Ετικέτες - θέματα

12.2.26

Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 29

 Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου


Στιγμιότυπο οθόνης (807).jpg

Αλλιώς λογάριαζε ο γάιδαρος κι  αλλιώς ο γαϊδουριάρης.

(παροιμία)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 

  

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  29


Ζήτω η αρλούμπα!

  Ζήτω η κάθε σαχλαμάρα που απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις της δημιουργικής ασάφειας!... (πιείτε ένα τσίπουρο, μονοκοπανιά άσπρο πάτο, θα σας διευκολύνει στην κατανόηση!...).

  Ζήτω ο λιτός βίος της ολιγαρκούς αφθονίας! Ζήτω και στον γάιδαρο του χότζα που ψόφησε, πάνω που έμαθε να μην τρώει! Ζήτω ο Σύριζας που μας έδειξε τους δρόμους του ρυζιού δια των γεμιστών, του λαχανόρυζου και του πιλαφιού μέσω του προγράμματος «βράσε ρύζι».  

  Λιτός βίος σημαίνει να βράζεις τα αυγά και να τα ξεβράζεις (ανακάλυψη που πήρε πρόσφατα νόμπελ τρελής επιστήμης) και να τα βάζεις για κλώσημα σε κότα κατά προτίμηση επίσης ξεβρασμένη.  

  Καιρός, όμως, τώρα να προμηθευτείτε εγκαίρως και τον σύγχρονο οδηγό μαγειρικής Κυριάκου – Φώφης με πρωτότυπες συνταγές που θα σας καταπλήξουν…

  Ζήτωσαν οι πολιτικοί τσελεμεντέδες γενικώς!


Αλληλοθαυμαζόμενοι εκλαμπρότατοι…

  «Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από εκεί. Άλλοι κάνουνε λογής – λογής συνέδρια και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισούνται  σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες…». Αυτά έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Σας θυμίζουν τίποτε;

  «Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν… και οι άλλοι του όμοιοι, οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει, τον λένε "Εκλαμπρότατον" και τους λέγει "Γενναιότατους", πού αγωνίστηκαν αυτείνοι, οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι;» αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης. 

  Αυτά επαναλαμβάνονται και σήμερα σε μια διαρκή πορεία ανταγωνισμού και σύγκρουσης των ανθρώπων, στις σχέσεις των οποίων εναλλάσσονται η συμμαχία με  την αντιπαλότητα, η περιστασιακή φιλία με την υποβόσκουσα έχθρα. Ειδικά στην κάθε προεκλογική περίοδο, τα φαινόμενα αυτά εκδηλώνονται ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση. Οι περιστασιακοί φίλοι αλληλοαποκαλούνται αγωνιστές, ελπιδοφόροι, οραματιστές, σωτήρες και οι αντίπαλοι εχθροί, προδότες, επικίνδυνοι, ακατάλληλοι, καταστροφείς… Κι αναρωτιέσαι απορημένος, προσπαθώντας να καταλάβεις: Πού αγωνίστηκε ο αγωνιστής και τι κατέστρεψε ο ακατάλληλος;


Ποιος θα βγει δήμαρχος;

  Το Καφενείο σήμερα δεν κάνει μια απλή πρόβλεψη και εκτίμηση αποτελέσματος. Με τα στοιχεία που έχει, το ξέρει και σας το αποκαλύπτει με απόλυτη βεβαιότητα. Δήμαρχος στην Αργιθέα θα βγει αυτός που το επώνυμό του έχει οχτώ γράμματα.

  Το σπουδαιότερο  είναι  ότι  ταυτόχρονα μαθαίνω  και τι θα ψηφίσει ο καθένας στον 

οποίο το λέω. Τον κοιτάζω στα χείλη κι αυτός ασυναίσθητα συλλαβίζει το επώνυμο του εκλεκτού του. Επίσης, ένα πράγμα που παρατηρώ και με παραξενεύει είναι ότι μετά φεύγουν όλοι χαρούμενοι. Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί ούτε να βρω μια λογική εξήγηση…  


Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

  Κάναμε στροφή 360 μοιρών, είπε κάποτε ο πρωθυπουργός. Με 15 συνεχόμενες παρόμοιες στροφές (γιατί απ’ το 2015 άρχισαν οι στροφές) χορεύει ολόκληρο το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας…

Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα

να βγει να χορέψει, ο πρωθυπουργός…

Οι μπαγλαμάδες ν’ αρχίσουν τσιφτετέλια

ν’ ανάψουνε τα τέλια, ολοταχώς!

  Αλέξη, χόρεψε για το καλό και το ζεϊμπέκικο της ολιγαρκούς αφθονίας, για να πάρει μετά σειρά χορού και κάνα άλλο νούμερο. Το ίδιο τραγούδι των 360 μοιρών χορεύει και ο Ψαριανός, ο οποίος έκανε στροφές σε ομιλία του στη Βουλή, για να το εμπεδώσουμε και να μας πιάνει θλίψη, πώς κατάντησαν διάφοροι σαλτιμπάγκοι το βήμα, όπου αγόρευαν γίγαντες πολιτικοί με πολιτική ευπρέπεια και πνευματική καλλιέργεια…  

  Παρακαλώ, βαράτε παλαμάκια να εμψυχώσουμε τους χορευτές! Με ενωμένα τα δάχτυλα των χεριών, παρακαλώ! Όχι, απρέπειες!

  Ακολουθεί το 19 νούμερο, η παρέα του Κυριάκου… (ξανακάντε στην μπάντα!...).

  Ας έρθουμε ξανά στη στροφή 360 μοιρών. Πολύ επικίνδυνη, βρε παιδί μου… Έχει μία εκεί παραπάνω απ’ το Πευκόφυτο. Κόβεις, κόβεις και νομίζεις ότι γυρίζεις πάλι προς το Μουζάκι. Αμ, κι εκείνη στον Τυρολόγο καλύτερη είναι;

  Επικίνδυνη λέξη!... Έτσι και της κόλλησες κάποιες προθέσεις, όσο καλή πρόθεση κι αν έχεις, σου βγαίνουν και διάφορα σκάρτα προϊόντα: επι-στροφή, κατα-στροφή, ανα-στροφή, δια-στροφή, μετα-στροφή, απo-στροφή, περι-στροφή, αντι-στροφή (ούτε στον Τύμπανο δεν έχει τόσες στροφές). Προσθέστε και τον «στρόφο» που έπιανε τα μουλάρια και δεν τη γλυτώνετε τη ναυτία, θα σας λυθεί ο αφαλός...

  Όσο σκέφτομαι πως θα χάσω τόσες στροφές αν γίνει η σήραγγα Τυμπάνου, ανακαλώ ως Αργιθεάτης το αίτημα και ευχαριστώ τους αρμόδιους παράγοντες που πρόβλεψαν την επιθυμία μου και δεν προχώρησαν σ’ αυτό το… καταστροφικό για την περιοχή μας έργο.


 Προσέξτε με! Είμαι κι ΕΓΩ εδώ…

  Έχουν μεγάλη πλάκα όσοι επιχειρούν να γίνουν προεκλογικά αρθρογράφοι, από την ανάγκη να δηλώσουν την παρουσία τους και να γνωστοποιήσουν την υποψηφιότητά τους ή την υποστήριξή τους σε κάποια παράταξη. Άλλοι γίνονται αθλιογράφοι και άλλοι προκαλούν το γέλιο κι ας μην είναι γελοιογράφοι.

  Διάβασα κάπου αρχές Φλεβάρη ένα τέτοιο άρθρο, το οποίο είχε στον τίτλο του και τη φράση: ο επαναπροσδιορισμός του αυτονόητου… Τώρα, τι σόι αυτονόητο είναι αυτό που θέλει επαναπροσδιορισμό, θα σας γελάσω. Πάντως, αν θέλει, αποκλείεται να είναι αυτονόητο. Όμως, επειδή αδυνατώ να δώσω κάποια ερμηνεία, ρωτήστε καλύτερα τον αρθρογράφο… 

  Στην έκτη μόλις σειρά είχα εικόνα: «Οι Αργιθεάτες ψυχαγωγούνταν στα γεμάτα καφενεία και έκαναν συζητήσεις που συνήθως καταλήγανε σε καυγάδες και διχόνοιες. Ήταν συζητήσεις που αφορούσαν προβλήματα που έψαχναν λύση στα καφενεία...» (δεν τα λέω εγώ, ο αρθρογράφος).  Δίνει έτσι μια «καλή» εικόνα για τους Αργιθεάτες.


  Η αλήθεια είναι ότι μαλώναμε. Κάποιοι π.χ. ήθελαν τη σήραγγα Τυμπάνου με κλίση 5% και κάποιοι άλλοι 7%. Αυτή είναι και η επίσημη δικαιολογία για «την μη προχώρηση της σήραγγας Τυμπάνου σε εποχές με παχείς αγελάδες» (με τα κόκκινα γράμματα το σχετικό ερώτημα του αρθρογράφου…). Ασήμαντη λεπτομέρεια και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό που είπε (περίπου) κι ο Δημοσθένης στον  Α΄ Ολυμπιακό του (Ολυνθιακό του), ο γαύρος!... 

  «Δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αργιθεάτες κατασκηνωτές, και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθει των δεόντων» παρά τις δεήσεις των δεομένων…

  Άλλο τεράστιο πρόβλημα η ανυπαρξία εγκεκριμένων παιδικών χαρών. Επιτέλους,         τώρα κατάλαβα από πού προήλθαν τα παιδικά τραύματα πολλών της γενιάς μου. Ήταν που μας έλειπαν οι παιδικές χαρές και ειδικά οι εγκεκριμένες. Ευτυχώς, που μας έστελναν στα βετούλια και στα ζυγούρια και ξεχνάγαμε κάμποσες ώρες ότι δεν είχαμε παιδικές χαρές (εγκεκριμένες εννοείται).

  Σοβαρότατο θέμα (αυτό κι αν είναι…) και η  μη αντικατάσταση των λαμπτήρων. Αν και καμένοι οι λαμπτήρες, μας άναψαν τα λαμπάκια, γιατί πια καταλάβαμε πως φρενάρουν την ανάπτυξη του τόπου.

  Ανέφερε, όμως, μερικές φορές και τη λέξη «καφενεία». Ευχαριστούμε για την αναγνώριση του ρόλου των επιχειρήσεων ημών των καφετζήδων στο…  γίγνεσθαι (αυτήνη η λέξη μας ήρθι απού σια κάτ’). 

  Και καταλήγει:  «Ο δρόμος είναι δύσβατος. Το μέλλον ελπιδοφόρο!». 

  Όπως ακριβώς λέμε: πίσσα σκοτάδι, μέρα φεγγαράκι…

    Προτείνω: 

  Κάθε χωριό να έχει υποχρεωτικά ένα καφενείο και μια παιδική χαρά…    (εγκεκριμένη).

  Για κάθε λάμπα που καίγεται να εμφανίζεται αμέσως ένδειξη στο κινητό του δημάρχου, ο οποίος να σπεύδει αυθωρεί και παραχρήμα να την αλλάζει, γιατί θα χάσει ψηφοφόρους κι είναι κρίμα… (τσακίσ’, δήμαρχι!).

  Άλλος αρθρογράφος ρωτούσε τι έκαναν οι δήμαρχοι να κρατήσουν τους νέους στα χωριά μας. Δίκιο είχε… Έπρεπε να κάθονται στον Τύμπανο και στην Οξιά με τα πολυβόλα και να τους γυρίζουν πίσω όσους έφευγαν. Όμως, εκτός του Χρήστου Καναβού, αυτοί που ήταν δήμαρχοι, δεν τσάκωναν όπλο στο χέρι, λες και ήταν αντιρρησίες συνείδησης. Φύλαγε ο Χρήστος στον Τύμπανο, έφευγαν απ’ την Οξιά. Φύλαγε στην Οξιά, σκαπέταγαν οι νέοι στον Τύμπανο… (Φύλαγε στη Σμίξη, βάραγε κάνα αγριογούρουνο που πήγαινε κι αυτό να φύγει). Άλλοι διέφευγαν από την περαταριά, αλλά οι δήμαρχοι Αχελώου δεν έπαιρναν μια ψαλίδα να κόψουν το συρματόσχοινο. Κρατιούνται έτσι οι νέοι;


Να γράφει κανείς ή να μη γράφει;

  Αυτό το ερώτημα το απαντάει καθένας μόνος του. Οι Αργιθεάτες που αποφασίζουν και γράφουν, καλό είναι να τηρούν δυο βασικές αρχές. Πρώτον να γράφουν με ευθύνη και γνώση (όσο το δυνατόν πληρέστερη περί των αργιθεάτικων θεμάτων)  και δεύτερον να γράφουν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτούς που μπορεί να μην ήξεραν να γράφουν, αλλά ήξεραν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή, όπως λέει κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε ένα πεζοτράγουδό του με τίτλο: «εργάτες».  Η υστερόβουλη γραφή διακρίνεται εύκολα και τότε τίποτε θετικό δεν προσφέρει.  

  Για όσους, όμως, φιλοδοξούν να διαχειρίζονται τα κοινά του τόπου μας είναι υποχρέωση και να γράφουν. Κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε τις θέσεις τους. Πώς θα τους επιλέγουμε; Θα διαβάζουμε τα προεκλογικά τους δήθεν προγράμματα ή τα ανούσια βιογραφικά και τη φωτογραφία τους; Πώς θα δημοσιοποιηθούν τα προβλήματα και οι ανάγκες της Αργιθέας, ώστε να απαιτηθούν απαντήσεις και λύσεις; Ξέρετε να υπάρχει κανένας άλλος τρόπος παρουσίασης των αιτημάτων μιας περιοχής; Κι αν δε γράφουν πώς τα παρουσιάζουν στους αρμόδιους; Με ζωγραφική, με παντομίμα, με τον χορό της κοιλιάς ή με νοήματα; 

  Με άλαλα τα χείλη των προεστών δεν έχουμε αποτέλεσμα. Τα δημόσια πρόσωπα αποκαλύπτονται και δεσμεύονται με τον δημόσιο λόγο, κρίνονται και αξιολογούνται από τη δημόσια δράση. Παραφράζοντας γνωστή φράση θα πω: αυτός που φοβάται μην καταποντιστεί εμφανιζόμενος, δεν πρόκειται  και να  δοξαστεί κρυπτόμενος… Τα διπλώματα αρχιστρατηγίας παίρνονται στη μάχη, κατά τον Μάρκο Μπότσαρη τουλάχιστον… 

  Ας προβληματιστούν λίγο οι νεοφανείς αρθρογράφοι, ευπρόσδεκτοι οπωσδήποτε, αλλά θα χρειαστεί να απαντούν και στο ερώτημα, τι τους εμπόδισε να γράψουν τα προηγούμενα χρόνια και να πιέσουν ή βοηθήσουν τους τοπικούς μας άρχοντες, για να επιλυθούν τα χρονίζοντα προβλήματα της περιοχής και προπαντός στο ερώτημα: πού ’σουν μάγκα τον χειμώνα; (του χειμώνα στην κυριολεκτική του και μεταφορική έννοια).

  Ρωτάτε και κάναν Μήτσιο να σας πει…


Προσοχή! Προσοχή!

  Τώρα που ’πα Μήτσιου, του θ’μήθ’κα. Μη βασίζιστι στου Μήτσιου π’ σας λέει πόσις μέρις έμειναν, μέχρι να πάτι στου Προυτουδικείου! Θα σας γιλάσι κι θα πάτι ικπρόθισμοι κι κουντά θα γιλάσουμι ιμείς. Να μιτράτι μαναχοί σας, αλλά άμα μιτράτι όπους μιτράτι τ’ς ψήφοι θα τα λαθώσιτι. Αν δε σφραΐσει ου δικαστικός μι του κουτσιάνι, θα μείνιτι κουτσιάνι απού συνδυασμό κι δε θα ιπικηρυχτείτι ντιπ για υπουψήφιοι. (Αντί του ιπικηρυχτείτι, μπουρεί να θέλει του ανακηρυχτείτι. Ρουτάτι κάνα δικηγόρου, αλλά μακριά απού Μήτσιου!)… 


Νυχτοπούλια και χαζοπούλια

  Ο γκιώνης γλέπει το φεγγάρι και λέει: Γκιών, γκιών…

  Ο μπούφος γλέπει κι αυτός το φεγγάρι, αλλά δε λέει τίποτε, γνωρίζοντας ότι είναι μπούφος…

  Η κουκουβάγια (χουχουβάια), ως πουλί της σοφίας, γνωρίζει ότι η σιωπή είναι χρυσός, γι’ αυτό ούτε αυτή λέει τίποτε, αλλά προβληματίζεται γιατί γελάνε όλοι με την άποψή της, που νομίζει ότι έχει το ομορφότερο παιδί ανάμεσα στα άλλα πουλιά.

  Το τσιρόνι είναι ψάρι των Πρεσπών κι από χρυσόψαρον ολίγον πιο χαζόν.

  Ο Τσιρώνης δεν είναι νυχτοπούλι ούτε οψάριον, είναι ανήρ οικολόγος. Κάθε πρωί σηκώνεται και κάνει μια δήλωση, πιθανόν πριν ρίξει  και λίγο νερό στα μούτρα του, για να ξυπνήσει… 

  «Οικολογιώτατοι, οικολόγοι και οικολόγες, οικολόγεροι, οικολόγριες και οικολόπαιδα!... Το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο... Τσιρώναινα, καφέ!...».

  Πες τα, μεγάλεεε! Ούτε το  Μαρκελέσι ανήκει στο Αιγαίο, αλλά δε με ακούνε… Το

σπανακόρυζο, όμως, μπορεί και να ανήκει…
                              Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί γειτόνοι,
                                  ακούσανε και φρίξανε τη δήλωση Τσιρώνη.   

Σε πανηγύρι και γιορτή μες στην Αγιά Μαρκέλλα

 πιάστε καλά και δέστε τον σε μια γερή κρικέλα.
Ρεφραίν

Άλλος για Λέσβο τράβηξε, πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη

 κι άλλος στη Θήρα διάβηκε και πάει για Σαντορίνη. 


Γριές

  Γριές είναι οι γριές… Ακόμη κι εκείνες οι γριές που δεν παραδέχονται ότι είναι γριές. Τέτοια πληροφορία μόνο η ΕΥΠ μπορούσε να σας δώσει. Τελουσπάντους… 

  Γριές, όμως, είναι και οι τρεις τελευταίες μέρες του Μαρτίου. Κατά την παράδοση και τη λαϊκή μετεωρολογία αυτές τις μέρες έχει κακοκαιρία. Ο Μάρτης, για να τιμωρήσει τη γριά που τον πικάρισε (τρολάρισε, για να καταλαβαίνουν και οι νεώτεροι) μ’ εκείνο το «πριτς, Μάρτ’ς, τα ’βγαλα τ’ αρνουκάτσ’κα μ’», δανείστηκε τρεις μέρες απ’ τον τοκογλύφο Φλεβάρη (κι ως κακοπληρωτής δεν επέστρεψε ποτέ) κι έκανε τέτοιον παλιόκαιρο που ο δήμαρχος (δεν ήταν ο Τσιβόλας τότε) κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την γριά πεθαμένη, μιας και τη βρήκαν κάτω απ’ το καζάνι που κρύφτηκε για να γλυτώσει. 

  Αύριο είναι η τελευταία γριά. Μπορεί να έρθουν και με το παλιό ημερολόγιο. Πού να ξέρεις, απρόβλεπτες είναι οι γριές. Η άνοιξη, όμως, είναι εδώ. Η ανθισμένη κρανιά προστάζει να αποχωρήσουν τα χιόνια κι απ’ τις ψηλές κορφές των βουνών μας…

                          

                      29 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg








30/3/2019


7.2.26

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
     
     
  Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
     Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
     Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
     Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
     Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
     Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
     Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
     Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
     Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
― Πάμε, έλα!
― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
     Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
     Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
     Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
     Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
     Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
     
     Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
     Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
― Βενετιά, κυρά μου…
― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
     Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
     Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
     Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
     Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
     Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
     Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
     Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
     
     Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
     Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
     Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
     Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
     Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
     Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
     Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
― Δέσπω!
     Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
     Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
     Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
     Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
     
     Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
     Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
     Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
     Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
     Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
     Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
     Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
― Ένα βαθύ ντουλάπι…
― Ύστερα;
― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
     Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
― Τι παράξενο, κυρά!
― Θάμα θεού είναι!
― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
     Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
     
     Ιανουάριος 1916


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος του Δημητρίου Γ. Καμπούρογλου [κείμενο-audiobook] διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Γραικός, Γενίτσαρος και Βενετσιάνος   του Δημητρίου Γ. Καμπούρογλου [κείμενο-audiobook] διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου        Ήταν περ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....