Ετικέτες - θέματα

27.2.26

Το παράπονον του νεκροθάπτου Εμμανουήλ Ροϊδης Κείμενο και AUDIOBOOK [+ΒΙΝΤΕΟ] Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Το παράπονον του νεκροθάπτου 

Εμμανουήλ Ροϊδης

Κείμενο και AUDIOBOOK  [+ΒΙΝΤΕΟ]

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   


   ΠΩΣ ΕΤΥΧΕ πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν νὰ ἐνδιαφέρωμαι δι’ ἕνα τάφον τοῦ παρὰ τὴν Βάθειαν κοιμητηρίου, τοῦτο δὲν ἐνδιαφέρει ποσῶς τὸν ἀναγνώστην. Πρὸς ἀποφυγὴν μόνον πάσης ὑποψίας ότι πρόκειται περὶ αἰσθηματικῆς τις γλυκαναλατίας, δὲν θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν ἀναπαύεται ὑπ’ αὐτὸν Μαρίκα τις, Ἑλένη ἢ Περσεφόνη, ἀλλὰ καλὸς ἄνθρωπος ὀνομαζόμενος Ἀντώνης. Τοῦτον μετέβαινα ἐνίοτε νὰ ἐπισκεφθῶ, ὄχι μόνον διότι μὲ εἶχεν ἀφήση καλὰς ἀναμνήσεις, ἀλλὰ καὶ διότι μὲ ἤρεσκεν ὁ περίπατος ἐκεῖνος. Πλὴν τῆς πεδιάδος τῆς Βάθειας δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο μέρος εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸ ὁποῖον νὰ προξενῇ εἰς τὸν θεατὴν τὴν ἐντύπωσιν τῆς εὐρυχωρίας. Τὸ Στάδιον, ἡ συνοικία Ῥαγκαβᾶ, τὸ Βατραχονῆσι καὶ οἱ πρόποδες τοῦ Λυκαβηττοῦ εἶνε βεβαίως γραφικώτατοι. Τὸ μόνον τῆς εἰκόνος ἐλάττωμα εἶνε ἡ ὑπερβολική συσσώρευσις καὶ ποικιλία τῶν προκειμένων εἰς θαυμασμόν. Πάρα πολλοὶ λοφίσκοι, βράχοι, φάραγγες, χαράδραι, στῆλαι, στέγαι, βυζαντινοὶ θόλοι καὶ παντοῖα ἄλλα πράγματα, σπανίως ἐπιτρέποντα εἰς τὸν ὀφθαλμὸν νὰ διακρίνῃ ποῦ σμίγει τὸ στερέωμα μετὰ τῆς γῆς, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀναπαυθῇ ἐπὶ κάπως ὁμαλῆς ἐπιφανείας. Ἐφάμιλος τῆς ἀνωμαλίας τοῦ σχήματος εἶνε καὶ τῶν χρωμάτων ἡ ποικιλία, τὸ λευκόφαιον τοῦ κονιορτοῦ, τὸ σιτόχρουν τῶν ἀρχαίων μαρμάρων, ἡ ὤχρα τοῦ ἡλιοκαοῦς χόρτου, ὁ σπινθηρίζων ὑδράργυρος τῆς θαλάσσης καὶ ἀραιαί τινες πράσιναι κηλῖδες, έσπαρμέναι μὲ φειδωλίαν Ἑξηνταβελώνη. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅταν κλίνῃ ὁ ἥλιος πρὸς τὴν δύσιν, καί τις εἰς τὸν οὐρανὸν κατάχρησις χρυσοῦ, πορφύρας, σαπφείρων καὶ ἀμεθύστων. Ὅλα εἶνε βεβαίως εὔμορφα, ἀλλὰ καὶ ἐνθυμίζουσι κάπως τὴν παρδαλὴν στιλπνότητα τῆς προθήκης τοῦ Μάϋφαρτ, πρὶν ἀμαυρώσῃ τὰ χρώματά της τῆς δεκαετοῦς διαλύσεως ἡ ἀγωνία.

Ὅλως διάφορος εἶνε ἡ ὄψις τῆς Βάθειας, ὅπου οὐδὲν ὑπάρχει τὸ δυνάμενον νὰ θαμβώσῃ τὴν ὅρασιν, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὴν κουράσῃ. Κρίνων ἐκ τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς χαμηλότητας αὐτῆς θὰ ἔκλινε νὰ τὴν ὑποθέσῃ τις ὡς εἶδός τι χωνίου, ἐνῷ μόνον ἐκεῖ δύναται νὰ ἐντρυφήσῃ εἰς ἄφρακτον ὁρίζοντα τοῦ Ἀθηναίου ὁ ὀφθαλμός. Ἡ πεδιὰς ἐκτείνεται ὁμαλὴ μέχρι τῆς ὠχρᾶς χλόης τοῦ Ἑλαιῶνος· ἡ διατέμνουσα αὐτὴν μακρὰ δενδροστοιχία καὶ οἱ ἐσπαρμένοι εἰς μεγάλας ἀπ’ ἀλλήλων ἀποστάσεις χαμηλοὶ οἰκίσκοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐκτάσεως ἔτι μᾶλλον ἐπιβλητικήν. Ἂν δὲ τύχῃ νὰ εἶνε ἡ ἡμέρα φθινοπωρινή, ὁ οὐρανὸς μολυβδόχρους, νὰ σείῃ ὑγρὸς ἄνεμος τὰ καλάμια, νὰ παίζουν πάπιαι εἰς λίμνας σχηματισθείσας ὑπὸ προσφάτου βροχῆς καὶ νὰ παρελαύνουν ἐπὶ τῆς βορβορώδους λεωφόρου κοπάδια γάλλων καὶ ἁμάξια μούστου καὶ σανοῦ, δὲν χρειάζεται τότε μεγάλη δύναμις φαντασίας διὰ νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι κατώρθωσε δι’ ἑνός πηδήματος νὰ μετοικήσῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸν Ἁγίου Κωνσταντίνου εἰς χωράφιον τῆς Βλαχίας. Οἱ δὲ κλίνοντες νὰ θεωρήσωσιν ὑπερβολικὴν τὴν ἀγάπην μου πρὸς τὰ ὁμαλὰ ἐπίπεδα, τὰ σύννεφα, τὰ νερομαζώματα, τὴν πάχνην καὶ τὴν ὑγρασίαν, εἶνε ἐλεύθεροι νὰ μὲ παρομοιάσωσι μὲ τοὺς ἀχαρίστους ἐκείνους Ἑβραίους, οἵτινες, ἁηδιάσαντες τὸ ἐπιούτον μάννα καὶ τὰ καθημερινὰ ὀρτύκια, κατήντησαν ν’ ἀναζητῶσι τὰ πράσα καὶ τὰ σκόρδα τῆς Αἰγύπτου.

    Οὐχὶ ὀλιγώτερον τῆς τοποθεσίας ἀγροτικὴ εἶνε καὶ τοῦ νεκροταφείου ἡ ὄψις. Πρὸ τῆς εἰσόδου κάθηνται εἰς μακρὰν τράπεζαν δύο εὔθυμοι παπάδες συμπίνοντες μετὰ χωρικῶν καὶ καραγωγέων ῥητινίτην παρεχόμενον ὑπὸ δύο γειτονικῶν οἰνοπωλείων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασαν προσφυέστατα οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν τὸ μὲν Ἀνάπαυσις, καὶ τὸ ἄλλο Ματαιότης. Εὐθὺς δ’ ἅμα ὑπερβῇ τὴν πύλην, εὑρίσκεται ὁ ἐπισκέπτης πρὸ μαύρου πίνακος φέροντος τὴν ἐπιγραφήν· Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς σκύλους νὰ εἰσέρχωνται, ἐπίσης καὶ νὰ κόπτουν ἄνθη, τῆς ὁποίας ἡ χρησιμότης φαίνεται κάπως ἀμφίβολος, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ξεύρουν οἱ σκύλοι τῆς Βάθειας ἀνάγνωσιν ἢ συνηθίζουν νὰ κόπτουν ἄνθη. Μετά τινα βήματα εἰσέρχεται εἰς περιτειχισμένον ἀγρόν, ὀλίγον διαφέροντα τῶν γειτονικῶν ἀτειχίστων. Ἐξαιρομένων τῷ ὄντι εὐαρίθμων τινῶν παρὰ τὴν ἐκκλησίαν, οὔτε στήλας βλέπεις, οὔτε πυραμίδας, οὔτε προτομάς, οὐδ’ ἄλλον ἐξέχον σύμβολον αἰωνίου ὕπνου. Καὶ αὐτὴ ἡ βλάστησις οὐδὲν ἔχει τὸ ἀποκλειστικῶς νεκρικόν. Πολὺ περισσότεραι πεῦκαι καὶ ἀκακίαι παρὰ κυπάρισσοι καὶ ἱτέαι καὶ κατηγῆς χαμόμηλα, ἀγκάθια καὶ ἀνεμῶναι. Ἡ ἐντύπωσις ἀγροῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἰς γωνίαν τινά, ὅπου εἶχαν γίνει ἀνασκαφαί, ἐξέλαβα μακρόθεν ὡς πεπόνια δύο ἢ τρία λευκάζονται μεταξὺ τοῦ χόρτου κρανία. Οὐδὲ πιέζουσι βαρεῖαι πλάκες τὰ στήθη τῶν νεκρῶν. Οἱ πλεῖστοι τῶν τάφων εἶνε ἁπλᾶ κηπάρια, φυτευμένα μὲ κόκκινα γεράνια, κόκκινες περιπλοκάδες καὶ κόκκινες δενδρομολόχες.

Τὸ δὲ ὄνομα καὶ αἱ ἀρεταὶ τοῦ ὑπ’ αὐτὰς ἀναπαυσμένου ἀναγράφονται ἐπὶ τοῦ ὑπερκειμένου σταυροῦ ἤ, ἂν τύχῃ ἡ ἀνύμνησις αὐτῶν πολλὰ μακρά, ἐπὶ φύλλου χάρτου τοποθετημένου ἐντὸς ξυλίνης θήκης, ὄπισθεν ὑαλίου ἢ σιδηροῦ πλέγματος, ὡς δηλοποίησις πλειστηριασμοῦ. Πλὴν τοῦ ἐντύπου ἢ χειρογράφου ἐπιταφίου περιέχονται εἰς τὰς θήκας ταύτας τεχνητὰ ἄνθη, κορδέλλαι, φακιόλια, πλεξίδες καὶ πολλάκις ἡ φωτογραφία τοῦ μακαρίτου ἢ τῆς μακαρίτριας, ζωντανῆς ἢ ἀποθαμμένης. Τὰ ἐνθυμήματα ταῦτα καθιστᾶ ἔτι συγκινητικότερα ἢ νεαρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡλικία τῆς καταλιπούσης αὐτά. Εἰς οὐδεμίαν τῷ ὄντι ἄλλην ἡλικίαν φαίνεται ἀναπτυσσόμενος τόσον πρωίμως ὁ πόθος τῆς αἰωνίου ἀναπαύσεως. Τοῦτο δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἐννοήσωμεν πῶς συμβαίνει, μέχρις οὖ εὐηρεστήθη νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσῃ ὁ κύριος Χατζημιχάλης, τὸν ὁποῖον ηὐτυχήσαμεν ἡμέραν τινὰ νὰ συναντήσωμεν ἐκεῖ πλησίον, ἐπισκεπτόμενον τοὺς ἀσθενεῖς του. Τὸ πλῆθος τῶν προώρων θανάτων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ὅτι ἔκτακτος καὶ δι’ αὐτὰς τὰς Ἀθήνας εἶνε τῆς συνοικίας ἐκείνης ἡ ῤυπαρότης καὶ πνιγηρότεραι αἱ ἀναθυμιάσεις. Διὰ νὰ πεισθῇ τις περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ περιέλθῃ ἐπὶ τέταρτον τῆς ὥρας τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ὑπερπηδῶν βούρκους καὶ κοπρῶνας, καὶ εἰσερχόμενος ἔπειτα εἰς τὸ νεκροταφεῖον ν’ ἀναγνώσῃ ἐπὶ μακρᾶς σειρᾶς σταυρῶν: Μαρία Μάρκου, ἐτῶν δεκατοκτὼ — Χαρίκλεια Μάρκου, ἐτῶν δεκαὲξ — Ἀναστασία Πόγγα, ἐτῶν δεκαὲξ — Μαριγὼ Φλάμπουρα, ἐτῶν δεκαεννέα — Εὐτυχία Λύκου, ἐτῶν δεκαπέντε καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἐξαιρετικῶς ἀνθηρὸν εἶνε τοῦ Χάρωνος τῆς Βάθειας τὸ χαρέμι! Εἰς τοῦτο πρέπει πιθανῶς ν’ ἀποδοθῇ τὸ ὀξύτερον ἄλγος τῶν πενθούντων καὶ ὁ ἐλεγειακὸς οἶστρος τῶν ἐπιγραφῶν. Αἱ πλεῖσται τούτων εἶνε ἔμμετροι καὶ τόσον μακραί, ὥστε μόνον ἀπεσπασμένας στροφὰς δυνάμεθα πρὸς ἐκτίμησιν αὐτῶν νὰ παραθέσωμεν.

Ἐδῶ κοιμᾶται ἡ σύζυγός μου, ἡ πολυαγαπημένη,
Μὲ στεναγμοὺς καὶ ὀδυρμοὺς μᾶς ἔφυγε ἡ καϋμένη.
Ποῦ εἶσαι, Ἑλένη μου; Γιὰ εὔγα νὰ σὲ ’δοῦμεν
Κι’ ἀπὸ τὴ μαύρη μας καρδιὰ δυὸ λόγια νὰ σὲ ’ποῦμεν.

Καὶ ὀλίγον κατωτέρω:

Διαβάτα ποῦ μὲ θαυμασμὸ τὸ μνῆμά της κυττάζεις,
Καὶ τ’ ὄνομά της στὸ Σταυρὸ τὸ νεκρικὸ διαβάζεις,
Εἰπὲ τῆς ἀνθρωπότητος ὡραῖε διαβάτα,
Ὅτι ἐνταῦθα κοίτεται ὑπὸ τὴν μαύρην πλάκα.

Ἄξιον ὅμως σημειώσεως εἶνε ὅτι ἐπὶ τοῦ τάφου τούτου δὲν βλέπει τις καμμίαν οὔτε μαύρην οὔτε ἄσπρη πλάκα, ἀλλ’ αὕτη εἶνε, ὡς καὶ πλεῖσται τῶν ἄλλων πλακῶν, ποιητικὴ μεταφορά.

Πρὸς ἀριστερὰν τοῦ ἀνωτέρω δύναταί τις ν’ ἀναγνώσῃ ὑπὸ ὑάλινον πίνακα ἔντυπον ἐπιτάφιον ἄλλης πολυκλαύστου Ἑλένης, ἀποτελούμενον ἐκ δέκα ὅλων στροφῶν, οἶαι αἱ κατωτέρω:

Ἡ φιλτάτη μας Ἑλένη
Ἀπ’ τὰ σπλάγχνα τῆς μητρός της
Ἔφυγε καὶ πάει σ’ τὸν Ἅδη
Ἐτυφλώθηκε τὸ φῶς της

Μὲ τὰ εὔμορφά της κάλλη
Εἰς τὸν Ἅδη κατεβαίνει
Κι’ ὁ λαμπρός της χαρακτῆρας
Πάσας νέας ὑπερβαίνει. κτλ.

Περισσότερον ὅμως ἤρεσε εἰς ἡμᾶς τὸ ἑξῆς:

Ὅποιος δάκρυ χύσῃ εἰς τὸ μαῦρο τοῦτο χῶμα
Θὰ λούσῃ βέργα λεμονιὰ μὲ τ’ ἄνθη στολισμένη
Καὶ μιὰ ψυχὴ ἀγγελικὴ μέσα στὴ γῆ κρυμμένη.

Ἀλλεπάλληλοι ἀποδημίαι καὶ ἄλλαι φροντίδες μ’ ἔκαμαν ν’ ἀμελήσω καὶ σχεδὸν νὰ λησμονήσω ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸν Ἀντώνην. Ὅταν καὶ πάλιν τὸν ἐνθυμήθην, ἑπόμενον ἦτο νὰ εὕρω τὸ ἄσυλον αὐτοῦ κάπως παρηλλαγμένον. Αἱ κυπάρισσοι εἶχαν μεγαλώσῃ, ὁ πληθυσμὸς τῶν νεκρῶν ἦτο τετραπλάσιος καὶ οἱ σταυροὶ τόσον πυκνοί, ὥστε ὀλίγος ἀπέμενε τόπος εἰς τὰ χαμόμηλα καὶ τὰς ἀκάνθας. Εἰς ταῦτα πρέπει μὲ βαρεῖαν συνείδησιν νὰ προσθέτω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς μικρᾶς ἐγκαταλείψεως ὁ τάφος τοῦ φίλου μου εἶχε ἐρημωθῇ τελείως. Τὰ ξύλινα κάγκελλα ἔκειντο κατὰ γῆς, αἱ γάστραι ἦταν ἀνεστραμμέναι καὶ οὐδ’ ἴχνος ἀπέμενεν ἐπιγραφῆς ἐπὶ τοῦ μαύρου σταυροῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε μεταβάλει εἰς κόκκινον ή σκωρία. Ἐζήτησα τὸν γέροντα νεκροθάπτην πρὸς διόρθωσιν τῆς ἀταξίας, ἀλλ’ ὡς ἔμαθα ἀπὸ τὴν λιβανίζουσαν γειτονικὸν τάφον μαυροφόραν, οὗτος εἶχε κατατεθῇ πρὸ ἐτῶν ἐκεῖ ὅπου κατέθετε πρὶν τοὺς ἄλλους. Ὑπῆρχεν ὅμως διάδοχος αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου μ’ ἔδειξεν τὴν κεφαλὴν προβάλλουσαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐκ τοῦ ὑπογείου τῆς ὀστεοθήκης. Μετὰ τὴν κεφαλὴν ἐφάνη ὁ κορμὸς καὶ ἔπειτα αἱ μακραὶ κνῆμαι, τῶν ὁποίων ἤρκεσαν ὀλίγοι διασκελισμοὶ νὰ μεταφέρωσι πλησίον μου τὸν κάτοχον αὐτῶν. Εἰς τοῦτον ἔσπευσα νὰ ἐξηγήσω ὅτι ἐπεθύμουν νὰ περιφράξῃ καὶ νὰ περιποιηθῇ, ἐπὶ δικαίᾳ ἀμοιβῇ, τοῦ φίλου μου τὸ μνῆμα. Ἐνῷ ὅμως ὡμίλουν καὶ ἀφοῦ ἀκόμη ἐτελείωσα, δὲν ἔπαυεν ὁ νεκροθάπτης νὰ μὲ παρατηρῇ ἀπὸ κορυφῆς μέχρι ποδῶν, μετ’ ἐπιμονῆς τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω, ἀφοῦ οὐδὲν βεβαίως ἔχει τὸ ἐξαιρετικῶς περίεργον ἢ ἀξιοθέατον τὸ ὑποκείμενόν μου. Ἡ ἀπορία μου ηὔξησεν ἔτι μᾶλλον, ὅταν αἴφνης μὲ ἠρώτησε μὲ πολλὴν οἰκειότητα:

«Δὲ μὲ θυμᾶσαι;»

Ἐκύτταξα τότε αὐτὸν μὲ περισσοτέραν προσοχὴν καὶ δὲν τὸν εὑρῆκα εὔμορφον. Ὑψηλὸς ὡς ὀβελίσκος, ξηρὸς ὡς μούμια, ἡλιοκαὴς ὡς Βεδουΐνος, μὲ κνήμας ὡς καλάμια καὶ λαιμὸν καμήλου, μοῦ ὑπενθύμιζε τοὺς ἀπαισίους ἐκείνους Ἄραβας ἀσκητάς, τῶν ὁποίων ἡ αἰφνιδία συνάντησις μ’ ἔκαμε πολλάκις ν’ ἀνατριχιάσω εἰς τὰς στενωποὺς τοῦ Καΐρου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐξηκολούθουν νὰ τὸν παρατηρῶ, ἐλάμβαναν αἱ ἀναμνήσεις μου ἀλλοίαν τροπὴν καὶ ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Φαραὼ μὲ μετέφεραν εἰς φαιδρὰν νῆσον τοῦ Αἰγαίου. Ἀντὶ κιτρίνου ποταμοῦ ἔβλεπα ὕδατα γαλανά· ἀντὶ μιναρέδων, φοινίκων καὶ καμήλων, ἀμπέλους, ῥωδιάς, αἶγας, ὄρνιθας καὶ χοίρους, καὶ πολὺ μᾶλλον παρὰ μὲ Δερβίσην τοῦ Καΐρου, εὕρισκα ὅτι ὁμοιάζει ὁ ἠρειπωμένος ἐκεῖνος νεκροθάπτης μὲ τὸ φάντασμα ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον εἶχα γνωρίσῃ πρὸ χρόνων πολλῶν ἀκμαῖον εἰς τὴν Σύρον, μὲ σάρκα ὑπὸ τὸ δέρμα, μὲ ὁδόντας εἰς τὸ στόμα, μὲ μύστακα ἀνωρθωμένον, μὲ λάζον εἰς τὴν ζώνην καὶ πολλάκις γαρούφαλον εἰς τὸ αὐτίον. Ἡ ἀναπαράστασις αὕτη συνεδέεται μὲ φαιδρὰς ἐκδρομὰς εἰς τὴν Δελαγράτσαν, μὲ λουτρὰ εἰς θάλασσαν χλιαρὰν καὶ εὔθυμα ἔπειτα προγεύματα εἰς γειτονικὸν κῆπον μὲ ψάρια τηγανητά, νεόκοπα σῦκα, χλωρὸν τυρίον καὶ εὔμορφον οἰκοκυρὰν προσφέρουσαν πάντα ταῦτα. Τὰ λουτρά, ὁ κῆπος, ἡ οἰκοκυρά, καὶ πλὴν αὐτῶν ἡ ὡραιωτέρα βάρκα τῆς Σύρου, ἀνῆκον τότε εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου μόνον τὸ ὄνομα δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ. Ἐπὶ τέλους ὅμως κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω καὶ τοῦτο:

«Ὁ Ἀργύρης Ζώμας!» ἀνέκραξα τρίβων τοὺς ὀφθαλμούς μου.

«Ὅλος - ὅλος», ἀπεκρίθη ὁ δυστυχὴς σπογγίζων τοὺς ἰδικούς του.

«Καὶ πῶς κατάντησες ἐδῶ;»

Ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἔσφυξε τοὺς γρόνθους ψιθυρίζων· «Ἀνάθεμα εἰς τὴν πολιτικήν.»

Καθὼς ὅλοι ἡ κατότυχοι, εἶχε κ’ ἐκεῖνος μεγάλην ὄρεξιν νὰ μοῦ διηγηθῇ τὴν θλιβεράν του ἱστορίαν. Ἀλλ’ εἶχεν ἤδη νυκτώσῃ, ὁ καιρὸς ἦταν ἄσχημος καὶ ἐκατοίκουν μακράν. Ἡτοιμαζόμην νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω, ἀναβάλλων εἰς τὴν προσεχῆ μου ἐπίσκεψιν τὴν ἀκρόασιν τῶν παραπόνων του κατὰ τῆς πολιτικῆς, ὅταν ἡ πρὸ πολλοῦ ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μας αἰωρουμένη βροχὴ ἤρχισε νὰ καταπίπτῃ ῥαγδαία. Μοῦ ἐπροσέφερε τότε ἄσυλον εἰς τὸ παράπλευρον τοῦ ἐκκλησιδίου παράπηγμα καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ τοῦ προσφέρω ὀλίγον ῥετσινάδον ὡς προφυλακτικὸν κατὰ τῆς ὑγρασίας. Τὸ ὁλίγον ῥετσινάδον ἦτο μία ὅλη ὀκᾶ, τὴν ὁποίαν ἡ μονόφθαλμος ὑπηρέτρια τοῦ παντοπωλείου ἡ Ματαιότης ἦλθε νὰ καταθέσῃ ἐπὶ χωλῆς τραπέζης μὲ δύο ποτήρια καὶ δρακιὰν μαύρων ἐλαιῶν. Πλὴν τῆς χωλῆς τραπέζης, ὑπῆρχαν ἐκεῖ καὶ δύο χωλὰ σκαμνία· τὸ σκότος ὅμως ἦτο ψηλαφητόν, μέχρις οὖ ἄναψεν ὁ φιλοξενῶν με μικρὸν ὁκτάγωνον φανάριον ἔχον σχῆμα θυμιατηρίου καὶ ὑπεξαιρεθὲν πιθανῶς ἔκ τινος ἀπροστατεύτου τάφου.

Ἡ θέσις μου, ἦτο, τὸ ὁμολογῶ, ἱκανῶς ἀλλόκοτος καὶ πᾶς γνώριμός μου θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ γελάσῃ βλέπων με τὴν ὥραν ἐκείνην εἰς τὸ βάθος ἐρήμου κοιμητηρίου, συμπίνοντα μὲ νεκροθάπτην ὑπὸ τὸ φέγγος νεκρικῆς κανδήλας. Ἐγὼ ὅμως οὐδεμίαν εἶχα ὄρεξιν νὰ γελάσω κατεχόμενος ὑπὸ ἀδιηγήτου ἀθυμίας. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος μοῦ ἐνθύμιζε τὰς φαιδροτάτας τῆς πρώτης μου νεότητος ἡμέρας καὶ οὐδέποτε κάλλιον κατενόησα τὴν ἀλήθειαν τοῦ πολύκροτου στίχου του Δάντη:

Nessun maggior dolore
Che ricordarsi del tempo felice
Nella miseria

Ἀληθὲς εἶνε ὅτι ἄλλος ἔνδοξος ποιητὴς ἰσχυρίσθη ἀκριβῶς τοὐναντίον, κηρύττων τὰς εὐτυχεῖς ἀναμνήσεις ἀναφαίρετον παρηγορίαν· κατὰ τὴν ὥραν ὅμως ἐκείνην τὰ πάντα συνώμνυον νὰ μὲ κάνουν νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί λέγει. Ἐκρύωνα, ἐστενοχωρούμην, ἡ βροχὴ ἐξηκολούθει νὰ κροταλίζῃ ἐπὶ τῶν σανίδων τῆς στέγης, καὶ τὸ ἔξω βαθὺ σκότος διέκοπτεν ἐκ διαλειμμάτων ἡ ὡχρότης ἀστραπῆς, φωτίζουσα λίμνας βορβόρου σειρὰς σταυρῶν καὶ κορυφὰς κυπαρίσσων. Καὶ τοῦ καιροῦ ὅμως καὶ τοῦ τόπου πενθιμώτερα ἦσαν ὅσα ἤρχισεν ὁ σύντροφός μου νὰ μὲ διηγῆται.

«Θυμᾶσαι», μὲ εἶπε, «πόσο ὤμορφη ἤτανε ἡ γυναῖκά μου;»

«Διατί λέγεις ἤτανε; Μήπως ἀπέθανε;»

«Ζῇ ἀκόμη, μόνον ἀσχήμισε, ἐνῷ τότες ἤρχουνταν ἀπὸ μακρὰ οἱ Συριανοί, καὶ σὺ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ κάμετε πρόγευμα εἰς τὸ περιβόλι μου πολὺ περισσότερο γιὰ τὰ ὤμορφά της μάτια παρὰ γιὰ τὰ δικά μου ψάρια. Δὲν ἐζούλευα, γιατὶ τὴν ἤξευρα φρόνιμη καὶ πὼς χάνετε τὸν καιρό σας. Τὸ μόνο της ἐλάττωμα, ποὺ πταίω κ’ ἐγὼ σ’ αὐτό, ἦταν πὼς ἔκαμνε πολλὰ παιδιά. Ἕνα τὸ χρόνο ὀκτὼ χρόνια ἀραδειαστὰ καὶ γυόμελα τὴν ὕστερη φορά. Καὶ ὅσα περισσότερα ἔκαμνε τόσον ἐχαλοῦσεν ἡ ὄψη της καὶ τὸ κορμί της καὶ λιγοστεύανε ὅσοι ἤρχουνταν νὰ τὴν καμαρώσουν καὶ νὰ καλοπλερώνουν τ’ αὐγά, τὰ μαρούλια, τὰ σῦκα καὶ τὸ τυρί μας. Ἄλλο κακὸ ἦταν ποὺ ἤρχισαν νὰ ὀλιγοστεύουν τὰ ψάρια, ἀφοῦ κατάντησαν στὴ Σύρα οἱ ψαράδες ὅσοι σχεδὸν καὶ οἱ δικηγόροι. Ἐσυλλογούμουν καὶ τὴν πρώτη μου κόρη ποὺ ἐμεγάλωνε καὶ ἔπρεπε νὰ τῆς ἑτοιμάσω προῖκα. Ἐνῷ εἶχα αὐτὴν τὴν συλλογή, ἔτυχε νὰ γείνουν ἐκλογὲς καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τοὺς ψήφους μας ἕνας Ἀθηναῖος συνταγματάρχης, ποὺ εἶχε κάμῃ πολλὰ χρόνια εἰς τὴν Σύρα νομομηχανικός. Εὐγῆκε σὲ περιοδεία εἰς τὰ χωριά, καὶ ἕνα πρωὶ ἐξεφύτρωσε μὲ δυὸ φίλους του εἰς τὸ περιβόλι μου. Θυμᾶσαι ποὺ τότε ἤμουνα λεβέντης. Ἡ κόψη τοῦ λάζου μου καὶ οἱ γρόθοι μου ἤτανε φημισμένοι σ’ ὅλο τὸ βουνό, καὶ μιὰ μέρα ἐσήκωσα γιὰ στοίχημα μιὰ γαϊδούρα γκαστρωμένη. Εἴχαμε καὶ πολλοὺς συγγενεῖς εἰς τὰ χωριά, καὶ τὸ γέρο Σαλλοῦστρο, τὸ μεγάλο ταμπάκη, ποὺ τὸν ἔσερνεν ἡ γυναῖκα του ἀπὸ τὴν μύτη. Ὅλ’ αὐτὰ ἠμποροῦσαν νὰ χρησιμέψουν. Μὲ πολλὰ λοιπὸν καλοπιάσματα καὶ γλυκὰ λόγια μοῦ ἐπρότεινεν ὁ ὑποψήφιος νὰ γείνω κομματάρχης του καὶ ἀντιπρόσωπος στὴν κάλπη του, κ’ ἔπειτα θὰ μοῦ ἔκαμνεν ὅ,τι ἤθελα. Θὰ μὲ διώριζε σὲ καλὴ θέσι, ἐδῶ ἢ στὴν Ἀθήνα, θὰ ἐγλύτωνε τὸν κουνιάδο μου ποὺ εἶχαν στὴ φυλακὴ γιὰ λαθρεμπόριο, θὰ ἔβαζε τὸ γυιό μου ὑπότροφο καὶ δὲ θυμοῦμαι πόσα ἄλλα, ποὺ μ’ ἔκαμναν νὰ βλέπω στὸν ὕπνο μου λαγοὺς μὲ πετραχήλια. Ἐρρίχτηκα λοιπὸν κατάμουτρα εἰς τὸν «ἐκλογικὸν ἀγῶνα», καθὼς τὸν ἔλεγε, ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ δικοί μου. Τὸ περιβόλι μου ἔγινεν ἐκλογικὸν κέντρον καὶ ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὸ βράδυ ἔτρεχα νὰ κάμω προπαγάνδα, νὰ μοιράζω φωτογραφίες, προγράμματα, ὑποσχέσεις, καὶ ὅπου ἦταν ἀνάγκη καὶ γροθιές. Ἡ γυναῖκά μου ἐμοίραζε κ’ ἐκείνη φέτες καρποῦζι, γλυκὰ λόγια καὶ γλυκὲς ματιές. Ἕνα βράδυ ἦλθεν ἡ καϋμένη μὲ πολλή τῆς ντροπὴ νὰ μοῦ ἐξομολογηθῇ πὼς γιὰ νὰ πάρῃ μαζί της ἕνα ἀντίθετο κομματάρχη ἀναγκάστηκε νὰ τὸν ἀφίσῃ νὰ τὴν φιλήσῃ καὶ νὰ τοῦ ὑποσχεθῇ στὰ ψέματα κάτι παραπάνω. Τόσος ἦταν ὁ φανατισμός μου, ποὺ τῆς τὸ συγχώρεσα καὶ αὐτό, μὲ τὴ συμφωνία νὰ μὴν τὸ ξανακάμῃ, καὶ μὲ τὸν κρυφὸ σκοπὸ νὰ σπάσω τὰ κόκκαλα τοῦ μασκαρᾶ ἅμα ἐτελείωναν οἱ ἐκλογές. Εἰς τὴ δεύτερη περιοδεία ἐχάλασεν ὁ καιρὸς καὶ ἔμεινεν ὁ συνταγματάρχης νὰ τὸν φιλολοξενήσω. Ἀφοῦ τὸν ἐκαλοτάγισα, μὲ ἠρώτησε διὰ τὰ ἰδιαίτερά μου καί… τοῦ εἶπα πὼς τὸ περιβόλι δίδει μικρὸ εἰσόδημα καὶ τὸ κέρδος τῶν ψαριῶν τὸ τρώγει τὸ διάφορο τοῦ χρέους γιὰ τὲς δυὸ βάρκες. Τότε μ’ ἐσυμβούλεψε νὰ πουλήσω ἀμπέλια καὶ βάρκες καὶ ν’ ἀγοράσω κάτι μετοχὲς τῆς Πελοποννήσου ποὺ ἐπουλοῦσε εἰς τὸ Χρηματιστήριον ὁ ἀνταποκριτὴς ἑνὸς κάποιου Γούστα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἀπ’ αὐτὲς θὰ ἔπαιρνα διάφορο δέκα τὰ ἑκατό, θὰ εἶχα καὶ τὴ θέση μου καὶ θὰ ἐπάντρευα τὴν κόρη μου μ’ ἕνα ἐπιλοχία ποὺ εἶχε κ’ ἐκεῖνος τὸ δικό του. Αὐτὰ μοῦ ἐτσαμπούνιζεν ὁ καλοθελητής μου, ποὺ ἀνάθεμα τὸ σύννεφο ποὺ μοῦ τὸν ἐξέρασε στὸ πτωχικό μου. Ἔγειναν τέλος πάντων ᾑ ἐκλογὲς καὶ ἐπέτυχεν ὁ δικός μας τελευταίος ὅμως καὶ μόνον μ’ ἐννηὰ ψήφους παραπάνω ἀπ’ ἐκεῖνον ποὺ ἤρχονταν κατόπιν του…»

«Τὸν ἐπιλαχόντα.»

  «Καθὼς τὸν λές. Ἡμπορῶ λοιπὸν νὰ πῶ χωρὶς νὰ καυχηθῶ, πὼς ἂν ἔλειπαν οἱ δικοί μου, αὐτὸς θὰ ἦτο ἐπιλαχών. Τὴν ἡμέραν ποὺ ἐπῆγα νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω εὑρῆκα ἐκεῖ πολὺ κόσμο, ἀγροφύλακες, δασκάλισσες, ταμπάκηδες, φαναρτζῆτες, διάκους, καντηλανάφτες, σκουπιδοξύστες, καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν μπόγια τῶν σκυλιῶν. Ὁ βουλευτὴς ἐκρατοῦσεν ἕνα κατάστιχο κ’ ἐσημείωνε τὰ ὁνόματα καὶ τί ζητοῦσεν ὁ καθένας. Ὅταν ἦρτεν ἡ δική μου σειρὰ μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν τοῦ περισσεύει τίποτε καλὸν εἰς τὴν Σύρα καὶ νὰ πάγω νὰ μὲ βολέψῃ καλλίτερα εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐγὼ θὰ προτιμοῦσα τὴ Σύρα, ὅπου μὲ ἤξεραν ὅλοι, μ’ ἐθάμπωνεν ὅμως ἡ ἀνωτέρα θέσι καὶ τὰ γαλόνια τοῦ λοχία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μέρα ἤρχισα νὰ τρέχω γιὰ νὰ ξεκάμω τὸ κτῆμα, τ’ ὀρθιναριό, τὰ γίδια καὶ τὰ γουρούνια μου. Ἐχρειάσθηκεν ὅμως ἕνας μῆνας γιὰ νὰ εὕρω μουστερῆδες, γιατί τότες ἤθελαν ὅλοι χαρτιὰ καὶ κανένας δὲν ἐγύριζε νὰ δῇ χωράφια. Ἐξεκαθάρισα τέλος πάντων ὀκτὼ χιλιάδες δραχμάς, ἐπαράλαβα τοὺς τριάντα σιδηροδρόμους ποὺ μ’ ἔκαμεν ὁ βουλευτὴς ν’ ἀγοράσω γιὰ τὸ τέλος τοῦ μηνός, καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐφόρτωσα ἀπὸ νωρὶς εἰς τὸ βαπόρι τὴ γυναῖκα καὶ τὰ ἑπτὰ παιδιὰ — τὰ γυόμελα εἶχαν πεθάνει μικρὰ — καὶ ἔπειτα ἐβγῆκα πάλιν ἔξω νὰ ξεκαθαρίσω ἕνα τελευταῖο λογαριασμὸ ποὺ μ’ ἀπόμεινε στὴ Σύρα. Ἔτρεξα ν’ ἀποτειχωθῶ μὲ μιὰ χοντρή μαγκούρα πίσω ἀπὸ ἕνα φράκτη κοντὰ εἰς τὸ καφενεδάκι τῆς Ἄμμου, ποὺ ἐπήγαινε κάθε βράδυ νὰ παίξῃ τάβλι ὁ ἀχρεῖος ποὺ ἐφίλησε τὴ γυναῖκα μου, ὅταν τὸν εἶδα νὰ ἔρχεται, ἐξετρύπωσα σὰ φάντασμα, τοῦ ἔσφιξα τὸ λαρύγγι διὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ γκαρίσῃ καὶ τοῦ πασάλειψα ἕνα ξύλο ποὺ θὰ τὸ θυμᾶται ἀκόμα. Τὸ ἄλλο πρωὶ ἤμαστε εἰς τὴν Ἀθήνα. Ἐβόλεψα τοὺς δικούς μου σ’ ἕνα μικρὸ ξενοδοχεῖο κ’ ἔτρεξα νὰ εὕρω βουλευτή. Ὕστερα ἀπὸ τὴν τόση ἀγάπη τῆς Σύρας ἐπερίμενα πὼς θὰ μὲ φιλήσῃ. Μὰ εἰς τὴν Ἀθήνα εἶχε γίνει σοβαρός. Μοῦ εἶπεν ὅτι «ἡ θέσις τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν εἶνε δύσκολος διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀπαιτήσεων», θὰ προσπαθήσῃ ὅμως νὰ μοῦ εὕρῃ μίαν μικρὰν θέσιν καὶ νὰ περάσω μετὰ ὀκτὼ μέρες. Αὐτὰ ξερὰ - ξερά, καὶ οὔτε ἕνα κάθισμα, οὔτε ἕνα τσιγάρο, οὔτε τί κάμνει ή γυναῖκά σου, οὔτε ἕνα λόγο γιὰ τὴν ὑποτροφία τοῦ γυιοῦ μου ἢ τῆς κόρης μου τὸ λοχία. Ἤθελα νὰ μείνω λιγάκι μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ τὰ θυμηθῇ, εἶχεν ὅμως πολλὴν ἐργασίαν. Τὸν ἀποχαιρέτησα μὲ βαρειὰ καρδιὰ καὶ ξαναπῆρα μετὰ ὀκτὼ μέρες. Μοῦ εἶπαν πὼς ἤτανε εἰς τὴ Βουλή, τὴν ἄλλη μέρα εἰς τὴ στρατιωτικὴ Λέσχη, καὶ τὴν ἑπομένη δὲν ξέρω ποῦ. Τρεῖς ὅλαις ἑβδομάδες ἐπήγαινα πρωὶ βράδυ εἰς τὸ σπίτι του καὶ μόνο δυὸ φορὲς ἀξιώθηκα νὰ τοῦ μιλήσω, χωρὶς νὰ ἐπιτύχω νὰ τοῦ βγάλω ἀπὸ τὸ στόμα ἄλλο τίποτε παρὰ μόνο πὼς φροντίζει καὶ νὰ ἔχω ὑπομονή. Πῶς ὅμως μποροῦσα νὰ ἔχω ὑπομονή, ἐνῷ εἶχα ἑπτὰ παιδιὰ νὰ ταγίσω; Εἰς τὸ βρωμόχανο ὅπου ἐκονεύαμεν μοῦχλα, στενοχώρια, κορέοι, φαγὶ μὲ ξύγκι καὶ ἔξοδα δέκα δραχμὰς τὴν ἡμέρα. Ἡ ἀλήθεια εἶνε ὅτι ἤμαστε καὶ ἐννέα ἀνομάτοι, ὅλοι μὲ γερὰ δόντια. Ἐπέρασαν ἄλλες δέκα πέντε μέρες χωρὶς τίποτις νὰ γίνῃ. Τὰ λίγα μου χρήματα ἐτελείωσαν καὶ εἶχα χρέος εἰς τὸ ξενοδοχεῖον. Ἡ μεγαλείτερη ὅμως σκάση μου ἦταν ὅταν ἔβλεπα εἰς τὰς ἐφημερίδες, πὼς οἱ ἄλλοι Συριανοὶ κομματάρχες εἶχαν ὅλοι διορισθῇ, ἄλλος ἀστυνόμος, ἄλλος εἰσπράκτορας, ἄλλος ζυγιστὴς εἰς τὸ τελωνεῖο καὶ ὁ μασκαρὰς ποὺ ἔδειρα, τροφοδότης εἰς τὸ Λαζαρέτο. Μόνο ή δική μου σειρὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ. Τοῦτο μοῦ τὸ ἐξήγησεν ἕνα πρωὶ ὁ ξενοδόχος. «Ἐκείνους, μοῦ εἶπε, ποὺ μένουν εἰς τὴν Σύρα, τοὺς ἔχει ἀνάγκη γιὰ τὴν ἐπιρροήν του, ἐνῷ σὺ ἐδῶ τί καλὸ ἢ κακὸ μπορεῖς νὰ τοῦ κάμῃς, ἔρημος σὲ ξένο τόπο. Πολὺ φοβοῦμαι πὼς σὲ περιπαίζει». Ὅταν τὸ ἤκουσα τὸ αἷμά μου ἤρχισε νὰ βράζῃ καὶ ἔτρεξα εἰς τοῦ βουλευτῆ μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ τοῦ ὁμιλήσω παλληκαρίσια, νὰ τοῦ πῶ πὼς δὲν μπορῶ πλιὰ νὰ περιμένω, γιατὶ ἐσώθηκε τὸ χαρτζιλῆκί μου καὶ ἡ ὑπομονή μου. Πηγαίνοντας ἑτοίμαζα τὸ λόγο μου καὶ ἀνέβηκα δύο - δύο τὰ σκαλοπάτια νὰ τοῦ τὸν ξεφωνήσω. Εὑρῆκα τὸ σπίτι ἄδειο, τὰ παράθυρα ἀνοικτὰ καὶ μόνον ἕνα ἀξυπόλητο στρατιώτη, ποὺ ἐσφουγγάριζε τὰ πατώματα κ’ ἐμιλοῦσεν ἑλληνικά. Ἀπ’ αὐτὸν ἔμαθα ὅτι ‟ὁ κύριος συνταγματάρχης ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρὸς μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ θὰ διατρίψῃ ἐκεῖσε ἕνα μῆνα καὶ περισσότερον”. Ἕνα μῆνα! ἐνῷ εἶχα καταντήσῃ νὰ μετρῶ εἰς τὰ δάκτυλα τὲς ἡμέρες ἀκόμη καὶ τὲς ὧρες! Τὸ ἀπόγευμα ἐπούλησα μὲ τὸ ζύγι τὸ ὀλίγο μας ἀσημικό, ξεχρώστησα τὸν ξενοδόχο κ’ ἐπήγαμε νὰ καθίσωμε σ’ ἕνα χαρβαλωμένο καλύβι ποὺ νοίκιασα δεκαπέντε δραχμὲς τὸ μῆνα κοντὰ εἰς τὸ Ἀστεροσκοπεῖο. Μᾶς ἀπόμειναν οἱ τριάντα σιδηρόδρομοι. Μὰ αὐτοὺς εἴχαμε κάμῃ τάξιμον νὰ μὴ τοὺς ἀγγίξωμεν, νὰ τοὺς φυλάγωμε γιὰ προῖκα τῶν κορῶν μας. Ἔτυχεν ὅμως ν’ ἀρρωστήσῃ ἡ μεγάλη καὶ νὰ χρειασθῇ γιατρό, ζουμί, στρῶμα, φανέλλα καὶ σκεπάσματα ζεστά. Ἐσυλλογιστήκαμε τότε πὼς κάλλια πάλι ἤτανε νὰ λιγοστέψῃ ἡ προῖκά της παρὰ νὰ τὴν πάρῃ ὁ χάρος, ἂς εἶνε καὶ χωρὶς προῖκα. Ἔβγαλα μὲ βαρειὰ καρδιὰ τρεῖς μετοχὲς ἀπὸ τὴν κασέλα μου νὰ δώσω νὰ τὶς πουλήσουν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἐμπρὸς εἰς τὴν πόρταν ἦταν ἕνας μαυροπίνακας μὲ τὶς τιμὲς τοῦ χαρτιοῦ, καὶ οἱ σιδηρόδρομοι ἤτανε σημειωμένοι δραχμὲς ἑκατὸν δέκα πέντε! Ἔμεινα ἀποσβλωμένος. Οὔτε τὸ μισὸ τῆς τιμῆς ποὺ τοὺς εἶχα πάρῃ πρὸ δύο μῆνες! Ἀρώτησα ἕνα μεσίτη, ἐλπίζοντας ἀκόμη πὼς μ’ ἐγέλασαν τὰ μάτια μου ἢ πὼς εἶνε στὸν πίνακα λάθος. ‟Δὲν εἶνε, μοῦ εἶπε, λάθος, μόνον εἶνε ἡ χθεσινή των τιμή. Σήμερα ἔχουν μόνον ἐνενῆντα”. Ὁ ἄνθρωπος μὲ εἶδε τόσο χλωμὸ ποὺ μὲ ἐλυπήθηκε καὶ μ’ ἐπῆρε εἰς τὸ πλαγινὸ καφενεῖο νὰ πιῶ ἕνα ρακί. Ἐκεῖ μέσα σύχισι καὶ βοὴ πολλή. Ἄλλοι ἔλεγαν πὼς εἶνε πανικὸς καὶ πὼς θὰ περάσῃ, καὶ ἄλλοι πὼς οἱ σιδερόδρομοι καὶ τ’ ἄλλα χαρτιὰ τοῦ Γούστα δὲν ἀξίζουν τίποτε καὶ θὰ καταντήσουν γρήγορα εἰς τὸ τίποτις. Τρεῖς ὅλες ἑβδομάδες ἤρχόμουν πρωὶ καὶ βράδυ εἰς τὸ χρηματιστήριο νὰ ἰδῶ τί τρέχει. Ἡ καρδιά μου κτυποῦσε σὰν κουδοῦνι καὶ προτοῦ νὰ σηκώσω τὰ μάτια εἰς τὸν πίνακα ἔκανα τὸ σταυρό μου καὶ ἔταζα κερὶ εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μὲ ἀξιώσουν νὰ ἰδῶ σημειωμένη καλλίτερη τιμή. Τίποτις ὅμως δὲν ὠφελοῦσεν. Ἀπὸ ἐνενῆντα δραχμὲς ἐξέπεσαν τὴν ἄλλη μέρα εἰς ὀγδοῆντα δύο, κ’ ἔπειτα ἑβδομῆντα, πενῆντα, σαράντα, εἴκοσι, ἕως ὅτου δὲν τοὺς ἤθελε πιὰ κανένας σὲ καμμιὰ τιμή. Δὲ σοῦ λέγω τί νύκτες περνοῦσα. Δὲν κατώρθωσα ὄχι νὰ κοιμηθῶ ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ σταθῶ στὸν ἴδιο τόπο πέντε λεπτά. Ποῦ ὅμως τόπος γιὰ περίπατο εἰς τὴν τρύπα ὅπου εἴμαστε στιβασμένοι ὁ ἕνας ἀπάνω στὸν ἄλλο; Γιὰ νὰ μὴν κόψω εἰς τοὺς δικούς μου τὸν ὕπνο, ἀφοῦ τοὺς ἐλιγόστεψα τὸ ψωμί, ἐπερίμενα νὰ κοιμηθοῦν, κ’ ἔπειτα ἔβγαινα νὰ ξεθυμάνω εἰς τὰ ἐρημοτόπια τριγύρω τῆς καλύβας μας. Ἦταν Γεννάρης, κι’ οὔτε κρύο ἔνοιωθα, οὔτε βροχή, οὔτε κούρασι καμμιά, ἀφοῦ ἐξενύκτιζα εἰς τὰ βουνά. Μ’ ἔτρωγεν ἡ ἀνησυχία τοῦ τί θὰ γίνωμεν καὶ ἡ φοῦρκα, ὅταν ἐσυλλογούμουν πὼς εἴκοσι χρόνια ξυπνοῦσα πρὶ φέξῃ, μὲ τὴ ψύχρα καὶ τὴ φουρτούνα, γιὰ νὰ μαζέψω μία - μία μὲ τὸ ψάρεμα καὶ τὸ σκάψιμο τὶς λίγες χιλιάδες δραχμὲς ποὺ μὲ ἔφαγαν οἱ ἀχρεῖοι σ’ ἕνα μῆνα. Μιὰ νύκτα μ’ ἐπαραμόνευεν ἡ γυναῖκά μου ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρτα, κι’ ὅταν ἐγύρισα τὴν αὐγή, ἄρχισε νὰ μὲ βρίζῃ πὼς παίζω καὶ παραλῶ. Ἀναγκάστηκα τότε νὰ τῆς τὰ πῶ ὅλα. Ἔπειτα τὸ μετάνιωσα, γιατὶ πάλι καλλίτερες ἤτανε οἱ βρισιὲς παρὰ τὰ κλάματα τῆς δυστυχισμένης. Ἕνα - ἕνα ἀποπουλήσαμε τὰ λίγα πράμματα ποὺ μᾶς ἀπόμεναν, τὰ χαλιά, τοὺς τετζερέδες, τὰ καλὰ ῥοῦχα καὶ αὐτὸ τὸ χρυσοκέντητο νυφικό μας πάπλωμα. Σοῦ εἶπα πὼς δὲν γνώριζα κανένα. Ἀφοῦ τοῦ κάκου ἐγύρεψα ἄλλη δουλειά, ἐπῆρα ἕνα σχοινί, ὄχι νὰ κρεμασθῶ, κ’ ἐπῆγα νὰ σταθῶ ἐμπρὸς εἰς τὴν Καπνικαρέα μὲ τοὺς Μανιάτες. Ὁ πρῶτος τῆς Σύρας λεβέντης ἔγινα χαμάλης! Μὲ τὰ λίγα ποὺ ἐκέρδιζα κατώρθωνα νὰ μὴν πεθάνωμεν, ὄχι ὅμως καὶ νὰ μὴ πεινοῦμεν. Ἐπείνασες σὺ ποτέ σου;»

«Πολλὲς φορές, ὅταν δὲν ἤξερα τὸ μάθημά μου καὶ μ’ ἄφινεν ὁ δάσκαλος νηστικό.»

«Μὴ χωρατεύῃς μὲ τὴ δυστυχία. Πεῖνα θὰ πῇ δυὸ μουχλὰ ψωμιὰ ἀπὸ τὸ μπαγιατοπάζαρο γιὰ ἐννέα ἀνθρώπους. Τὸ μισὸ τοῦ μισοῦ ἀπὸ ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ χορτάσουν, ὅταν μαζὶ μὲ τὸ ψωμὶ δὲν τρῶνε ἄλλο τίποτες παρὰ ἀγριόρροκες καὶ φασκόμηλα ποὺ ἐμάζευαν τὰ παιδιὰ εἰς τὸ βουνό. Ὅποιος δὲν χορταίνει ἀργεῖ νὰ κοιμηθῇ καὶ δὲν ἔχει ἥσυχο ὕπνο. Πολλὲς φορὲς τ’ ἄκουα νὰ παραμιλοῦν ὡσὰν νὰ ὠνειρεύουνταν μεγαλύτερα κομμάτια ψωμί.»

«Τὸ ὄνειρο τοῦ ψωμιοῦ τὸ ἐπῆρες ἀπὸ τὴν ‟Κόλασι” τοῦ Δάντε.»

«Τὸ Δάντε δὲν τόνε ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς δὲν ὑπάρχει χειρότερη κόλασι, παρὰ νὰ βλέπῃς νὰ ὑποφέρουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγαπᾷς καὶ νὰ μὴ μπορῇς νὰ τοὺς βοηθήσῃς. Ἕνα πρωὶ τέλος πάντων εἶδα στὴν ἐφημερίδα ὅτι ἐγύρισεν ὁ συνταγματάρχης ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν κ’ ἐτράβηξα ὁλοΐσια εἰς τὸ σπίτι του. Ἦταν δέκα ἡ ώρα καὶ τὸν εὑρῆκα ἀκόμη εἰς τὸ στρῶμα, μακάριο καὶ ροδοκόκκινο, μὲ κεντητὸ φεσάκι ἀπάνω στὴ φαλάκρα του. Ἀπόπινε τὸν καφέ του κ’ ἔπαιζε μ’ ἕνα γάτο. Ἐφάνηκε σὰν νὰ δυσκολεύεται νὰ μὲ γνωρίσῃ, καὶ δὲν εἶχε καὶ πολὺ ἄδικο. Ἡ στέρησι καὶ ἡ ἀγρυπνιὰ μὲ εἶχαν κάμῃ νὰ λυώσω σὰν τὸ κερί. Εἶχα καταντήσῃ ὁ μισὸς καὶ δὲν ἤμουν πλιὰ καλὸς οὔτε γιὰ χαμάλης. Ἡ δυστυχία μὲ εἶχε κάμῃ καὶ ταπεινό. Σιγὰ - σιγά, καὶ μὲ καλὸ τρόπο, γιὰ νὰ μὴ θυμώσῃ, ἄρχισα νὰ τοῦ ἀραδιάζω ὅσα εἶχα νὰ τοῦ πῶ. Αὐτὸς ὅμως ἐξακολουθοῦσε νὰ προσέχῃ πολὺ περισσότερο εἰς τὰ παιχνίδια τοῦ γάτου παρὰ εἰς τὰ δικά μου λόγια. Τότε μ’ ἐπῆρεν ὁ θυμός. Ἄρπαξα τὸ γατὶ ἀπὸ τὸ λαιμό, τὸ ἐτίναξα εἰς τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς κάμαρας καὶ ἄρχισα νὰ μιλῶ δυνατά. Πὼς μὲ τὲς μετοχές του καὶ μὲ τὲς ψευτιές του, μὲ τὲς θέσεις, τὲς ὑποτροφίες καὶ τοὺς γαμπρούς του, μᾶς ἄφισε γυμνοὺς σὲ ξένο τόπο, πὼς μᾶς ἀφάνισε, πὼς μ’ ἐρήμαξε, πὼς πεινοῦμε καί, ἂν δὲν κάμῃ τίποτε γιὰ μένα, θὰ τοῦ χώσω τὸ λάζο στὴν κοιλιὰ καὶ ἔπειτα θὰ πάω νὰ πέσω στὴ θάλασσα μὲ μιὰ πέτρα στὸ λαιμό. Ἐνῷ ἐζητοῦσε νὰ μὲ ἡσυχάσῃ, ἄνοιξεν ἡ πόρτα καὶ ἐμπῆκεν ἕνας μεσόκοπος καμαρωμένος καὶ γελαστός, μὲ ὅμορφη χωρίστρα, μὲ μόσχο εἰς τὸ μαντήλι καὶ χείλια χονδρὰ σὰν ἀράπης. Ὁ συνταγματάρχης τὸν ἔκραξε σιμά του, ἄρχισαν νὰ κρυφομιλοῦν, κ’ ἔπειτα γυρίζει καὶ μοῦ λέγει: ‟Πήγαινε ἀπόψε στὰς πέντε νὰ εὕρῃς τὸν κύριον δημοτικὸν σύμβουλον, ποὺ ἔχει θέσι γιὰ σένα.” Φαντάζεσαι ὅτι δὲν ἔλειψα. Ὁ κύριος δημοτικὸς σύμβουλος μ’ ἀρώτησεν ἂν γνωρίζω ὀλίγην κηπουρικήν, καί, ἀφοῦ τοῦ εἶπα πὼς αὐτὴ εἶνε ἡ δουλειά μου, μ’ ἔβαλε σ’ ἕνα ἁμάξι καὶ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ ἀντικρυνὸ καφενεῖον ἡ Ματαιότης. Ἐκεῖ ἐφώναξεν ἕνα παπᾶ καὶ ἕνα φουστανελᾶ, μ’ ἐσύστησεν εἰς αὐτούς, μοῦ εἶπε πὼς ἡ ὑπόθεσίς μου εἶνε τελειωμένη, πὼς θὰ ἔχω ἑξῆντα δραχμὰς τὸν μῆνα, ἴσως καὶ τυχερά, καὶ νὰ ὑπάγω αὔριον τὸ πρωΐ ν’ ἀναλάβω τὰ καθήκοντά μου κηπουροῦ. Εἶχε σκοτεινάσῃ καὶ ἀπὸ κεῖ ποὺ ἤμαστε δὲν ἔβλεπα παρὰ μερικὰ δένδρα ἀπ’ ἐπάνω ἀπὸ ἕνα τοίχο. Έφανταζόμουνα πὼς αὐτὸ ἤτανε περιβόλι καὶ μόνον τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν ἐπῆγα ν’ ἀναλάβω τὰ καθήκοντα, ὡς τὰ ἔλεγε, ἔμαθα πὼς κηπουρὸς δὲν πάει νὰ πῇ περιβολάρης, καθὼς ἐνόμιζα, μόνο νεκροθάπτης. Ἡ τέχνη δὲν μοῦ ἄρεσε καθόλου. Ξέρεις, πὼς ἐμεῖς οἱ Συριανοὶ δὲν ἀγαποῦμε νὰ ἔχωμε πολλὰ ἀνακατώματα μὲ τοὺς ἀποθαμένους καὶ τὸ βράδυ ἀλλογυρίζουμε, γιὰ νὰ μὴν περάσωμεν ἀπ’ ἐμπρὸς ἀπὸ νεκροταφεῖο. Τὲς σαβανῶστρες καὶ τοὺς νεκροθάπτες τοὺς φέρνουμε ὅλους ἀπὸ ἔξω, ἀπὸ τὴ Μύκονο ἢ τὴ Σαντορίνη, γιατὶ παρὰ νὰ μαλάζῃ νεκροκρέββατα καὶ κουφάρια θὰ προτιμοῦσε κι’ ὁ πιὸ ξεπεσμένος Συριανὸς νὰ μαζεύῃ καβαλίνα. Ἐφοβούμουν μὴ μὲ συχαθῇ καὶ ἡ γυναῖκά μου. Αὐτὴ ὅμως δὲν ἐσυλλογίζουνταν τώρα ἄλλο παρὰ ψωμὶ γιὰ τὰ παιδιά της καὶ μὲ ἐβίαζε νὰ δεχθῶ. Τὸν πρῶτο καιρὸ ὑπόφερα πολύ. Σκάπτοντας τὴ μαύρη ἐκείνη γῆ τοῦ νεκροταφείου, τὴ γεμάτη κόκκαλα καὶ σάπια σανίδια, δὲν μποροῦσα νὰ μὴ θυμηθῶ τὸ κόκκινο χῶμα τοῦ βουνοῦ μου, ποὺ μύριζε θυμάρι, τὲς ῥοδιές, τὸ κοτέτσι, τὰ γουρούνια καὶ τ’ ἄλλα ποὺ ἤτανε ὅλα δικά μου. Ἀπὸ νοικοκύρης νεκροθάπτης. Ἄσχημη ἀλλαξιά! Ὁ πρῶτος ποὺ μοῦ ἔλαχε νὰ κατεβάσω εἰς τὸ λάκκο, ἤτανε ἐκεῖνος ἐκεῖ κάτω ὁ Κασμαζῆς ποὺ ἐκύτταζες τὴ φωτογραφία του, μοναχογυιὸς εἴκοσι χρονῶν. Ἡ μάννα του ἔκλαιε σὰν ἀλαφίνα. Ἐφούσκωσαν καὶ τὰ δικά μου μάτια καὶ μὲ περιγελοῦσαν οἱ φανοφόροι καὶ οἱ παπάδες. Τὴν νύκτα ἐφοβούμουν νὰ μείνω μονάχος· ἔβλεπα στὸν ὕπνο μου ἐκείνους ποὺ εἶχα θάψῃ καὶ τὸ ψωμὶ ποὺ ἔτρωγα μοῦ φαινότανε πὼς μυρίζει λιβάνι. Μὲ τὸν καιρὸν ὅμως ἐσυνείθισα νὰ μὴ σκιάζωμαι τοὺς ἀπεθαμένους καὶ νὰ λυποῦμαι λιγώτερο τους ζωντανούς.»

«Ὥστε», τοῦ εἶπα, «εἶσαι τώρα πλέον εὐχαριστημένος;»

«Εὐχαριστημένος!» ἀνέκραξεν ὁ Ζώμας, τοῦ ὁποίου ἤστραψε καὶ πάλιν τὸ βλέμμα. «Ἄκουσε νὰ μάθῃς καὶ τ’ ἄλλα. Γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ κοντὰ στὴ βρωμοδουλειά μου καὶ νὰ πλερώνουμε καὶ λιγώτερο νοῖκι, ἐκουβαληθήκαμε ἀπὸ τὸ βουνήσιο καλύβι μας τοῦ Ραγκαβᾶ, ὅπου ἦταν τοὐλάχιστο τὸ ἀγέρι καθαρό, σ’ ἕνα σοκάκι τῆς Βάθειας, κοντὰ εἰς τὸ παλαιὸ γεφύρι. Περιπαίζετε τοὺς Ζιῶτες καὶ καὶ τοὺς Συριανοὺς πὼς κοιμοῦνται ἀγκαλιὰ μὲ τὰ γουρούνια. Πές μου ὅμως ἂν εἶδες ἐκεῖ χειρότερα γουρουνοχώρια ἀπὸ τοὺς φτωχικοὺς μαχαλάδες τῶν Ἀθηνῶν ἢ ἄλλη τέτοια Βάθεια πουθενά; Τὸ καλοκαῖρι σκόνη μὲ τὴν κουτάλα· νερομαζώματα καὶ λάσπη ὡς τὸ γόνατο ἅμα στάξῃ ὁ οὐρανός, καὶ σὲ κάθε δρόμο μιὰ φρακτὴ ἢ ἄφρακτη μάνδρα, ὁ ἀπόπατος ὅλης τῆς γειτονιᾶς! Ποῦ ὅμως νὰ πᾶνε ὅσοι πηγαίνουν ἐκεῖ, ἀφοῦ οἱ γιατροσύνεδροι, οἱ ἀρχιτέκτονες, οἱ ἀστυνόμοι, οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ νομάρχαι σας θεωροῦν ὅλοι τ’ ἀναγκαῖα περιττά; Ἀντίκρυ μου ἔχω ἕνα χασάπη ποὺ σφάζει στὴ μέση τοῦ δρόμου ζῷα μικρὰ καὶ μεγάλα, γίδια, πρόβατα καὶ βιδέλα, καὶ τρέχουν πάντοτες δύο ποταμοί, ὁ ἕνας κόκκινος ἀπὸ αἷμα, καὶ ὁ ἄλλος πράσινος ἀπὸ κοπριὰ καὶ χολή. Φωνάζουν οἱ γειτόνοι, μὰ τί μπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ ἀστυνομία, ἀφοῦ εἰς τὸν τοῖχο τοῦ χασαπιοῦ εἶνε κρεμασμένα χαντζάρια, γιαταγάνια κάμες, πάλες καὶ κουμπούρες; Τέλειο ὁπλοστάσιο καὶ στὴ μέση ἡ εἰκόνα τοῦ Πρωθυπουργοῦ δαφνοστεφανωμένη, σὰν νὰ σοῦ λέγῃ ὅτι ἔχει ὁ φίλος του τὴν ἄδεια νὰ μᾶς φέρῃ λοιμική· καὶ ἂν τοῦ κάμῃ κανένας παρατήρηση, νὰ τὸν σφάξῃ κ’ ἐκεῖνον, καθὼς τὰ πρόβατα καὶ τὰ βιδέλα, γιὰ νὰ μάθουν οἱ ἄλλοι νὰ σωπαίνουν. Παραπέρα εἶνε μιὰ ἀποθήκη κακογδαρμένα τομάρια, ποὺ ἀναγκάζουν νὰ φράξῃ τὴ μύτη του οποίος δὲν ἔχει σινάχι. Ἄλλη πληγὴ εἶνε ὁ μπακάλης καὶ χειρότερο γουροῦνι ὁ μανάβης. Καὶ δὲν εἶνε ἕνας ἢ δυό, ἀλλὰ εἴκοσι, πενήντα, ἑκατό, ὅλοι μὲ προστασία καὶ τόση μάλιστα, ποὺ ἕνα καλοκαῖρι, ποὺ ἔτυχε νὰ εἶνε ὀλιγώτερο ἢ χειρότερο τὸ νερό, μᾶς ἐπλάκωσε κοιλιακὸς τύφος καὶ ἄρχισαν νὰ πεθαίνουν σὰν τὲς μυῖγες τὰ παιδιά. Τέσσαρα δικά μου ἔθαψα τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο σ’ ἐκείνη τὴ γωνιά, κοντὰ στὸ μνῆμα τοῦ Γενναδίου, ἐκεῖ ποὺ ἐκαμάρωνες τὴν ἄσπρη γαρουφαλιά.»

«Ἐκεῖ», τοῦ εἶπα, «ἐμέτρητα τέσσερα σταυρουδάκια κολλητά.»

«Ἔχε λίγη ὑπομονή. Ἀκόμη δὲν εἴχαμεν ἀποκλάψῃ τὰ τέσσαρα παιδιά, ὅταν γυρίζοντας ἕνα μεσημέρι ἀπὸ τὴ δουλειά μου βλέπω ἀπὸ μακρυά, ἐμπρὸς στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας κόσμο πολύ. Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ κόκκινες στολὲς κλητήρων. Ἄρχισα νὰ τρέμω καὶ ἔπειτα νὰ τρέχω. Ἐσίμωσα καὶ τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ εἶδα ἦταν ἡ γυναῖκά μου, σωριασμένη κατὰ γῆς, ἀνάμεσα σὲ δυὸ γειτόνισσες, ποὺ τὴν ἔτριβαν μὲ ξίδι νὰ τὴν ξελιγοθυμήσουν, καὶ στὸ πλάγι της ἕνα ἄλλο ἀναίσθητο καταματωμένο σωρό. Ὁ σωρὸς ἦταν ὁ Γιάννης μου, ἐκεῖνος ποὺ μ’ ἔλεγε πὼς θὰ κάνῃ ὑπότροφο ὁ βουλευτής. Τὸν εἶχε στείλῃ ἡ μάνα του νὰ ψουνίσῃ καὶ τὸν ἑπλάκωσεν ἕνας ἁμαξᾶς, ποὺ ἔτρεχε σὰν κυνηγημένος λαγὸς σὲ στενὸ δρόμο γεμάτο κόσμο. Ὁ Γιάννης πέθανε μετὰ δύο ὧρες. Ὅλοι τὸν ἔκλαιαν κι’ ἀναθεμάτιζαν τ’ ἁμάξια καὶ τὴν ἀστυνομία. Ὁ νεκροσκόπος μᾶς ἔλεγε πὼς ἔκαμε τὸν λογαριασμὸ καὶ πὼς ἀνάλογα τοῦ πληθυσμοῦ περισσοτέρους ἀνθρώπους σκοτώνουν οἱ ἁμαξάδες εἰς τὰς Ἀθήνας, παρὰ αἱ τίγρεις εἰς τὰς Ἰνδίας. Γιατί ὅμως νὰ μὴ κάμῃ τὸ κέφι του κι’ ὁ ἁμαξᾶς, ἀφοῦ ἔχει κι’ ἐκεῖνος προστασία, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ νὰ μᾶς σακατεύῃ μὲ τὸ ἁμάξι του, καθὼς ὁ χασάπης κι’ ὁ μανάβης νὰ μᾶς ἀρρωστοῦν μὲ τὴ σαπίλα καὶ τὴν ἀποφορά τους; Ἀξαπλώνοντας τὸ πέμπτο μου παιδὶ κοντὰ εἰς τ’ ἀδέλφια του, ἐσυλλογούμουν μὲ πίκρα καὶ μὲ καϋμό, πὼς εἰς τὸ νεκροταφεῖον τῆς Βάθειας δὲν θὰ εἶχα οὔτε κἂν τὴν παρηγοριὰ νὰ σκάψω τὸ λάκκο κανενὸς ὑπουργοῦ, βουλευτῆ, νομάρχη, δημοτικοῦ συμβούλου, ἢ ἄλλου προστάτη τῶν φονιάδων, γιατὶ ὅλους αὐτοὺς τοὺς πηγαίνουν εἰς τὸ ἀρχοντικὸ νεκροταφεῖο. Τὸν ἀκόλουθο χρόνο τὸν ἐπεράσαμε πλέον ἥσυχα. Ἔβλεπα μόνο τὴ γυναῖκα μου ν’ ἀναστενάζῃ κόπτοντας μεγαλείτερα κομμάτια ψωμὶ εἰς τὰ παιδιὰ ποὺ μᾶς ἀπόμεναν. Ἐσυλλογούνταν ἡ δύστυχη πὼς τὸ παραπάνω ἦταν τὸ μερδικὸ τῶν ἀποθαμένων. Ἡ κόρη μας εἶχε μεγαλώσῃ καὶ ἔφθασε στὴν ὠμορφιὰ τῆς μάννας της, καθὼς ποὺ ἦταν τὸν καιρὸ ποὺ σ’ ἐξετρέλλαινε στὴ Σύρα. Μόνο ποὺ ἡ κόρη θὰ σοῦ ἄρεσε ὀλιγώτερο, γιατὶ αυτὴ ἦταν λιγόλογη καὶ σεμνὴ σὰν εἰκόνα. Τὴν εἶχαμε βάλῃ σ’ ἕνα ἐργοστάσιο γυναικήσιω καπέλλω καὶ μᾶς ἔφερνε εἴκοσι δραχμὰς τὸ μῆνα καὶ κάτι περισσότερες ὁ μοναχογιός μου ὁ Πέτρος, ποὺ εἶχε γίνῃ στοιχειοθέτης. Μ’ αὐτὰ καὶ τὴ νεκροθαπτική μου καταφέρναμε νὰ ζοῦμε. Ἐφρόντιζα καὶ σὲ κάθε λείψανον νὰ γεμίζω τὲς τσέπες μου παξιμάδια. Ἦλθεν ὅμως ἡ ἐπιστράτευσι καὶ μᾶς ἐπῆραν τὸν Πέτρο νὰ τὸν στείλουν νὰ ἑτοιμασθῇ γιὰ πόλεμο στὴ Θεσσαλία. Ἐμεῖς ἐκλαίγαμε, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο κατενθουσιασμένος καὶ δὲν ὠνειρεύουνταν ἄλλο παρὰ δόξες, γαλόνια, σκοτωμοὺς πασσάδων καὶ χανούμισσες μὲ διαμάντια. Τὸν συνταγματάρχη εἶχα χρόνο νὰ ἰδῶ καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὸν ξεχάσω, ὅταν μοῦ μήνυσε ἕνα πρωὶ νὰ περάσω ἀπὸ τὸ σπίτι του γιὰ μιὰ ὑπόθεσι σπουδαία. Εἶχε καὶ πάλι ὁ μασκαρᾶς εἰς τὸ στόμα τὸ ζαχαρένιο χαμόγελο καὶ τὰ γλυκὰ λόγια τῆς Σύρας. Μοῦ ἔκαμε παράπονα πὼς τὸν ξεχνῶ, ἐνῷ αὐτὸς δὲν ἔπαυσε νὰ μ’ ἀγαπᾷ· πὼς ἐλπίζει νὰ μοῦ εὕρῃ γρήγορα καλλίτερη θέσι καὶ ἔχει ἕτοιμο τὸ γαμπρὸ ποὺ μοῦ εἶχεν ὑποσχεθῇ. Αὐτὰ ἐσήμαναν πὼς ἀπέθανεν ὁ γέρω Δήμαρχος τῆς Σύρας καὶ ἤθελε νὰ γράψω τοῦ πεθεροῦ μου καὶ τῶν ἄλλων μου συγγενῶν νὰ ὑποστηρίξουν τὸ δικό του ὑποψήφιο στὴν ἐκλογή. Δὲν ἐπίστευα τίποτες ἀπὸ ὅσα μοῦ ὑπόσχονταν καί, μετὰ τὸ κακὸ ποὺ μοῦ ἔκαμεν, εἶχα περισσότερη ὄρεξι νὰ τὸν πνίξω παρὰ νὰ τὸν δουλέψω. Ἠμποροῦσε ὅμως νὰ μὲ κάμῃ νὰ χάσω τὴ θέσι μου, καὶ τοῦ ὑποσχέθηκα νὰ ἑτοιμάσω τὰ γράμματα ἀμέσως. Τὸ ἀπόγευμα ἔστειλε νὰ τὰ πάρῃ μὲ ἕνα ὑπαξιωματικό. Αὐτὸς ἦταν ὁ γαμπρός, γερὸ παλληκάρι, καλοστολισμένο ποὺ μ’ ἄρεσε πολὺ ἐμένα καὶ τῆς γυναίκας μου, ἀφοῦ μάλιστα μᾶς εἶπε πὼς ἐκληρονόμησε πέρσι ἀπὸ τὴ μητέρα του ἕνα φοῦρνο στὸ Ῥοδακιό. Δὲ ξέρω ὅμως τί εἶχε καὶ δὲν ἄρεσε τῆς κόρης μας καθόλου. Ὅταν τὴν ῥωτήσαμε, μᾶς ἀποκρίθηκε πὼς δὲν τῆς ἐφάνηκαν τὰ μοῦτρά του καλοῦ ἀνθρώπου καὶ πὼς ἔχει τὸ ἕνα μάτι πράσινο καὶ τὸ ἄλλο μαβί. Αὐτὰ μὲ ἔκαμαν νὰ θυμώσω. Τῆς εἶπα μὲ χονδρὴ φωνὴ πὼς ἕνα κορίτσι ποὺ δὲν ἔχουν οἱ γονιοί του νὰ τὸ χορτάσουν ψωμὶ δὲν πρέπει νὰ κάμῃ τὴ χαδοῦσα καὶ νὰ ψιλολογᾶ γιὰ τὸ χρῶμα τῶν ματιῶ. Ἐχαμήλωσεν ἡ καϋμένη τὰ δικά της καὶ ἀρχισε νὰ κλαίῃ καὶ νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι θὰ κάμῃ τὸ θέλημά μας. Ἡ μεγάλη μας συλλογὴ ἦταν ὁ Πέτρος ποὺ πρῶτα μᾶς ἔγραφε τακτικὰ καὶ τώρα μᾶς ἄφισεν ἕνα μῆνα χωρὶς εἴδησι καμμία. Τοῦ ἐγράψαμε καὶ δὲν ἀπαντοῦσε· ἐξετάζαμε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ κανένας δὲν ἤξευρε ἢ δὲν ἤθελε νὰ πῇ. Ἡ κόρη μου ἐξεφύλλιζε μαργαρῖτες καὶ ἡ γυναῖκα μου ἀρωτοῦσε τὰ χαρτιὰ ποῦ βρίσκεται καὶ τί κάμνει, ἕως ὅτου ἕνας δεκανέας, ποὺ ἐγύριζεν ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, ἦλθε μιὰ μέρα νὰ τῆς φέρῃ τὸ φυλακτό, ποὺ τοῦ κρέμασεν εἰς τὸ λαιμὸ τοῦ Πέτρου ὅταν ἐξεκίνησεν εἰς τὰ σύνορα, καὶ νὰ τῆς πῇ ὅτι δὲν ἔχει πλιὰ γυιό, πὼς τοῦ ἔκλεισεν ὁ ἴδιος τὰ μάτια ἀφοῦ ἐβασανίστηκε τρεῖς ἐβδομάδες εἰς τὸ νοσοκομεῖο. Ὁ μαντατοφόρος εἶχε πάθῃ κ’ ἐκεῖνος πυρετὸ καὶ ἦταν ἀκόμη κίτρινος σὰν τὸ θειάφι· ἐγίνετο ὅμως κόκκινος ἀπὸ τὸ θυμό, ὅταν μᾶς ἔλεγε πόσα ὑπόφεραν αὐτὸς καὶ οἱ σύντροφοί του εἰς τὴ Θεσσαλία. Καὶ τὸ σκληρότερο βάσανό τους ἦταν πὼς δὲν ἐλπίζανε πλιὰ νὰ πολεμήσουν μὲ ἄλλον ἐχθρὸ παρὰ τὸ κρύο, τὴ γύμνεια καὶ τὴ δυσεντερία. Ἀπὸ τὰ ἑπτὰ παιδιὰ ποὺ εἶχα φέρῃ στὴν Ἀθήνα δὲν μοῦ ἀπόμενε παρὰ μιὰ κόρη, καὶ οὔτ’ ἐκείνη ἐφαίνουνταν εὐχαριστημένη. Ἐπροσπαθοῦσε γιὰ τὸ χατῆρι μας νὰ περιποιηθῇ τὸν ἀρραβωνιαστικό της καὶ δὲν κατώρθωνε νὰ κρύψῃ τὴ στενοχώρια της. Ἕνα πρωὶ μ’ ἐπῆρεν ἐκεῖνος κατὰ μέρος νὰ μ’ ἀρωτήσῃ τί προῖκα ἐλογάριαζα νὰ τοῦ δώσω. Ὁ ἀναθεματισμένος βουλευτής, γιὰ νὰ μᾶς τὸν ἔχῃ κολλητὸ ἕως νὰ τελειώσῃ στὴ Σύρα ἡ δημοτικὴ ἐκλογή, τὸν ἄφινε νὰ πιστεύῃ πὼς κάτι μᾶς ἀπομένει. Τοῦ εἶπα τότες ἐγὼ πὼς μὲ τὲς καλὲς συμβουλὲς τοῦ συνταγματάρχη ἀπομείναμε μὲ τὸ ποκάμισο καὶ δὲν ἔχω ἄλλο νὰ τοῦ δώσω παρὰ μόνο τὴν κόρη μου καὶ τὴν εὐχή μου. Δὲν μοῦ ἔκαμε καμμιὰ παρατήρησι καὶ ἐξακολούθησε νὰ ἔρχεται στὸ σπίτι καθὼς πρῶτα. Παρατήρησα μόνο πὼς ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἄλλαξαν οἱ τρόποι του μὲ τὸ κορίτσι. Ἄρχισε νὰ φέρεται μαζί της σὰν σουλτᾶνος. Δὲν ἐπρόσεχεν εἰς τὰ λόγια του· τὴν ἔπιανεν ἀπὸ τὴν μέση καὶ τὴν ἐκυνηγοῦσε νὰ τὴν φιλήσῃ. Αὐτὰ τὰ καμώματα δὲν μᾶς ἄρεζαν διόλου. Ἐσυλλογούμεθα ὅμως τὴ δική μας φτώχεια καὶ τὸ δικό του φοῦρνο. Ἕνα βράδυ ποὺ τὸ ἐπαράκαμνε καὶ ἤθελε νὰ τὴν καθίσῃ μὲ τὸ ζόρι ἐπάνω στὰ γόνατά του, τοῦ ξέφυγεν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ ἔτρεξε νὰ κλειδωθῇ στὴν ἄλλη κάμαρη. Ἔφυγε καὶ ἐκεῖνος ἀγριωμένος χωρὶς νὰ μᾶς πῇ καλὴ νύκτα. Ξαναῆλθεν ὅμως τὴν ἑπομένη μέρα καὶ τὲς ἄλλες καὶ τὸ φέρσιμό του ἤτανε πλέον ἀνθρωπινό. Αὐτὸ τὸ ἐξήγησα ἐγὼ πὼς τὴν ἀγαπᾷ, καὶ πὼς εἶχε μετανοήσῃ γιὰ τὸ βάρβαρό του τρόπο. Ἐκεινῆς ὅμως ἡ ἀντιπάθεια εἶχε γίνῃ τρομάρα. Ἐπέμενε νὰ μᾶς λέγῃ πὼς δὲν ἔχουν τὰ δυό του μάτια τὸ ἴδιο χρῶμα· καὶ ἔχανε τὴν ὄψιν της σὰν ἄκουε τὸ πάτημά του. Μετὰ μερικὲς ἡμέρες τὴν ἐπεριμέναμεν ἕνα βράδυ νὰ γυρίσῃ ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιο γιὰ νὰ δειπνήσουμε· ἡ ὥρα ὅμως ἐπερνοῦσε καὶ δὲν ἐφαίνοταν. Εἰς τὴν ἀρχὴ ὑποθέσαμε πὼς τὴν κρατοῦν γιὰ βιαστικὴ δουλειὰ εἰς τὸ καπελλάδικο, καθὼς ἔτυχε καὶ ἄλλη φορά· ἔπειτα ἀρχίσαμε νὰ ἀνησυχοῦμε μήπως μᾶς ἐξέκοψε γιὰ νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸ λοχία. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἤτανε εἰς τὸ χαρακτῆρα της, γιατὶ μᾶς ἀγαποῦσε καὶ ἦταν ἕτοιμη νὰ κάμῃ τὸ θέλημά μας. Μετὰ μισὴ ὥρα πῆγα νὰ τὴν ζητήσω στὸ καπελλάδικο. Μὲ εἶπαν ὅτι εἶχε φύγῃ τὴ συνειθισμένη ὥρα στὰς ἑπτά. Ἐγύρισα εἰς τὸ σπίτι ἐλπίζοντας νὰ τὴν εὕρω ἐκεῖ. Δὲν εἶχε φανῇ οὔτε ὁ λοχίας· ἐπῆγα νὰ τὸν ζητήσω εἰς τὸν στρατῶνα· δὲν ἤξευραν ποῦ ἦταν· ἐπῆγα εἰς τοῦ βουλευτῆ· εἶχε δυὸ μέρες νὰ τὸν ἰδῇ καὶ μοῦ ἔκαμε καὶ τὴν παρατήρησι πὼς δὲν εἶχεν ὁ λοχίας κανένα λόγο νὰ κλέψῃ τὸ κορίτσι, ἀφοῦ ἤμουν πρόθυμος νὰ τοῦ τὸ δώσω. Ἐπῆγα τότε νὰ ξυπνήσω δύο γειτόνους καὶ ἀνάψαμε φανάρια νὰ ἰδοῦμε μήπως ἐγλίστρησε σὲ κανένα ἀπὸ τὰ βάραθρα καὶ ξεροπήγαδα τῆς Βάθειας, ποὺ καταπίνουν ἀνθρώπους κάθε σκοτεινὴ νύχτα. Τὰ ἐξετάσαμεν ὅλα καὶ δὲν εἴδαμεν τίποτες. Ἐξεπήδησα ἔπειτα εἰς τὴν ἀστυνομίαν νὰ ἐρωτήσω ποιοὺς ἐπλάκωσαν ἀπὸ τὸ πρωὶ οἱ ἁμαξάδες. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν εἶχαν πλακώσῃ κανένα, καὶ μόνον ὁ σιδερόδρομος ἕνα βόδι. Ὁ διευθυντὴς μ’ ἐλυπήθηκε καὶ μοῦ εἶπε πὼς θὰ ἐνεργήσῃ δραστήρια καὶ γρήγορα θὰ μάθῃ τί ἔγινε τὸ κορίτσι μου. Μ’ ἀρώτησε ποῖοι ἐσύχναζαν εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ ἐφάνηκε πὼς ἔστραβομούριασε ὅταν τοῦ ἀνέφερα τὸ λοχία Μεϊντανό. Ἐπερίμενα πὼς θὰ μοῦ πῇ τίποτες γι’ αὐτόν. Μοῦ εἶπε μόνο καλὴ νύχτα καὶ νὰ ἔχω ὑπομονήν. Ἐπέρασαν ἄλλες τέσσαρες μέρες χωρὶς τίποτε νὰ κατορθώσῃ. Ἐξαναπῆγα τότες εἰς τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἄκουσα πάλι πὼς δὲν ξεύρει τίποτες καὶ δὲν εἶδε τὸν Μεϊντανό. Αὐτὴ ὅμως τὴ φορὰ ἔμοιαζε σὰν στεναχωρεμένος, ἀπόφευγε τὸ μάτι μου καὶ ἐβιάζετο νὰ μὲ ξεφορτωθῇ. Τὴν ἄλλη μέρα εὐρέθη ἡ κόρη μου. Ξέρεις τί εἶχε γίνῃ;»

«Πῶς θὲς νὰ τὸ ξέρω;»

«Ὁ Μεϊντανὸς μὲ δυὸ ἄλλους ἄχρείους τὴν ἀκολούθησαν ὅταν ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιο ὡς τὸ γεφύρι τῆς Βάθειας. Ἐκεῖ τὴν ἔπιασαν, τὴν ἔφραξαν τὸ στόμα, τὴν ἔρριξαν σ’ ἕνα ἁμάξι, τὴν ἐπῆγαν εἰς τὸ βρωμόσπιτο μιανῆ Κερᾶς Βασιλικῆς, τὴν ἀτίμασαν, τὴν ἑβασάνισαν ὅλη νύκτα καὶ τὴν ἄφισαν ἐκεῖ ἀναίσθητη καὶ μισοπεθαμένη. Τὸν Μεϊντανὸ τὸν ἔκρυπτεν ὁ βουλευτὴς τρεῖς ἡμέρες εἰς τὸ ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ του, ἔπειτα τὸν ἔκαμε νὰ δραπετέψῃ.»

«Αὐτά», τοῦ εἶπα, «εἶνε πράγματα ποὺ ἀκολουθοῦν κάθε μέρα. Μὲ πέντε λεπτὰ τὰ χορταίνεις σὲ κάθε ἐφημερίδα.»

  «Μὲ τὴ διαφορά», ἀπήντησεν ἀποτόμως, «ὅτι ἤκολούθησαν τῆς κόρης μου, καὶ δὲν εἶνε γιὰ μένα τὸ ἴδιο. Τὴν ἐφύλαγαν ἐκεῖ κοντὰ εἰς τὸ τμῆμα τῆς Βάθειας. Ἔτρεξα νὰ τὴν σηκώσω στὴν ἀγκαλιά μου καὶ νὰ τὴν πάω τῆς μάννας της. Ὅλη νύχτα ἐκλαίαμε γονατιστοὶ εἰς τὸ προσκέφαλό της καὶ τῆς ἐφιλούσαμε χέρια καὶ πόδια, κι’ οὔτε μᾶς ἀποκρίνουνταν, οὔτε γύρισε νὰ μᾶς δῇ. Ἐφοβούμεθα πὼς εἶνε κακιωμένη μαζί μας. Ἔπειτα ἦλθαν δύο γιατροὶ καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶχε τρελλαθῇ. Τοὺς γιατροὺς ἐσυντρόφευεν ὁ ἀστυνόμος. Ἀφοῦ ἔφυγαν ἐκεῖνοι, ἄρχισε νὰ μοῦ λέγῃ πὼς ὁ Μεϊντανὸς εἶνε ἕνας ἀχρεῖος, ποὺ ἔχει στὴ ῥάχι του κατηγορίες γιὰ βιασμοὺς καὶ φόνους. Τὸν προστατεύει ὅμως ὁ κύριος Βουλευτῆς Σύρου, ποὺ τὸν ἐγλύτωσε δυὸ φορές, καὶ θὰ ἦτο τρέλλα νὰ τὰ βάλω μ’ ἕνα Συνταγματάρχη καὶ ὑπουργικὸ Βουλευτή, τώρα μάλιστα ποὺ ἄρχισαν οἱ δουλειὲς τῆς Κυβερνήσεως νὰ στραβώνουν καὶ τὸν ἔχει ἀνάγκην. Ὅ,τι καὶ ἂν ἔκαμνα καὶ ὅσον καὶ ἂν ἐφώναζα δὲν θὰ κατώρθωνα τίποτες, ἐνῷ, ἂν ἐσώπαινα, ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ κάτι γιὰ μένα, ὡς π.χ. νὰ βάλουν τὴν κόρη μου χάρισμα εἰς τὸ φρενοκομεῖο. Δὲν ἀποκρίθηκα τίποτες, γιατὶ τὴν ἀπόφασί μου τὴν εἶχα πάρῃ. Ἔγραψα τοῦ πεθεροῦ μου νὰ φροντίσῃ, ὅσο πτωχὸς καὶ ἂν εἶνε, γιὰ τὴν κόρη του καὶ τὴν ἐγγονή του. Ἐφίλησα τὲς δυὸ δυστυχισμένες, ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ἐπέρασα στὴ ζώνη τὸ λάζο μου καὶ εἰς τὰς δέκα ἡ ὥρα ἐπῆρα τὸ δρόμο τοῦ σπιτιοῦ τοῦ βουλευτῆ, μὲ ἀπόφασι νὰ τὸν σκοτώσω καὶ ὅ,τι γίνῃ ἂς γίνῃ. Εὑρῆκα τὴν πόρτα του ἀνοικτὴ καὶ τὴ σάλλα του γεμάτη. Ἦταν ἐκεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο γιατροὺς ποὺ ἦρταν σ’ ἐμένα τὸ πρωὶ καὶ παρακάτω ἕνας παπᾶς μὲ τὸ διάκο του ποὺ ἐκρατοῦσε τὴ μετάληψι καὶ τὸ πετραχῆλι. Κανένας δὲν ἐπρόσεξεν ὅταν ἐμπῆκα. Ἐκρύβηκα ἀπ’ ὀπίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα τοῦ παραθύρου καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἄκουσα πὼς μετὰ τὸ πρόγευμα εἶχεν ἔρτῃ τοῦ συνταγματάρχη ἀποπληξία, πὼς ἀπέμεινεν ἡ μισὸς παράλυτος καὶ κινδυνεύει. Τώρα ἐσυζητοῦσαν ἂν πρέπει νὰ τοῦ πᾶνε ἀμέσως τὸν παπᾶ ἢ νὰ περιμένουν νὰ γίνῃ καλλίτερα ἢ χειρότερα. Μετὰ λίγην ὥρα ἐβγῆκεν ἀπὸ τὴν κρεββατοκάμερα ἄλλος γιατρὸς ποὺ εἶπε πὼς πρέπει ν’ ἀφήσουν τὸν άρρωστο νὰ ἡσυχάσῃ. Λίγο - λίγο ἄρχισεν ὁ κόσμος νὰ φεύγῃ, ἕως ὅτου δὲν ἀπέμειναν παρὰ ὁ γιατρός, ὁ παπᾶς καὶ δυὸ σπιτικοὶ φίλοι. Τὰ μετάνυκτα ἐπῆγαν κ’ ἐκεῖνοι νὰ ἐξαπλωθοῦν εἰς τὸ ἐπάνω πάτωμα, ἀφοῦ ἔδωκαν παραγγελία εἰς τὸν στρατιώτη τῆς ὑπηρεσίας νὰ μείνῃ στὴ σάλλα καὶ ἂν τύχῃ τίποτες νὰ τοὺς κράξῃ. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ἐσυλλογίζουνταν παρὰ πῶς νὰ περάσῃ τὴν νύκτα του ἀναπαυτικά. Ἔβαλεν ἕνα κερὶ σὲ μιὰ καθέκλα κοντὰ εἰς τὸ ντιβάνι, ἁπλώθηκεν ἀπάνω μὲ τὰ παπούτσια, ἐπῆρε νὰ διαβάσῃ μιὰν ἐφημερίδα, καὶ μετὰ πέντε λεπτὰ ἄρχισε νὰ ῥουχαλᾷ. Τώρα ἦταν ή δική μου σειρά, ὄχι βέβαια νὰ ῥουχαλήσω. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν κρύφτη μου, ἔσυρα τὸ λάζο, ἐπέρασα εἰς τὸ πλαγινὸ δωμάτιο καὶ ἐκλείδωσα ὀπίσω μου τὴν πόρτα. Ἦταν ἡ ἴδια κάμαρα ποὺ μὲ ἐδέχθηκε πρὸ τρία χρόνια παίζοντας μὲ τὸ γάτο, μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ἀντὶς κεντητὸ φεσάκι ἐφοροῦσε τώρα εἰς τὸ κεφάλι μιὰ φούσκα μὲ πάγο καὶ εἰς τὰ πόδια ἀντὶς παντόφλες συναπισμούς. Μὲ ὅλο του τὸ χάλι τοῦ ἀπέμεινεν ἀκέραιο τὸ λογικό. Μ’ ἐγνώρισεν ἀμέσως καὶ ὅταν ἐσήκωσα ἀπάνω του τὸ μαχαῖρι, κράζοντας αὐτὸν ‟φονιᾶ τῶν παιδιῶν μου”, ἅπλωσεν ὁ φόβος στὴν ὄψι τοῦ θανάτου πρασινάδα. Ἦταν ἄφωνος καὶ παράλυτος καὶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ παρακαλέσῃ οὔτε νὰ γονατίσῃ. Ὅσα ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ κάμουν τὰ γόνατα καὶ ἡ γλῶσσα τὰ ἔκαμνε τὸ μάτι. Τὸ βλέμμα του μοῦ ἔλεγεν: Ἁμάν! μοῦ φιλοῦσε τὰ χέρια, μοῦ ἔγλειψε τὰ πόδια. Δὲν μ’ εβάσταζεν ἡ καρδιὰ νὰ χτυπήσω τὸ ἄρρωστο ἐκεῖνο ἀνδράποδο. Ἄδίκον ὅμως θὰ ἦταν νὰ μείνουν τὰ παιδιά μου χωρὶς ἐκδίκησι καμμιά. Ἔβαλα στὴ θήκη τὸ λάζο καὶ ἔφτυσα στὸ πρόσωπο τὸν κύριον συνταγματάρχην, πού, ἀντὶ νὰ θυμώσῃ διὰ τὸ φτύσιμον, μ’ ἐκύτταξε, σὰν νὰ μοῦ ἔλεγεν εὐχαριστῶ ποὺ τοῦ χάρισα τὴ ζωή.»

«Καὶ πῶς ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ ἱστορία;»

«Ὁ συνταγματάρχης ἐγλύτωσε καὶ ἔφυγεν εἰς τὰ λουτρά. Ἡ κόρη μου ἐβασανίστηκε ἀκόμη μερικοὺς μήνες, κι’ ἔπειτα τὴν ἐξάπλωσα κ’ ἐκείνη κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα πέντε. Δὲν ἔχω δίκαιο νὰ λέγω, ἀνάθεμα εἰς τὴν πολιτική;»

«Πταίεις ὅμως καὶ σύ», τοῦ εἶπα, «ποὺ ἀνακατεύθης εἰς αὐτήν. Καὶ σὺ καὶ ὅσοι ἄλλοι μαζεύετε ψήφους καὶ πιστεύετε εἰς ὅσα σᾶς λέγουν.»

Τὸ ἐπιχείρημά μου, ἀντὶ νὰ τὸν ἀποστομώσῃ, τὸν ἔκαμε νὰ σηκωθῇ βροντόλαλος καὶ φοβερός. Τὰ μάτια του ἐσπιθοβολοῦσαν καὶ μοῦ ἔσφιξε τὰ χέρια που μ’ ἔκαμε νὰ πονέσω.

«Μὴ τὸ λές», μοῦ εἶπεν, «αὐτὸ γιατὶ δὲ σοῦ κάμνει τιμή. Τὸ σὺ φταῖς γιατὶ μ’ ἐπίστεψες ἄφησέ το εἰς τοὺς λωποδύτες τοῦ χρηματιστηρίου. Ὅσον ευκολώτερα πιστεύομεν καὶ ταχύτερα λησμονοῦμεν, τόσο μεγαλειτέρα εἶνε ἡ ἀσυνειδησία ἐκείνων ποὺ μᾶς ἀπαιτοῦν. Ὅσον πλέον κουτός, ἄκακος καὶ ἀπονήρευτος εἶνε ὁ λαός, τόσον περισσότερον ἔπρεπε νὰ τὸν συμπαθοῦν καὶ νὰ τὸν λυπούνται, ἀντὶ νὰ νομίζουν πὼς ἡ κουταμάρα καὶ ἡ καλωσύνη του τοὺς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν γδέρνουν ὣς τὸ κόκκαλο, νὰ τὸν καταδικάζουν εἰς τὴν βρώμαν, τὴν ἀρρώστειαν καὶ τὴν ἀτιμίαν, νὰ φέρνωνται μαζί του καθὼς οἱ ἄκαρδοι ἐκεῖνοι καρραγωγεῖς, που σκοτώνουν τ’ ἄλογα ἀπὸ τὸ πολὺ φόρτωμα καὶ τὸ πολὺ ξύλο γιὰ τὸ λόγο ποὺ δὲν δαγκάνουν καὶ δὲν κλωτσοῦν. Ἂν ἔχῃς μέσα στὸ στῆθός σου καρδιὰ καὶ ὄχι πέτρα, μὴ λὲς πὼς φταίει ὁ λαός, ἀλλὰ φώναξε μαζί μου: ἀνάθεμα εἰς τοὺς λαοπλάνους.»

  Τὴν χάριν ταύτην δὲν ἠμπόρεσα νὰ κάμω εἰς τὸν δυστυχῆ νεκροθάπτην, διότι ὀλίγην ἔχω φωνὴν καὶ δὲν ἀγαπῶ τὰς φωνάς. Ἂν ἐνόησα αὐτὸν καλά, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτει, παραβάλλων τοὺς πολιτικούς μας πρὸς καρραγωγεῖς, ἦτο, καθὼς ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ ἑταιρεῖαι πρὸς προστασίαν τῶν ἀνυπερασπίστων πλασμάτων, ἀλόγων, γάτων, περιστερῶν, καὶ ἄλλων πτερωτῶν καὶ μαστοφόρων, οὕτω νὰ συστηθῇ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα προστατευτικὴ τῶν ψηφοφόρων.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=lnKrbyARuaQ&t=11s



18.2.26

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Κείμενο -AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο, 
Κείμενο -AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

   Κάτω στὰ Βουρλίδικα, καθὼς κατηφορίζεις ἀπὸ τίς Βίγλες, ἀνάμεσα Πλατάνου καὶ Πετράλωνα, σιμὰ στῆς Γανωτίνας τὸν Μύλον, ἐκεῖ κατεβαίνει τὸ ῥεῦμα, χείμαῤῥος, νᾶμα, δρόσος καὶ ἴαμα, ἀπὸ τὰ ὄρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εὐφροσύνη ὀρνέων, ἐπαύλεις Σειρήνων, καὶ καλάμη καὶ χλόη· ἐκεῖ τὸ ὄμμα ἀπολαύει γωνίαν παραδείσου, καὶ ἡ ψυχὴ δροσίζεται ὡς σώφρων Ἄννα, κινοῦσα τὰ χείλη εἰς προσευχήν, χωρὶς ν᾿ ἀκούεται ἡ φωνή της, φωνὴ μυστηριωδῶς ψιθυρίζουσα εἰς τὴν καρδίαν: «Σὺ ἐποίησας πάντα τὰ ὡραῖα τῆς γῆς, θέρος καὶ ἔαρ, σὺ ἔπλασας αὐτά».

Τέσσαρα ἢ πέντε καλύβια ἀγροτῶν καὶ βοσκῶν, ἀντικρύζοντα εἰς ἄλληλα, ἦσαν κτισμένα ἐπὶ τῶν κλιτύων, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Ὅλα τ᾿ ἀνήλικα παιδία τῶν ἀγροδιαίτων αὐτῶν οἰκογενειῶν συναγελάζοντο καθημερινῶς πρὸς τὸ βάθος τῆς ῥεματιᾶς, κυλιόμενα μέσα εἰς τὰ παχέα χόρτα, ἀνάμεσα εἰς τὰς πυκνὰς λόχμας καὶ τοὺς καλαμῶνας, παίζοντα εἰς τὸν ἥσκιον τῶν βαθυφύλλων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἠγκαλίζετο ὁ κισσός, ἀπὸ τῆς ῥίζης, σπειροειδῶς ἀνέρπων μέχρι τῆς κορυφῆς, σιμὰ εἰς τὸ διαυγὲς ῥεῦμα, τοῦ ὁποίου ἠκούετο ὁ ψίθυρος, κελαρύζων βαθιὰ εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῶ ἡ αὔρα ἔσειε μυστικὰ τοὺς βαθυπρασίνους θάμνους, κι οἱ παπαροῦνες ἔβαπτον μὲ κόκκινα στίγματα ὅλα τὰ κατηφορικὰ χωράφια γύρω, ἐν μέσῳ πληθύος ἄλλων ποικιλοχρώμων ἀνθέων, ὅπου ἐνθύμιζον τὸ ᾆσμα τὸ ψαλὲν εἰς τὰς ἐκκλησίας τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὴν σεβάσμιον: «ἐνεδύσω στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφίσας τοῖς ἄνθεσι· καὶ τὴν χλαῖναν τὴν κοκκίνην ἐφόρεσας...»· κι ἐκεῖ τὰ πετεινά, εὐφραινόμενα, ἐπετοῦσαν ἀπὸ κλάδου εἰς κλάδον, ἀνταποκρινόμενα μὲ τὰ κελαδήματά των εἰς τὰς χαρμοσύνους τῶν παιδίων κραυγάς.

Ἦσαν ὁ Στάθης κι ὁ Λευθέρης τῆς Κρατήρας, δίδυμα ἑπτὰ ἐτῶν, κι ὁ Γιώργης κι ἡ Μαλάμω τοῦ Καρυοφύλλη, ἑπτὰ καὶ ἓξ ἐτῶν, κι ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου, ὀκταέτης, καὶ ὁ Χαράλαμπος καὶ τὸ Τσιτσὼ τοῦ Καλλιμάνη, ἓξ καὶ πέντε ἐτῶν, ὅλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εἰς τὰς λόχμας, πηδῶντα τὰ μικρὰ χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ἢ ξυλάρια εἰς τὸ νερὸν τοῦ ῥύακος.

Τὴν πρωΐαν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρὰ σπεῖρα ἀπὸ μάγκας τῆς πολίχνης, ἡλικίας ἀπὸ δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἐξέλθει εἰς ἐκδρομὴν ἀνὰ τὴν κοιλάδα, διὰ νὰ κόψουν βέργες ἴσως, διὰ νὰ φάγουν κότσικα ἀνθοβολοῦντα εἰς τὰς λόχμας, διὰ νὰ κλέψουν ῥόδα ἀπὸ τὰς αἱμασιὰς καὶ τοὺς φράκτας τῶν περιβολίων, ἢ διὰ νὰ κυνηγήσουν φωλεὰς πουλιῶν. Ἡ συμμορία εἰσέβαλε θορυβωδῶς μέσα εἰς τὰ Βουρλίδια, ἠκούοντο αἱ ἄγριαι φωναί της μακράν, ἀτακτοῦσαν κι ἐκτυποῦσαν τοὺς θάμνους καὶ κατέβαλλον τὰς καλαμιᾶς εἰς τὸ ἔδαφος. Ἡ μικρὰ ἀγέλη τῶν χωρικῶν παιδίων, ἅμα ἤκουσε καὶ εἶδε τὴν σπεῖραν τῶν παιδίων τῆς πόλεως, τὰ ὁποία ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα τὴν ἡλικίαν καὶ τὸ ἀνάστημα -ἐφαίνοντο δὲ ἀγριώτερα ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγροδιαίτων τῆς κοιλάδος- ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον καὶ ῥαγδαίαν φυγήν.

Οἱ μάγκες τῆς πόλεως ἔμειναν κύριοι τοῦ πεδίου, ἀμαχητί. Εἷς μόνος ἐκ τῆς σπεῖρας των, ὁ Μιχάλης ὁ Βεργής, κρατῶν μακρὰν βέργαν, τὴν ὁποίαν ἀρτίως εἶχε κόψει ἀπὸ ἓν δένδρον καὶ τὴν εἶχε πελεκήσει μὲ τὸν γκέκαν, τὸν κύρτον σουγιάν του, εὐχαριστήθη νὰ κυνηγήσῃ ἓν παιδάριον ἐκ τῆς συνοδείας, τὸν Κῶτσον τοῦ Κοντονίκου, ὅστις εἶχε μικρὰν χωλότητα εἰς τὸν ἀριστερὸν πόδα, κι ἀργοπατοῦσε, μείνας τελευταῖος ἀπὸ ὅλην τὴν ἀγέλην, τὴν παθοῦσαν τὸ πανικὸν πάθημα. Ὁ Μιχάλης ὁ Βεργὴς τὸν ἔφθασε, τὸν ἔψαυσε μὲ τὴν μακρὰν ῥάβδον καὶ τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ κάτω, ἂν δὲν εἶχε πέσει ἤδη ἀπὸ τὸν φόβον του, πρὶν τὸν φθάσῃ ἡ βέργα τοῦ Μιχάλη. Τὸ παιδίον, ἀρχίσαν νὰ κραυγάζῃ, καὶ πρὶν πέσῃ, ἔβαλε σπαρακτικὰς φωνὰς ἀφοῦ ἔπεσε, κι ἐβάρεσε, ὡς φαίνεται, εἰς τὸ πόδι του τὸ πονεμένον. Ὅλαι αἱ ἠχοῖ τῶν κοίλων βράχων καὶ τῶν ἀποῤῥώγων κρημνῶν καὶ τῶν καθέτων κλιτύων τῆς βαθείας κοιλάδος, ἐξύπνησαν ἀπὸ τὰς κραυγὰς τοῦ μικροῦ Κώτσου, καθὼς εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ ὀλισθηρὸν χῶμα καὶ δίπλα εἰς τὸν ὑγρόν, χορταριασμένον βράχον, ἄνωθεν τοῦ ῥεύματος.

Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸν καλύβι, τὸ πλησιέστερον εἰς τὸν βράχον, τὸν βρεχόμενον ἀπὸ τὸν ῥύακα, κάτω ἀπὸ τὴν φυλλάδα τῶν κισσοειδῶν θάμνων καὶ τὸ σύμπλεγμα τῆς ἀγριαμπελιᾶς καὶ τῶν αἰγοκλημάτων, ἐξῆλθεν ἡ γριὰ-Κοντονίκαινα, ἡ μάμμη τοῦ μικροῦ Κώτσου. Εἶχεν ἀποθάνει ἡ νύμφη της πρὸ χρόνων, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀναθρέψει τὸ παιδίον καὶ τὸ ἠγάπα «ὡς δύο φορὲς παιδί της». Χωρὶς νὰ ἐξακριβώσῃ καλὰ τὶ εἶχε συμβῆ, ἤρκει ὅτι εἶδε τὸν Μιχάλη νὰ κρατῇ ἀκόμη τεταμένην τὴν βέργαν του καὶ τὸ παιδίον νὰ κεῖται χαμαί, ἠσθάνθη ὅτι τὸ ἐγγόνι της εἶχε πάθει κακόν τι ἀπὸ τὸν μάγκαν τῆς πόλεως καὶ ἤρχισε, συνάπτουσα τὰς χεῖρας, νὰ ὀνειδίζῃ καὶ νὰ καταρᾶται:

—Βρὲ σύ, σκύλε ἀγαρηνέ, τὶ ἔκαμες! Τί σοῦ ἔφταιξε τὸ παιδί, τὸ σακάτικο, καὶ τὸ κυνηγᾶς;... Κακὸ ἀερικὸ νὰ σοὔρθῃ ἀπάνω σου, νὰ σὲ μαράνῃ, σὰν ἐκεῖνο τὸ δενδρὶ ἐκεῖ!...

Ὅλη ἡ μικρὰ συμμορία τῶν ἀγυιοπαίδων τότε, μὲ ἓν βλέμμα καὶ ἓν κίνημα, ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔδειξε διὰ χειρονομίας της ἡ γριά. Ὑπῆρχε τῷ ὄντι μία κηλὶς εἰς τὴν φαιδρὰν πασχαλινὴν εἰκόνα τῆς ἀνοίξεως καὶ τῆς καλλονῆς. Ἓν δένδρον, ἀχλαδιά, ἵστατο ἐκεῖ, ἐπὶ τοῦ κατωφεροῦς τῆς κλιτύος, μὲ μαραμένα φύλλα καὶ ἄνθη, μὲ χρῶμα τέφρας καὶ σποδοῦ ἐπὶ τῆς κορυφῆς καὶ τῶν κλώνων του· πολύκλαυστον κούτσουρον, ἀπειλητικόν, παραπονεμένον. Εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του, καὶ τὸ εἶχε μαράνει διὰ μιᾶς, προώρως, ἐν πλήρει ἀνθήσει. Ἵστατο ἐν μέσῳ τῶν ἄλλων δένδρων ὡς φάντασμα ἐν μέσῳ ζώντων.

Τὰ παιδία, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ἡ πικρὰ ἀρὰ τῆς γραίας καὶ τὸ θέαμα τοῦ ἀπεξηραμένου δένδρου τὰ κατεπτόησαν. Ἀλλ᾿ ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ ἔμεινε τελευταῖος, ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καθὼς εἶχε μείνει πρὸ ὀλίγων λεπτῶν τελευταῖος ἀπὸ τὴν συνοδείαν του ὁ Κῶτσος τοῦ Κοντονίκου.

    Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἅι-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπὸ τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς τὰ δένδρα, κάτω ἀπὸ τὰ γλυκὰ λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδια των τὰ πασχαλινά, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄῤῥητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα.

    Εἰς τὸ τέλος τῆς χαρμοσύνου λειτουργίας ὅλοι οἱ ἀγρόται, χριστιανοὶ καὶ χριστιαναί, ἐμετάλαβαν ἐκ τοῦ «καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος». Ἀλλ᾿ ἡ γριὰ Κοντονίκαινα εἶχεν ἐξομολογηθῇ εἰς τὸν παπα-Ἡσύχιον, πρὶν ἀρχίσῃ ἀκόμη ἡ θεία ἀκολουθία.

    Ὁ παπὰς ἠρνήθη νὰ τὴν μεταλάβῃ. Διηγήθη δύο ἢ τρία ἀληθῆ γεγονότα, πῶς, πρὸ ὀλίγων χρόνων, ἡ γριὰ-Κυρατσούλα τὸ Μοσχοβάκι (ἀποθανοῦσα τῷ 1864), ἐνῷ ἐπήγαινεν ἕνα πρωὶ εἰς τὸ σπίτι τοῦ γυιοῦ της, ἐσπρώχθη καθ᾿ ὁδὸν ἀπὸ ἓν ἄτακτον παιδίον, υἱὸν οἰκογενείας, τὸν Εὐτυχῆ τοῦ Παυλίνη, καὶ πεσοῦσα ἐπάνω εἰς τὴν κοπτερὰν γωνίαν μιᾶς οἰκοδομῆς -τοῦ δημοτικοῦ σχολείου- ἔθραυσε τὴν μίαν τῶν πλευρῶν της. Ἡ γραῖα ἐξέφερεν ἕνα γογγυσμόν, μίαν ἀράν· «νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του!». Καὶ ὕστερον ἀπὸ χρόνους, ὁ Εὐτυχὴς τοῦ Παυλίνη, ὅταν ἔγινεν ἀνήρ, ἐπανέκαμψεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον, ὅπου εἶχε διατρίψει ἐπὶ καιρὸν ἐμπορευόμενος, μ᾿ ἕνα καὶ μόνον χέρι. Εἶχε χάσει τὴν δεξιάν του χεῖρα ἐν ὥρᾳ συμπλοκῆς, τίς οἶδεν, ἴσως ἐκ μέθης. «Τώρα, τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Κυρατσούλα;», προσέθηκεν ὁ ἱερεύς. «Ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος».

    Παλαιότερον, ἀκόμη, ἡ γριὰ-Σινιώρα, ἡ μήτηρ αὐτῆς τῆς Κυρατσούλας, ἐπέζη, ὀγδοηκοντοῦτις, ἐνῶ οἱ τρεῖς υἱοί της, ἱερομόναχοι, μονάζοντες εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κονίστραν -ὁ παπα-Καλλίνικος, ὁ παπα-Ἰωσὴφ καὶ ὁ παπα-Εὐγένιος- εἶχον προαποθάνει. Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ προεστὼς τοῦ χωρίου, ὁ γέρο-Καλοειδὴς τὴν ἠνώχλησε καὶ τῆς εἶπε· «Ἐσύ, γριὰ στρίγλα, ποὺ ἐψωμόφαες καὶ τοὺς τρεῖς γυιούς σου, καὶ σὺ ἀκόμη ζῇς!...». Ἡ γριὰ-Σινιώρα ἐταράχθη, ἔγινε κάτωχρος, καί, τρέμουσα, εἶπεν: «Ὅπως μ᾿ ἐτάραξε, νὰ τὸν ταράξῃ!». Ὀλίγῳ ὕστερον, τρεῖς υἱοὶ τοῦ Καλοειδῆ ἐχάθησαν, ὁ εἷς ἀπὸ πνιγμόν, ὁ ἄλλος ἀπὸ συγκοπὴν καὶ ὁ τρίτος ἀπὸ πῦρ, καὶ ὁ γηραιὸς πατήρ των ἐπέζη ἀκόμη. «Τώρα τί ἐκέρδισεν ἡ γριὰ Σινιώρα;»... «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε, εἶπεν ὁ Κύριος...».

      —Ποῦ νὰ μᾶς ξεσυνερισθῇ ὁ Θεός! εἶπεν ὁ ἱερεύς. Εἶναι μεγάλη ἡ μακροθυμία του. Εὐτυχῶς, δὲν μᾶς ξεσυνερίζεται, ἀλλ᾿ ὅμως συμβαίνουν κάποτε, εἰ καὶ σπανίως, παράδοξα πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν ὡς παραδείγματα. Στὰ χίλια, ἕνα! Τὸ καλὸν εἶναι, νὰ φυλάγῃ κανεὶς τὸν θυμόν του καὶ τὴν γλῶσσαν του, καὶ ἂν τυχὸν ἀδικῆται, «ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν».

      Καὶ μάλιστα, ἐπέφερεν ὁ παπα-Ἡσύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην ὑψηλὴν καὶ πανσέβαστον ἡμέραν, ὑπερέχουσαν πασῶν τῶν ἡμερῶν, ὅπως τὸ μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως νὰ προσέχῃ τις, ὅπως μὴ ἐξέλθῃ κατάρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Πολλάκις δέ, ἡ τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος πρὸς τὸ πταῖσμα, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ἔγινε πρὸς τιμωρίαν, ὄχι τόσον τοῦ πρώτου πταίστου, ὅσον ἐκείνου, ὅστις ἐβαρυθύμησε καὶ ἐχωλώθη, καὶ ἀφῆκε πικρὰν κατάραν νὰ ἐκφύγῃ τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων του.

        Περὶ τὰ μέσα τῆς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος ἦλθεν εἰς τὰ Καλύβια τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Μιχάλης τοῦ Βεργῆ εἶχε πέσει αἰφνιδίως ἄῤῥωστος ἀπὸ τὸ δειλινὸν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ μετὰ συνεχῆ πυρετὸν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ἐσηκώθη ἀπὸ τὴν κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, καὶ μετὰ κόπου ἀναπνέων. Ἐφαίνετο ὅτι εἶχε περάσει «ἀερικὸ» ἀπὸ πάνω του καὶ τὸν ἐμάρανε.

        «Εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε», εἶπεν ὁ Χριστός.

        (1907)

        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


        13.2.26

        Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

         

        Ο Δίας

        από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


          ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

        Δίας και Διόνυσος
             ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

        Ιδαίον Άντρον
          ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

        Δίας και Ήφαιστος
          ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

        Δίας και Ήβη
          ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

        Δίας και Αίγινα
           ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

        Δίας και Τυφών
          ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

        Δίας και Άρης
          ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

        Άγαλμα του Διός

        ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
        : Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

        Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

        7.2.26

        Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

         

        Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

        Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

        διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
             
             
          Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
             Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
             Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
        ― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
             Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
             Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
        ― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
             Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
             Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
             Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
        ― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
        ― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
        ― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
             Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
        ― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
        ― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
        ― Πάμε, έλα!
        ― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
             Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
        ― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
        ― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
        ― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
             Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
        ― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
             Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
             Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
             Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
             
             Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
        ― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
             Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
        ― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
        ― Βενετιά, κυρά μου…
        ― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
        ― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
        ― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
        ― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
        ― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
        ― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
        ― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
        ― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
             Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
        ― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
             Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
             Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
        ― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
        ― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
             Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
        ― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
             Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
        ― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
             Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
        ― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
             Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
             
             Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
             Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
        ― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
             Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
        ― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
             Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
             Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
             Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
        ― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
             Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
        ― Δέσπω!
             Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
        ― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
        ― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
             Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
        ― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
        ― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
        ― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
        ― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
        ― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
             Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
        ― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
        ― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
        ― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
        ― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
        ― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
             Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
        ― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
        ― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
        ― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
        ― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
        ― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
        ― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
        ― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
             
             Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
        ― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
        ― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
        ― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
        ― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
        ― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
             Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
        ― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
        ― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
        ― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
             Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
             Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
             Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
             Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
             Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
        ― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
        ― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
        ― Ένα βαθύ ντουλάπι…
        ― Ύστερα;
        ― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
        ― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
        ― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
             Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
        ― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
        ― Τι παράξενο, κυρά!
        ― Θάμα θεού είναι!
        ― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
        ― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
        ― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
        ― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
        ― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
        ― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
        ― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
        ―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
        ― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
        ― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
             Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
             
             Ιανουάριος 1916


        ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

        https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

        ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

        Ο Όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος (19 Απριλίου) από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

          Ο Όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος (19 Απριλίου) + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου   Δε γνωρίζουμε που ακριβώς γεννήθη...

        ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....