Ετικέτες - θέματα

7.2.26

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
     
     
  Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
     Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
     Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
     Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
     Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
     Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
     Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
     Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
     Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
― Πάμε, έλα!
― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
     Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
     Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
     Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
     Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
     Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
     
     Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
     Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
― Βενετιά, κυρά μου…
― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
     Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
     Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
     Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
     Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
     Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
     Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
     Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
     
     Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
     Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
     Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
     Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
     Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
     Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
     Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
― Δέσπω!
     Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
     Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
     Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
     Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
     
     Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
     Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
     Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
     Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
     Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
     Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
     Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
― Ένα βαθύ ντουλάπι…
― Ύστερα;
― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
     Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
― Τι παράξενο, κυρά!
― Θάμα θεού είναι!
― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
     Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
     
     Ιανουάριος 1916


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

6.2.26

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 28

 Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

 28 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Εάν μισούνται ανάμεσό τους,                                                                    δεν τους πρέπει ελευθεριά.                                                                      Διονύσιος Σολωμός


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 

  

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  28


Εθνική εορτή

  Του Ευαγγελισμού μεθαύριο… Πώς να προσπεράσεις αυτή τη μέρα της διπλής γιορτής και διπλής χαράς που γιορτάζουμε οι Έλληνες όπου γης; Για τούτο επετειακός και ο σημερινός τίτλος με τον αιώνιο στίχο από τον Εθνικό Ύμνο μας.                                     

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

  Θυμόμαστε και τιμάμε την απόφαση των προγόνων μας, οι οποίοι πήραν τον δρόμο του χρέους και της θυσίας με το συγκλονιστικό σύνθημα «ελευθερία ή θάνατος» και τον τιτάνιο αγώνα τους. Στρέφουμε ευλαβικά τη σκέψη μας και την ψυχή μας στις ηρωικές μορφές τους, που με το αίμα και το δάκρυ τους εξαγόρασαν την πολυτίμητη  ελευθερία μας και προσφέρουμε το λιβανωτό της ευγνωμοσύνης μας.

  Κάθε τόπος αυτής της πατρίδας είναι μαρτυρικός και δίνει την ξέχωρη μαρτυρία του. Πώς να χωρέσει ο σημερινός νους τα δρώμενα των Ελεύθερων Πολιορκημένων  κι εκείνον τον χορό της Σουλιώτισσας στα βράχια του Ζαλόγγου και του Σέλτσου;

  Αυτή τη μαρτυρία θα δίνουμε σταθερά κι εμείς, ως ελεύθεροι Έλληνες, κατά την ιστορία μας, όπως την κατέγραψε ο λαός μας στη συλλογική του μνήμη, στα τραγούδια του και στην παράδοσή του κι όπως την κατέγραψαν οι ίδιοι οι αγωνιστές του. Δε θα αφήσουμε τον κάθε Σόρο και ανισόρροπο να αναθεωρεί την αλήθεια καταπώς τον βολεύει στα όποια σχέδιά του. Θα κρατήσουμε τη νέα γενιά έξω απ’ τα ποικίλα μηδενιστικά ρεύματα και μακριά απ’ τους παραχαράκτες και πλαστογράφους της ιστορίας μας.


Ήρθε και η άνοιξη

  Πώς να το καταλάβουμε πια, αφού αποστρέψαμε το πρόσωπό μας απ’ τη φύση και το κολλήσαμε στις οθόνες και το μυαλό μας τρέχει στις καθημερινές έγνοιες; Λησμονήσαμε και τα όμορφα ποιήματα που τυχεροί ως μαθητές γνωρίσαμε:

«Στους κλώνους της αμυγδαλιάς σμίγουν ανθοί και χιόνια

και φέρνουνε την άνοιξη γοργά τα χελιδόνια».

  Πόσες εικόνες μάς φέρνουν αυτοί οι στίχοι του Δροσίνη!... Πώς να τις ξαναδούμε αυτές τις εικόνες, με τα τσιμέντα γύρω να μας πνίγουν; Ποιητικά μάς τη φέρνανε τότε την άνοιξη τα χελιδόνια, τα κουκάλογα, οι κούκοι (γιατί ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη) και τ’ αηδόνια.

  Πόση προσμονή για το λάλημα του κούκου!... «Δόξα του Θιό, άκ’σα κι φέτου κούκου!» έλεγαν  οι γεροντότεροι. «Σήκω και  πάρε  μια χαψιά  ψωμί  να φας,  μη  σε 

κουμπώσει ο κούκος!». Απλά πράγματα που έδιναν χαρά, ομορφιά και περιεχόμενο στις ζωές των απλών ανθρώπων. 

  Τώρα, αλλιώς μετράμε τη ζωή μας, μα πάντα θα ’ρχονται στον νου μας οι ακατανίκητες εικόνες και οι αλησμόνητοι ήχοι του τόπου μας. 

Τώρα μετράς τις μέρες με της πίεσης τα χάπια

και πιο γλυκό σου φαίνεται το λάλημα του κούκου.


Φέξε μου φεγγαράκι μου να πάω όθι θέλου!

Φεγγαράκι μου λαμπρό,

φέξε μου να περπατώ!

                                                   Μην ανάψω το φακό

  και με δούνε στο χωριό.

Στα σοκάκια τριγυρνώ

 και παντού ψήφο ζητώ.

 ─ Φεγγαράκι ποιος θα βγει;

                                               ─ Άι, παράτα με κι εσύ!

                                                   Μόνο ένα θα σου πω,

                                                   κράτα το για μυστικό!

 Βγεις εσύ ή άλλος βγει,

   ίδια θα ’ναι η προκοπή…


Τι Βρυσούλες, τι Βρυξέλλες…

  Ο δήμαρχος πήγε στις Βρυξέλλες… Ξαναγύρισε, μη στεναχωριέστε! Είπα, ξαναγύρισε, μη χαίρεστε! Πώς πύτ’χι κι ματαγύρ’σι, αρέ, του θηρίου; Ε, όσου να ’νι τουν βουήθ’σαν κι αυτά τα γραμματάκια π’ ξέρει.

  Τον πήρα τηλέφωνο για μια αποκλειστική συνέντευξη, είχαν κυκλοφορήσει και κάτι περίεργες φήμες και ήθελα να κάνω μια σχετική έρευνα.  Άρχισα με οικειότητα:

Μπράβου, Λάμπρου, να χ’λιάσουν οι στράτις σ’!  Τι χαμπέρια απ’ τ’ς Βρυξέλλις; Ίφιρις κάνα ιβρώ σια δώθι ή γύρ’σις μι άδεια χέρια σαν τουν Τσακαλώτου; Τίπουτα λαχανάκια Βρυξιλλών ν’ αλλαξουφαΐσουμι κάνι, π’ μας πέθανι του γουρ’νουκρίατου;

Ποιες Βρυξέλλες  λες και χαζοκουβεντιάζεις; Στις Βρυσούλες στο Λεοντίτο ήμουν.

Και τι με πέρασες διαιτολόγο, για να σας φέρνω λάχανα; Εγώ δήμαρχος είμαι. 

Ξέρουμε, κύριε δήμαρχε, ότι δεν είστε διαιτολόγος, άλλωστε το μαρτυρά και η σωματοδομή σας, αλλά πρέπει να απαντήσετε και σε ερωτήματα, είναι υποχρέωση της δημόσιας θέσης σας, του είπα με σοβαρό ύφος και τους ανάλογους πληθυντικούς ευγενείας, αποστάσεως και χαζομάρας.

Εντάξει, ήμουν στις Βρυξέλλες. Ήμουν, όμως, και στις Βρυσούλες, δε σου είπα ψέματα. Μόλις γύρισα. Σε τι πρέπει να απαντήσω;

Ακούγεται ότι ταξίδεψες για το εξωτερικό με το κυβερνητικό αεροπλάνο της Βενεζουέλας, το οποίο ήρθε επίτηδες και σε παρέλαβε από το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Λένε, μάλιστα, ότι κι εσύ έβγαλες στο εξωτερικό, σε άγνωστο προορισμό, το χρυσάφι της Αργιθέας. Καταλαβαίνεις πόσο σοβαρό είναι αυτό. Τι απαντάς;

Απαντώ ότι, ναι, είμαι ελέφαντας αλλά μεταλλαγμένος, γι’ αυτό δεν έχω προβοσκίδα. Ποιο χρυσάφι Αργιθέας; Τσίγκους έχει πολλούς η Αργιθέα, όχι χρυσάφι. Από χρυσό έχει μόνο τον Χρυσούλη στο Μεζήλο και πεντέξι γυναίκες με το όνομα Χρύσα. Για οτιδήποτε άλλο χρυσό, ρώτα κάναν χρυσοθήρα!...

Καλά και με τον χρυσό της Βενεζουέλας τι σχέση έχουμε εμείς ως Αργιθέα;

Καμία. Απλώς, μου πρότειναν, μιας και είμαστε απομονωμένη περιοχή, να τον κρύψουμε εδώ σε κάποιες σπηλιές, όπως η σπηλιά Χαϊντούτη, η σπηλιά Καψάλη και να έχουμε, εννοείται, κάποια ανταλλάγματα. 

Αντισταθμιστικά κι εδώ, δηλαδή. Και ποια είναι αυτά;  

Όχι, αντισταθμιστικά. Αυτά τα δίνουν αυτοί με τις ανεμογεννήτριες. Ο Μαδούρος θα  έδινε  δωρεάν  πετρέλαιο  στον δήμο μας, ώστε  κάθε Αργιθεάτης θα μπορούσε να

πηγαίνει με το μπιτόνι του στην αποθήκη και να παίρνει για τη σόμπα του, για τη λάμπα του, για εντριβές και για ό,τι άλλο το χρειαζόταν. Φυσικά, αρνήθηκα.

Και το λες; Και το βρίσκεις και φυσικό; Για ποιον λόγο;

Η Αργιθέα είναι Ευρώπη και νομίζω δεσμευόμαστε από την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο καθεστώς της Βενεζουέλας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σε τι δεσμεύεται απέναντι στην Αργιθέα; Τι σου είπαν;

Καμιά ευκολότερη ερώτηση δε βρήκες να κάνεις;

  Κάπως  έτσι, ο δήμαρχος, απαντώντας μου με ερώτηση, μου απάντησε αυτά που δεν ήθελε να απαντήσει.

  

Δεν γίνεται σωρός, ορέ, όχι!

Σόρος και Αρτέμης Σώρρας, είναι απ’ τα δεινά της χώρας…



Κάνει ο Ούγγρος ΜιΚιΟ,

τρώει το κηφηναριό,

όμως τζάμπα δεν ταΐζει,

την Ελλάδα ροκανίζει…                                                  


Ποιος  λαός; Λαός γκαντέμης!

Θα  τον σώσει ο Αρτέμης!

Πώς πιστεύανε καμπόσοι

ότι θα τους ξεχρεώσει;


Προς Γιάννην Στουρνάραν

  Επειδή είμαι στουρνάρι στα οικονομικά, για πες μου, γιατί άμα πλησιάζω σε τράπεζα βαράει ο συναγερμός; Μήπως, επειδή δεν έχω καταθέσεις, νομίζει ότι πάω για ληστεία;         

  Αλλά ποια ληστεία; Εκτός του Δραγασάκη και οι ληστές ξέρουν ότι δεν έχουν λεφτά οι τράπεζες. Ξανακούσατε είδηση με ληστεία τράπεζας; Τώρα, βγαίνουν οι τραπεζίτες για ληστεία. Τον νου σας!...

  Θα σας κάνουν και ρύθμιση σε 120 δόσεις. Θα σας το πιουν λίγο λίγο το αίμα… 

(Παρακαλώ, βαράτε ρυθμικά παλαμάκια σε ρυθμό συρτολαϊκού άσματος!...).

Φαρμάκι λίγο λίγο μου ρίχνεις στην καρδιά,

γιατί με τόσες δόσεις μου παίρνεις τα λεφτά;

Έχω ακόμα ελπίδα (καλά, αυτός παραμένει ακόμη σύριζα), αγάπη μου γλυκιά,
πως θα μου τα χαρίσεις τα χρέη μια βραδιά…


Ήταν άδικο έγινε πράξη

  Έλεγε ο Θάνος Μωραΐτης: 

«Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι η μεγαλύτερη απάτη της μεταπολίτευσης». «Εμείς με αυτούς που εξαπάτησαν τον ελληνικό λαό δεν πρόκειται να συνεργαστούμε ποτέ». (Μετά του τελείωσαν τα πράσινα γράμματα κι έπιασε τα πορτοκαλί…).

  Πρόσφατα έγινε υπουργός. Τα ξέχασε ο Τσίπρας, τα ξέχασε κι αυτός.

                                               Έχασε πάσα ιδέα κι ο έρμος ο λαός…

  Κύριε, πρωθυπουργέ

  Γιατί δε μ’ έκανες κι εμένα υπουργό, που γράφω τόσα εναντίον του Σύριζα; Ούτε υφυπουργό; Ούτε κλητήρα; Έστω, ολετήρα! Έχεις τόσους πολλούς και δε με χρειάζεσαι; (Ισύ, ΓΑΠ, τήρα μπρουστά σ’ κι μη ρουτάς τι είνι ου ουλιτήρας!).

  Βέβαια, αν μάθαινες και τι λέω προφορικά για την κυβέρνησή σου, θα το τσέπωνα σίγουρα το χαρτοφυλάκιο.  

  Δεν ξέρουμε τι χούια έχει κι ο Κυριάκος να εφαρμόσουμε την κατάλληλη στρατηγική. Μήπως έχει κανένας το τηλέφωνο του Τατσόπουλου; Κάτι θα ξέρει…


Από πίτα σε πλαστό και μετά σε ζιουματούρα

  Μια μέρα φτάνει στο Καφενείο η πληροφορία ότι γίνεται στα Βραγκιανά στο μαγαζί του Πολύζου κοπή πίτας από την  ΤΟ της Νέας Δημοκρατίας (πώς λέμε Τ + Ο = ΤΟ). Καλά, να τα βάρισι η ζέστα στου κεφάλι απού τώρα; είπα μέσα μ’. Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη. Έπρεπε να μάθω. Δεν μπορεί να περάσει  ατ’φέκ’στου (δηλαδή ασχολίαστο) τέτοιο γεγονός…  

  Ας πάρου του Βαγγέλη, λέου. Φιγένεια, Τούλα κι Τάκ’ς δεν αδειάζουν, άμα είνι τέτοια ικδήλουση. Ου Βαγγέλ’ς  κάθιτι, δεν κάνει τίπουτα, όπους ου Προυκόπ’ς ου Παυλόπουλους.  Βαρού τηλέφανου. Του σήκουσι, χιριτήθ’καμαν, μπήκα στου θέμα:

Δε μ’ λες, αρέ Βαγγέλη, τι γένιτι αυτού σήμιρα; Είνι αλήθεια ότι κόβει πίτα η Νέα Δημουκρατία; Δεν τ’ς φτάνει πο’ ’κουψι τ’ς συντάξεις, θα μας κόβει κι τ’ς πίτις τώρα; Μαζώχ’καν πουλλοί; 

Τι να σ’ που, αρέ Γιάννη, έχει λίγου κουσμάκου, αλλά μη μ’ ανακατών’ς ιμένα μ’ αυτά τα πουλιτικά…  Θα τα γράψει ου Μήτσιους κι θα τα μάθιτι κι  αυτού σια κάτ’. 

Καταλαβαίνου, ιπαγγιλματίας είσι, αλλά μη σκιάζισι!... Στα μαγαζιά κι πιλάτις θα μπουν (λιφτάδις κι φουκαράδις) κι κόμματα κι παρατάξεις θα διάβουν, ιφοριακοί να μη μπουν. Κρίνι σιγότιρα κι πες μ’!

Ε, τι άλλου να που; Είνι κι ου Χαρακόπουλους ιδώ κι τ’ χαρακιάζει για να τ’ν κόψει. Τ’ν ίφιρι κι τρεις γιουρ’βουλιές πρώτα…

Καλά έκανι! Έτσι θέλει, τρεις γύρις για να θ’ μόμαστι κι τα μνημόνια. Ια τήρα ποιος θα βρει του φλουρί…

Γιάννη, ισύ έχ’ς όριξη για κουβέντα κι ιγώ έχου δ’λειά. Σι κλειου, άιτι γεια!

Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει κι αν καεί

κι απ’ την πίτα της ΝουΔου ποιος το βρήκε το φλουρί...

  Ο Μήτσιος, αργότερα το βράδυ, παρά το λεπτομερές ρεπορτάζ δεν αποκάλυψε τον τυχερό. Μπορεί  να το κέρδισε ο Κυριάκος κι ας μην ήταν εκεί ή να του το έστειλαν. Σάμπως ξέρω τι προβλέπει το καταστατικό της Νέας Δημοκρατίας;

  Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν και άλλα κόμματα: 

  Το Κινάλ (ποιο κινάλ, το πασόκ πες) έχασε δύναμη τα τελευταία χρόνια και δεν είχε τη δυνατότητα για πίτα. Την πίτα την έφαγε όλη, τότε που κυβερνούσε. Τώρα, ξέπεσε και έκοψε έναν πλαστό, αλλά ξέμεινε κι από ξυνόγαλο από την ώρα που έφυγε η Ξυνογιαννακοπούλου μ’ εκείνα τα ξυνισμένα μούτρα. Δεν πειράζει, ας είναι και  πλαστός. Εκείνος ο πλαστός σοσιαλισμός μάς έπεσε πλάκωμα.

  Ο Σύριζα έκοψε ζιουματούρα από κολοκύθι (το φυσάς και δεν κρυώνει), ο Κουβέλης μια πίτα μέλι απ’ το κουβέλι, ο Σταύρος μια πίτα με γύρο, ο Λεβέντης μια χυλόπιτα προσφορά της Μεγαλοοικονόμου κι ο Καμμένος έκοψε πέρα.

  Πήρα τηλέφωνο και τον Πάνο Στάθη να μου πει ως φυσικός αν είναι φυσικό να κόβουν πίτες τα κόμματα κι αν είναι φυσιολογικό να παρίσταται ο λαός. Μου απάντησε:

Τα κόμματα γι’ αυτό λέγονται κόμματα, επειδή κόβουν. Έκοψαν ακόμη και τη δυνατότητα του λαού να κόβει ο καθένας τη δική του πίτα, σε πολλές δε περιπτώσεις του πήραν και το ταψί. Ωστόσο, ο λαός πρέπει να παρίσταται όταν κόβουν πίτες, για να παραλαμβάνει το κομμάτι του φτωχού, μιας και το κομμάτι του σπιτιού το παραλαμβάνει πια μόνο ο τραπεζίτης. Όλα αυτά είναι συνέπεια της αδράνειας και άρα ανυπαρξίας δράσης, αντίδρασης, ορμής, κρούσης, κινητικής ή δυναμικής ενέργειας…

Εννοείς την αδράνεια του λαού;

Μη με διακόπτεις, τώρα που πήρα φόρα και φορά!

Πάνο, σε διακόπτω. Μια ερώτηση έκανα, δεν είπα θέλω να μάθω Φυσική…


Δόξα σ’ εσέ μικρέ λαέ, λαέ τρανέ και μέγα… 

  Ας είναι ο επίλογος ένα μικρό δοξαστικό κι ένα απλό μνημόσυνο χρέους προς όλους εκείνους τους γνωστούς και άγνωστους προγόνους μας, που περπάτησαν τα πικρά μονοπάτια του μαρτυρίου, για να θεριέψει σε τούτο το χώμα το δέντρο της λευτεριάς. Ας ανάψουμε μεθαύριο ένα κεράκι για την ψυχή του Μάρκου, του Διάκου, του Καραϊσκάκη και για όλων τις ψυχές…



28 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

             «Πατρίς,

να μακαρίζεις όλους τους Έλληνες,

ότι θυσιάστηκαν δια σένα

να σ’ αναστήσουνε,

να ξαναειπωθείς άλλη μίαν φορά

ελεύτερη πατρίδα,

οπού ήσουνε χαμένη και σβυσμένη

από τον κατάλογον των εθνών.

Όλους αυτούς να τους μακαρίζεις».

Μακρυγιάννης

     


      23/3/2019




ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικονόμου

  Ο νεαρός δάσκαλος που οδήγησε τουρκόπουλο στο Χριστό! Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος εκ Ραψάνης (5/3/1818) +ΒΙΝΤΕΟ + ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ Κων/νος Οικον...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....