Ετικέτες - θέματα

20.7.26

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 


Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


   

Θησέας και Κένταυροι

Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τη μυθική Θεσσαλία πως ο Ιξίων  απ’ τη Νεφέλη, το ομοίωμα δηλαδή της Ήρας, γέννησε τον Κένταυρο, γενάρχη των μυθικών τεράτων. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η αιώνια και αμετάκλητη τιμωρία του Ιξίονα.

   Οι Κένταυροι κατ' αυτόν τον τρόπο, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της μυθικής Θεσσαλίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη εκδοχή γι’ αυτούς: Σύμφωνα μ’ αυτήν, όταν ο Ιξίων ήταν ακόμα βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισσας, ένα κοπάδι εξαγριωμένων ταύρων, που είχαν καταφύγιο στο Πήλιο, άρχισε να εξορμά και να καταστρέφει τις αγροτικές καλλιέργειες των Θεσσαλών. Βλέποντας αυτή την κατάσταση ο Ιξίων, επικήρυξε τους ταύρους, υποσχόμενος μεγάλες αμοιβές. Τότε παρουσιάστηκε μια ομάδα δυνατών νέων που επέβαιναν σε άλογα. Αυτοί λοιπόν με τα ακόντιά τους και τα τόξα τους εξολόθρευσαν τους ταύρους. Γίνονται λοιπόν στο μύθο οι πρώτοι που επινόησαν την «ιππικήν τέχνην» και πήραν την ονομασία Ιπποκένταυροι ή Κένταυροι (από το «κεντώ»- τρυπώ και το «ταύρος»), επειδή κέντησαν ή τρύπησαν (χτύπησαν) τους ταύρους. Εδώ βλέπουμε ότι ο μύθος ουσιαστικά καλύπτει, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι μύθοι, ένα ιστορικό γεγονός: την εξημέρωση των αλόγων.

 

Κένταυρος Χείρων και Αχιλλέας
   Οι Κένταυροι παρουσιάζονταν από τη μέση και πάνω σαν άνθρωποι και στο κάτω μέρος σαν άλογα (ίπποι). Αρχικός τόπος κατοικίας τους ήταν οι νότιες υπώρειες της Όσσας και η περιοχή του Πηλίου ως το Τισσαίον όρος, λίγο πιο βόρεια από το σημερινό Τρίκερι. Αργότερα, στην τελευταία φάση της μυθικής μετα-ομηρικής εποχής, τους εντοπίζουμε στη νότια Πελοπόννησο κυνηγημένους από τον Ηρακλή, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας μέχρι και το όρος Πάρνωνας. Θεωρούνταν κακόψυχοι, κλέφτες και μισάνθρωποι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως αυτή του μυθικού δασκάλου του Αχιλλέα, Κενταύρου Χείρωνα.

   Η Κενταυρομαχία:  Επόμενος βασιλιάς των Λαπιθών της Λάρισας είναι ο Πειρίθους. Στα χρόνια της βασιλείας του οι Κένταυροι είχαν επεκταθεί σε όλη την περιοχή της ανατολικής Θεσσαλίας, από τη λίμνη Βοιβηίδα μέχρι τις ακτές του Αιγαίου. Στη γαμήλια του βασιλιά Πειρίθου με την Ιπποδάμεια, την κόρη του Άτρακα, ήρθαν ως καλεσμένοι πολλοί, ανάμεσά τους και οι Κένταυροι, καθώς και ο αδελφικός φίλος του Πειρίθου, ο γνωστός Θησέας. Αυτός όμως ο γάμος έμελλε να είναι η αφορμή του μακροχρόνιου πολέμου Λαπιθών- Κενταύρων, που έμεινε γνωστός με το όνομα Κενταυρομαχία. Στο τραπέζι αυτό του γάμου, κι ενώ οι συνδαιτημόνες είχαν έρθει σε κατάσταση ευθυμίας, ένας από τους σημαντικότερους κενταύρους, ο Ευρυτίων, έχοντας μεθύσει, προσπάθησε να αρπάξει την ίδια τη νύφη. Όμως ο Θησέας κατάφερε με αποφασιστική γρηγοράδα να διασώσει την Ιπποδάμεια. Οι υπόλοιποι Κένταυροι, επειδή φοβήθηκαν τα αντίποινα που θα ακολουθούσαν, αποχώρησαν απ’ τη Λάρισα. Δυστυχώς ο Ευρυτίων παρέμεινε αιχμάλωτος των Λαπιθών και δέχτηκε ατιμωτική ποινή απ’ αυτούς. Του κόψανε τη μύτη και τα αυτιά. Μετά από αυτό του επέτρεψαν να φύγει ταπεινωμένος για το Πήλιο. Αυτή ήταν η αφορμή των συγκρούσεων Θεσσαλών - Κενταύρων, που κατέληξε στην οριστική εκδίωξη των τελευταίων, με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνα, ως τη νότια Πίνδο.

Κενταυρομαχία

 Άλλοι ήρωες της  Κενταυρομαχίας:
Πλησιάζοντας στο τέλος της εποχής των Λαπιθών αξίζει να γίνει μια απλή αναφορά στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές - ήρωες της Κενταυρομαχίας. Απ’ την πλευρά των Λαπιθών: Οιλέας, Εξάδιος, Φάληρος, Πρόλοχος, Μόψος, καθώς και ο φίλος του Πειρίθου Θησέας. Απ’ τους Κενταύρους: Πετραίος, Άσβολος, Άρκτος, Ούρειος, Περιμήδης, Μίμας, Δρύαλος και οι δυο γιοι του Πευκέα.

Κένταυρος Χείρων

 

Ο Χείρων διδάσκων
   Αναφερθήκαμε και πρωτύτερα στην ωμότητα και βιαιότητα των Κενταύρων, σημειώνοντας παράλληλα και την εξαίρεση του Χείρωνα. Ο Χείρων θεωρούνταν γιος του Κρόνου και της Φιλλύρας και λόγω ακριβώς της πατρικής του καταγωγής ανήκε στη γενιά των θεών.  Γεννήθηκε στις όχθες της Βοιβηίδας λίμνης και ζούσε στο Πήλιο, απομονωμένος απ’ τους άλλους Κενταύρους, στο Χειρώνιον άντρον, δηλαδή σε μια σπηλιά. Παντρεύτηκε μια Ναϊάδα, τη Χαρικλώ, και γέννησε τέσσερα παιδιά. Στη σπηλιά του ανατράφηκε και ανδρώθηκε μια σειρά Ελλήνων ηρώων όπως οι: Ακταίων, Ιππόλυτος, Κέφαλος, Αμφιάραος, Κάστορας και Πολυδεύκης, Νέστορας, Θησέας, Μελέαγρος, Τελαμώνας, Αίαντας, Διομήδης, Οδυσσέας, Πρωτεσίλαος, Ιάσονας και ο κορυφαίος Θεσσαλός ήρωας Αχιλλέας. Ήταν σοφός, πράος, δίκαιος και αγαπούσε τους ανθρώπους, ενώ ήταν σπουδαίος στην ανακούφιση των πόνων και γενικά στην ιατρική. Βρήκε όμως το θάνατο απρόσμενα στο ακρωτήρι του Μαλέα από τον Ηρακλή, ο οποίος τον τραυμάτισε κατά λάθος στο γόνατο με βέλος. Παρ’ όλο που ήταν αθάνατος, δεν άντεχε τους πόνους και ζήτησε απ’ τον Προμηθέα να ανταλλάξει την αθανασία του με τη δική του θνητή ζωή. Έτσι έγινε ο Προμηθέας αθάνατος, ενώ τα βάσανα του Χείρωνα πήραν τέλος με τον ηθελημένο θάνατό του.


18.7.26

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Γύγης [πλατωνικός Μύθος]

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   


  ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Ο Γύγης, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ήταν γιος του Δασκύλου και υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς της Λυδίας της δυναστείας των Μερμνάδων που βασίλεψε από το 717 ως το 680 π.Χ.

Ο ΓΥΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ: Ο Γύγης ήταν φίλος και μέλος της φρουράς του Κανδαύλη, βασιλιά της Λυδίας. Ο Κανδαύλης εκτός από συνηθισμένες συζητήσεις για σημαντικές υποθέσεις, ανάγκαζε τον Γύγη να ακούει τα εγκώμια για την γυναίκα του που θεωρείτο, τουλάχιστον απο το σύζυγό της, ως η πιο όμορφη που υπάρχει. Επειδή υπέθετε πως ο Γύγης δεν τον πίστευε, τού είπε να βρει τρόπο να την δει μόνος του γυμνή και να πειστεί! Ο Γύγης προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά ο βασιλιάς τον ανάγκασε. Ο Κανδαύλης λοιπόν έκρυψε τον Γύγη σ' ένα σημείο του δωματίου, ώστε να μην τον αντιληφθεί η γυναίκα του και έτσι ο Γύγης την είδε γυμνή. Η βασίλισσα τον αντιλήφθηκε και κατάλαβε πως έφταιγε ο άντρας της, όμως δεν πρόδωσε την ντροπή της και αποφάσισε σιωπηλά να πάρει εκδίκηση1. Εκείνη την νύχτα δεν αντέδρασε, αλλά το επόμενο πρωινό η βασίλισσα κάλεσε τον Γύγη. Ο Γύγης δεν υποψιάστηκε τίποτα επειδή δεν ήταν ασυνήθιστο να τον καλεί η βασίλισσα. Όμως, όταν έφτασε, η βασίλισσα του είπε πως έχει δύο επιλογές, ή να δολοφονήσει τον βασιλιά και να πάρει τη θέση του και εκείνη σύζυγό του ή να πεθάνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο Γύγης έμεινε άφωνος, αλλά στην συνέχεια ικέτεψε τη βασίλισσα να το ξανασκεφτεί. Όταν κατάλαβε πως η βασίλισσα ήταν ανένδοτη αποφάσισε να ζήσει. Έτσι δολοφόνησε τον Κανδαύλη μ' ένα μαχαίρι την νύχτα ενώ κοιμόταν και έγινε βασιλιάς. Στην αρχή οι Λυδοί εξοργισμένοι ήταν έτοιμοι να εξεγερθούν, αλλά ένας χρησμός του Δελφικού Μαντείου τού επικύρωσε την εξουσία. Όταν νομιμοποιήθηκε στην εξουσία ο Γύγης έκανε πολλά δώρα στο μαντείο.


   ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΓΥΓΗΣ: Τον Πλάτωνα απασχολούσαν πάντοτε τα αντικρουόμενα ζεύγη καλού-κακού, ευτυχίας-δυστυχίας, γνώσης-άγνοιας, δικαιοσύνης-αδικίας, γενναιότητας-δειλίας, αρμονίας-δυσαρμονίας, κ.ο.κ., ενώ οραματιζόταν την κυριαρχία του αγαθού σε έναν ευτυχισμένο, αρμονικό κόσμο. Έτσι, ο Πλάτων, στο Β΄ βιβλίο της «Πολιτείας» του και με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο, που θυμίζει τον πραγματικό Γύγη και τον περίεργο τρόπο ανάρρησης στο θρόνο της Λυδίας. Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης, βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα. Συγκεκριμένα, την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του βασιλιά, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας γιγαντιαίος νεκρός. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια. Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του [«σφενδόνην»], προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά! Ο απλοϊκός βοσκός είχε στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο! Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη κάτοχος μιας παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας αδικίας, που μπορούσε, αν εκείνος ήθελε, να φτάσει κι ως το έγκλημα. 

 


  00

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ηρόδοτος, Ιστορία 1 Κλειώ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα: Ιούλιος 1994, σσ. 45-53.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Θεωρούνταν, άλλωστε, προσβλητικό ακόμα και για έναν άντρα να τον δουν γυμνό.

15.7.26

Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα κείμενο - AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 Το μνήμα της μάνας, του Ανδρεά Καρκαβίτσα

κείμενο - AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   

  Είχαν θερίσει πια, και οι χωρικοί άφηναν ελεύθερα στην εξοχή τα ζώα τους να βόσκουν νύχτα μέρα, βόδια και άλογα μαζί.

«Εμείς να μην αφήσομε έξω τη γαϊδουρίτσα μας», είπε η Σμαράγδα στον άντρα της το χαλκιά, το Ζαφείρη τον Τσιρίμπαση.

«Όλος ο κόσμος τ’ αφήνει έξω· γιατί εμείς όχι;»

«Oι άλλοι, αν πάθουν τίποτα, έχουν ν’ αγοράσουν κι άλλα. Εμείς; Πέρσι θυμάσαι που μας ψόφησε το μουλάρι, χρεωθήκαμε για να πάρομε τη γαϊδουρίτσα. Έχει και το πουλαράκι της και δεν κάνει να μείνει έξω. Ποιος ξέρει αν κανένας λύκος δεν τη βρει αδύνατη και μας τη φάει».

«Λύκος!… Πού βρέθηκε λύκος;»

«Ναι· στου Λάλα έκοψε κάμποσα πρόβατα κι έπνιξε μια φοράδα».

«Ε, τόσο μακριά μπορεί· μα στο χωριό μας χρόνια τώρα που δε φάνηκε».

Πού να ήξερε ο Τσιρίμπασης πως ο λύκος μπορεί να βραδιάσει στη Ρούμελη και περνώντας το γεφύρι του Ισθμού να ξημερωθεί στα βουνά του Μοριά!

Αλήθεια, το χωριό που ονόμασε η Σμαράγδα, το ρήμαξαν δυο λύκοι. Είχαν βγει συντροφιά να κυνηγήσουν. Κρύβονταν την ημέρα στο δάσος ή σε καμιά απόμερη σπηλιά και τη νύχτα ρίχνονταν στα κοπάδια. Ώσπου να πουν: «λύκος τριγυρνάει στις στάνες μας», ούτε λύκος φαινόταν ούτε τ’ αχνάρια του.

Σ’ ένα βουνό οι δύο λύκοι την ώρα που σκοτείνιαζε απάντησαν μια αλεπού. Ήταν βιαστική, μα κοντοστάθηκε και τους κοίταξε. Την κοίταξαν κι εκείνοι φιλικά, σαν να της έλεγαν πως είναι ξένοι και δεν ξέρουν πού έχει καλό κυνήγι. Η αλεπού οσμίσθηκε τριγύρω και σταμάτησε κάπου το κεφάλι της, σαν να τους έδειχνε κάτι σπουδαίο. Έπειτα τους έριξε μια ματιά κι έγινε άφαντη. Oι λύκοι κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει:

«Πιο εύκολα θα κυνηγήσετε στου Τάση τη στάνη. Σκυλιά δεν έχει, και ο τσοπάνης αγαπά τον ύπνο. Είχε κάμποσες κότες και της πήρα όλες τη μια με την άλλη».

Oι δυο λύκοι προχώρησαν. Πήγαιναν σκυμμένοι στη γη με τα ποδάρια τους ανοιχτά, σα να πηδούσαν κι όχι να περπατούσαν. Τα ρουθούνια τους ήταν υγρά και μύριζαν το χώμα και τον αέρα από μακριά. Τα αυτιά τους άκουαν και τον παραμικρό ήχο· η μακριά και φουντωτή ουρά τους ήταν μισοσηκωμένη, για να μην κάνει θόρυβο στα κλαριά και στα χορτάρια. Όπως ήταν σταχτόμαυρη, μακριά και πυκνή η τρίχα τους, καθένας θα τους έπαιρνε για τσοπανόσκυλα. Έφτασαν έτσι σ’ ένα ψήλωμα και στάθηκαν να ιδούν πριν να βγούνε στ’ ανοιχτά. Αποκεί πότε κοίταζαν γύρω, πότε κοίταζε ο ένας τον άλλο σαν να κρυφομιλούσαν.

Η αστροφεγγιά φώτιζε τη στάνη σαν ημέρα. O ουρανός ήταν βαθιά γαλανός. O γαλαξίας τον εχώριζε τον ουρανό στη μέση σαν απέραντο ασημόστρωτο ποτάμι.

Μέσα στο μαντρί τα πρόβατα πλαγιασμένα καταγής, το ένα κοντά στο άλλο, φαίνονταν σα μεγάλη φλοκάτα απλωμένη στην αστροφεγγιά. Η πόρτα του μαντριού ήταν κλειστή, δεξιά κι αριστερά γυάλιζαν οι μεγάλες πέτρες, που κάθονται οι τσοπάνηδες την αυγή και αρμέγουν. Απάνω στα ξύλα φαίνονταν οι ξύλινες καρδάρες ανάποδα σαν καπέλα στραβοβαλμένα. Παραέξω σε δυο διχαλωτά ξύλα κρεμόταν το μαύρο λεβέτι που έβραζαν το γάλα. Και βαθιά μέσα στο μαντρί ξεχώριζε η καλυβούλα του τσοπάνη με τη στρογγυλή μικρή πορτούλα της, σα μεγάλο μάτι ορθάνοιχτο. Φωνή, μιλιά, τίποτα. Μόνο κάπου κάπου ένα κουδουνάκι ξυπνούσε τη νύχτα με τη φωνίτσα του: ντιν! ντιν! ντιν! …

Τέλος οι δύο λύκοι σηκώθηκαν, οσμίσθηκαν το δρόμο, και πλησίασαν πάλι τα κεφάλια τους να συνεννοηθούν· ήθελαν να ειπούν στη γλώσσα τους να μην έχουν εμπιστοσύνη στα λόγια της αλεπούς, να ριχτεί ο ένας στο μαντρί, και αν τύχει να είναι σκυλιά, να τα βάλει μαζί τους. Έτσι ο άλλος θα κατορθώσει ν’ αρπάξει ένα πρόβατο, θα πάρει τη ρεματιά και θα βγει στο Γεροντόβραχο. Εκεί ν’ ανταμώσουν να το φάνε. Έπεσαν έπειτα χάμω κι άρχισαν να σέρνονται κατά το μαντρί. Τόσο απαλά σέρνονταν, που ούτε λιθάρι κυλούσε, ούτε ξύλο σάλευε στο πέρασμά τους. Μα με όλη την προφύλαξη ακούστηκε κάποιο τρίξιμο στο μαντρί. Εκείνος που προχωρούσε λίγο εμπρός γύρισε και κοίταξε για τελευταία φορά το σύντροφό του. Ήθελε να του ειπεί: «Ψέματα μας είπε η ξαδέρφη μας η αλεπού… Όπως είπαμε».

Και αμέσως τινάχτηκε στα λιγνά ψηλά πόδια του, λύγισε το κορμί του, τέντωσε ίσα εμπρός το λαιμό του και το κεφάλι του χώθηκε σα σφήνα στο σκοτάδι. Την ίδια στιγμή δύο στρογγυλοί και μαλλιαροί ίσκιοι όρμησαν από το μαντρί και με φοβερά γαβγίσματα ρίχτηκαν απάνω του. Εκείνος το έβαλε στα πόδια.

O άλλος λύκος πήδησε στο μαντρί και πριν καλά να τον νιώσουν τα πρόβατα, άλλου ξέσκισε την κοιλιά, άλλου έσπασε τη ραχοκοκαλιά. Εκείνα πετάχτηκαν από τον ύπνο τρομαγμένα και στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο. Στην άλλη άκρη του μαντριού, όσα μπόρεσαν πήδησαν το φράχτη και σκόρπισαν στο σκοτάδι. Τα περισσότερα στάθηκαν εκεί τρέμοντας, με το κεφάλι κρυμμένο στα πόδια το ένα του άλλου. O λύκος, άμα χόρτασε από αίμα, άρπαξε ένα πρόβατο στα δόντια του, πήδησε το μαντρί και πήρε τη ρεματιά.

Στο μεταξύ ξύπνησε ο βοσκός, άρπαξε τ’ όπλο του και άρχισε να πυροβολεί. Πυροβολούσε στον αέρα και φώναζε δυνατά, για να δώσει είδηση και στ’ άλλα μαντριά. Δεν άργησε ν’ ακουστούν και αποκεί άλλες τουφεκιές, φωνές και γαβγίσματα. Τα βουνά αντιλαλούσαν γύρω.

Καθώς έτρεχε ο λύκος, έξαφνα είδε μαύρον ίσκιο να κατρακυλά από το βουνό κι ένιωσε το ζεστό χνότο ενός σκύλου να του καίει την πλάτη. Χωρίς να θέλει, παράτησε καταγής το πρόβατο κι εξακολούθησε να τρέχει με πιο ανοιχτά πηδήματα. Όσο όμως κι αν έτρεχε δεν άργησε να αισθανθεί στα πίσω πόδια του άγριες δαγκωματιές. Τέλος, έπειτα από πολλά κατόρθωσε να ξεφύγει και να φτάσει στο Γεροντόβραχο. Έμεινε εκεί κάμποσες ημέρες, ώσπου να γιάνουν οι πληγές του. Αναγκάστηκε να τρέφεται με σκουλήκια. Του κάκου περίμενε το σύντροφό του.

Έπειτα, μόλις ένιωσε πως μπορούσε να περπατήσει, βγήκε πάλι στο κυνήγι. Στις ρεματιές έκανε ακόμη ζέστη· άρχισε κι ανέβαινε στα ψηλά. Κάτι όψιμα λαγουδάκια κι ένα κατσικάκι που έμεινε πίσω από τη συντροφιά του, τον έθρεψαν στο δρόμο και τον εδυνάμωσαν. Καθώς βγήκε σε μια ράχη, μύρισε ψοφίμι. Τα όρνια που είδε συναγμένα στο ψήλωμα και τα ρουθούνια του τον οδήγησαν γρήγορα σ’ έναν κέδρο. Τα όρνια πέταξαν σκούζοντας, όταν είδαν να πλησιάζει ο λύκος, σαν να θύμωσαν που τους χάλασε το φαγί τους. Κοιτάζει και τι βλέπει; Το σύντροφό του ελεεινό και άθλιο πτώμα· ούτε ο μισός δεν είχε μείνει.

Έξαφνα βλέπει ένα λαγό. Έτρεξε να τον κυνηγήσει. Τον έπιασε και τον έφαγε.

Από βουνό σε βουνό βρέθηκε μια βραδιά στο λιβάδι που έβοσκαν τα ζώα του χωριού. Το λιβάδι ανέβαινε σιγά σιγά σ’ ένα βουνό, σκεπασμένο μ’ έλατα, με κέδρα και πουρνάρια. Κάπου κάπου φούντωναν και μερικές γέρικες βελανιδιές.

O λύκος, καθώς είδε τόσα ζώα να βόσκουν στη μοναξιά, στάθηκε· του κεντήθηκε η όρεξη να τα βάλει με τα μεγάλα ζώα.

Έπεσε χάμω και άρχισε να σέρνεται απάνω στην ψηλή και δροσερή χλόη. Σερνόταν ήσυχα σα φίδι, μα, όσο προσεχτικά κι αν πλησίαζε, τα ζώα τον ένιωσαν. Τ’ άλογα χλιμίντρισαν ανήσυχα και τα βόδια μούγκρισαν. Και στη στιγμή όλα τ’ άλογα μαζεύτηκαν σ’ ένα μέρος, έσμιξαν τα κεφάλια τους, σα να ήταν όλα δεμένα σ’ ένα στύλο, και με τα κορμιά τους έκαμαν κύκλο. Το ίδιο έκαμαν και τα βόδια. Συνάχτηκαν, έβαλαν στη μέση τα μοσχάρια και τις αδύνατες αγελάδες, κι εκείνα στάθηκαν ολόγυρα με τα κεφάλια σκυμμένα κάτω και τα κέρατα έτοιμα. O λύκος σύρθηκε πρώτα μια δυο φορές γύρω στ’ άλογα και δοκίμασε να πηδήσει στη ράχη κανενός. Μα τ’ άλογα άρχισαν τέτοιες κλοτσιές με τα πίσω πόδια τους, που για πολλήν ώρα δεν έβλεπες παρά ατσαλένιες οπλές μέσα σε ουρές φουντωμένες. Πού να τολμήσει να πλησιάσει ο λύκος! Σύρθηκε έπειτα γύρω στα βόδια και δοκίμασε μ’ ένα πήδημα ν’ ανοίξει το λαιμό κανενός. Μα κάθε φορά που δοκίμαζε, αντί το λαιμό έβρισκε εμπρός του κάτι κέρατα μυτερά και δυνατά, έτοιμα να του σκίσουν την κοιλιά.

Μάκρυνε λοιπόν από κει για να συλλογιστεί καλύτερα τι να κάμει. Έξαφνα βλέπει τη γαϊδουρίτσα του Τσιρίμπαση με το πουλαράκι της. Ήταν ξεχασμένη σε κάποιο ψήλωμα, και τώρα που ένιωσε τον img13_2κίνδυνο έτρεξε τον κατήφορο για να χωθεί ανάμεσα στ’ άλογα. O λύκος έτρεξε να της κόψει το δρόμο.

Ένα σκυλάκι βρέθηκε συμμαζεμένο σε μια κουφάλα πουρναριού κι έτρεμε από το φόβο του. Μα όταν είδε το λύκο να χυθεί απάνω στη γαϊδουρίτσα, βγήκε κι έτρεξε για το χωριό.

O λύκος άρχισε να φέρνει γύρους τη γαϊδουρίτσα, όλο και στενότερους γύρους, να της δείχνει τα δόντια του. Εκείνη στάθηκε απελπισμένη. Έτρεμε ολόκληρη· αδύνατο να φτάσει στ’ άλογα. O λύκος έβαλε σημάδι το πουλαράκι και χύθηκε απάνω του. Μα τώρα ήρθε η σειρά της μάνας. Η γαϊδουρίτσα πήρε θάρρος και μπήκε ανάμεσα στο λύκο και το παιδί της. Με τα πίσω πόδια της άρχισε να κλοτσά και με το στήθος της να σπρώχνει το πουλαράκι της στην κουφάλα ενός έλατου. Μα εκείνο δεν τη βοηθούσε καθόλου· έτρεμε κι έστεκε ακίνητο. Πολλές φορές τέντωνε το κεφάλι του περίεργο να ιδεί τι γίνεται πίσω από τη μάνα του. Τέλος η γαϊδουρίτσα κατάφερε να βάλει μέσα το πουλαράκι, έκλεισε με το στήθος της την κουφάλα και με τα πίσω πόδια της έδινε κλοτσιές αδιάκοπα.

O λύκος άφρισε από τη λύσσα του. Πολλές φορές κατόρθωσε να μπήξει τα δόντια του στ’ αφύλαχτα πλευρά της γαϊδουρίτσας. Μα στο τέλος έπεσε κάτω από τις κλοτσιές της. Τα αίματα έτρεχαν από τα πλευρά της γαϊδουρίτσας· μα δεν έτρεχαν λιγότερα από το κεφάλι του λύκου. Η άμοιρη μάνα προστάτευε και με το αίμα της το παιδί της.

Έξαφνα ακούστηκαν μακριά βραχνά γαβγίσματα· ήταν ο Αράπης του γύφτου, ένα κατάμαυρο μεγάλο μαντρόσκυλο. Το σκυλάκι που έφυγε από το λιβάδι ήρθε λαχανιασμένο στο σπίτι του Τσιρίμπαση και με τα νοήματα έδωσε να καταλάβει πως η γαϊδουρίτσα τους κινδύνευε.

O Τσιρίμπασης κοιμόταν έξω από το σπίτι. O Αράπης τον τράβηξε από τα ρούχα, τον ξύπνησε και του έδειξε πως έπρεπε να πάρει το τουφέκι του και να τον ακολουθήσει. Τον τράβηξε άλλη μια φορά και έτρεξε εμπρός μαζί με το σκυλάκι.

Από τα γαβγίσματα του Αράπη ξύπνησε κι η Σμαράγδα.

«Πάει η γαϊδουρίτσα μου!», είπε.

O λύκος στο μεταξύ είχε καιρό να φύγει. Κατάλαβε πως καθώς ήταν κουρασμένος δύσκολα θα γλίτωνε από τα δόντια του Αράπη. Πήρε λοιπόν τον κατήφορο. Μα κι ο σκύλος τον πήρε από κοντά και τον έριξε στο δρόμο του χωριού. Σε μια στροφή τον αντίκρισε ο Τσιρίμπασης και με μια τουφεκιά τον ξάπλωσε κάτω.

O Αράπης έτρεξε, τον άρπαξε από το λαιμό, τον εσήκωσε ψηλά, τον τίναξε, κι αφού βεβαιώθηκε πως ήταν νεκρός, τον πήρε κι έτρεξε με χαρά στον αφέντη του.

Στο μεταξύ ξημέρωσε. Από τα γαβγίσματα των σκύλων και τις φωνές των τσοπάνηδων οι χωρικοί έμαθαν πως φάνηκε λύκος κι έτρεξαν στα χωράφια να ιδούν τα ζώα τους.

Σε λίγο μαζεύτηκαν γύρω από το έλατο. Η γαϊδουρίτσα ζούσε ακόμη, μα το αίμα έτρεχε από τις πληγές. Αγκομαχούσε τόσο θλιβερά, που ράγιζε του καθενός την καρδιά. Μόλις είδε τον Αράπη να σέρνει το λύκο, χάιδεψε με το κεφάλι της το πουλαράκι, έριξε μια ματιά ευχαριστημένη στο σκύλο και ξεψύχησε. Το πουλαράκι δεν είχε πάθει τίποτα, μα δύσκολα κατόρθωσαν να το βγάλουν αποκεί. Τόσο ήταν τρομαγμένο.

Κάποιος είπε με συγκίνηση:

«Τέτοια μάνα δεν πρέπει να τη φάνε τα κοράκια κι οι αλεπούδες. Λέω να τη θάψομε».

Όλοι το δέχτηκαν, έσκαψαν ένα λάκκο και την έθαψαν εκεί. Από τότε το μέρος εκείνο έμεινε να λέγεται «Το μνήμα της μάνας».

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=KcX1_wICTAc

Ο Προφήτης Ηλίας [20.7] και η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία + ΒΙΝΤΕΟ Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο Προφήτης Ηλίας [20.7] και η Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία + ΒΙΝΤΕΟ

Κωνσταντίνος Οικονόμου




Ο Θεσβίτης Ηλίας, ο σημαντικότερος προφήτης του Θεού, που έδρασε μετά το 900 π.Χ., κατέβασε φωτιά εξ ουρανού, ανέστησε τον γιο χήρας στα Σαρεπτά, στο όρος Χωρήβ είδε, όσο ανθρωπίνως δυνατό, τον Θεό, έσχισε τον Ιορδάνη και ανελήφθη με πύρινη άμαξα, ενώ στη Μεταμόρφωση του Κυρίου στάθηκε, δίπλα Του. Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο Προφήτης το Θεό. Ο Προφήτης Ηλίας, χωρίς να γράψει κάτι, είναι ο προφήτης που είναι παρών στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Θα ασχοληθούμε με ένα περιστατικό της ζωής του, που είναι τύπος των εσχάτων.[Βοηθός μας, ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Μυτιληναίος, ηγούμενος της Μονής Αγίου Δημητρίου Στομίου, ένθεος κήρυκας, φωτιστής των Λαρισαίων, το έργο του οποίου διασώζεται εις το διηνεκές μέσω του διαδίκτυου.]

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ: Λέει ο Απ. Παύλος ότι ο Θεός έχει ορίσει τα σύνορα και το πόσο καιρό θα ζήσει κάθε λαός. Ο Ισραήλ ήταν λαός αγαπημένος, ξεχωριστός, και ο Θεός πολλές φορές τον προστάτευσε. Την εποχή όμως του Προφήτη, το βασίλειο του Ισραήλ αποστάτησε απ' τον Θεό. Βασιλιάς τότε ήταν ο Αχαάβ, υποχείριο της ειδωλολάτρισσας συζύγου του, Ιεζάβελ. Γρήγορα, εξαιτίας αυτής, η Θεία Λατρεία κυνηγήθηκε, ενώ εισήχθη η λατρεία ειδώλων (Βάαλ - Αστάρτη). Τότε, εμφανίζεται στο βασιλιά ο ζηλωτής Προφήτης Ηλίας, ανακοινώνοντας φοβερό θείο μήνυμα: συνεχής ανομβρία, τιμωρία του Θεού, για την αποστασία του λαού και του ιδίου. Τα λόγια του ήταν η κρίση του Θεού για την αποστασία των Ισραηλιτών. Ο Θεός, μέσω Προφητών αναφέρεται στο μέλλον διαφόρων λαών, κατευθύνοντας τις τύχες τους, όπως ο Δανιήλ προφήτευσε τη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών. Ούτε, λοιπόν, οι Έλληνες βγαίνουμε εκτός του θείου σχεδίου, πόσο μάλλον αφού δεχθήκαμε το Ευαγγέλιό από τους πρώτους. Όμως, μήπως η πατρίδα μας ζει πολιτευόμενη στα χνάρια του Ισραήλ; Και όσα δεινά επήλθαν πού οφείλονται; Μήπως επίκειται συρρίκνωση έθνους και κράτους; Στο πρώτο ερώτημα απαντήσαμε μόνοι μας. Πόσα παιδιά, πια, γεννιούνται στη “ρυτιδιασμένη”, πρόωρα γερασμένη, Ελλάδα; Όσο για τα σύνορά μας, ... τίποτα αμετάθετο και σίγουρο. Ακόμη, υφιστάμενοι τεράστια κοινωνικοοικονομική κρίση, αναλογιστήκαμε την αφετηρία της; “Αποστατούμε. Η αθεΐα είναι πραγματικότητα εδώ που αναπτύχθηκε η Ορθοδοξία! (...) Ζούμε παράλληλες ημέρες με την εποχή που ο Προφήτης ελέγχει (...) Θα αντιληφθούμε εμείς ότι οι ημέρες είναι κρίσιμες για τον λαό μας και την οικουμένη; (προέβλεπε ο π. Αθανάσιος). Από τη στιγμή που εκστόμισε αυτά ο Προφήτης, άρχισε η περιπέτεια του Ισραήλ, που οδήγησε στην κατάλυσή του από τους Ασσυρίους. Τα λόγια του Προφήτη ηχούν, ίσως, περίεργα σήμερα: «γυναίκες φοράτε τα ωραία φορέματά σας, με τις χρυσές ζώνες και τα χρυσοκεντημένα μεταξωτά σας! Σκοινί θα μπει στη μέση σας και θα συρθείτε ξυπόλητες στη γη της αιχμαλωσίας!». Ο Αχαάβ, έκπληκτος μ' ό,τι άκουσε, δεν αντέδρασε, κι ο Προφήτης εξαφανίστηκε. Τότε ο Αχαάβ άρχισε την καταδίωξή του.

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ: Ο Θεός προστάτευσε τον Προφήτη Του από τον Αχαάβ και από τον επακολουθήσαντα λιμό, λέγοντάς του: «κρύβηθι εν τω χειμάρρω Χορράθ (...) και τοις κόραξιν εντελούμαι διατρέφειν σε”. Δηλαδή ο Θεός θα φρόντιζε και για την τροφή του, που θα την έφερναν κοράκια! Όμως, η εντολή του Θεού να κρυφτεί ο Προφήτης Του αφορά και στον λαό του Θεού, την περίοδο των εσχάτων, κι αυτό διότι ο Προφήτης αποτελεί τύπο των εσχάτων. Ιστορικός τύπος είναι περιστατικά της Π. Διαθήκης που, ως σκιά, προτυπώνουν την περίοδο του Ευαγγελίου και των εσχάτων. Έτσι, το εβραϊκό Πάσχα - πέρασμα, από την Αίγυπτο στη Χαναάν, είναι τύπος της Ανάστασης του Κυρίου. Εδώ το γεγονός που συνέβη ανάμεσα στον Προφήτη και τον Αχαάβ είναι γεγονός, και ιστορικός τύπος των εσχάτων. Διότι ο Αχαάβ είναι τύπος Αντιχρίστου. Ο Ηλίας, που δεν πέθανε, μα ανελήφθη, θα είναι παρών, επανερχόμενος στις ημέρες του Αντιχρίστου! Θα ελέγξει τον Αντίχριστο, όπως τον Αχαάβ. Τριάμισι χρόνια ανομβρία επέφερε ο προφήτης στον Αχαάβ, τριάμισι χρόνια θα επιφέρει και στον Αντίχριστο! “Ο προφήτης αποτελεί ιστορικό αντίτυπο τότε, αλλά και ιστορικό πρωτότυπο στα έσχατα.” (π. Αθανάσιος).

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: Η Αποκάλυψη (ια΄κεφ.), γράφει: “θα δώσω”, λέει ο Χριστός “στους δυο μάρτυρές μου”, ο ένας είναι ο Προφήτης Ηλίας, “και θα προφητεύσουν”. Η διάρκεια της προφητείας τους:1260 ημέρες, όση και η ανομβρία, της εποχής Αχαάβ. Το ίδιο φαινόμενο, από το ίδιο πρόσωπο! Έτσι: «Αυτοί θα έχουν εξουσία να κλείσουν τον ουρανό, για να μην πέσει βροχή κατά τις ημέρες της προφητείας τους.»! Στη συνέχεια ο Αντίχριστος, μη ανεχόμενος ελέγχους, θα τους φονεύσει αφήνοντας τα σώματά τους άταφα στην πλατεία της Ιερουσαλήμ. Το θάνατο των Προφητών θα τον δουν: “γλώσσες, φυλές, έθνη, λαοί», πράγμα αδύνατο την εποχή συγγραφής της Αποκάλυψης, αλλά σήμερα τόσο εύκολο (τηλεόραση, διαδίκτυο)! Η Αποκάλυψη προσθέτει ότι, στα 3,5 χρόνια της αντίχριστης κυριαρχίας, οι πιστοί πρέπει να αποκρυβούν «μικρόν όσον όσον», όπως ο Ηλίας στα χρόνια του Αχαάβ, για να γλυτώσει τον θάνατο και να αποφύγει τις επιδράσεις της κυριαρχίας του. Σήμερα, χωρίς διωγμούς, απομακρύνθηκε ο Ελληνισμός από την Εκκλησία χάρις στην εκκοσμίκευση και την ευμάρεια. Πού να 'ρθει ο Αντίχριστος και να επιβάλει πείνα και οικονομικό αποκλεισμό!” (π. Αθανάσιος). Ο πιστός λαός θα κρυφτεί στην έρημο όπως ο Προφήτης και οι περιστοίχιζοντες αυτόν. Αυτοί τότε, και η Εκκλησία στα έσχατα, καταφεύγουν στην έρημο, κρύβονται. Η Αποκάλυψη συνεχίζει: “ο Αντίχριστος, πίσω από τον οποίο είναι ο Διάβολος, θα διώξει την καταφεύγουσα στην έρημο Εκκλησία και θα βγάλει νερό από το στόμα του, για να την πνίξει”. Το νερό είναι τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα, που θέλουν να πνίξουν τον σύγχρονο Χριστιανό. Σαν κάποιος να μας δίνει φαγητό, υπό τον όρο να ακολουθήσουμε το κοινωνικό, οικονομικό ή αιρετικό σύστημα, που αυτός προσφέρει. Κάτι ανάλογο με τα πουλημένα πρωτοτόκια του Ησαύ έναντι “πινακίου φακής”! Όσοι δεχθούν την “προσφορά” θα χαθούν. Πάντως, ο Θεός θα βοηθήσει την διωκόμενη Εκκλησία Του, όπως βοήθησε τον περιούσιο, πάλαι ποτέ, λαό Του στη διάβαση της Ερυθράς, ώστε να διαφυλαχθεί ο Ισραήλ και να καταποντιστούν οι διώκτες του, ή όπως έκανε με το μάννα στο Σινά και με τον “τροφοδότη” κόρακα του Προφήτη Ηλία. Με το τελευταίο μάλιστα, γνωρίζοντας ότι τα κοράκια είναι σαρκοφάγα, τονίζεται το θαύμα, διότι αυτά, σε περίοδο λιμού, δεν τρώνε την τροφή, αλλά τη φέρνουν στον Προφήτη!

 

  Ο προφήτης, θα καταδείξει τον Αντίχριστο ελέγχοντάς τον, όπως τον Αχαάβ. Λέει η Αποκάλυψη ότι, όταν οι ακολουθούντες τον Αντίχριστο, σε τρεισήμισι μέρες, δουν τον Ηλία αναστημένο να ανεβαίνει στον ουρανό, θα τους πιάσει τρόμος! Αλλά εάν γι' αυτούς ο Ηλίας θα είναι φοβερός, για τους δικαίους θα είναι ευλογία. Την ελπιδοφόρα χαρά, που σκορπούσε ο προφήτης Ηλίας στους δικαίους της εποχής του, θα σκορπίσει και στους δικαίους των εσχάτων και σ' όλους όσους αναστηθούν. Διότι θα δουν τον Προφήτη Ηλία και οι δίκαιοι, που στη δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούν, όπως τον είδαν οι τρεις Μαθητές στο Θαβώρ κατά την Μεταμόρφωσή. Τότε χαρούμενα θα φωνάξουν: “ιδοὺ ο Θεὸς ημων εφ᾿ ω ηλπίζομεν και ηγαλλιώμεθα, και σώσει ημάς.” (Ησ. κε΄9).

Άγιε του Θεού Προφήτα, ένδοξε Ηλία, πρέσβευε υπέρ ημών!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 





Η Μυροφόρος Ισαπόστολος Μαρία Μαγδαληνή 22.7 +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κων/νο Οικονόμου

 

Η Μυροφόρος Ισαπόστολος Μαρία Μαγδαληνή 22.7 +ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κων/νο Οικονόμου




Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ
: Πατρίδα της ήταν τα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, και γι' αυτό ονομάσθηκε Μαγδαληνή. Μετά τον θάνατο των ευσεβών και πλουσίων γονέων της, ακολούθησε ζωή μελέτης και προσευχής, απορρίπτοντας καλοπέραση και ηδονές. Μοίραζε από τα υπάρχοντά της στους φτωχούς. Διάλεξε το δρόμο της αγνείας, αποφεύγοντας τις πολλές συναναστροφές. Την ενάρετη Μαγδαληνή φθόνησε ο Διάβολος, στέλνοντας επτά πονηρά πνεύματα που την κυρίευσαν. Από αυτά τα τα πνεύματα ο Κύριος τη θεράπευσε, όταν εκείνη Τον πλησίασε με θερμή πίστη (Λουκ η΄1-3). Ο Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας γράφουν ότι η Μαρία δεν είχε επτά δαίμονες, αλλά οι ενέργειες των δαιμόνων λέγονται δαίμονες. Η Μαγδαληνή συναισθανόμενη την ευεργεσία του Κυρίου, πίστεψε ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού και τον ακολουθούσε αφοσιωμένα, υπηρετώντας Αυτόν και τους μαθητές Του. Την περιουσία της, τη διέθεσε στην διακονία Κυρίου και Μαθητών.

Η ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Είναι βλασφημία εναντίον της αγίας Μαγδαληνής η ταύτισή της με την αμαρτωλή του Ευαγγελίου, που στο σπίτι του Φαρισαίου άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο. Η παρερμηνεία οφείλεται σε συγγραφείς, και εκκλησιαστικούς, που ταύτισαν την Μαγδαληνή με εκείνη την αμαρτωλή, που έπλυνε τα πόδια του Κυρίου, δείχνοντας συντριβή και μετάνοιά για τις αμαρτίες της. Γι' αυτήν μιλά ο Ευαγγελιστής ανώνυμα: «Και γυνή ήτις ην αμαρτωλός εν τη πόλει». Στο επόμενο κεφάλαιο ομιλεί για την αγία Μαγδαληνή και αναφέρεται στην θεραπεία της από τον Ιησού, κάνοντας σαφή διαχωρισμό των δύο γυναικών. Το όνομα της αμαρτωλής δεν αναγράφεται στα ιερά Ευαγγέλια. Η αγία Μαγδαληνή αναφέρεται πάλι ονομαστικά μετά την θεραπεία της, ως μαθήτρια του Κυρίου, ακόλουθος της Θεοτόκου, Διακόνισσα των Αποστόλων και πρώτη Μυροφόρος. Στην Υμνολογία γίνεται ξεκάθαρα διάκριση μεταξύ των γυναικών αυτών: Της μεταμελημένης πόρνης που άλειψε μύρα τον Κύριο, της οποίας «μνείαν ποιείσθαι» την Μεγάλη Τετάρτη, και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής ως Μυροφόρου και Ευαγγελιστρίας, της Αναστάσεως. Η πλάνη προήλθε από την παπική Δύση, που ακολούθησαν διάφοροι συγγραφείς και σεναριογράφοι από τον Καζαντζάκη μέχρι τον Νταν Μπράουν.

  Η ΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ: Η Μαγδαληνή, όταν οι μαθητές κρύφτηκαν, παρέμεινε κοντά Του, και κάτω από το Σταυρό. Δακρυσμένη παρακολούθησε με την Θεοτόκο την ανάβασή Του στο Γολγοθά και τη σταύρωσή Του. Η Μαγδαληνή, πονεμένη αλλά άφοβη, ζούσε το αποκορύφωμα της θυσίας Του. Συμπαραστέκεται στην θλιμμένη Μητέρα Του. Εκεί, άκουσε τις τελευταίες λέξεις του Κυρίου. Και η Μαγδαληνή θρηνεί, μαζί με τη Μητέρα, που οδύρεται, ακούγοντας τον αγαπημένο της Υιό, το «Τετέλεσται», αφήνοντας την τελευταία ανθρώπινη πνοή Του.

Η ΜΥΡΟΦΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ: Μετά την Ταφή Του, οι Μυροφόρες επέστρεψαν στον Τάφο, φέρνοντας μύρα και αρώματα πολύτιμα, για να αλείψουν το Σώμα Του ως τελευταίο λατρευτικό καθήκον. Ξημερώνοντας Κυριακή, ξεκίνησαν για τον Πανάγιο Τάφο. Βρίσκονταν οι άγιες ηρωικές γυναίκες σε ξένο τόπο, διατρέχοντας κινδύνους. Όμως, «Το ασθενέστερον γένος ανδρειότερον εφάνη τότε» (Χρυσόστομος). Η Μαγδαληνή ξεχωρίζει μεταξύ των Μυροφόρων1. Οι τέσσερις Ευαγγελιστές αναφέρουν αυτήν πρώτη, μάλιστα ο Ιωάννης αυτήν μόνο αναφέρει. Ξεκινάει νύχτα, μόνη της, ανυπομονώντας να φτάσει πρώτη, διότι «πάνυ γαρ περί τον Διδάσκαλον φιλοστόργως έχουσα» (Χρυσόστομος). Φθάνοντας, βρίσκει το λίθο αποκεκυλισμένο, τον Τάφο αδειανό και σκέφτεται ότι κάποιοι έκλεψαν το Άγιο Σώμα. Η Μαγδαληνή πήγε πολλές φορές εκείνο το βράδυ στον Τάφο. Αρχικά με την Θεοτόκο (Ματθ. κη', 1-10), έπειτα με άλλες γυναίκες (Μάρκ. ιστ', 1-8), κι ακόμη μία με τους Αποστόλους Πέτρο και Ιωάννη (Ιω. κ', 1-10). Οι Μυροφόρες αξιώθηκαν πρώτες να ακούσουν από Άγγελο Κυρίου το ευφρόσυνο μήνυμα: «ηγέρθη ο Κύριος» και να γίνουν πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως. Μετά την έλευση των Μαθητών στον Τάφο και την αποχώρησή τους “Η Μαγδαληνή έμεινε εμφιλοχωρούσα τω μνήματι δακρύων ενστάζουσα, τη επιμόνω προσεδρία υψηλότερόν τι καραδοκούσα μαθείν» (Γρηγόριος Παλαμάς). Θρηνεί, μη μπορώντας να αντέξει την στέρηση του Θεανθρώπου. Ο Θεολόγος Γρηγόριος επισημαίνει: “ μεγάλην ωφέλειαν προξενούν τα δάκρυα. Έκαναν τις Μυροφόρους να ιδούν τον Αναστάντα Χριστόν, τις έκαναν να ιδούν τους Αγγέλους, τις αξίωσαν να γίνουν της Αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι». Η Μαγδαληνή μένει θαμπωμένη, βλέποντας δύο Αγγέλους, με λευκή ενδυμασία και χαρούμενο πρόσωπο. «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον ζητείς;» την ρωτησαν. Και εκείνη: «Πήραν τον Κύριό μου από το μνημείο, και δεν γνωρίζω πού τον έβαλαν» (Ιω. κ΄13). Τότε, στρεφόμενη η Μαρία είδε τον Ιησού, που την ρωτάει: «Γύναι, τί κλαίεις; Τίνα ζητείς;» (Ιω. κ', 15). Δεν Τον αναγνωρίζει. Τα μάτια της «εκρατούντο του μη επιγνώναι αυτόν» (Λουκ. κδ', 16), όπως έγινε με τους Μαθητές στους Εμμαούς. Και αυτή Τον ρώτησε: «Κύριε, εάν εσύ τον πήρες στα χέρια σου, πες μου που τον έχεις τοποθετήσει, κι εγώ θα τον πάρω από εκεί». Και η απάντηση του Κυρίου: «Μαρία!». Τότε εκείνη συγκλονισμένη, απαντά: «Ραββουνί» δηλ. Διδάσκαλε! Φωτιζόμενη, κατάλαβε ποιος ήταν αυτός που της μιλούσε. Σπεύδει να αγκαλιάσει και να ασπαστεί τα πόδια του Κυρίου. Μα Αυτός την αποτρέπει: «Μη μου άπτου. ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα μου» (Ιω. κ', 17). Ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει: «Μην αποτυπώσεις στην πίστη σου την σωματική και δουλική μορφή μου. Να λατρεύεις αυτόν που βρίσκεται στην δόξα του Πατέρα και υπάρχει με την μορφή του Θεού και που είναι Λόγος του Θεού». Το “Δεν ανέβηκα ακόμη προς τον Πατέρα μου", μπορεί να σημαίνει ότι “δεν μπορώ ακόμη να ελκύσω και να σας ανεβάσω στην υψηλότερη θεωρία και γνώση, που θα γίνει αργότερα με την κάθοδο σ' εσάς του Αγίου Πνεύματος (Πεντηκοστή)”. Μεγάλη ευτυχία για την Μαρία: βλέπει και ομιλεί πρώτη, μετά την Θεοτόκο, με τον Αναστάντα Ιησού. Κι ακολουθεί η μεγάλη τιμή: «Πορεύου δε προς τους αδελφούς μου και ειπέ αυτοίς. αναβαίνω προς τον πατέρα μου και πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιω. Κ' 17). Γίνεται “η Μαγδαληνή των Αποστόλων απόστολος, των Μαθητών κήρυξ, των Ευαγγελιστών ευαγγελίστρια” (Ιωάννης Χρυσόστομος).

   ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Μετά την Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, οι Απόστολοι διασκορπίσθηκαν κηρύσσοντας στα έθνη, όπου τους κατηύθυνε το Άγιο Πνεύμα. Η Μαρία κατευθύνθηκε στη Ρώμη, ζητώντας από τον Τιβέριο απόδοση δικαιοσύνης για τον θάνατο του Ιησού. Ακολουθώντας αποστολική ζωή, οδοιπορεί, καταφρονώντας κόπους, εμπόδια, δυσκολίες. Καθ' οδόν κηρύττει την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν καταδικάσθηκαν οι σταυρωτές του Κυρίου, η Μαγδαληνή επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα, περνώντας από Γαλλία, Ιταλία, Αίγυπτο, Φοινίκη, Συρία. Στα Ιεροσόλυμα, παρέμεινε με την Θεοτόκο, ως την Κοίμησή της. Έπειτα μετέβη στην Έφεσο, όπου συμμετείχε στο κήρυγμά του Ιωάννη, βοηθώντας τον, ως συμπαραστάτης, στις θλίψεις και στην φυλάκισή του. Μετά τον θάνατό της, το σώμα της ενταφιάσθηκε από τον Ιωάννη, σε σπήλαιο κοντά στην Έφεσο. Μέχρι σήμερα, η Αγία δεν σταμάτησε να θαυματουργεί. Η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαγδαληνής την 22 Ιουλίου, αλλά την συνεορτάζει με τις άλλες Μυροφόρες, την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα (των Μυροφόρων).

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:




1. Οι Μυροφόροι γυναίκες που μνημονεύονται είναι: η Μαρία Μαγδαληνή, η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, η Σαλώμη του Ζεβεδαίου, μητέρα των Αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου, η Μαρία του Κλωπά, η Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά επιτρόπου του Ηρώδη, η Σωσάννα, η Μαρία και η Μάρθα, αδελφές του Λαζάρου.

12.7.26

Ποσειδών, Άτλας και Ατλαντίδα από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ποσειδών, Άτλας και Ατλαντίδα

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


Athanasius Kircher's Atlantis


   Η Ατλαντίδα [Ἀτλαντὶς νῆσος] είναι ένα μυθικό νησί που πρωτοαναφέρθηκε στους πλατωνικούς διαλόγους “Τίμαιος”1 και “Κριτίας”2.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ: Στην περιγραφή του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα, που βρισκόταν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες3, ήταν μια ναυτική δύναμη που είχε κατακτήσει πολλά μέρη της δυτικής Ευρώπης και της Λιβύης, περίπου 9.000 χρόνια πριν την εποχή του Σόλωνα (11.560 π.Χ. περίπου). Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να εισβάλει στην Αθήνα[!], η Ατλαντίδα βυθίστηκε μυστηριωδώς στο πέλαγος “σε μια μόνο ημέρα και νύχτα ατυχίας”, κατά τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο. Επειδή είναι μια ιστορία που ενσωματώνεται στους διαλόγους του Πλάτωνα, η Ατλαντίδα θεωρήθηκε γενικά ως παραβολή, κάτι σαν άλλες μυθικές διηγήσεις του φιλοσόφου, όπως η Διοτίμα ή ο Ηρ, που κατασκευάστηκε από τον Πλάτωνα για να εξηγήσει τις πολιτικές του θεωρίες. Μερικοί ερευνητές όμως, διατείνονται ότι η περιγραφή του είναι εμπνευσμένη από παλαιότερες παραδόσεις [ή μύθους]. Κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Πλάτωνας βασίστηκε σε προηγούμενα γεγονότα, όπως την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ή τον Τρωικό Πόλεμο, ενώ άλλοι ότι εμπνεύστηκε από σύγχρονά του γεγονότα, όπως την καταστροφή της Ελίκης4, το 373 π.Χ. ή την αποτυχημένη εισβολή στη Σικελία [415-413 π.Χ]. Σίγουρο πάντως είναι πως στους διαλόγους Τίμαιος και Κριτίας, που γράφτηκαν το 360 π.Χ., έχουμε τις πρώτες γνωστές αναφορές στην Ατλαντίδα. Ο ερευνητής John V. Luce υποθέτει ότι ο Πλάτωνας, αφού περιέγραψε την αρχή του κόσμου και της ανθρωπότητας στον Τίμαιο, καθώς επίσης και την αλληγορική τέλεια κοινωνία της αρχαίας Αθήνας και της επιτυχούς υπεράσπισης της εναντίον της εχθρικής Ατλαντίδας στον Κριτία, θα έκανε κύριο θέμα του “Ερμοκράτη”, ενός τρίτου σχετικού διαλόγου, τη στρατηγική του Ελληνικού πολιτισμού κατά τη σύγκρουσή του με τους βαρβΆρους.

Πιθανές θέσεις της Ατλαντίδας

Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
: Ο Πλάτωνας έγραψε για την Ατλαντίδα στον Τίμαιο: “Οι ιστορίες μιλούν για μια τρανή δύναμη που απρόκλητη εκστράτευε έναντι Ευρώπης και Ασίας, και στην οποία η πόλη σας κατάφερε να θέσει τέλος. Αυτή η δύναμη ξεπρόβαλε από τον “Πέλαγος του Άτλαντα5”. Τότε το πέλαγος αυτό ήταν πλεύσιμο, και είχε ένα νησί που βρισκόταν μπροστά από τα στενά που εσείς αποκαλείτε Ηράκλειες Στήλες. Το νησί ταυτόχρονα ήταν μεγαλύτερο από την [Μικρά] Ασία[!], και ήταν ο δρόμος προς άλλα νησιά. Αν από αυτά περνούσες μπορούσες να φτάσεις στην απέναντι ήπειρο6 που περιέβαλε τον αληθινό ωκεανό, γιατί η θάλασσα εντός των Ηράκλειων Στηλών είναι μόνο ένα λιμάνι με στενό λαιμό και η άλλη είναι αληθινή θάλασσα της οποίας η περιβάλλουσα γη μπορεί όντως να αποκληθεί άπειρη. Σε αυτή τη νήσο της Ατλαντίδας υπήρχε μια απίστευτα μεγάλη αυτοκρατορία”. Τα τέσσερα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στους δυο αυτούς διαλόγους είναι οι πολιτικοί Κριτίας και Ερμοκράτης και οι φιλόσοφοι Τίμαιος και Σωκράτης. Πάντως ο μόνος που αναφέρει την Ατλαντίδα είναι ο Κριτίας. Ενώ πιθανότατα όλοι αυτοί οι άνθρωποι έζησαν πραγματικά, οι διάλογοι όπως καταγράφηκαν ίσως είναι δημιούργημα του Πλάτωνα.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΛΑΝΤΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ: Στον Τίμαιο έχουμε μια περιγραφή της δημιουργίας και της δομής του σύμπαντος και των αρχαίων πολιτισμών. Στην εισαγωγή, ο Σωκράτης ομιλεί για την τέλεια κοινωνία, όπως περιγράφεται στην “Πολιτεία” του Πλάτωνα, και διερωτάται αν αυτός και οι φιλοξενούμενοί του μπορούν να θυμηθούν μια ιστορία που μιλά για μια τέτοια ακριβώς κοινωνία. Ο Κριτίας αναφέρει μια πραγματική[!] τέτοια ιστορία και συνεχίζει. Στη ιστορία του, η Αθήνα συμβολίζει την τέλεια κοινωνία και η Ατλαντίδα τον αντίπαλό της, την αντιπρόσωπο της αντίθεσης των “τέλειων” γνωρισμάτων που περιγράφονται στην “Πολιτεία”. Ο Κριτίας υποστηρίζει ότι η ιστορία του προέρχεται από μια επίσκεψη του Σόλωνα στη Σάις της Αιγύπτου, όπου γνώρισε ένα ιερέα που του μετάφρασε τη σχετική ιστορία στα Ελληνικά από ιερογλυφικά κάποιων παπύρων. Κατά τον νεότερο χρονολογικά Πλούταρχο, ο ιερέας ονομαζόταν Σόνχις, αλλά, αυτός ο προσδιορισμός μένει ανεπιβεβαίωτος.

  ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΙΣ -ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟ ΤΟΠΟΥ: Κατά τον Κριτία, οι θεοί διαίρεσαν τη Γη ώστε ο καθένας να έχει το μερίδιό του. Ο Ποσειδών έλαχε το νησί της Ατλαντίδας. Το νησί ήταν μεγαλύτερο από τη Λιβύη και τη Μ. Ασία μαζί, αλλά κατόπιν βυθίστηκε από ένα σεισμό και δεν έμεινε τίποτε άλλο παρά αδιάβατα λασπόνερα, που εμπόδιζαν το ταξίδι στον ωκεανό. Οι Αιγύπτιοι περιέγραψαν την Ατλαντίδα ως ένα νησί περίπου 700 χλμ. πλάτους, αποτελούμενο κυρίως από βουνά στο Βορρά και κατά μήκος της ακτής, ενώ μια μεγάλη στενόμακρη πεδιάδα στα νότια “εκτείνεται σε μια κατεύθυνση 3.000 στάδια (600 χλμ.) και 2,000 στάδια (400 χλμ.) στην άλλη”. Πενήντα στάδια μέσα από την ακτή ήταν ένα “βουνό όχι πολύ υψηλό σε οποιαδήποτε πλευρά”. Εδώ ζούσε μια ντόπια, η Κλειτώ, την οποία ερωτεύτηκε ο Ποσειδώνας και της έκανε πέντε ζεύγη αρσενικών διδύμων. Ο Άτλας, που ήταν ο μεγαλύτερος τους, έγινε βασιλιάς ολόκληρου του νησιού και του ωκεανού, που ονομάστηκε έκτοτε Ατλαντικός, προς τιμήν του, και του δόθηκε το βουνό της γέννησής του και η περιβάλλουσα περιοχή. Άλλος μυθικός βασιλιάς της Ατλαντίδας, αδελφός του Άτλαντα, φέρεται ο Αζάης. Ο Ποσειδώνας χάραξε στο βουνό παλάτι για την αγαπημένη του, και το προστάτευσε με τρεις επάλληλες κυκλικές τάφρους. Οι κάτοικοι του νησιού τότε έκτισαν γέφυρες προς τα βόρεια του βουνού για να το ενώσουν με το υπόλοιπο νησί. Τότε άνοιξαν ένα μεγάλο κανάλι προς τη θάλασσα, έσκαψαν στοές παράλληλα με τις γέφυρες για να περνούν τα πλοία και χάραξαν αποβάθρες πάνω στους πέτρινους τοίχους των τάφρων. Κάθε πέρασμα προς την πόλη φρουρούνταν με πύλες και πύργους. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από κόκκινη, λευκή και μαύρη πέτρα που έβγαλαν από τις τάφρους, και ήταν επικαλυμμένα με μπρούτζο, χαλκό και κασσίτερο. Εννιά χιλιάδες χρόνια πριν τον Πλάτωνα, ένας πόλεμος ξέσπασε μεταξύ των εντός και των εκτός των Ηράκλειων Στηλών. Η Ατλαντίδα είχε κατακτήσει μέρη της Λιβύης και της Ευρώπης μέχρι την Τυρρηνία7, υποδουλώνοντας τους πάντες. Οι Αθηναίοι κατάφεραν να νικήσουν τους Ατλαντίδες και ελευθέρωσαν κατακτημένες περιοχές. “Όμως αργότερα έγιναν δυνατοί σεισμοί και πλημμύρες, και σε μια μόνο δεινή ημέρα και νύχτα όλοι οι πολεμιστές βυθίστηκαν μέσα στη γη, και ομοίως η νήσος της Ατλαντίδας χάθηκε στα βάθη της θάλασσας”, καταλήγει η διήγηση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Πλάτων, Τίμαιος - Κριτίας: Εκδόσεις Κάκτος 1993. The Atlantis Hypothesis: Searching for a Lost Land, Επιμέλεια: Παπαμαρινόπουλος, Σταύρος (2007). Εκδόσεις Ηλιότοπος. Vidal - Naquet, Pierre, Η Ατλαντίδα: Μικρή ιστορία ενός πλατωνικού μύθου, μτφρ. Χρήστος Δ. Μεράντζας, εκδ. Ολκός, Αθήνα 2007. Μαρινάτος Σπ., "Περί τον θρύλον της Ατλαντίδος", Κρητικά Χρονικά, τομ. 4 (1950), σελ. 195-213.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. ἐν δὲ δὴ τῇ Ἀτλαντίδι νήσῳ ταύτῃ μεγάλη συνέστη καὶ θαυμαστὴ δύναμις βασιλέων, κρατοῦσα μὲν ἁπάσης τῆς νήσου, πολλῶν δὲ ἄλλων νήσων καὶ μερῶν τῆς ἠπείρου· πρὸς δὲ τούτοις ἔτι τῶν ἐντὸς τῇδε Λιβύης μὲν ἦρχον μέχρι πρὸς Αἴγυπτον, τῆς δὲ Εὐρώπης μέχρι Τυρρηνίας.”

2. Καθάπερ ἐν τοῖς πρόσθεν ἐλέχθη περὶ τῆς τῶν θεῶν λήξεως, ὅτι κατενείμαντο γῆν πᾶσαν ἔνθα μὲν μείμους λήξεις, ἔνθα δὲ καὶ ἐλάττους, ἱερὰ θυσίας τε αὑτοῖς κατα- σκευάζοντες, οὕτω δὴ καὶ τὴν νῆσον Ποσειδῶν τὴν Ἀτλαντίδα λαχὼν ἐκγόνους αὑτοῦ κατῴκισεν ἐκ θνητῆς γυναικὸς γεν- νήσας ἔν τινι τόπῳ τοιῷδε τῆς νήσου.” και αλλού: “παίδων δὲ ἀρρένων πέντε γενέσεις διδύμους γεννησάμενος ἐθρέψατο, καὶ τὴν νῆσον τὴν Ἀτλαντίδα πᾶσαν δέκα μέρη κατανείμας τῶν μὲν πρεσβυτάτων τῷ προτέρῳ γενομένῳ τήν τε μητρῴαν οἴκησιν καὶ τὴν κύκλῳ λῆξιν, πλείστην καὶ ἀρίστην οὖσαν, ἀπένειμε, βασιλέα τε τῶν ἄλλων κατέστησε, τοὺς δὲ ἄλλους ἄρχοντας, ἑκάστῳ δὲ ἀρχὴν πολλῶν ἀνθρώπων καὶ τόπον πολλῆς χώρας ἔδωκεν.

3. Δηλαδή, Δυτικά του Γιβραλτάρ, στον Ατλαντικό ωκεανό.

4. Η Ελίκη ήταν μια ιωνική πόλη που βρισκόταν 40 στάδια από το Αίγιο και 12 στάδια (2,2 χλμ) από τη θάλασσα. Ήταν πρωτεύουσα της Ιωνικής Δωδεκάπολης και λατρευτικό κέντρο όλης της Αχαΐας με επίκεντρο τον ναό του Ελικώνιου Ποσειδώνα. Ο Ποσειδώνας, άλλωστε, ήταν ο προστάτης της πόλης και λατρευόταν από την ομηρική εποχή. Οι Αχαιοί έδιωξαν τους Ίωνες και εγκαταστάθηκαν αυτοί στην περιοχή συνεχίζοντας τη λατρεία του Ποσειδώνα. Το όνομα της το οφείλει στην Ελίκη, κόρη του Σελινούντα και γυναίκα του ίωνα. Η πόλη καταστράφηκε από σεισμό κατά το τέταρτο έτος της εικοστής πρώτης Ολυμπιάδας, (χειμώνας 373 π.X.), μαζί με τη γειτονική Βούρα. Τα ερείπια της πόλης καλύφθηκαν στη συνέχεια από θάλασσα. Σύμφωνα με τους Παυσανία και Στράβωνα, οι κάτοικοι της Ελίκης προκάλεσαν την οργή του Ποσειδώνα όταν σκότωσαν ικέτες που είχαν καταφύγει στο ναό του Ποσειδώνα. Ένας τρομακτικός σεισμός κτύπησε την πόλη και την κατέστρεψε ολοσχερώς, ενώ επέζησαν μόνο όσοι έλειπαν από αυτήν. Αμέσως μετά την κτύπησε μεγάλο σεισμικό κύμα [τσουνάμι] και η πόλη καταποντίστηκε στη θάλασσα του Κορινθιακού.

5. Ατλαντικός.

6. Ο Πλάτων υπονοεί μια μακρινή ήπειρο προς τα Δυτικά, εκεί που βρίσκεται η Αμερική.

7. Κεντρική Ιταλία.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

  Κένταυροι & Κενταυρομαχία - Ο Χείρων [Μυθική Θεσσαλία 4.] από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου     Θησέας και Κένταυροι Λέγαμε σ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....