι άλλοι φυλακισμένοι τον μάλωναν δυνατά, μέχρι που ο δεσμοφύλακας έπεσε κάτω μπρούμυτα και άρχισε να κλαίει. Εκείνη τη στιγμή, όμως, η Αγία άφηνε την τελευταία της πνοή και η ψυχή της πέταξε για να ενωθεί με το Νυμφίο Χριστό που τόσο ποθούσε και για Χάρη Του μαρτύρησε. Λίγο πριν τα ξημερώματα, ένα λαμπρό φως έλαμψε ξαφνικά στη φυλακή που κατέβηκε σαν αστραπή από τη σκεπή της. Το φως αυτό περιέλουσε το σώμα της μάρτυρος και φωτίστηκε όλη η φυλακή. Οι φυλακισμένοι Χριστιανοί φώναζαν “Κύριε ελέησον”, οι εβραίοι πέσαν μπρούμυτα ενώ οι τουρκάλες φώναζαν: “αχ, αχ, το κρίμα της φτωχής Ρωμιάς μας έφθασε και έπεσε σαν αστραπή να μας κάψει”. Ο δεσμοφύλακας από το φόβο του άρχισε να τρέμει και είπε σε έναν άλλο φύλακα, Χριστιανό, να κατεβάσει την κρεμασμένη Κυράννα. Ο φύλακας βρήκε την Αγία Κυράννα τελειωμένη.

        Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ: Το φως σιγά-σιγά υποχώρησε, ενώ μια άρρητη ευωδία έμεινε για πολλή ώρα σε όλη τη φυλακή. Ο φύλακας άνοιξε με τα κλειδιά τα σίδερα, έλυσε τα χέρια της Αγίας, σκέπασε με σεβασμό το άγιο λείψανό της, άναψε τα φώτα, θύμιασε και κάθησε κοντά της, ώσπου να ξημερώσει. Δόξασε το Θεό που τον αξίωσε να δει τέτοια θαυμαστά πράγματα αλλά και να αγγίξει και να περιποιηθεί μαρτυρικό λείψανο. Το πρωί διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλονίκη η φήμη της τελείωσης της Αγίας και η έλλαμψη του Αγίου Φωτός. Οι Οθωμανοί ντροπιασμένοι σιωπούσαν. Όμως, έδωσαν την άδεια στους Χριστιανούς να πάρουν το Λείψανο της Αγίας και οι Χριστιανοί ένιωθαν χαρά και ευφροσύνη για τα θαυμάσια του Κυρίου. Την έθαψαν έξω από τη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου ενταφίαζαν και τους άλλους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ενώ τα φορέματά της τα μοίρασαν για ευλογία στους πιστούς. Ήταν η 28η Φεβρουαρίου 1751 μ.Χ.



        Απολυτίκιο: Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθερά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν”. Κοντάκιο [Ἦχος β΄]: “Παρθενομάρτυς Κυράννα, νύμφη Χριστοῦ ἀληθῶς καλλιπάρθενε, τοὺς τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ προστρέχοντας, παντοίων νόσων καὶ θλίψεων λύτρωσαι, καὶ δίδου ἡμῖν χαρὰν ἄληκτον”. Κάθισμα [Ἦχος β΄]:Πρεσβείᾳ τῇ σῇ, προστρέχουσα ἑκάστοτε, Κυράννα σεμνή, λαμβάνει τὰ αἰτήματα, Ὄσσα ἡ σὲ βλαστήσασα, καὶ βοᾷ σοι ἀεὶ μετὰ πίστεως· ἐκ συμφορῶν με ἐν βίῳ πικρῶν, ἀπήμαντον Μάρτυς διαφύλαττε”.


        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 

        https://www.youtube.com/watch?v=g5Zhj_WjcvM&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=12
        ΚΑΙ ΕΔΩ: 



        13.2.26

        Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

         

        Ο Δίας

        από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


          ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

        Δίας και Διόνυσος
             ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

        Ιδαίον Άντρον
          ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

        Δίας και Ήφαιστος
          ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

        Δίας και Ήβη
          ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

        Δίας και Αίγινα
           ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

        Δίας και Τυφών
          ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

        Δίας και Άρης
          ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

        Άγαλμα του Διός

        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
        : Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

        Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικονόμου

          Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικον...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....