Ετικέτες - θέματα

3.1.26

Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Βορέας και οι Βορεάδες

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

Βορέας και Νύμφες
  Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: Για τον Βορέα, την προσωποποίηση δηλαδή του βορείου ανέμου, ομιλεί ο Όμηρος δυο φορές: Πρώτα αναφέρει ότι αυτός κατέβαινε ορμητικά από τη Θράκη κι έφερνε το χαλάζι και το χιόνι1. Ο ίδιος πάλι αλλού αναφέρει την παράδοση πως όταν ο Βορέας είδε τις φοράδες του Εριχθόνιου, του γιου του Δάρδανου, στην Τροία, τις πόθησε και, αφού πήρε τη μορφή του ίππου, πλάγιασε μαζί τους. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν δώδεκα πουλάρια που έτρεχαν σαν τον άνεμο. Φαίνονταν μάλιστα σαν να πετούσαν πάνω από γη και τη θάλασσα χωρίς να τα αγγίζουν2.

   

  ΒΟΡΕΑΣ ΚΑΙ ΩΡΕΙΘΥΙΑ: Κάποτε πάλι, λένε άλλες μυθικές διηγήσεις, όταν ο Βορέας βρέθηκε στην Αττική, η μοίρα το 'φερε να συναντήσει την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Εκείνη τότε έπαιζε με τις φίλες της ή, σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, χόρευε, ή μάζευε λουλούδια. Αμέσως τότε την ερωτεύτηκε. Πού ακριβώς την πρωτοείδε κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα, άλλοι πίστευαν στις πηγές του Κηφισού, άλλοι στην περιοχή της Ακρόπολης. Το μόνο βέβαιο πάντως είναι πως όρμησε στη συντροφιά των κοριτσιών, άρπαξε την Ωρείθυια και πετώντας τη μετέφερε στη μακρινή πατρίδα του. Από το γάμο του με εκείνη γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς και δύο θυγατέρες, η Κλεοπάτρα και η Χιόνη. Η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε το Φινέα, βασιλιά στη Θράκη, ενώ τη Χιόνη την αγάπησε ο Ποσειδώνας και μαζί απέκτησαν τον Εύμολπο.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ: Στις αρχές του του 5ου αι. π.Χ. παρατηρήθηκε μια ξαφνική ιδιαίτερη δημοτικότητα του μύθου της απαγωγής της Ωρείθυιας. Αυτό οφειλόταν σε μια παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του3. Συγκεκριμένα, κατά τους Περσικούς πολέμους και πριν από τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, το 480 π.Χ., δόθηκε στους Αθηναίους ένας χρησμός που τους συνιστούσε να ζητήσουν τη βοήθεια του "γαμβρού" τους! Οι Αθηναίοι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τον θεϊκό λόγο, θυμήθηκαν πως, παλιά, ο Βορέας είχε αρπάξει την Αθηναία βασιλοπούλα Ωρείθυια και επομένως αυτός ήταν το πρόσωπο που υπαινισσόταν ο χρησμός. Γι' αυτό και ικέτεψαν τη βοήθεια αυτού και της Ωρείθυιας για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Πραγματικά, εντελώς συμπτωματικά φυσικά, ξέσπασε τότε ένας δυνατός βόρειος άνεμος που κράτησε με διαστήματα τρείς ολόκληρες μέρες και κατέστρεψε 400 πλοία του περσικού στόλου. Ευγνώμονες μετά τη νίκη τους οι Αθηναίοι ίδρυσαν ιερό προς τιμήν του Βορέα στις όχθες του Ιλισσού. Ο Παυσανίας βεβαιώνει πως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ιερά του και σε άλλα μέρη4.

Βορέας και θαλάσσια Νύμφη

ΟΙ ΒΟΡΕΑΔΕΣ
: Οι Βορεάδες, οι φτερωτοί δηλαδή γιοι του Βορέα, Ζήτης και Κάλαϊς, κατέβαιναν ορμητικοί απ' τον αιθέρα, όπως ακριβώς και ο πατέρας τους. Το σημαντικότερο γεγονός της μυθικής ζωής τους ήταν ότι πήραν κι αυτοί μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με πολλούς ονομαστούς ήρωες. Στον δρόμο για την Κολχίδα, συνάντησαν στη Θράκη τις φτερωτές Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, του τυφλού μάντη από τη Σαλμυδησσό, ή τη βρόμιζαν τόσο, ώστε ο δύστυχος δεν μπορούσε πια να τη γευτεί. Ο Ζήτης και ο Κάλαϊς άρχισαν τότε να τις καταδιώκουν πέρα από στεριές και θάλασσες ώσπου στο τέλος τις πρόφτασαν στα νησιά Πλωτές [Στροφάδες], δυτικά της Πελοποννήσου, και τις έπεισαν να φύγουν μακριά. Έτσι γλίτωσε ο Φινέας από τη βασανιστική παρουσία τους. Οι Βορεάδες μετά απ' αυτά έστρεψαν την πορεία τους πάλι προς το μέρος απ' όπου ξεκίνησαν γι' αυτό και τα νησιά Πλωτές, έλεγαν, πως από τότε ονομάστηκαν Στροφάδες. Ωστόσο, γύρω απ' το θέμα της σωτηρίας του Φινέα υπάρχουν και άλλες διηγήσεις που παραλλάσσουν την κατάληξη της καταδίωξης των Αρπυιών από τους Βορεάδες, όπου από τους πρωταγωνιστές επιζούν ή πεθαίνουν άλλοτε άλλοι. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, οι Βορεάδες τελικά φονεύθηκαν από τον Ηρακλή στην Τήνο5.

ΑΥΡΑ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΟΡΕΑ: Θυγατέρα του Βορέα, σύμφωνα με μυθική εκδοχή που ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή, ήταν και η Αύρα. Μάλιστα αυτή ήταν που έφερε στον Άρη το άγγελμα του θανάτου της θυγατέρας του, της Αμαζόνας Πενθεσίλειας, στην Τροία. Στον πληθυντικό οι Αύρες ήταν προσωποποιήσεις των ήπιων, δροσερών ανέμων. Υπάρχουν και άλλες, μεταγενέστερες, πληροφορίες για την Αύρα. Μια από αυτές ήταν πως προκάλεσε αναίτια τη ζήλια και το θάνατο της Πρόκριδος, της αδελφής της Ωρείθυιας. Κι αυτό, γιατί η Πρόκρις τη θεώρησε αντίζηλό της στην αγάπη της για τον Κέφαλο όταν τον άκουσε στο δάσος να καλεί την αύρα να τον αναζωογονήσει από την κούραση του κυνηγιού. Εκεί βρήκε τραγικό θάνατο η Πρόκριδα από το ακόντιο του ίδιου του Κέφαλου που την πέρασε για αγρίμι, κρυμμένη καθώς ήταν στις φυλλωσιές για να τον παρακολουθήσει.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Όμηρος, Ιλιάδα, Ο 170-1 και Τ 357-8.

2. Όμηρος, Ιλιάδα, Υ 219-229.

3. Ηρόδοτος 7, 189.

4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 8. 36.6.

5. Απολλώνιος ο Ρόδιος, 1, 1300-1309.

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ

Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


   

 «Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα. Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:

Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
 πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα.

*
* *

Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.

Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ.

― Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά.

― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω.

― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;

―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:

― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.

― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός.

― Πότε θὰ σιάσῃ;

― Σὰ μπῇ ὁ Μάης.

― Πότε μπαίνει;

― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο.

― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;

Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.

Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.

Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.

Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.

Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.

Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.

Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.

Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.

Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»

Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.

Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.

Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.

*
* *

Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.

Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.

Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.

(1910)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


2.1.26

Τα Θεοφάνια του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Τα Θεοφάνια

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



   Η ΕΟΡΤΗ: Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Η Ιστορία αυτή της Βάπτισης αυτής είναι γνωστή απὸ το κατὰ Ματθαίον Ευαγγέλιο΄ 13- 17), αλλά και από άλλους δύο Ευαγγελιστές (Μάρκ. α΄, Λουκ. γ΄). Το όνομα της εορτής προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας και αδιαίρετης Τριάδος. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνεια και Φώτα Εορτή των Φώτων). Κατά τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη της Αντιόχειας. Αρχαία φαίνεται και η συνήθεια της τέλεσης του Μεγάλου Αγιασμού την ημέρα των Θεοφανίων, όπου ψάλλονται τα τροπάρια του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου και το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού.

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Έκπληκτοι και οι παρευρισκόμενοι είδαν τον αυστηρό ασκητὴ και διδάσκαλο να υποχωρεί με ανέκφραστη ευλάβεια καὶ ταπείνωση μπροστὰ στον άγνωστό τους. Στην αρχὴ αρνείται να Τον βαπτίσει και Του λέει ότι αυτὸς έχει ανάγκη να βαπτισθεί απὸ Εκείνον. Ο Ιησούς τον πείθει να Τον βαπτίσει, διότι έτσι έπρεπε. Τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού, ενώ ταυτόχρονα ανοίχθηκαν οι ουρανοί και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό, του Θεού Πατέρα, που έλεγε ότι: “Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκισα". Γράφει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: “"(...) ανοίχθηκαν οι ουρανοί. Για να δειχθεί φανερώτατα ότι αυτός είναι που και προ των ουρανών υπάρχει και πριν από όλα τα όντα και είναι Θεός και είναι Θεού Λόγος και Υιός, μόνο αυτός παρουσιαζόταν συνημμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Με την έκφραση ανοίχθηκαν, μας έδειξε ότι οι ουρανοί ήσαν κλειστοί προηγουμένως λόγω της αμαρτίας και της παρακοής μας προς το Θεό. Όχι μόνο του ανοίχθηκαν οι ουρανοί, αλλά ο ίδιος ο κόλπος του υψίστου Πατρός, διότι από εκεί ήλθε το Πνεύμα και η φωνή που μαρτυρούσε τη γνησιότητα της υιότητος. Οι ουρανοί είναι κήρυκες και προς τους αγγέλους, αλλά και προς τους ανθρώπους διατρανώνοντας την ομοτιμία του Υιού του Θεού προς τον ουράνιο Πατέρα και προς το Άγιο Πνεύμα, κατά την ουσία και δύναμη και δεσποτεία προς το σύμπαν. (...) Το άγιο βάπτισμα είναι η πύλη των ουρανών που εισάγει εκεί τους βαπτιζομένους.



Η ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ: Και είδε ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται σε Αυτόν. Το περιστέρι μαρτυρεί την καθαρότητα Αυτού προς Τον οποίο κατέβηκε. Έτσι, μ΄ αυτὸν το μοναδικό τρόπο, στη βάπτιση του Κυρίου φανερώθηκε ο Θεὸς ο τρισυπόστατος, η Αγία Τριάδα, και γι᾿ αυτὸ η Εκκλησία μας ονόμασε την γιορτὴ αυτὴ Θεοφάνεια. Για την παρουσία του Αγίου Πνεύματος γράφει ο ίδιος πνευματοφόρος Πατέρας: “ Πραγματικά ο Πατέρας χρησιμοποιώντας σαν δάκτυλο το συναΐδιο και ομοούσιο και υπερουράνιο Πνεύμα του, φωνάζοντας και δακτυλοδεικτώντας μαζί, απέδειξε δημόσια και κήρυξε σε όλους ότι ο βαπτιζόμενος από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη είναι ο αγαπητός του Υιός. Και έδειξε ότι όλα εκείνα που ελέχθηκαν πρωτύτερα δια των προφητών, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες απέβλεπαν προς τον τωρινό σκοπό, προς την θεανδρική οικονομία. Ευδοκία είναι το κυριαρχικό και αγαθό και τέλειο θέλημα του Θεού. Αυτός δε είναι ο μόνος στον οποίο ευδοκεί και επαναπαύεται και αρέσκεται τελείως ο Πατέρας, ο θαυμαστός του σύμβουλος, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του, αυτός που ακούει και ομιλεί από τον Πατέρα του και παρέχει στους ευπειθείς ζωή αιώνια.

Απολυτίκιο:
«
Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι»

Κοντάκιο:
«
Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη και το Φως Σου Κύριε εσημειώθη εφ΄ ημάς
εν επιγνώσει υμνούντας Σε Ήλθες εφάνης το Φως το απρόσιτον

konstantinosa.oikonomou@gmail.com 








ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα     Βορέας και Νύμφες   Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ : Για τον Βορ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....