Ετικέτες - θέματα

13.1.26

Κυριακή ΙΒ΄Λουκά. Των δέκα λεπρών [Λουκ. Ιζ΄ 12 – 19] +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο

 

Η ευγνωμοσύνη! Κυριακή ΙΒ΄Λουκά. Των δέκα λεπρών

[Λουκ. Ιζ΄ 12 – 19] +ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο 


    ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κάθε μέρα, κάθε στιγμὴ, ο Χριστὸς μας εγγίζει περνώντας δίπλα μας μήπως δει και ακούσει αν κάποιος Τoν αναζητεί. Άλλωστε, ένα πράγμα Τον ξεκουράζει, να παίρνει πάνω του τα βάρη των ανθρώπων, μία χαρὰ έχει, να δίνει χαρά. Και εμείς, σαν παιδιὰ του Θεού, γνωρίζουμε πως όταν σπεύδει να μας ακούσει ή όταν μακροθυμώντας φαίνεται σαν να μην ακούει, με όλα τούτα κατεργάζεται τη σωτηρία μας. Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Χριστός ευεργετεί θεραπεύοντας μια ομάδα δέκα ανθρώπων, που η κοινωνία είχε περιθωριοποιήσει λόγω της λέπρας. Το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών έγινε, γιατί οι άνθρωποι εκείνοι, αποκλεισμένοι από κάθε ανθρώπινη βοήθεια και συμπαράσταση, εναπόθεσαν όλες τις ελπίδες στον Κύριο. «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς», φωνάζουν. Ο Κύριος, φιλεύσπλαχνος και ελεήμων, ανταποκρίνεται στις παρακλήσεις τους και τους θεραπεύει επανεντάσσοντάς τους στην κοινωνία, στέλνοντάς τους σε εκείνους που, κατά το Νόμο, επιβεβαίωναν την αποκατάσταση της συγκεκριμένης αρρώστιας, στους ιερείς.

ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ: Ο ένας από τους λεπρούς, αυτός που τελικά έδειξε και την ευγνωμοσύνη του, ήταν Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες θεωρούνταν από τους Ιουδαίους ακάθαρτοι και αιρετικοί. Κι’ όμως οι δέκα αυτοί άνθρωποι είναι μαζί όταν συναντάνε το Χριστό παρά τις διαφορές τους. Τους ενώνει η αρρώστια και η κοινωνική απόρριψη! Η λέπρα ήταν για τους Εβραίους σημάδι αμαρτίας και τιμωρίας και ο λεπρός απόβλητος, μέχρι να θεραπευθεί. Γι’ αυτό και όταν αντιλαμβάνονται το Χριστό, στέκονται «πόρρωθεν», εκεί που τους είχε θέσει η “καθαρή” κοινωνία. Κι ενώ η λέπρα συνέδεε αυτούς τους δέκα άνδρες, η πίστη τους φέρνει ακόμη πιο κοντά. Μια πίστη που ενισχύθηκε απ’ όσα είχαν ακούσει για το Χριστό και τροφοδότησε την ελπίδα να επιστρέψουν υγιείς στις οικογενειές τους.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ: Τους θεραπεύει όμως μ’ ένα περίεργο τρόπο. Τους στέλνει στους ιερείς του Ισραήλ που ήταν αρμόδιοι για να βεβαιώσουν τον καθαρισμό τους. Με τη μικρή αυτή υπακοή, τους ζητάει να κάνουν πράξη την πίστη που φανέρωσαν. Συγχρόνως στέλνει κι’ ένα διττό μήνυμα στο ιερατείο: ότι ο Ίδιος σέβεται το μωσαϊκό νόμο και ότι ο νόμος δεν έχει μπορεί να σώσει! Κι αυτό γιατί ο νόμος έχει μέσα του τη δουλεία στην αμαρτία, ενώ η σώζουσα πίστη, ανοίγει δρόμο για την ελευθερία και τη μετάνοια. Αυτή η πίστη επιτρέπει τη δράση της θαυματουργικής ενέργειας του Θεού. Οι δέκα υπακούουν στην εντολή του Ιησού και η πίστη τους φέρνει την ανάλογη καρποφορία. Όπως πηγαίνουν προς τους ιερείς, καθαρίζονται! Εκείνο που μας εντυπωσιάζει είναι η ευκολία με την οποία οι εννέα, καθαροί πια από τη λέπρα, λησμόνησαν Εκείνον που τους ευεργέτησε, επικαλούμενοι ίσως διατάξεις περί καθαρμών και δεν επιστρέφουν να Τον ευχαριστήσουν. Αδημονώντας, ίσως, για την επίσημη αναγνώριση από το ιερατείο, απορρίπτουν Αυτόν που δεν τους απέκλεισε από την αγάπη του και τους θεράπευσε. Βέβαια θα συνειδητοποίησαν ακόμη ότι ο Χριστός δεν ήταν αγαπητός στο κατεστημένο της εποχής, το οποίο δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν. Ακόμη, οι ρόλοι τώρα αντιστράφηκαν. Οι εννέα, χθεσινά θύματα του νόμου, τώρα αναπαράγουν τη συμπεριφορά του θύτη. Αυτοί που υφίσταντο διωγμούς και αποκλεισμό, με τη σειρά τους αρνούνται να παραδεχθούν, ότι στο παρελθόν υπήρξαν οι ίδιοι περιφρονημένοι και ασθενείς. Έτσι εξηγείται γιατί τόσο γρήγορα ξεχνούν τι έκανε γι’ αυτούς ο Θεός, και πόσο φέρονται σκληρά σ΄ εκείνους που χαρακτηρίζονται περιθωριακοί. Ανήκουν τώρα κι’ αυτοί στους «καθώς πρέπει» και τους «καθαρούς»! Καὶ ξαναμπαίνουν στους ίδιους κύκλους ψευτιάς και αλαζονείας, λησμονώντας την πηγή της ζωής, τον Κύριο. Συνεπώς οι εννέα δείχνουν να μη διδάχθηκαν τίποτε. Αισθάνονται ταπεινωτικά να επιστρέψουν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν, μειωτικά να παραδεχθούν ότι ήταν άρρωστοι και ότι θεραπεύθηκαν με τη δύναμη του Θεού. Κι’ αντί να φανούν μεγαλόψυχα ευγνώμονες, κατάντησαν μικρόψυχα αχάριστοι. Αρνήθηκαν να γευθούν το μυστήριο της ανθρώπινης ευχαριστίας και τη χαρά της θαυματουργικής αποκατάστασης.


ΚΙ Ο ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Ένας όμως απ’ αυτούς επιστρέφει για να τον ευχαριστήσει. Δεν πάει στους δικούς του ιερείς, ξανάρχεται στον Ιησού, ενώ τον χωρίζουν εθνικές και θρησκευτικές διαφορές. Επιστρέφει ευγνωμονών με πίστη ανιδιοτελή, έμπλεη αγάπης. Μπορεί η κοινωνία να του στέρησε πολλά αποκλείοντας τον από τη φυσιολογική ανθρώπινη ζωή, μα δεν έχασε την ανθρωπιά του, τη δυνατότητα να δημιουργεί δεσμούς, να ξεπερνάει φόβο και ανάγκη. Έτσι ξεπερνάει εγωισμούς και ντροπές, βάζει σε δεύτερη μοίρα την «αξιοπρέπεια του» και τη γνώμη των άλλων για το πρόσωπο του. Ήταν, δις αποκλεισμένος από τους συνανθρώπους του, και για την καταγωγή του και για το κατάντημα του. Γίνεται δύο φορές αποκαταστημένος: και ως προς την υγεία του και ως προς τη νέα σωτηριώδη σχέση του με τον Κύριο. Κι’ εδώ έγκειται η μέγιστη θεραπεία που προσφέρει ο Χριστός. Την αποκατάσταση των σχέσεων μας με το Θεό. Όμως, δεν φτάνει να αφαιρέσει ο Χριστός την ασθένεια ή τις αμαρτίες. Χρειάζεται κι εμείς να υγιαίνουμε εν αυτώ και να ζούμε σε κοινωνία μαζί Του. Δεν αρκεί να καλυπτόμαστε πίσω από μια ¨δήθεν” πίστη, πρέπει η πίστη να συνοδεύεται από αυθεντικό τρόπο ζωής εν Χριστώ. Παρά το γεγονός της θεραπείας και της κοινωνικής αποκατάστασης και των δέκα, μόνο ένας εξ αυτών εκφράζει την ευγνωμοσύνη του, προς τον ευεργέτη του, δίδοντας την ευκαιρία στο Χριστό να επαινέσει τη συμπεριφορά του ενός και να επικρίνει την αχαριστία των άλλων εννέα. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;», ερωτά ο Κύριος. Δεν κάνει ο Ιησούς αυτή την επισήμανση διότι επιζητά ανταπόδοση ή διότι έχει ανάγκη από ανθρώπινες δοξολογίες. Τι θα μπορούσε άλλωστε να προσθέσει σε Εκείνον η απόδοση της ευγνωμοσύνης μας; Διδάσκει όμως αυτή τη συμπεριφορά, διότι η έκφραση της ευγνωμοσύνης συντελεί στην κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό.

Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ: Ευγνωμοσύνη είναι η αναγνώριση της ευεργεσίας και η έκφραση της ευχαριστίας γι’ αυτήν. Μάλιστα, όσο περισσότερο ευχαριστούμε για τα καλά που δεχόμαστε, τόσο ανοίγει ο δρόμος για να δεχτούμε περισσότερα. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έλεγε σχετικά: “η ευχαριστία του λαμβάνοντος ερεθίζει τον δίδοντα να δώσει δωρήματα μεγαλύτερα από τα προηγούμενα”. Ευγνωμοσύνη πρέπει να αποδίδουμε κάθε στιγμή, στον Παντοδύναμο Θεό, για όλα όσα έχουμε, για οποιαδήποτε κατάσταση έρχεται στη ζωή μας, για οτιδήποτε μας κάνει να νιώθουμε καλά, για τα μικρά και για τα μεγάλα! Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση, που μαστίζει τη ζωή μας, η ευγνωμοσύνη πρέπει να είναι στάση ζωής, μια ευλογία της ορθά βιουμένης αληθινής χριστιανικής πίστης, για να ανοίξει τις πόρτες του παραδείσου και σε εμάς, όπως άνοιξαν για τον ιαθέντα λεπρό της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος δείχνοντας έμπρακτα την ευγνωμοσύνη του προς τον ευεργέτη Χριστό, έλαβε την Χάρη και την ευλογία από Εκείνον, καθώς του είπε: «αναστάς πορεύου, η πίστις σου σέσωκέ σε». Έτσι ο λεπρός της περικοπής δείχνοντας ευγνωμοσύνη για την ίαση του σώματος κερδίζει κάτι ασύγκριτα σπουδαιότερο: Τη σωτηρία της Ψυχής του!


 Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΜΑΣ: Ο Ιερός Χρυσόστομος, συνήθιζε να λέει σε κάθε περίσταση. «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς προσθέτει: “Ας ευχαριστούμε για όλα, για ό,τι και αν συμβεί, αυτό είναι ευχαριστία. Διότι το να το κάνεις αυτό όταν όλα πηγαίνουν ομαλά, δεν είναι σπουδαίο, επειδή σε αυτό ωθεί η ιδία η φύσις των πραγμάτων. Εάν όμως ευχαριστούμε ενώ ευρισκόμεθα στο βάθος των κακών, αυτό είναι θαυμαστόν. Πράγματι, όταν εμείς ευχαριστούμε για εκείνα τα οποία άλλοι βλασφημούν και αποθαρρύνονται: Πρώτον, εύφρανες τον Θεόν. Δεύτερον, εντρόπιασες τον διάβολο. Τρίτον, αυτό που συνέβη το απέδειξες μηδαμινό. Τίποτε αγιώτερον δεν υπάρχει από την γλώσσα, που μέσα στα κακά ευχαριστεί τον Θεόν. Όντως δεν υστερεί σε τίποτε από την γλώσσα του μάρτυρος. Διότι και αυτή έναν δήμιον έχει ενώπιόν της, ο οποίος την αναγκάζει να αρνηθεί τον Θεόν δια της βλασφημίας. Τον διάβολον έχει, ο οποίος με δημίους λογισμούς τη σκοτίζει με τη λύπη. Αν λοιπόν κάποιος υπομείνει τα βάσανα και ευχαριστήσει, έλαβε στέφανον μαρτυρίου”. Κι ο Μ. Βασίλειος ελεγε σχετικά: “είναι αισχρόν όταν μεν τα πράγματα έρχονται ευνοϊκά να ευλογούμε τον Θεόν, στα δε στενόχωρα και επίπονα να σιωπούμε. Αλλά τότε πρέπει και περισσότερο να τον ευχαριστούμε, γνωρίζοντας ότι oν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν oν παραδέχεται”. Κατά τον άγιο Ισσάκ, αυτό που οδηγεί τα χαρίσματα του Θεού προς τον άνθρωπο “είναι η καρδία η κινουμένη προς ευχαριστίαν αδιάλειπτον». Ας γίνουμε λοιπόν, ευγνώμονες στο Θεό για το κάθε τι. Εάν υγιαίνουμε, δώρο του Θεού είναι η υγεία. Εάν ασθενούμε, η ασθένεια του σώματος είναι σωτηρία της ψυχής. Ας μη λείπει λοιπόν ποτέ από το στόμα μας η ευχαριστία-δοξολογία του Θεού.

Η ΑΛΛΗ ΛΕΠΡΑ: Σήμερα που η λέπρα αντιμετωπίζεται από την ιατρική, υπάρχει μία άλλη λέπρα που βασανίζει κάθε άνθρωπο, και μόνο ο Θεός μπορεί να τη θεραπεύσει. Είναι η λέπρα της αμαρτίας. Το πρώτο που χρειάζεται προκειμένου να καταπολεμήσουμε την αμαρτία είναι η συναίσθηση αμαρτωλότητας. Είναι σημαντικό ό ασθενής να αναγνωρίζει την ασθένεια του, προκειμένου να την καταπολεμήσει. Ο άρρωστος πού δεν καταλαβαίνει την αδυναμία του, δεν μπορεί να δεχθεί τα φάρμακα για τη θεραπεία του. Αντίθετα αυτός που συνειδητοποιεί την ασθένεια του, ζητά βοήθεια από το γιατρό και είναι πρόθυμος να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δέκα λεπροί, επειδή ακριβώς γνώριζαν ότι είναι ακάθαρτοι, στάθηκαν μακριά, «πόρρωθεν», και ζήτησαν βοήθεια από τον Κύριο Ιησού χωρίς να τολμήσουν να Τον πλησιάσουν. Κι όμως, ό Χριστός ήταν τόσο κοντά τους! Διότι, όπως λέει ό Ψαλμωδός, «εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν και τούς ταπεινούς τω πνεύματι σώσει» (Ψαλμ. λγ' 19). Η συναίσθηση άμαρτωλότητας γεννά στην ψυχή ταπείνωση και μετάνοια. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι “εάν είπωμεν ότι άμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν” (Α' Ίω. Α' 8)! Οι άλλοι βλέπουν τη λέπρα της ψυχής μας κι εμείς νιώθουμε υγιείς! Αν ακόμη αντιληφθούμε πόσο έχει μολύνει το εσωτερικό μας ή αμαρτία, τότε δεν θα πλησιάζουμε τα άγια Μυστήρια πριν καθαρίσουμε την ψυχή μας. Διότι αν ένας λεπρός φαίνεται αποκρουστικός ενώπιόν μας, πολύ περισσότερο δυσώδης και ακάθαρτος είναι ό αμαρτωλός άνθρωπος ενώπιον του Θεού, ο Οποίος είναι ό κατ' εξοχήν άγιος και αμόλυντος. Εφόσον συναισθανθούμε την ασθένεια της ψυχής μας, εκείνο που απομένει είναι να καταφύγουμε στον παντοδύναμο ιατρό, τον Κύριο. Οι δέκα λεπροί με κραυγή ισχυρή επικαλέστηκαν το έλεος του Κυρίου. «Ιησού επιστάτα, έλέησον ημάς», φώναζαν. Μια τέτοια ισχυρή κραυγή ποτέ δεν αφήνει αδιάφορο τον Κύριο. Θερμή και δυνατή να είναι και ή δική μας προσευχή όταν ζητάμε τη βοήθεια του Θεού: Κύριε, έλέησέ μας! Και ακόμα, ή προσευχή μας να γίνεται με ταπείνωση και διάθεση υποταγής στο θέλημα του Θεού, όπως συνέβη και με τους λεπρούς της περικοπής. Όταν ο Κύριος, πριν ακόμη τους θεραπεύσει, τούς υπέδειξε να πάνε στους ιερείς για να εξεταστούν, εκείνοι αμέσως Τον άκουσαν! Παρόμοια και κάθε χριστιανός δεν μπορεί να λάβει την υγεία της ψυχής του παρά μόνο αν βαδίζει σταθερά την οδό του θείου θελήματος. Έτσι, κάθε φορά πού καταφεύγουμε στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών μας, ας παίρνουμε την απόφαση να ακολουθήσουμε με ακρίβεια τις οδηγίες του Πνευματικού. Ας συνειδητοποιήσουμε κι εμείς ότι έχουμε ανάγκη καθαρισμού από τα πάθη μας. Κι ας καταφεύγουμε στον φιλάνθρωπο Θεό με ταπείνωση, με θερμή προσευχή και απόλυτη εμπιστοσύνη στους λόγους του. Τότε ό Κύριος θα μάς καθαρίζει από την πνευματική λέπρα.


   ΕΠΙΜΥΘΙΟ. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο και ένας άγγελος με ξεναγούσε. Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε: “Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις-προσευχές που φτάνουν στον Θεό. Ο χώρος έσφυζε από κίνηση, με πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Μετά προχωρήσαμε σε ένα μακρύ διάδρομο και φτάσαμε στο δεύτερο σταθμό. “Αυτό είναι το Τμήμα συσκευασίας και Παράδοσης”, είπε ο άγγελος. “Εδώ οι χάρες και οι ευχές, που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σε αυτούς που τις ζήτησαν”. Κι εδώ αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη. Τέλος, στην άκρη ενός μικρού σταθμού, μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα. “Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών”, μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου. Έδειχνε ντροπιασμένος. “Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ”; ρώτησα. “Είναι λυπηρό”, αναστέναξε εκείνος. “Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, ελάχιστοι στέλνουν ευχαριστήρια”.Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε”; ρώτησα πάλι. Κι εκείνος απάντησε: “Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ, Θεέ μου!”. “Για τι ακριβώς πρέπει να ευχαριστήσουμε”; επέμεινα εγώ. “Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι σου και ένα μέρος να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου. Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ’ ένα πιατάκι είσαι στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν. Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από ότι αρρώστια, είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν αυτή τη μέρα. Αν ποτέ δε βίωσες το φόβο του πολέμου, τη μοναξιάς της φυλακής, την αγωνίας του βασανισμού και τη σουβλιά της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους της γης. Αν μπορείς να προσευχηθείς σε ένα ναό χωρίς φόβο επίθεσης, σύλληψης ή εκτέλεσης, θα σε ζηλεύουν σίγουρα 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι, είσαι σπάνιος. Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας, είσαι η εξαίρεση για όλους όσους ζουν σε αμφιβολία και απόγνωση. Και αν διαβάζεις τώρα αυτές τις αράδες, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, γιατί σου το έγραψε κάποιος που σ’ αγαπάει και γιατί είσαι πιο τυχερός από δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν. “Πώς μπορώ να αρχίσω”; ρώτησα πάλι. “Να πεις καλημέρα”, μου χαμογέλασε ο άγγελός μου, “να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι. Και μην ξεχάσεις να στείλεις το ευχαριστήριό σου1”!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 417 και εξής. Κυριακή ΙΒ Λουκα υπό του Αρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ. ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ: Η ευγνωμοσύνη, ως εσωτερική δύναμη εγγύτητας των ανθρώπων! Πρωτ. Γεωργίου Σούλου. Ομιλία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, περί Ευχαριστίας

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Περιοδικό «Τόλμη», αρχιμ. Δανιήλ Σάπικα, ιατρού.

11.1.26

Η οκνηρία -ακηδία + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Η οκνηρία -ακηδία + ΒΙΝΤΕΟ

Νωθρότης σύζυγος ύπνου εστί και οκνηρία πείνης” (Γρηγόριος Θεολόγος)

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

   

   Η ΟΚΝΗΡΙΑ: Η τεχνολογική εξέλιξη και η αέναη επιθυμία του ανθρώπου για περισσότερα υλικά αγαθά τον ωθούν σε όλο και περισσότερη εργασία. Κι όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από την αρρώστια της οκνηρίας. Οκνηρία ορίζεται η χαλαρότητα του νου και η εξ αυτής αδυναμία του σώματος να ανταποκριθεί στο κάλεσμα εκτάκτων καταστάσεων. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού πάσχει κυρίως από πνευματική οκνηρία. Στις μέρες μας, τουλάχιστον προ της οικονομικής κρίσης, όλες οι ψυχοσωματικές δυνατότητές μας αναλώνονται στο βωμό της εύρεσης χρήματος και της κοινωνικής καταξίωσης. Ελάχιστη προσοχή δίνεται στην ανάπτυξη της προσωπικότητας και του τρόπου σκέψης. Φιλοσοφία, θρησκεία, πολιτισμός, δεν απασχολούν την κοινωνία, ως μη απτόμενα της εννοίας του χρήματος. Παράδειγμα το εκπαιδευτικό σύστημα, ιδιαίτερα μετά την ανανέωση της ύλης προς το “χρηστικότερο” και της αλλαγής προσανατολισμού του προς τον “κοσμοπολίτικο κοινωνικό χυλό”, πρωταρχικό στόχο έχει την δημιουργία μηχανικών μυαλών και όχι ελεύθερων σκεπτόμενων ανθρώπων. Η πνευματική οκνηρία είναι επικίνδυνη για τον πολιτισμό, καθώς οδηγεί σε κοινωνική στασιμότητα. Έτσι κατευθυνόμαστε, αν δεν έχουμε ήδη φτάσει, σε εποχές άκρατου εγωισμού, υλισμού και απάθειας.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΟΦΙΑ: “Οκνηρός δε είναι μόνο εκείνος που δεν κάνει τίποτα, αλλά εκείνος που μπορεί να κάνει κάτι καλύτερα και δεν το κάνει”, έλεγε ο Σωκράτης, ενώ ο Πλάτων προσέθεσε: “Κανένας κοιμισμένος δεν είναι άξιος για τίποτε”. Ο Αριστοτέλης διατείνεται: “Αδύνατον τον μηδέν πράττοντα πράττειν ευ”, ενώ ο προγενέστερος Ηράκλειτος πίστευε πώς οι οκνηροί “Συμμετέχουν δια της απραξίας τους στα δρώμενα του κόσμου.” Ο Ησίοδος χαρακτήριζε “ντροπή” την οκνηρία, ενώ ο Σοφοκλής πρέσβευε ότι “Θεός τοις αργούσιν ου παρίσταται”. Τέλος ο “παραμυθάς” Αίσωπος βρίσκει στην εργασία το θησαυρό: “Ο μόχθος είναι για τους ανθρώπους θησαυρός”.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Η Βίβλος απαγορεύει την τεμπελιά: “ακούομεν γαρ τινας (...) μηδὲν εργαζομένους, αλλὰ περιεργαζομένους· τοιούτοις παραγγέλλομεν και παρακαλούμεν διὰ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα μετὰ ησυχίας εργαζόμενοι τον εαυτών άρτον εσθίωσιν.” (Β΄Θεσ. γ΄11,12). Αλλού διαβάζουμε: “Ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω ( Τιμ. γ' 10), ενώ ο σοφός “εν πειρασμοίς” Ιώβ έλεγε: “Η αργία είναι η μητέρα της πείνας κι αδελφή της κλεψιάς.” Ο Σολομώντας βρίσκει το φάρμακο κατά της οκνηρίας στην παιδεία: “Υιὸς πεπαιδευμένος σοφὸς έσται, τω δε άφρονι διακόνω χρήσεται.” (Παρ. ι΄4,), ενώ αλλού προσθέτει: “ω οκνηρέ! γίνε σοφός. (...) Πότε θα σηκωθείς από τον ύπνο σου; Λίγος ύπνος, λίγος νυσταγμός, λίγο δίπλωμα των χεριών στον ύπνο. Έπειτα η φτώχεια σου έρχεται σαν ταχυδρόμος και η γύμνια σου σαν οπλισμένος άνδρας." (Παρ. στ΄ 6 – 11).

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΚΝΗΡΙΑΣ: Η οκνηρία είναι φαινόμενο που έχει μεγάλες συνέπειες σε βιοποριστικούς και πνευματικούς αγώνες. Σε περίπτωση που υπάρχει οικογένεια έχουμε περιπτώσεις πείνας και άλλων συνεπειών με τις οποίες επιβαρύνει ο οκνηρός τους συνανθρώπους του. Για να μπορέσει ο οκνηρός να αλλάξει, χρειάζεται από παιδί οι γονείς ή οι δάσκαλοι του να εντοπίσουν την οκνηρία ωθώντας τον με το καλό στην εργασία. Αν δεν δεχθεί, θα πρέπει να είναι κοντά του κάποιος εμψυχωτής μέχρι να αυξήσει την υπομονή του. Με υπομονή και επιμονή επιτυγχάνονται πολλά. Τυχόν δέλεαρ αμοιβής σε οκνηρό άτομο είναι καλό να αποφεύγεται ή να χρησιμοποιείται μόνο αρχικά, γιατί μπορεί να αναπτυχθεί ιδιοτέλεια. Αν διαπιστώνουμε εμείς οι ίδιοι ότι η οκνηρία μάς ανακόπτει την πορεία, μπορούμε να επιβάλλουμε στον εαυτό μας εργασίες που θα συνεχίζουμε “μέχρις εσχάτων”. Έτσι, η αρχική δυσφορία, σταδιακά, θα εκλείψει και αργότερα θα εξαφανιστεί κάθε ίχνος οκνηρίας. Ταυτόχρονα η άσκηση στην υπομονή θα αποφέρει εσωτερική ηρεμία, που με τη σειρά της θα δώσει γαλήνη, εκμηδενίζοντας το άγχος.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΘΕΣΗ: Αυτό το λεγόμενο “θανάσιμο” αμάρτημα είναι διαφορετικό των υπολοίπων, καθώς εκείνα αφορούν στην ανεξέλεγκτη υπερβολή, ενώ η οκνηρία αφορά στην έλλειψη κινήτρων. “Η δουλειά απαλλάσσει τον άνθρωπο από τα τρία βασικότερα κακά: την ανία, τα ελαττώματα, την ανάγκη”, έγραφε ο Βολτέρος δείχνοντας την ευεργετική σημασία του κινήτρου της εργασίας. Ένας άλλος τρόπος να εξετάσουμε την οκνηρία είναι με την οπτική της ''αποφυγής έργου''. Τότε η οκνηρία είναι αποτέλεσμα παλαιότερης αποτυχίας σε κάποιο έργο που κατέληξε σε απογοήτευση και αποθάρρυνσή του ατόμου για μελλοντικό ανάλογο έργο. Άτομα που βίωσαν τέτοια δυσάρεστη εμπειρία, εγκλωβίζονται σε φαύλο κύκλο καθώς, φοβούμενοι την αποτυχία, αποφεύγουν τη δράση, γεγονός το οποίο πάλι οδηγεί σε αποτυχία, απογοήτευση και νέες δυσάρεστες εμπειρίες. Όμως, αυτή η περίπτωση αφορά λίγους, γιατί υπάρχει σημαντικός αριθμός ατόμων, και μάλιστα στην πατρίδα μας, που αποζητούν εύκολο χρήμα, εύκολη αναγνώριση και “καλή ζωή” με το μικρότερο δυνατό κόπο. Ο οκνηρός, ως άνθρωπος κενός, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τις χαρές της εργασίας. Η οκνηρία είναι καταστροφικότατο πάθος καθώς ένας οκνηρός ζημιώνει ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο, διότι σε οτιδήποτε συμβεί παραμένει απαθώς αμέτοχος, αποδεχόμενος αβίαστα ό,τι πλασάρεται, πράγμα που σήμερα διευκολύνεται με την αποχαύνωση που απλόχερα και ακοπίαστα προσφέρει η τηλεόραση και το διαδίκτυο.

Η ΑΚΗΔΙΑ: Η λέξη προέρχεται από το ρήμα κήδομαι (= φροντίζω). Κηδεία είναι η φροντίδα (προς τους νεκρούς συνήθως) και α-κηδεία η έλλειψη φροντίδας. Η ακηδία είναι αθυμία, ανορεξία, που κυριεύει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο για κάθε πνευματικό έργο, μ΄άλλα λόγια είναι οκνηρία του πνεύματος ή παραλυσία της ψυχής. Η ακηδία ως επικίνδυνη πνευματική ασθένεια - γιατί το μικρόβιό της παραλύει το νου κάνοντάς τον ανίκανο να σκεφτεί ή να κάνει οτιδήποτε καλό - αντανακλά τα συμπτώματά της και στο σώμα, αφού ο άνθρωπος αποτελεί ενιαία ψυχοσωματική ύπαρξη. Κι επειδή "αργία μήτηρ πάσης κακίας", όταν ο νους δεν ασχολείται με θεάρεστα, υποκύπτει σταδιακά σε πειρασμούς. Επιθυμεί, εξιδανικεύοντας καταστάσεις που πριν είχε απορρίψει, όπως ηδονές, δόξα, πλούτο. Η “μάνα” οκνηρία “τίκτει επωδίνως” δύο “άσχημες” θυγατέρες: τη μικροψυχία που οδηγεί στην αμέλεια και την απόγνωση, όπου ο άνθρωπος χάνει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Η τελευταία είναι η χειρότερη πνευματική κατάστάση γιατί, είναι άρνηση της θείας φιλανθρωπίας και της λυτρωτικής θυσίας του Κυρίου. Ο αββάς Παμβώ είδε κάποτε στην Αλεξάνδρεια μια γυναίκα στολισμένη προκλητικά, και δάκρυσε. Όταν τον ρώτησαν σχετικά, εκείνος απάντησε: «Αφενός για τη δική της απώλεια, και αφετέρου γιατί εγώ δεν φροντίζω ν’ αρέσω στον άγιο Θεό τόσο, όσο εκείνη στους ανθρώπους». Ο Ευσέβιος Καισ. έγραψε: “Το σώμα το λιώνει η τεμπελιά και την ψυχή η αδιαφορία.”. Ο Μ. Φώτιος υπογραμμίζει: “Η άνεση και η ανάπαυση αποχαυνώνουν και χαλαρώνουν την δύναμη της ψυχής”. Το δραστικότερο φάρμακο-όπλο κατά της ακηδίας, σύμφωνα με Πατέρες, είναι η πεποίθηση “ότι η σημερινή μέρα είναι η στερνή πάνω στη γη, ότι σήμερα μόνο ζούμε και αύριο πεθαίνουμε”, πράγμα που αναμφίβολα μπορεί να συμβεί. Έτσι, χρειάζεται αγώνας και νήψη ώστε να μη χαθεί μάταια ο δοσμένος χρόνος για την καλλιέργεια της ψυχής. Το τάλαντο που κατέχουμε ας μην κρυφτεί, αλλά να πολλαπλασιαστεί, για να μην ακουστεί κάποτε: «Πονηρέ δούλε και οκνηρέ! (...) έδει ουν σε βαλείν το αργύριόν μου τοις τραπεζίταις” (Μτθ. κε΄26,27).

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Η ΝΗΨΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΚΗΔΙΑΣ: Η πνευματική επαγρύπνηση (νήψη) και ο αγώνας διαρκεί μέχρι το τέλος της ανθρώπινης ζωής: «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β΄ 10). Όπως ο Χριστός υπέφερε για όλους, ας μιμηθεί Αυτόν κατ' ελάχιστον κι ο πιστός για χάρη Του, για να απολαύσει αγαθά, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε» (Α' Κορ. β΄ 9), αγαπώντας Τον «εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της δυνάμεως» (Δευτ. στ΄ 5), «ηγούμενος πάντα σκύβαλα είναι ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλιπ. γ΄ 8).

ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


10.1.26

Κυριακή μετά τα Φώτα π. Γεώργιος Μεταλληνός (Ἀποσπάσματα ἀπό κηρυγματικές σκέψεις τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς μετά τά Φῶτα). «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. δ΄17)

 

Κυριακή μετά τα Φώτα, π. Γεώργιος Μεταλληνός

(Ἀποσπάσματα ἀπό κηρυγματικές σκέψεις τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς μετά τά Φῶτα). 


«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. δ΄17)

https://www.orthodoxoskypseli.gr/dat/5E83DC21/image1.jpg?639036415400854112Ὁ Χριστός μας χρησιμοποιεῖ τό ρῆμα «ἤγγικε» μέ τήν κυριολεκτική του σημασία. Ἔχει ἔλθει -εἶναι σάν νά λέγει- ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Βρίσκεται πάνω στή γῆ. Ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ καί ἡ βασιλεία Του, ἡ «δεσποτεία» Του, ὅπως λέγουν οἱ ὕμνοι μας. 

Ἀπό τήν στιγμή τῆς ἐνσαρκώσεώς Του ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Διά τοῦ Χριστοῦ ἦλθε ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους. Ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο δέν εἶναι παρά ἕνας ὁδηγός στόν χῶρο τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ «βασιλεία τοῦ Θεοῦ» δέν εἶναι οὔτε μόνο πνευματική καί οὐράνια, οὔτε μόνο ὑλική καί γήϊνη. Εἶναι πραγματικότητα καί πνευματική καί ἱστορική. Ταυτίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶναι ἡ νέα τάξη πραγμάτων πού ἐγκαθίδρυσε ὁ Χριστός στόν κόσμο καί σχετίζεται μέ τό αἴτημα τῆς Κυριακῆς προσευχῆς «γενηθήτω τό θέλημά σου». Ἡ κατάσταση ἐκείνη, πού πραγματοποιεῖται μέ τήν αὐτοπαράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν εἰλικρινή καί ἀνυστερόβουλη ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. 

«Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» ἦταν ὁ παράδεισος. Βασιλεία, πού χάθηκε γιά τόν ἄνθρωπο, ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας του. Ἄν ὁ παλαΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥιός ὅμως παράδεισος ἔκλεισε μέ τήν ἁμαρτία, «ἠνέωκται» νέος παράδεισος διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ νέος αὐτός παράδεισος εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἐπί γῆς φανέρωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐν Χριστῷ.  

Στή «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος -κάθε ἄνθρωπος- μέ τό βάπτισμα καί τήν μετάνοια. 

Τό χρέος τῶν χριστιανῶν συνίσταται στόν ἀγώνα γιά τήν ἑδραίωση καί ἐξάπλωση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ὅποιος ἀδιαφορεῖ γιά τό ἔργο αὐτό, ἀδιαφορεῖ γιά τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί ἄρα τό ἀπορρίπτει. 


------------------------------- 

Ἀπό τό βιβλίο τοῦ πατρός Γεωργίου Μεταλληνοῦ ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ, σελ. 251, τῶν ἐκδόσεων «Ὀρθόδοξος Κυψέλη». 



7.1.26

Ο αστερισμός Παρθένος του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + ΒΙΝΤΕΟ

 

Ο αστερισμός Παρθένος

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα


 


ΓΕΝΙΚΑ
: Η Παρθένος [Virgo, συντομογρ. Vir] είναι ένας βόρειος αστερισμός του Ζωδιακού κύκλου, μάλιστα ο μεγαλύτερος από όλους σε έκταση, αλλά και ο μακρύτερος (καλύπτει 52 μοίρες!). Συνορεύει με τους αστερισμούς: Κόμη Βερενίκης, Λέοντα, Κρατήρα, Κόρακα, Ύδρα, Ζυγό, Όφι και Βοώτη. Είναι πλήρως ορατός σε γεωγραφικά πλάτη από 67° Βόρεια έως 75° Νότια. Η έκτασή του αστερισμού είναι 1294,4 τετ. μοίρες και είναι ο δεύτερος σε έκταση από τους 88 συνολικά αναγνωρισμένους αστερισμούς.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Το όνομα στην αττική διάλεκτο σημαίνει Κόρη. Ο αστερισμός συμβόλιζε την Περσεφόνη, κόρη της θεάς Δήμητρας. Ως μορφή στον αστερισμό απεικονίζεται να κρατά ένα κλαδί φοινικιάς στο δεξί χέρι και ένα στάχυ στο αριστερό. Επίσης, κάποτε αναφέρεται ως η ίδια η Δήμητρα, ενώ οι Ρωμαίοι αστρολόγοι ονόμαζαν το ζώδιο Arista, δηλαδή Θερισμός. Σύμφωνα με άλλη μυθολογική εκδοχή ήταν η Ηριγόνη [Βιργίλιος]. Η Ηριγόνη υποτίθεται ότι μεταφέρθηκε στα ουράνια μαζί με τον πατέρα της Ικάριο [Βοώτης]. Μια τρίτη εκδοχή συνδέει την Παρθένο με τη δικαιοσύνη, ως τη Δίκη [ή την Αστραία], κόρη της Θέμιδας [Οβίδιος, Μεταμορφώσεις]. Αλλες προσωποποιήσεις περιλαμβάνουν την Ειρήνη, την Τύχη, την Κυβέλη, κ.τ.λ. Είναι χαρακτηριστική η συσχέτιση με «τυφλές» θεότητες όπως η Δίκη και η Τύχη, κι αυτό γιατί συνδέεται με το ότι η αστρική μορφή εμφανίζεται «ακέφαλη», [οι αστέρες της “κεφαλής” δεν είναι φωτεινοί]. Ο Ερατοσθένης την ταύτιζε με την Ίσιδα, που, κατά τον αιγυπτιακό μύθο, πέταξε το στάχυ του σιταριού και σχημάτισε έτσι τον Γαλαξία. Η γυναίκα με βρέφος εμφανίζεται στο Μεσαίωνα, ως η Παναγία με τον μικρό Ιησού, "Good Boy in Virgo's lap", όπως διαβάζουμε στον Σαίξπηρ [«Τίτος Ανδρόνικος»]. Στην Ασσυρία, η Παρθένος αναπαριστούσε την Baaltis, Belat, ή Beltis, σύζυγο του θεού Βηλ. Στους άλλους ειδωλολάτρες Σημίτες υπήρχε ταύτιση με την Αστάρτη [Ιστάρ], προδρομική μορφή της Αφροδίτης. Στην Ινδία, η Παρθένος ήταν η Kanya, ή Kauni, μητέρα του Κρίσνα, σχεδιαζόμενη ως θεά που κάθεται μπροστά από μια φωτιά, ή ως γυναίκα μέσα σε πλοίο. Στους πρώτους Άραβες, τμήμα του αστερισμού ήταν το δικό τους ουράνιο Λιοντάρι, ενώ άλλο τμήμα σχημάτιζε τη Γωνία του Σκυλόσπιτου, με σκυλιά να γαυγίζουν το λιοντάρι! Βέβαια οι μεταγενέστεροι υιοθέτησαν την ελληνική μορφή ως Al Adhra al Nathifah (δηλαδή, η Αθώα Κοπέλα), όνομα από το οποίο προέκυψε το μεσαιωνικό El(e)adari. Στους Κινέζους ήταν το Shun Wei, το Φίδι ή η Ουρά του Ορτυκιού, όταν όμως ήρθαν σε επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, υιοθέτησαν το κοινό πρότυπο ως She-Sang-Neu [η Ψυχρή Ανύπαντρη Κοπέλα!]. Στους Ιουδαίους ο αστερισμός συνδεόταν πάντα με την αφθονία στον θερισμό [Bethulah]. Οι ραβίνοι τον αντιστοίχισαν με τη φυλή Ασήρ, για την οποία ο Ιακώβ είχε προφητεύσει ότι «ο άρτος αυτής πολύς». Το 17ο αιώνα, ο Σίλερ προσομοίωσε τον αστερισμό με τον Απόστολο Ιάκωβο του Αλφαίου, ενώ ο Καίσιος υποστήριξε ότι η Παρθένος παριστάνει τη Μωαβίτισσα Ρουθ να μαζεύει τα στάχυα στους αγρούς του Βοόζ [σχετ. Π. Διαθήκη: βιβλιο Ρουθ]. Συχνά οι αρχαίοι μακεδονικοί στατήρες έφεραν την Παρθένο με το στάχυ στο αριστερό της χέρι και ράβδο στο δεξί, Ο μεγάλος ζωγράφος Άλμπρεχτ Ντύρερ τη σχεδίασε ως όμορφο άγγελο. Όμως η αρχαιότερη υποτιθέμενη «εικόνα» της Παρθένου, που σώζεται μέχρι σήμερα είναι η Σφίγγα της Αιγύπτου. Αυτή κατασκευάσθηκε σύμφωνα με ελληνική παράδοση με το κεφάλι της Παρθένου πάνω στο σώμα του Λέοντος, λόγω του ότι ο Ήλιος περνούσε από αυτούς τους δύο αστερισμούς κατά τη διάρκεια της ετήσιας πλημμύρας του Νείλου, που ήταν και το σημαντικότερο ετήσιο γεγονός για την Αίγυπτο. Στην εποχή μας ο Ήλιος βρίσκεται μέσα στα όρια της Παρθένου από 16 Σεπτεμβρίου μέχρι 31 Οκτωβρίου και οι ημερομηνίες αυτές συνεχίζουν να μετατίθενται προς τα εμπρός με ρυθμό 1 ημέρα ανά 71,1 έτη [το γνωρίζουν άραγε αυτό οι τηλεπερσόνες “επιστήμονες” της αστρολογίας;]. Ως ζωδιακός αστερισμός, η Παρθένος συνδέθηκε με την ψευδοεπιστήμη της Αστρολογίας, προλήψεις και θρύλους. Οι αρχαίοι αστρολόγοι θεωρούσαν ότι η Παρθένος «κυβερνούσε» την ανθρώπινη κοιλιά και το υπογάστριο (!), ότι επιδρούσε σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Μεσοποταμία, ενώ στη νεότερη εποχή, θεωρήθηκε ότι «κυβερνά» την Τουρκία, την Ιερουσαλήμ, τη Λυών και το Παρίσι [αλήθεια, γιατί όχι και το Λιανοκλάδι;].


ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Η Παρθενος συμπεριλαμβάνει 169 ορατούς αστέρες [με φαιν. μέγεθος ≤ 6,5)]. Ο αστέρας α Παρθένου είναι ο φωτεινότερος του αστερισμού [φ.μ. 0,9-1]. Είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Στάχυς. Ο β Παρθένου ονομάζεται Zavijava, από το αραβικό Zawiah (=Γωνία), επειδή βρίσκεται στη Γωνιά του Σκυλόσπιτου των Αράβων. Ο γ, διπλός αστέρας ονομάζεται Πορρίμα. Ο ε Παρθένου έχει το ελληνικό όνομα Προτρυγετήρ. Ο η, μεταβλητός, είναι ο Ζανίας. Ο ι είναι το Σύρμα, όπως το ονόμασε ο Πτολεμαίος. Ο μ είναι ο Rijl al Awwa (το Πόδι αυτού που Γαυγίζει!). Οι δ, ζ και θ έχουν αντίστοιχα φ.μ. 3,38, 3,37 και 4,38, με τον τελευταίο να είναι τριπλός αστέρας.

ο γαλαξίας Σομπρέρο

ΑΛΛΑ ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ
: Το σημαντικότερο γνώρισμα του αστερισμού είναι το Σμήνος της Παρθένου, το κοντινότερο σε εμάς γαλαξιακό σμήνος [60 περίπου έτη φωτός μακριά], που επεκτείνεται ως τη γειτονική Κόμη Βερενίκης. Αρκετοί γαλαξίες στην Παρθένο είναι φωτεινοί και παρατηρούνται με ερασιτεχνικά τηλεσκόπια, όπως οι Μ49, Μ58, Μ59, Μ61, Μ84, Μ86, Μ87, Μ90, και από τη σειρά NGC, οι: 4365, 4526, 4636. Οι λίγο αμυδρότεροι NGC 4567 kai 4568 φαίνονται σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο και αποκαλούνται «Σιαμαία Δίδυμα». Το μακρινότερο Υπερσμήνος της Παρθένου έχει διαστάσεις περί τα 110 εκατομμύρια έτη φωτός! Ο αστερισμός έχει και άλλους φωτεινούς γαλαξίες που δεν ανήκουν στο παραπάνω σμήνος, όπως ο γαλαξίας Σομπρέρο, ο NGC 4697 και ο NGC 4699. Στην Παρθένο βρίσκεται και ο φωτεινότερος κβάζαρ1, 3C273 [φ.μ. 12,9]. Ο αστέρας 70 Παρθένου κοντά στο βόρειο σύνορο του αστερισμού έχει ένα πλανήτη, από τους πρώτους εξωηλιακούς που ανακαλύφθηκαν, μάζας επταπλάσιας του Δία, που περιφέρεται γύρω του κάθε 116,6 γήινες ημέρες, με μέση ακτίνα 64 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Το σύστημα απέχει από εμάς 59,07 έτη φωτός αλλά απομακρύνεται με ταχύτητα 18.000 χλμ./ώ. Η μάζα του αστέρα ανέρχεται στο 95% της ηλιακής. Ένας άλλος εξωηλιακός πλανήτης ανακαλύφθηκε γύρω από τον αστέρα HD 130322, με περίοδο περιφοράς 10,7 γήινες ημέρες και μέση ακτίνα 13,2 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Το σύστημα απέχει από εμάς 98 έ.φ. Αλλά και ο ένας από τους δύο γνωστούς αστέρες νετρονίων που έχουν πλανήτες γύρω τους βρίσκεται στην Παρθένο. 


Είναι ο Πάλσαρ PSR 1257+12, που
φαίνεται να έχει 3 ή 4 πλανήτες γύρω του από τους οποίους οι 2 ή 3 με μάζες ανάλογες της Γης. Το σύστημα απέχει από εμάς περί τα χίλια έτη φωτός. Στην Παρθένο ο Χίνριχ Όλμπερ ανεκάλυψε [28/3/1802] τον δεύτερο αστεροειδή που ανακαλύφθηκε ποτέ, και τον ονόμασε Παλλάδα.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Κβάζαρ, quasar, σύντμηση από τη φράση QUASi-stellAR object, εννοείται κάθε εξαιρετικά λαμπρός και μακρινός ενεργός γαλαξιακός πυρήνας, που εμφανίζεται στο ορατό φως ως απλός αστέρας, παρά ως εκτεταμένο σώμα, όπως οι γαλαξίες.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης Κείμενο _ AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ἐξοχικὸν κροῦσμα (1906) Aλέξ. Παπαδιαμάντης +ΒΙΝΤΕΟ

Κείμενο + AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

   

  Ἤμην πάντοτε τακτικὸς περιπατητής, συχνὰ συνέβαινεν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ περιπάτου νὰ κάμω σταθμὸν εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα ἢ τὰ προάστια τῆς πόλεως. Ἔβλεπα ἐκεῖ διαφόρους θαμῶνας, τοὺς ἰδίους πάντοτε φιλησύχους γέροντας, ἀποστράτους, πολιτικοὺς συνταξιούχους, ἀκόμη καὶ ἱερωμένους, διατελέσαντας ἐφημερίους εἰς μεμακρυσμένας ἑλληνικὰς ἀποικίας. Ὅλοι οὗτοι ἠγάπων τὸν δροσερὸν ἀέρα, τὴν πρασινάδα καὶ τὴν θέαν τὴν ἀνοικτήν, κ᾿ ἐσύχναζον εἰς ἓν ἢ ἄλλο καφενεῖον, παρὰ τὸ Στάδιον, τὴν Δεξαμενήν, τοὺς Ἀμπελοκήπους, πρὸς τὰ Πατήσια, ἢ εἰς τὰ Πευκάκια, ἢ εἰς τὰ κράσπεδα τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἕκαστος ἐξ ὅλων εἶχε τὴν προτιμωμένην ἐξοχήν του καὶ τὸ εὐνοούμενον καφενεῖόν του.

Μόνον εἷς, καὶ οὗτος δὲν ἦτο ἀπόμαχος, οὔτε κληρικός, οὔτε συνταξιοῦχος, ἀλλὰ νέος πλήρης ἀκμῆς καὶ εὐρωστίας, δὲν ἠξεύρω πῶς κατώρθωνε νὰ εἶναι θαμιστὴς συγχρόνως εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ κέντρα. Ὅπου ἐπήγαινα, εἴτε εἰς τὸ Στάδιον, εἴτε εἰς τὴν Δεξαμενήν, εἰς τὴν «Φυλακὴν τοῦ Σωκράτους» ἢ εἰς τὴν Γαργαρέταν, πάντοτε ἀνελλιπῶς τὸν συνήντων εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀναχωρητήρια. Θὰ πῆτε, πῶς κ᾿ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχα αὐτὴν τὴν ubiquitatem* διὰ νὰ τὸν εὑρίσκω οὕτω παντοῦ; Σᾶς ἀποκρίνομαι ὅτι, τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἀραιὰ μόνον ἐπήγαινα εἰς ἓν ἕκαστον τῶν μερῶν αὐτῶν, κ᾿ ἔπειτα ἤμην μόνον ὡς ξένος, περιοδικὸς ἐπισκέπτης καὶ ἄγνωστος εἰς ἕκαστον τούτων. Ἐνῷ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκεῖος εἰς ὅλα.

Ἐκτὸς τούτου, συνέβη νὰ βεβαιωθῶ ἀπὸ φίλους χρηστοὺς καὶ ἀξίους πάσης ἐμπιστοσύνης ὅτι, τὴν ἰδίαν πρωίαν, καὶ ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν ὥραν, καθ᾿ ἣν ἐγὼ εἶχα συναντήσει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἄλλος τὸν εἶδε νὰ κάθεται εἰς τὸν «Κῆπον τοῦ Σωκράτους». Πῶς συνέβαινε τοῦτο;

*
* *

Εἰς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἐξοχικὰ συχναστήρια, ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος, ὁ στρογγυλοπρόσωπος καὶ καλοκαμωμένος, μὲ ὡραῖον καστανὸν μύστακα, δὲν ἐφαίνετο νὰ χάνῃ τὸν καιρόν του εἰς ρεμβασμούς. Δὲν «ἔκανε ρομάντζα», καθὼς λέγουν εἰς τὴν ἐπιχώριον διάλεκτον, ἀλλὰ μᾶλλον ἠσχολεῖτο νὰ πλέκῃ ἀληθῆ ρομάντσα. Δὲν συνήθιζε μακρὰς ὁμιλίας, ἂν καὶ τόσον γνωστὸς εἰς ὅλους τοὺς θαμῶνας, εἰς τὸν καφετζὴν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους του. Ἐνίοτε ἔπιανε κουβέντα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀλλὰ συχνὰ ἐκοίταζε τ᾿ ὡρολόγι του, ὡς νὰ ἐπερίμενε κάποιον, ἢ νὰ ἦτο διὰ νὰ ὑπάγῃ πουθενά.

Αἴφνης, ὄπισθεν τῆς ἀπωτέρας γωνίας τοῦ κτιρίου, εἰς τὸν φράκτην τοῦ κηπαρίου σιμά, ἢ ὄπισθεν συστάδος δένδρων καὶ ὑψηλῶν χόρτων, τὸν ἔβλεπέ τις στρέφοντα τὰ νῶτα, σκυφτόν, συνομιλοῦντα ἐκθύμως· ἦτο εἰς συνέντευξιν μετὰ γυναικός. Τὰ διάφορα ἐξοχικὰ ἐρημητήρια ἐχρησίμευον ὡς συνεντευκτήρια δι᾿ αὐτόν.

Ἴσως, θὰ εἴπῃ τις, χάριν ἀσφαλείας, θὰ ἐφρόντιζε ν᾿ ἀλλάζῃ ἑκάστοτε τὸν τόπον τῆς συναντήσεως μὲ τὴν φίλην τῆς καρδίας του, καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐπεσκέπτετο ἐκ περιτροπῆς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη. Θὰ ἠδύνατο, τῷ ὄντι, ν᾿ ἀπατηθῇ τις ὡς πρὸς τὴν ταυτότητα ἢ καὶ τὸν ἀριθμὸν ―ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦτο μία καὶ μόνη, ἀλλάζουσα μόνον ἐνδύματα, ἢ κόμμωσιν καὶ πέπλον καὶ τὴν ἄλλην γυναικείαν σκευήν― ὅπως γίνεται εἰς τὸ θέατρον. Ὅσον ἀδιάκριτον περιέργειαν καὶ ἂν ἔτρεφέ τις, ἦτο δυσκολώτατον πράγματι νὰ ἴδῃ τὸ πρόσωπον. Ὁ πυκνὸς πέπλος δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τοῦ νὰ καλύπτῃ τὴν ὄψιν. Αἱ συνεντεύξεις ἐγίνοντο ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος ἥλιων καὶ ἀκακιῶν, καὶ δενδρομολόχης, ἐντὸς βαθείας πρασινάδας. Πολλοὶ εἶδαν τὴν μορφὴν καὶ τὸ ἀνάστημα, καὶ ἤκουσαν τὸ φροὺ-φρού, εἰς τὴν Δεξαμενήν, ἀλλὰ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ πρόσωπον. Εἰς τὴν «Σπηλιὰν τοῦ Σωκράτους», ἡ συνδιάλεξις, ἐν μέσῳ τῶν δένδρων, ἐγίνετο ὑποκάτωθεν μεγάλης ἀνοικτῆς κοκκίνης ὀμπρέλας, τὴν ὁποίαν ἡ κυρία ἐκράτει διαρκῶς καταβιβασμένην ἐπὶ τῶν νώτων της· τὰ δύο πρόσωπα ἀντίκρυζον τὸ ἀντίθετον μέρος τοῦ δρόμου, ἀνώμαλον ἔδαφος, ἀπάτητον, καὶ πλῆρες ἀκανθῶν.

Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, βέβαιον εἶναι, ἀπὸ τὰς διαφόρους κορμοστασιάς, τὸ παράστημα καὶ τὸ βάδισμα, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς κατωπτεύθησαν, ὅτι πρόσωπον δὲν ἦτο ἕν, ἀλλὰ μᾶλλον ἱκανὸς ἀριθμός, περίπου ὡς μισὴ δουζίνα. Περιπλέον, ἠκούοντο κάποτε, ἀπὸ λεπτοῦ εἰς λεπτόν, γαλλικαί τινες φράσεις, πτερωταί, ἀπεσπασμέναι, φεύγουσαι ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν συνδιαλεγομένων. Τὰ θύματα ἦσαν, κατὰ τὸ πλεῖστον, Γαλλίδες ἢ Ἑλβετίδες παιδαγωγοί. Ἐπρόκειτο ἴσως περὶ ἐρωτομανίας, ἢ μᾶλλον περὶ ξενομανίας κ᾿ ἐπιδειξιμανίας; Ἀγνοῶ. Ὁπωσδήποτε, τὸ κροῦσμα ἐφαίνετο μᾶλλον παθολογικὸν ἢ ἄλλο τι.

*
* *

Φαντασθῆτε, τώρα, νὰ γνωρίζῃ τις ἓν ὄνομα, καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τὸν ἄνθρωπον· ἢ νὰ γνωρίζῃ κατ᾿ οὐσίαν ἐπὶ χρόνον μακρὸν πρόσωπά τινα, καὶ ν᾿ ἀγνοῇ πῶς καλοῦνται. Νὰ ἠξεύρῃ ἓν ὄνομα ―λέξιν― νὰ γνωρίζῃ ἓν πρόσωπον ―ὄψιν― καὶ ν᾿ ἀγνοῇ ὅτι τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο.

Εἶχα ἀκούσει κατὰ τύχην τ᾿ ὄνομά του· ἐκαλεῖτο Κασταλίδης. Ἀλλὰ τὸν ἐγνώριζα σχεδὸν πρὶν γεννηθῇ· καὶ τοῦτο, χωρὶς νὰ τὸ ὑποπτεύωμαι.

Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παθαίνει κανεὶς ὅταν πολυγηράσῃ.

Ἰδού· μεταξὺ τῶν ἄλλων θαμιστῶν τοῦ Σταδίου, τῆς Δεξαμενῆς, κτλ. πρὸ τριακονταετίας περίπου, ὑπῆρχεν ἓν ἀνδρόγυνον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔτυχε νὰ μάθω ποτὲ τὸ ὄνομα. Ὁ σύζυγος, ἄνθρωπος ἀσχολούμενος περὶ τὰ οἰκόπεδα, νομίζω, ἐκάθητο ἐπὶ ὥρας καπνίζων ἀενάως ναργιλέν· ὕστερον ἐνεφανίζετο ἡ κυρία, μία εὔσωμος, εὔσαρκος γυνή. Ἤρχετο νὰ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὸν σύζυγον καὶ τὴν παρέαν του. Κι αὐτὴ ἠγάπα τὴν ἐξοχήν, κ᾿ ἐπόθει τὸν δροσερὸν ἀέρα.

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, ἐσώζοντο ἀκόμη αἱ παραδόσεις καὶ τὰ παλαιὰ ἤθη. Αἱ τοιαῦται φιλικαὶ συντροφίαι, ἐγκάρδιοι, ὄχι σπανίως, κατὰ τὴν ὡραίαν ἐποχὴν τῶν ἀποπασχαλινῶν ἑορτῶν καὶ τοῦ Μαΐου, ἀπέληγον εἰς εὐωχίας μὲ ψητὰ τῆς σούβλας, καὶ μὲ φιάλας ξανθοῦ ρητινίτου. Τὰ ἐξοχικὰ αὐτὰ μαγαζάκια ἦσαν ἀπεριποίητα, ἀλλ᾿ εἶχον ὀλίγα ἔπιπλα καὶ στρώματα καὶ σινδόνας· ὡμοίαζαν πολὺ μ᾿ ἐξοχικὰς καλύβας, ἢ μὲ μπαράκες καὶ χάνια. Ἐκεῖ ἐνίοτε οἱ παρέες διενυκτέρευον.

*
* *

Ἐνόσῳ ἔβλεπα τὸν νέον Κασταλίδην, πάντοτε ἐδίσταζον κατ᾿ ἐμαυτὸν τρέφων μίαν ἀμυδρὰν ἀνάμνησιν. Ἠρώτων μέσα μου: ― Μὲ ποιὸν ὁμοιάζει; Ποῦ ἔβλεπα ἕνα τέτοιο πρόσωπον;

Δὲν ἠπατώμην· ἀλλὰ δὲν ὡμοίαζε μὲ ἕν· μᾶλλον μὲ δύο πρόσωπα. Διὰ τοῦτο, ὅταν τὸν εἶδά ποτε νὰ χειραγωγῇ ἕνα γέροντα μὲ κλονούμενον τὸ βῆμα, κατελθόντα ἀπὸ ἅμαξαν, δὲν ἀνεγνώρισα τίποτε, οὔτε ἔβλεπα θετικὴν ὁμοιότητα εἰς τὰ δύο πρόσωπα. Μόνον ἠρώτων καὶ πάλιν· ― Ποῦ τὸν ἔχω ἰδεῖ ἄλλα χρόνια, αὐτὸν τὸν τώρα γέροντα;… Ὁμοιάζει μ᾿ ἕνα μεσόκοπον τοῦ παλαιοῦ καιροῦ.

Τέλος, εἶδα, μίαν ἡμέραν, νὰ κατέρχεται τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας μία νεκρικὴ πομπή. Ἐστάθην, ἀπεκαλύφθην, κ᾿ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Χωρὶς νὰ κοιτάξω ἐντὸς τοῦ φερέτρου, διότι πάντοτε δειλιῶ εἰς τοῦτο, τὸ βλέμμα μου ἔπεσεν ὄπισθεν ἀκριβῶς τούτου. Τότε ἀνεγνώρισα πρώτους ἀκολουθοῦντας τὸ φέρετρον, βαρέως πενθηφοροῦντας, τὸν νέον Κασταλίδην, καὶ τὸν πρεσβύτην μὲ τὸ κλονούμενον βῆμα, τὸν ὁποῖον εἶδα πρὸ ἡμερῶν νὰ ὑποβοηθῇ ἔξω τῆς ἁμάξης.

Τότε ἔστρεψα τὸ βλέμμα εἰς τὴν νεκρικὴν σορόν. Τὸ λείψανον ἦτο γυνὴ ἡλικιωμένη. Εἶδα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν σύζυγον τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ναργιλέ, τὴν ὁποίαν ἔβλεπα εἰς παλαιοὺς χρόνους τόσον συχνὰ συνηθίζουσαν νὰ συνοδεύῃ εἰς τὰ ἐξοχικὰ καφενεῖα τὸν σύζυγόν της.

*
* *

Τὸ μυστήριον ἐλύθη. Τὸ ἀνδρόγυνον ἐκαλοῦντο Κασταλίδαι, καὶ ἦτο ὁ υἱός των αὐτός, ὁ νέος μὲ τὰς συνεντεύξεις ―ὅστις ἴσως, τίς οἶδε; δυνατὸν νὰ εἶχε συλληφθῆ ἐν γαστρὶ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, κατόπιν ἐξοχικῆς εὐωχίας, εἰς κανὲν ἀπὸ τὰ ἐρημητήρια αὐτά― καὶ ἔσωζεν ἐκ κληρονομίας εἰς τὸ αἷμά του τὸ ἐρωτικὸν τῆς ἐξοχῆς ἔνστικτον.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


3.1.26

Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Βορέας και οι Βορεάδες

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

Βορέας και Νύμφες
  Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: Για τον Βορέα, την προσωποποίηση δηλαδή του βορείου ανέμου, ομιλεί ο Όμηρος δυο φορές: Πρώτα αναφέρει ότι αυτός κατέβαινε ορμητικά από τη Θράκη κι έφερνε το χαλάζι και το χιόνι1. Ο ίδιος πάλι αλλού αναφέρει την παράδοση πως όταν ο Βορέας είδε τις φοράδες του Εριχθόνιου, του γιου του Δάρδανου, στην Τροία, τις πόθησε και, αφού πήρε τη μορφή του ίππου, πλάγιασε μαζί τους. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν δώδεκα πουλάρια που έτρεχαν σαν τον άνεμο. Φαίνονταν μάλιστα σαν να πετούσαν πάνω από γη και τη θάλασσα χωρίς να τα αγγίζουν2.

   

  ΒΟΡΕΑΣ ΚΑΙ ΩΡΕΙΘΥΙΑ: Κάποτε πάλι, λένε άλλες μυθικές διηγήσεις, όταν ο Βορέας βρέθηκε στην Αττική, η μοίρα το 'φερε να συναντήσει την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Εκείνη τότε έπαιζε με τις φίλες της ή, σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, χόρευε, ή μάζευε λουλούδια. Αμέσως τότε την ερωτεύτηκε. Πού ακριβώς την πρωτοείδε κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα, άλλοι πίστευαν στις πηγές του Κηφισού, άλλοι στην περιοχή της Ακρόπολης. Το μόνο βέβαιο πάντως είναι πως όρμησε στη συντροφιά των κοριτσιών, άρπαξε την Ωρείθυια και πετώντας τη μετέφερε στη μακρινή πατρίδα του. Από το γάμο του με εκείνη γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς και δύο θυγατέρες, η Κλεοπάτρα και η Χιόνη. Η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε το Φινέα, βασιλιά στη Θράκη, ενώ τη Χιόνη την αγάπησε ο Ποσειδώνας και μαζί απέκτησαν τον Εύμολπο.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ: Στις αρχές του του 5ου αι. π.Χ. παρατηρήθηκε μια ξαφνική ιδιαίτερη δημοτικότητα του μύθου της απαγωγής της Ωρείθυιας. Αυτό οφειλόταν σε μια παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του3. Συγκεκριμένα, κατά τους Περσικούς πολέμους και πριν από τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, το 480 π.Χ., δόθηκε στους Αθηναίους ένας χρησμός που τους συνιστούσε να ζητήσουν τη βοήθεια του "γαμβρού" τους! Οι Αθηναίοι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τον θεϊκό λόγο, θυμήθηκαν πως, παλιά, ο Βορέας είχε αρπάξει την Αθηναία βασιλοπούλα Ωρείθυια και επομένως αυτός ήταν το πρόσωπο που υπαινισσόταν ο χρησμός. Γι' αυτό και ικέτεψαν τη βοήθεια αυτού και της Ωρείθυιας για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Πραγματικά, εντελώς συμπτωματικά φυσικά, ξέσπασε τότε ένας δυνατός βόρειος άνεμος που κράτησε με διαστήματα τρείς ολόκληρες μέρες και κατέστρεψε 400 πλοία του περσικού στόλου. Ευγνώμονες μετά τη νίκη τους οι Αθηναίοι ίδρυσαν ιερό προς τιμήν του Βορέα στις όχθες του Ιλισσού. Ο Παυσανίας βεβαιώνει πως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ιερά του και σε άλλα μέρη4.

Βορέας και θαλάσσια Νύμφη

ΟΙ ΒΟΡΕΑΔΕΣ
: Οι Βορεάδες, οι φτερωτοί δηλαδή γιοι του Βορέα, Ζήτης και Κάλαϊς, κατέβαιναν ορμητικοί απ' τον αιθέρα, όπως ακριβώς και ο πατέρας τους. Το σημαντικότερο γεγονός της μυθικής ζωής τους ήταν ότι πήραν κι αυτοί μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με πολλούς ονομαστούς ήρωες. Στον δρόμο για την Κολχίδα, συνάντησαν στη Θράκη τις φτερωτές Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, του τυφλού μάντη από τη Σαλμυδησσό, ή τη βρόμιζαν τόσο, ώστε ο δύστυχος δεν μπορούσε πια να τη γευτεί. Ο Ζήτης και ο Κάλαϊς άρχισαν τότε να τις καταδιώκουν πέρα από στεριές και θάλασσες ώσπου στο τέλος τις πρόφτασαν στα νησιά Πλωτές [Στροφάδες], δυτικά της Πελοποννήσου, και τις έπεισαν να φύγουν μακριά. Έτσι γλίτωσε ο Φινέας από τη βασανιστική παρουσία τους. Οι Βορεάδες μετά απ' αυτά έστρεψαν την πορεία τους πάλι προς το μέρος απ' όπου ξεκίνησαν γι' αυτό και τα νησιά Πλωτές, έλεγαν, πως από τότε ονομάστηκαν Στροφάδες. Ωστόσο, γύρω απ' το θέμα της σωτηρίας του Φινέα υπάρχουν και άλλες διηγήσεις που παραλλάσσουν την κατάληξη της καταδίωξης των Αρπυιών από τους Βορεάδες, όπου από τους πρωταγωνιστές επιζούν ή πεθαίνουν άλλοτε άλλοι. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, οι Βορεάδες τελικά φονεύθηκαν από τον Ηρακλή στην Τήνο5.

ΑΥΡΑ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΟΡΕΑ: Θυγατέρα του Βορέα, σύμφωνα με μυθική εκδοχή που ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή, ήταν και η Αύρα. Μάλιστα αυτή ήταν που έφερε στον Άρη το άγγελμα του θανάτου της θυγατέρας του, της Αμαζόνας Πενθεσίλειας, στην Τροία. Στον πληθυντικό οι Αύρες ήταν προσωποποιήσεις των ήπιων, δροσερών ανέμων. Υπάρχουν και άλλες, μεταγενέστερες, πληροφορίες για την Αύρα. Μια από αυτές ήταν πως προκάλεσε αναίτια τη ζήλια και το θάνατο της Πρόκριδος, της αδελφής της Ωρείθυιας. Κι αυτό, γιατί η Πρόκρις τη θεώρησε αντίζηλό της στην αγάπη της για τον Κέφαλο όταν τον άκουσε στο δάσος να καλεί την αύρα να τον αναζωογονήσει από την κούραση του κυνηγιού. Εκεί βρήκε τραγικό θάνατο η Πρόκριδα από το ακόντιο του ίδιου του Κέφαλου που την πέρασε για αγρίμι, κρυμμένη καθώς ήταν στις φυλλωσιές για να τον παρακολουθήσει.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Όμηρος, Ιλιάδα, Ο 170-1 και Τ 357-8.

2. Όμηρος, Ιλιάδα, Υ 219-229.

3. Ηρόδοτος 7, 189.

4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 8. 36.6.

5. Απολλώνιος ο Ρόδιος, 1, 1300-1309.

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ

Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


   

 «Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα. Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:

Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
 πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα.

*
* *

Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.

Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ.

― Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά.

― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω.

― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;

―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:

― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.

― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός.

― Πότε θὰ σιάσῃ;

― Σὰ μπῇ ὁ Μάης.

― Πότε μπαίνει;

― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο.

― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;

Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.

Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.

Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.

Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.

Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.

Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.

Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.

Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.

Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»

Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.

Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.

Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.

*
* *

Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.

Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.

Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.

(1910)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος (19 Απριλίου) από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

  Ο Όσιος Συμεών ο μονοχίτων και ανυπόδητος (19 Απριλίου) + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου   Δε γνωρίζουμε που ακριβώς γεννήθη...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....