Ετικέτες - θέματα

13.2.26

Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Δίας

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


  ΓΕΝΙΚΑ: Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Μυθολογία. Θεωρείτο θεός του ουρανού και του κεραυνού. Ο Δίας είναι παιδί του Κρόνου και της Ρέας, και ο νεότερος από τα αδέλφια του. Στις περισσότερες παραδόσεις είναι παντρεμένος με την Ήρα, αν και, στη Δωδώνη φέρεται σύζυγος του η Διώνη. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, είναι ο πατέρας της Αφροδίτης από τη Διώνη. Είναι γνωστός για τις ερωτικές περιπέτειες του. Αυτό τον οδήγησε στο να αποκτήσει πολλούς, συχνά ηρωικούς, απογόνους. Μεταξύ των παιδιών του συμπεριλαμβάνονταν οι θεοί Αθηνά, Απόλλων, Άρτεμις, Ερμής, η Περσεφόνη [από την Δήμητρα], ο Διόνυσος, ο Περσέας, ο Ηρακλής, η Ωραία Ελένη, ο Μίνωας, οι Μούσες [από την Μνημοσύνη]. Ακόμη, από την Ήρα είχε αποκτήσει τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ο Δίας υπήρξε μετεωρολογικός θεός, ελεγκτής της αστραπής, του κεραυνού και της βροχής καθώς επίσης ο δυνατότερος και σπουδαιότερος θεός. Εμβλήματά του, εκτός του κεραυνού, ήταν ο αετός.

Δίας και Διόνυσος
     ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑΟ Δίας ονομαζόταν στην αρχαία Ελληνική και Ζευς, λέξη που στη γενική πτώση ήταν του Διός, απ' όπου προήλθε και η νεοελληνική ονομασία. Σχετικά με την ετυμολογία των λέξεων αυτών υπάρχουν οι παρακάτω απόψεις. Είτε προέρχονται από το αρχαιοελληνικό δίος, που σημαίνει λαμπρός, είτε από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα Dyēus, που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους έδωσε ακόμα την ελληνική λέξη Θεός, το λατινικό Deus, το βεδικό Dyaus, το αρχαίο γερμανικό Tiwaz και άλλες λέξεις σχετικές με το θείο. Ο Ι. Θ. Κακριδής ισχυρίζεται ότι το όνομα βρίσκεται και σε άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς, τους Ινδούς, τους Όμβρους, τους Λατίνους κ.α. Το όνομά του ανάγεται στην ρίζα div-, που σημαίνει ουρανός. Η έκφραση Ζευς πατήρ αντιστοιχεί στο Diespiter (Juppiter) των Ρωμαίων, το Jupater των Όμβρων και το Dyaus Pita των αρχαίων Ινδών.

Ιδαίον Άντρον
  ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΩΣΗ: Ο Κρόνος απέκτησε από τη Ρέα τους Εστία, Δήμητρα, Ήρα, Άδη και Ποσειδώνα, αλλά όλα του τα παιδιά τα κατάπιε τη στιγμή που γεννήθηκαν, αφού είχε μάθει από τη Γαία και τον Ουρανό ότι ο γιός του θα τον ανατρέψει, όπως κάποτε ο ίδιος είχε ανατρέψει τον δικό του πατέρα. Όταν ο Δίας ήταν έτοιμος να γεννηθεί, η Ρέα ζήτησε απο την Γαία να επινοήσει ένα σχέδιο για να τον σώσει, ώστε ο Κρόνος να τιμωρηθεί για τις πράξεις του κατά του πατέρα του Ουρανού και των παιδιών του. Έτσι, όταν η Ρέα γέννησε το Δία στην Κρήτη, παρέδωσε στον Κρόνο μια πέτρα τυλιγμένη στα σπάργανα, την οποία εκείνος κατάπιε! Η Ρέα έκρυψε τον Δία σε μια σπηλιά στο όρος Ίδη της Κρήτης. Σύμφωνα με ποικίλες εκδοχές της ιστορίας, είτε εκείνον τον μεγάλωσε η Γαία, είτε ανατράφηκε από μια κατσίκα, την Αμάλθεια, ενώ οι Κουρήτες χόρευαν, φώναζαν και χτυπούσαν τα δόρατα στις ασπίδες τους, έτσι ώστε ο Κρόνος να μην ακούσει το κλάμα του μωρού, είτε ανατράφηκε από μια νύμφη που ονομάζεται Κυνοσούρα, την οποία, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ο Δίας την τοποθέτησε ανάμεσα στα αστέρια, είτε ανατράφηκε από την Μελίσσα, η οποία τον ανέθρεψε με κατσικίσιο γάλα και μέλι, είτε, τέλος, ανατράφηκε από μια οικογένεια βοσκών με την υπόσχεση ότι τα πρόβατά τους θα σωθούν από τους λύκους.

Δίας και Ήφαιστος
  ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΡΟΝΟ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ: Μετά την ενηλικιωσή, ο Δίας εξανάγκασε τον Κρόνο να ξεράσει τα αδέλφια του, με την αντίστροφη σειρά της κατάποσης. Σε ορισμένες εκδοχές, η Μήτις έδωσε στον Κρόνο ένα εμετικό για να τον αναγκάσει να ξεράσει τα μωρά. Αργότερα, μαζί, ο Δίας και τα αδέλφια του, Γίγαντες, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες ανέτρεψε τον Κρόνο και τους άλλους Τιτάνες, στον αγώνα που ονομάζεται Τιτανομαχία. Ο Ησίοδος μας μεταφέρει τα περί της μυθικής Τιτανομαχίας. Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο Δίας και τα αδέρφια του πολέμησαν εναντίον του Κρόνου και των Τιτάνων για την κυριαρχία επάνω στην Γη. Ορμούμενοι από τον Όλυμπο καταπολέμησαν τους Τιτάνες που είχαν οχυρωθεί στο όρος Όθρυ. Ο αμείλικτος πόλεμος διήρκεσε δέκα χρόνια, ώσπου ο Δίας μετά από συμβουλή της Γαίας, κατέβηκε στα Τάρταρα και απελευθέρωσε τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες, οι οποίοι από τότε έγιναν σύμμαχοί του. Οι Κύκλωπες από ευγνωμοσύνη έδωσαν στον Άρη και στον Ποσειδώνα πολεμικά όπλα, και προμήθευσαν τον Δία με αστραπές, βροντές και σφυριά, τα οποία από τότε έγιναν σύμβολα της δύναμής του. Οι Εκατόγχειρες βοήθησαν το Δία στην μάχη και έτσι οι θεοί νίκησαν τους Τιτάνες και τους καταπόντισαν στα Τάρταρα, βάζοντας για φρουρούς τους, τους Εκατόγχειρες. Τον Κρόνο τον φυλάκισαν μαζί με τους Τιτάνες στα Τάρταρα να έχει φρουρό του την Νύχτα, ενώ αργότερα πήρε χάρη και έγινε βασιλιάς των Ηλυσίων Πεδίων, όπου κοιμόταν αιώνια. Ο Δίας, μετά από κλήρωση με τους δυο αδελφούς του, ανέλαβε την υπέρτατη εξουσία του ουρανού. Ο Ποσειδών πήρε υπό την εξουσία του τη θάλασσα και ο Άδης [Πλούτων] τη γη και τα κάτω αυτής [Κάτω Κόσμος]. Αργότερα, η εξουσία του Δία απειλήθηκε από τους Γίγαντες, οι οποίοι με την προτροπή της Γαίας ζητούσαν να εκδικηθούν τη συντριβή των Τιτάνων. Στην Γιγαντομαχία, όπως ονομάστηκε ο πόλεμος που ακολούθησε, ο Δίας αναδείχτηκε νικητής. Οι ολύμπιοι θεοί βοηθούμενοι από τον Ηρακλή και τον Διόνυσο νίκησαν κατατροπώνοντας όλους τους Γίγαντες.

Δίας και Ήβη
  ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΗΡΑ: Ο Δίας ήταν αδελφός και σύζυγος της Ήρας. Με την Ήρα ο Δίας απέκτησε τον Άρη, την Ήβη και τον Ήφαιστο. Ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς περιλαμβάνουν στις κόρες τους την Ειλειθυία [θεά των τοκετών] και την Ήβη, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από τον επίσημο γάμο τους, όταν το “θείο ζεύγος” είχε ακόμη παράνομες σχέσεις. Από το γάμο τους ακόμη γεννήθηκε η Έριδα, ο Άρης και ο Ήφαιστος. Η Ήρα, κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό, ζήλευε τις πολλές ερωτικές κατακτήσεις του και συχνά δίωκε σκληρά τις ερωμένες αλλά και τα παιδιά που αποκτούσαν αυτές από τον Δία. Μάλιστα, κάποτε, για έναν χρόνο, η νύμφη Ηχώ ορίστηκε από το βασιλιά των θεών να αποσπά την προσοχή της Ήρας από τις υποθέσεις του μιλώντας ακατάπαυστα. Όταν η Ήρα ανακάλυψε την απάτη, καταράστηκε την Ηχώ να επαναλάμβάνει τα λόγια των άλλων. Πολυτάραχη η σχέση τους, ήταν γεμάτη ραδιουργίες και αντιζηλίες, περιελάμβανε ακόμη και συνωμοσίες ή εναντίωση του ενός απέναντι στη θέληση του άλλου. Πιθανότατα, η έχθρα του ζεύγους ανάγεται στην αντιπαλότητα του πρωταρχικού ζεύγους Ουρανός-Γη και, φυσικά, αντανακλούν την θέση του αρσενικού στα ιστορικά χρόνια της πατριαρχίας, αμέσως μετά τους προϊστορικούς αιώνες και την πτώση της μητριαρχίας.

Δίας και Αίγινα
   ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΗΤΙΣ: Κατά τον Ησίοδο, πρώτη σύζυγος του Δία ήταν η Μήτις, θεά της γνώσης. Ο Δίας όμως πήρε χρησμό ότι από τον γιο της Μήτιδας μια μέρα θα έβρισκε την ίδια μοίρα, όπως ο πατέρας του (Κρόνος) και ο παππούς του (Ουρανός), οι οποίοι εκθρονίστηκαν από ένα παιδί τους. Ο Δίας τότε αποφάσισε να εξουδετερώσει την ίδια την Μήτιδα πριν αυτή προλάβει να γεννήσει. Ο Δίας την κατάπιε, όπως είχε κάνει ο Κρόνος με τα παιδιά της Ρέας. Η Μήτις όμως ήδη εγκυμονούσε την Αθηνά, και έτσι ο Δίας, μετά από την ενέργειά του αυτή, είχε τρομερούς πονοκεφάλους. Ο Ήφαιστος έσπευσε να βοηθήσει με τα εργαλεία του, και με την βοήθειά του γεννήθηκε η Αθηνά, η οποία ξεπήδησε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Κατ΄άλλους η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Τιτανομαχίας.

Δίας και Τυφών
  ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑ: Ο Δίας γέννησε πολλούς απογόνους, από τις πάμπολλες ερωμένες του. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας μύθος δεν έχει παρουσιάσει τον Δία ως άκαρπο. Πολλές φορές ο Δίας άλλαζε μορφή για να πλησιάσει και να ενωθεί με τις ερωμένες του [ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή, κ.ά.]. Ο Δίας απέκτησε, εκτός από τα τέκνα με την Ήρα και τους εξής απογόνους: από τη Θέμιδα, πρώτη του σύζυγο, τις Μοίρες [Κλωθώ, Λάχεση, Άτροπο], από την Αίγινα [μεταμορφωμένος σε πυρ] τον Αιακό, από την Αλκμήνη [μεταμορφωμένος ως Αμφιτρύων] τον Ηρακλή, από την Ανάγκη την Αδράστεια, από την Αντιόπη [μεταμορφωμένος σε Σάτυρος] τους Αμφίωνα και Ζήθο, από τη Δανάη [ως χρυσή βροχή] τον Περσέα, από τη Δήμητρα την Περσεφόνη, από τη Διώνη την Αφροδίτη [κατά μία εκδοχή], από την Ηλέκτρα τον Ιασίονα, τον Δάρδανο και την Αρμονία. Ακόμη απέκτησε από την Ελάρα τον γίγαντα Τιτυό, από την Ευρώπη [ως Ταύρος] τον Μίνωα, τον Σαρπηδόνα και τον Ραδάμανθυ, από την Ευρυνόμη τις Χάριτες [Αγλαϊα, Ευφροσύνη, Θάλεια] και τον Ασωπό, από την Γαραμάντη τον Ίαρβο, από την Ώρα τον Κολάξη, από την Ύβριν τον Πάνα, από την Ιώ τον Έπαφο, από την Καλλιστώ τον Αρκά, από την Καλύκη τον Ενδυμίωνα, από τη Λάμια πολλά παιδιά που σκότωσε η Ήρα, από τη Λητώ την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, από τη Λήδα [ως κύκνος] τους Διόσκουρους [Κάστορα και Πολυδεύκη], από τη Μαία τον Ερμή, από τη Μήτιδα την Αθηνά, από τη Μνημοσύνη [ως βοσκός] τις εννέα Μούσες, από τη Νιόβη τον Άργο [κατά μία εκδοχή], από ανώνυμη Νύμφη τον Μέγαρο, από την Περσεφονη [ως φίδι] τον Ζαγρέα, από την Πλουτώ τον Τάνταλο, από την Πρωτογένεια τον Αέθλιο, από τη Σεμέλη τον Διόνυσο, από τη Νύμφη Ταϋγέτη τον Λακεδαίμονα, κ.ά.

Δίας και Άρης
  ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ: Ο Δίας, ως μεγαλύτερος θεός είχε πολλά λατρευτικά προσωνύμια. Ορισμένα απ΄αυτά ήταν: Απο τη Μετεωρολογία: Ουράνιος, Αιθέριος, Νεφεληγερέτης, Εριβρεμέτης (βαριά βροντή), Υψιβρεμέτης, Ερίγδουπος, Αστεροπητής, Στεροπηγερέτης, Αργικέραυνος, Τερπικέραυνος, Όμβριος, Υέτιος, Ικμαίος (καλοκαιρινά μελτέμια), Καταιβάτης, Κεραυνός, Ευάνεμος, Κελαινεφής (μαύρα σύννεφα). Απο την οικογένεια [οίκος]: Ερκείος (έρκος=φράγμα, περίβολος), Γαμήλιος, Ηραίος, Πατήρ, Πατρώος, Φράτριος. Από τις κορυφές ορέων και τόπους: Αίνιος, Ακραίος, Επάκριος, Ελλάνιος, Κορυφαίος, Λαρίσιος, Παρνήθιος, Ιθωμάτας, Ολύμπιος, Λύκαιος, Πολιεύς. Τέλος διάφορα άλλα προσωνύμια ήταν: Όρκιος (όρκος), Ύπατος, Μέγιστος, Άριστος, Βουλαίος, Τέλειος, Ελευθέριος, Φίλιος, Ξένιος, Ικέσιος, Φύσιος, Σωτήρ, Κτήσιος, Λαφύστιος, Μειλίχιος, Καταχθόνιος.

Άγαλμα του Διός

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
: Larousse Desk Reference Encyclopedia, The Book People, Haydock, 1995. Wells, John C. (1990). Longman pronunciation dictionary. Harlow, England: Longman. entry "Zeus". Ησίοδος, Θεογονία, 542. Richard Wyatt Hutchinson, Prehistoric Crete, (Harmondsworth: Penguin) 1968, mentions that there is no classical reference to the death of Zeus (noted by Dietrich 1973:16 note 78). Rodney Castleden, Minoans: Life in Bronze-Age Crete, "The Minoan belief-system" (Routledge) 1990, σ.125. Καρλ Κερένυι, Η Μυθολογία των Ελλήνων, Εστία, Αθήνα. Ελληνική μυθολογία: οι θεοί, Εκδοτική Αθηνών, (Αθήνα 1986, επιμ. Ι. Κακριδής) Schwabl, Hans, “Ζευς: Παρατηρήσεις για την ουσία και την ιστορία του Θεού”. Μετάφρ. Ι. Ν. Καζάζης. Επιστημονική επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ.353-370.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Γιάννης Βλαχογιάννης: ΣΤΡΑΒΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Κείμενο + AUDIOBOOK-BINTEO

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου
     
     
  Να, το βαπόρι, αντίκρυ από τη χώρα. Ήλιος καλοκαιριάτικος· αστραφτερά νερά, ίδια λιωμένα ασήμια ολόγυρα, κι αλαφροσέρνουν το βαπόρι. Κι ήρθε αυτό, χωρίς να ρίξει άγκυρα, και μ’ έναν κρατημένο δρόμο, που λες ήταν από του νερού το ρέμα και το χάδι, κι όχι από τη δική του ορμή, ήρθε μαλακά και σιγοστάθηκε στου λιμανιού τη μπούκα. Αντίκρυ η χώρα ανοίγεται, δεξιά κι αριστερά απ’ το έρημο λιμάνι· το μακρουλό της τ’ άπλωμα, λευκόσκουρο, μοιάζει σα δυο φτερούγες θαλασσοπουλιού, που ισοζυγιάζονται, και που δεν τρέμουν. Και μοιάζει η χώρα σα νεκρή σ’ εκείνον που θωρεί μαζί τη φτώχεια και την ερημιά της.
     Στου λιμανιού τη ντάπια μοναχά λίγες ψυχές, στον καφενέ και γύρω, ξεχωρίζονται· αγναντεύουν του βαποριού τον ερχομό, το μόνο που τους χαλάει κάθε βδομάδα τη βάρυπνη γαλήνη. Στο βαπόρι μια βάρκα μοναχή έχει ζυγώσει, κι ενώ από το κατάστρωμα χαίρονται πολλοί την όμορφη της χώρας όψη, με τις πευκόστρωτες πλαγιές απάνου, με τα μεγάλα σπίτια τα κλειστά, και τ’ ανηφορικά σοκάκια τ’ άδεια, κανείς όμως δεν αντικρίζεται στου βαποριού τη σκάλα να προβαίνει.
     Το βαπόρι έφερε το κατάμαυρο πλευρό του κι έκλεισε του λιμανιού τη μπούκα, την ολόστενη. Ακούονται ήσυχες μιλιές των ταξιδιωτών, και του βαρκάρη η βαρετή φωνή μονότονη αντηχεί μες την πλατιά γαλήνη.
― Άλλος για όξω, είπα! Είναι κανένας άλλος για τη χώρα;
     Κάνει κι αστεία τώρα ο άνθρωπος… Μα να, προβαίνουνε στη σκάλα δυο γυναίκες· και σιγά, η μια κρατούμενη απ’ την άλλη, κατεβαίνουν, και δίνει χέρι αργό ο βαρκάρης, και βοηθάει, κι ύστερα πιάνει τα κουπιά.
     Και να, σε λίγο διπλαρώσανε την αποβάθρα την παλιά. Μα τώρα, κι από πριν, οι άνθρωποι που αγναντεύουν από πάνου, παλιοί ναυτικοί, καπεταναίοι του Πολέμου με σύνταξη όσο για το ξερό ψωμί, έχουν ανησυχήσει.
― Ποιες να ‘ν’ αυτές; ρωτάνε.
     Κι όσο η βάρκα ζύγωνε, κι ώσπου ήρθε κι ακούμπησε στου λιμανιού την αγκαλιά, τα κοιμισμένα τους μυαλά ξυπνάνε· κάτι σαν περιέργειας κέντημα τ’ αγριεύει. Κατεβαίνουν, ήσυχοι στο φανερό, με τη θαλασσινή βαριάν επιβολή τους, που τους κάνει να μη δείχνουν άκαιρη προθυμιά.
     Η μαντήλα της γριάς γυναίκας, σφιχτά δεμένη σα στεφάνι γύρω στο πρόσωπο με την αυστηρήν ειδή, κρύβοντας τ’ αφτιά και το σαγόνι, θα ‘κανε να γνωρίσουν τη γυναίκα, πως ήτανε γνωστή και ντόπια του νησιού, όπως το ‘δειχνε ο κεφαλόδεσμός της· μα η άλλη, που ‘μοιαζε για δούλα, και φορούσε τη μαντήλα ξενικά, σκέπαζε τη γριά με το κορμί της.
     Άξαφνα κάποιο ψίθυρο έτρεξε ανάμεσα σ’ όλους τους περίεργους, και τον ίδιο λόγο σιγαλλάζουν ένας με τον άλλο.
― Βρε, είν’ η Καπετάνισσα, η κυρά Κοντύλω!
― Βρε, τι ξαφνικό! Και πώς αυτό;
― Τριάντα χρόνια έχει να πατήσει στο νησί μας…
     Η προεστή γυναίκα, ορθή στην αποβάθρα, κι ακουμπώντας στο ραβδί γερά, με μάτια λαμπερά κι ολόμαυρα, με φρύδια κάτασπρα δασιά, βλέπει γοργά τριγύρω. Λίγο πιο πίσω, ντροπαλή, βαστώντας κάποια πράματα, στέκεται η δούλα, γυναίκα και τούτη στο ίδιο ψηλό ανάστημα με την κυρά της, κάπου τριαντάρα, αδέξια κόρη ασκημοντυμένη.
― Πού είσαι, Δεσποινιώ; βαριά ρωτάει η προεστή γυναίκα· πήρες όλα τα πράματα;
― Τα πήρα, κυρά! απαντάει η δούλα με τη ρουμελιώτική της προφορά.
― Πάμε, έλα!
― Κυρα-Καπετάνισσα, καλώς μας ήρθες!
     Πρόβαλε μπρος από τους άλλους ένας ο πιο γέρος, σοβαρός μα και χαρούμενος. Με γνωρίζεις εμένα;
― Τι κάνεις, καπτά Λάμπρο Θοδωρή;… Του λόγου του δεν είν’ ο Κολαντρέας ―τι κάνεις, Νικολό; Δε με γνωρίζεις;
― Προσκυνώ την αφεντιά σας, και καλώς ορίσατε! Το νησί δε θα σε γνωρίσει πια, κυρά Καπετάνισσα!
― Ναι, μα ‘γώ όλους σας θυμούμαι!… να αυτός είν’ ο Μητρογιάννης του Κολαούζου ο σύγαμπρος. Τι κάνεις;
     Ταραχή τρανή πέφτει σ’ όλους τους γέρους. Όλοι ξεσκούφωτοι σκύβουν και τη χαιρετούν· άλλοι δακρύζουν, άλλοι σαστισμένοι μένουν, και δεν ξέρουν αν πρέπει να δώσουνε κι αυτοί το χέρι στη σεβαστή γυναίκα.
― Να κοπιάστε σπίτι, κυρα-συμπεθέρα! λέει ο Θοδωρής με βια ―τρέχτε, βρε σεις παιδιά, να πείτε στη γυναίκα μου· ήρθε η κυρα-Κοντύλω, η Καπετάνισσά μας!
     Ξέρει ο Λάμπρο Θοδωρής πως στο νησί δεν έχει πια στενή συγγενολογιά η κυρα-Κοντύλω· συμπεθεριές όμως πολλές, και θέλει πρώτος να λάβει τη χαρά να τη φιλοξενήσει, γιατί σε λίγο θα του τη φιλονικήσει όλη η χώρα, όση μένει ακόμα ζωντανή… Πάλι, διακριτικός, μήτε και συλλογιέται να ρωτήσει το γιατί και πώς θυμήθηκε τον τόπο της ύστερ’ από τόσα χρόνια η σεβαστή γυναίκα.
     Η συνοδιά ανηφόρισε, κι έστριψε ένα σοκάκι· λίγος λαός τρέχει από κοντά. Τα σπίτια γύρω είναι κλειστά. Κάπου ανοίγει καμιά πόρτα χαμηλή, και καμιά δειλή γυναίκα ξεπροβάλλει και κοιτάζει, ακούοντας βήματα βαριά στα γλιστερά τα καλντιρίμια. Τα σπίτια τα περισσότερα είναι δίπατα, ψηλά, με κήπους, με κορακοσυκιές τριγύρω. Όσα κατοικημένα, έχουνε μοναχά το κάτω πάτωμα ασβεστόχριστο ίσαμε όξω στου δρόμου τα λιθάρια· και πολλά χαροκαμένα μαύρους έχουν τους τοίχους, και τ’ αυλόστρωτα ίσα με το δρόμο πάλι μαύρα. Μα τα πιο πολλά είναι κατάκλειστα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, με παράθυρα χωρίς φύλλα, καρφωμένα…
     Χλωμή, αμίλητη μένει η γριά, κι όλοι τριγύρω. Κι έτσι η συνοδιά προβαίνει.
     
     Το πρωί κρυφά, και πριν το νιώσει η φαμιλιά του Λάμπρο Θοδωρή, κατέβηκε απ’ τον κήπο η Καπετάνισσα η Κοντύλω, του περίφημου θαλασσομάχου κόρη μοναχή, στρατηγού Ρουμελιώτη αναδεχτή, χήρα ναυάρχου με φτωχική σύνταξη.
― Πάμε γλήγορα, μωρή Δέσπω, θα πλακώσει κόσμος σήμερα στου Θοδωρή, κι απ’ αύριο θ’ αρχίσουν τα τραπέζια σ’ άλλα σπίτια· γιατί μην κοιτάς, αν είναι όλοι φτωχοί, μ’ αγαπάνε, μωρή, μ’ αγαπάνε!
     Πήραν το δρομί του κήπου και βγήκαν από την πισώπορτα. Ήξερε η γριά καλά τα σπίτια, μάλιστα τα γύρα στο δικό της, το κλειστό και το σημαδιακό. Με τη Δέσπω τη Ρουμελιωτοπούλα από κοντά, και με το ραβδί της, τραβούσε για το σπίτι της.
― Έλα, μωρή, κάμε πιο γλήγορα! έλεγε ενώ φυσούσε· έλα, δώσε μου το χέρι σου· δεν ξέρω γιατί δε μπορώ να περπατήσω σήμερα· θα ‘ναι από το ταξίδι… Μπα! πόσο μου φαίνονται μικρά τα σπίτια ―να, το Μεγαπαναίικο… να του… αυτός ήταν οχτρός μας, θιος σχωρέσ’ τον! Τι ανήφορος· πόσο κουράστηκα· αχ, εγώ που μια φορά εδώ έτρεχα και πετούσα… Κοίτα, χάλασε και το καλντιρίμι· το ‘χανε στρωμένο οι δικοί μου. Να, και του Γιάννη Λάζαρου έπεσε το σπίτι… Μα ποια να ‘ναι αυτή που φάνηκε στην πόρτα; Όλοι ξεκληρίστηκαν ― ποια να ‘ναι τάχα; Καμιά παλιά τους δούλα… Καλή μέρα, κυρά, πως σε λένε;
― Βενετιά, κυρά μου…
― Τίνος γυναίκα είσαι συ;
― Του Μήτρου Κουτσοδόντη.
― Νύφη του Μήτρο Λάζαρου; Τι κάνει αυτός;
― Πέθανε ο μακαρίτης· τονέ γνώρισες, κυρά μου;
― Αν τονέ γνώρισα ―είχε μερδικό στο καράβι μας· συμπέθερός μας…
― Ποια είσαι, κυρά μου, η αφεντιά σου;
― Ποια είμαι… αχ… Να, φτάσαμε, μωρή Δέσπω, βλέπεις αυτή την πόρτα την τρανή;
― Χριστός και Παναγιά! Θα ‘ναι η κυρά Κοντύλω, η Ναυαρχίνα θα ‘ναι, η Καπετάνισσα! έκανε η φτωχή γυναίκα μοναχή της.
     Στο ψήλωμα του δρόμου, που σωνότανε κειδά, μι’ αυλόθυρα τετράγωνη, μ’ έναν τρανό μπρούτζινο χαλκά, μισάνοιχτη καρτερούσε. Με γερό χέρι έσπρωξε η Δέσπω, μα η πόρτα δεν έσκουξε, δεν αντιστάθηκε, σα σκουριασμένη που ‘πρεπε.
― Κοίταξε, είπε η γριά, εδώ συχνομπαίνουν ανθρώποι, θα το ‘χουνε ρημάξει το καψόσπιτο… κι εγώ θαρρούσα κάτι θα ‘μενε… Κι ο δρόμος μέσα πατημένος!
     Έκαμε πρώτα το σταυρό της, σα να ‘μπαινε σ’ εκκλησιά, κι ύστερα προχώρεσε. Από τα δυο πλευρά πεζούλι βαστούσε, κι απάνου σ’ αυτό από μια σειρά πέτρινες κολώνες, που θα κρατούσαν κάποιαν ισκιωσιά. Τώρα ούτε τα ξύλα της σκάρας απόμειναν. Κι ο κήπος πίσω απ’ τις κολώνες, απ’ τις δυο μεριές, όλος ήταν άδειος· τα κούτσουρα μονάχα από τις μυγδαλιές φυλάγανε σκοπό εκεί πέρα.
     Στο βάθος αυτού τον διάδρομου άρχιζε πλατιά σκάλα, από πουρί κι αυτή όλο χνουδάτο πράσινο, με κάγκελα βαριά στα πλάγια, κι έφερνε στο σπίτι. Η Καπετάνισσα άλαλη, με βρύσες ανοιχτές τα μάτια, είν’ έτοιμη να βάλει πόδι και τη σκάλα ν’ ανεβεί. Μα να, μια γυναίκα βαστώντας ένα χάλκινο χαρανί κι ένα σταμνί στα χέρια, είχε ξεπροβάλει απ’ την αυλόθυρα και προχωρούσε, άπορη για κείνο που θωρούσε.
― Πού πας του λόγου σου; Τι θες εδώ; κι έκαμε κατ’ αυτήν η Καπετάνισσα με το ραβδί της.
― Για νερό! είπε, πάω στη στέρνα.
     Αλήθεια… θυμήθηκε τη στέρνα του σπιτιού, που δροσιζόταν κόσμος και κοσμάκης, έναν καιρό. Αναστενάζει· λοιπόν ακόμα το καψόσπιστο κάνει αυτό το καλό στο φτωχόκοσμο… Πριν αφήσει τη γυναίκα να περάσει κατά την πισαυλή, προχώρεσε αυτή πρώτη.
― Έλα, Δεσποινιώ! είπε· θέλω να δω τη στέρνα!
     Απ’ την αυλή περάσανε στο σκοτεινό ισόγειο, γερό σαν κάστρο ακόμα, και χωρίς σοβά· βρεθήκανε σε χώρισμα άδειο, ταρατσωμένο καταγής. Απ’ τα γυμνά παράθυρά του το φως περνούσε, κι από ένα σ’ άλλο χώρισμα έφτανε θαμπό, κι έπεφτε στης στέρνας τ’ άνοιγμα, ανοιχτό σα στόμα πηγαδιού στη μέση.
― Ρίξε το χαρανί σου! είπε η γριά προσταχτικά στην ξένη γυναίκα· πάρε νερό!
     Πίσω απ’ αυτή έκαμε η γριά σημάδι στη Δέσπω να σωπαίνει, σα να ‘τανε ν’ ακούσει κάτι σημαντικό. Χτύπησε κάτου το χαρανί, κι αντήχησαν οι θόλοι απ’ το νερό που ξύπνησε και θορυβούσε.
― Ακούς; είπε στη Δέσπω μ’ έναν τόνο μυστικό, και λάμπανε τα μάτια της μες το σκοτάδι· χρόνια και χρόνια έχει συναχτεί εδώ πέρα το νερό, και μένει αστέρευτο. Πάμε τώρα, έλα! Εδώ ερχόμαστε κορίτσια και τα λέγαμε, γύρω στη στέρνα. Έλα να δεις και τον παλιό μας φούρνο… Αχ, πόσες ψυχές, και πόσα τσούρμα φάγανε ψωμί απ’ αυτόν… Αλίμονο!
     Είχε πέσει όλος ο φούρνος, και τα τούβλα του κάτου είχανε σκορπιστεί. Και κανείς δεν είχε βρεθεί να τα πάρει… μα τι να τα κάμει κιόλα; Εδώ και τόσα χρόνια σπίτι καινούργιο δεν είχε σηκωθεί ανάμεσα στ’ άλλα τα έρημα. Έτσι, από ‘να σ’ άλλο χώρισμα, βγήκανε στην άλλη πλευρά του περιβολιού, και σε λίγο βρεθήκανε πάλι στη μεγάλη σκάλα. Κι αρχίσανε να την ανεβαίνουν.
     
     Το κεφαλόσκαλο ψηλά, όλο στρωμένο με μεγάλες πλάκες πόρινες, είχε στις σκισμάδες του αγριολούλουδα και χόρτα φυτρωμένα, σαν κηπάρι που ξαγρίεψε από χρόνια· κι ήτανε τόσο πλατύ, που θα μπορούσε χορός εκεί πέρα να στηθεί· κι έπιανε το πλάτος του μεσανού σπιτιού, κι ύστερ’ ακολουθούσε, σα μπαλκόνι ατέλειωτο, τις δυο πλευρές του, κι έτσι όλο έκανε ένα λιακωτό μακρύ όση κι η πρόσοψη αυτού του πύργου, παλατιού σωστότερα.
     Σταθήκανε στη θύρα μπρος την τοξωτή. Με μια ματιά άλαλη τη μέτρησε από πάνου ως κάτου η Καπετάνισσα· φούσκωνε το στήθος της απ’ τη λαχτάρα και το κουραστικό τ’ ανέβασμα. Ήτανε καρυδένια η θύρα, απλή βαριά, χωρίς στολίσματα, και μοναχά μ’ ένα παράξενο κεφάλι Αράπη μπρούτζινο για χτυπητήρι.
― Πού είναι το κλειδί; είπε με φωνή πνιγμένη, κι έψαχνε στην τσέπη της βαθιά.
     Το κλειδί ήτανε βαρύ, κι αυτό μπρούτζινο και σκουριασμένο. Πολλήν ώρα οι δυο τους πάλαιψαν εκεί ώσπου ν’ ανοίξουν. Κάτου στην αυλή, στον πάτο της σκάλας, γυναίκες είχανε μαζευτεί με τ’ αγγειά τους, κι η απορία τους ήτανε στα μάτια τους ζωγραφιστή. Τέλος άνοιξε η θύρα.
― Σώπα, και κανείς δεν έχει μπει! είπε η Καπετάνισσα· θα το βρούμε όπως τ’ αφήσαμε από τότε… Ayκαλά, και τι θα βρούμε… Αλίμονο!
     Μπήκανε σ’ ένα πλατύ τετράγωνο δωμάτιο· γωνιά τρανή στο βάθος· το σκέπασμά της χτισμένο μες τον τοίχο, κι όλη ξεφτισμένη· ούτε στάχτης σημάδι πια δεν έδειχνε… Το πάτωμα όλο καρυδένιο από χοντρό σανίδι· χαραμάδες ανάμεσα πλατιές, κι ανέβαινε από κάτου, βαθύ κι απόκουφο, της στέρνας το μουγκό ανατάραμα σα θεριού αλυσοδεμένου. Ζωγραφισμένοι οι τοίχοι, και το ταβάνι σκαλιστό, και χρυσωμένο ανάμεσα στα βυσσινιά σκαλίσματα. Έπιπλο κανένα· μούχλα μύριζε· και το πάτωμα γιομάτο χώμα απ’ τα χαλάσματα του ταβανιού που χάσκανε πυκνά.
     Παράπλευρα τέσσερες πόρτες φέρναν από κει σ’ άλλα χωρίσματα.
     Τράβηξε η γριά ίσα στη μια απ’ αυτές, κι από κει περνώντας σ’ άλλη, βρέθηκε τέλος προς την πίσω του σπιτιού πλευρά, την ανατολική. Ολάνοιχτα ήταν εκεί πέρα τα παράθυρα, τζάμι, κανένα, και το φως τις θάμπωσε τις δυο γυναίκες. Ένα κομμό βενετζιάνικο βαρύ, άδειο βέβαια, και κάνα δυο παλιές καρέκλες. Έσυρε τη μια με το στανιό η Καπετάνισσα και κάθισε στη μέση· όξω, αντίκρυ, ανηφόριζαν άλλα σπίτια απανωτά, κατάκλειστα τα περισσότερα.
― Να, εδώ ήταν του παππού η κάμαρη! ψιθύρισε, κι άξαφνα τινάχτηκε: Κοίτα, μωρή Δέσπω, είπε με φωνή σα να ‘τανε χαρούμενη· κοίτα κει, βλέπεις το σπίτι στην κορφή της ράχης, το πιο ψηλό, με τα πράσινα παράθυρα και τη γαρουφαλλιά στη γλάστρα… να, και μια γυναίκα! Βλέπεις; Είναι το πατρογονικό, το πρώτο μας το σπίτι· καθόνταν οι δικοί μου εδώ και διακόσια χρόνια! Έτσι τα ‘χτιζαν τα σπίτια τότε, μακριά απ’ τη θάλασσα, για τους πειρατές. Ήταν οι δικοί μου πρώτοι που ήρθαν και κατοίκησαν εδώ. Ύστερα η χώρα πύκνωσε, και κατέβηκε ο παππούς στη χώρα ―έχουμε κι άλλο ένα σπίτι πιο μακριά από ‘δω. Κι έκαμε ο πατέρας χρήματα πολλά ύστερα, κι έχτισε τουτονά που βλέπεις. Όλα, ξυλική, σίδερα, κεραμίδια, χρώματα, και τους τεχνίτες τα κουβάλησε απ’ τη Βενετιά… Αχ, αλίμονο!
     Είχε ανασηκωθεί, και ξανακάθισε. Σώπαινε τώρα· το φως κατάματα τη χτυπούσε. Θαμπώθηκε, έκλεισε τα μάτια και για κάμποσο έδειξε σα ν’ αποκοιμήθηκε. Την άφησε τότε η Δέσπω ήσυχη, κι άρχισε να γυρίζει τ’ άλλα τα δωμάτια· κι εκεί, άξαφνα, άκουσε μια τρομερή φωνή.
― Δέσπω!
     Έτρεξε στην κυρά της και τη βρήκε ορθή, με πρόσωπο αλλαγμένο, κάνοντας σαν τρελή.
― Πώς μ’ άφησες ολομόναχη, μωρή κουρούνα; Ξύπνησα, και καθώς βρέθηκα δω μέσα, μου φάνηκε πως ήμουνα σ’ εκείνα τα χρόνια… άκουσα και τα βήματά σου, κι είπα ήτανε κανείς απ’ τους δικούς μου…
― Κι εγώ, κυρά, άκουσα τη φωνή σου να με κράζεις, και πήγα να πεθάνω απ’ την τρομάρα μου. Πώς λαβάτωσα η ζουρλή!
     Την έβαλε η Δέσπω τη γριά και ξανακάθισε, και την άκουγε να σιγομιλεί εκεί σα να νειρευόταν. Έδειξε αυτή με το χέρι πάλι το σπίτι αντίκρυ το ψηλό, χωρίς και να το βλέπει. Κι είπε:
― Τώρα αυτό το χαίρονται οι παλιοί μας δούλοι· το ‘χαμε δοσμένο προίκα στη μακαρίτισσα τη Μαρουσώ άμα την παντρέψαμε με το λοστρόμο του καραβιού μας. Εγώ ήμουν ακόμα ανύπαντρη· θυμώμαι το γάμο σα να ‘ναι χτεσινός… Τώρα αυτοί κάμαν αγγόνια πλήθος, όλοι ναυτικοί, και πορεύονται καλά, μαθαίνω. Έρχονται καμιά φορά στην Αθήνα με κανένα χάρισμα· δε με λησμονούν, ας είναι καλά. Θα χαρούνε πολύ τώρα που ‘ρθα, αν μείνω δω μάλιστα…
― Τους ξέρω, δεν τους ξέρω ‘γώ, κυρά;
― Πώς δεν τους ξέρεις, είν’ εκείνος ο κρεμανταλάς…
― Ο Ραφαλιάς, που γύρευε να με πάρει! Κι η Δέσπω αναστέναξε.
― Ναι, ήσουν άτυχη κι εσύ, καημένη… Γύρευε προίκα αυτός· είχε δίκιο, χωρίς προίκα…
     Η φωνή της έγινε πιο βαθιά τώρα.
― Μα έχει ο θεός… αυτός θα σε προικίσει, Δεσποινιώ μου…
― Έχει ο θεός, μα για μένα τη δόλια δεν έχει!
― Μην το λες αυτό, Δέσπω! Έχε υπομονή…
― Μα ως πότε, τόσα χρόνια μου το λες, κυρά…
― Ναι, η αλήθεια είναι, σ’ αδίκησα κι εγώ· μικρή σε πήρα, ως δώδεκα χρονώ, να σε παντρέψω, κι είσαι τώρα, πόσο ― είκοσι οχτώ;
     Έκαμε να μιλήσει η Δέσπω, μα αντικόφτηκε.
― Μ’ άφησε κι εμένα ο μακαρίτης όπως ξέρεις· ανοιχτοχέρης όσο ζούσε, πάει κι η προίκα μου, κι αυτό το ρημάδι, ήθελε κι αυτό να το πουλήσει, μα ποιος το ‘παιρνε…
― Τι, δεν αξίζει τίποτα, κυρά; Τέτοιο παλάτι!
― Πώς δεν αξίζει! Αυτό είν’ ο θησαυρός μας τώρα, κακομοίρα μου! Εδώ θ’ αφήσω ‘γώ τα κόκαλα, φτάνει κι εσύ να μη με παρατήσεις…
― Όχι, κυρά, εγώ θα μείνω αντάμα σου, αν αγαπάς κι η αφεντιά σου… Μα τι σπίτι… και πόσες κάμαρες! Δεν ήρθες μέσα να το δεις, κυρά!
― Το δικό μου σπίτι, μωρή κουτή, θα μου δείξεις εσύ; Δεν το ξέρω; Δε γεννήθηκα, ανατράφτηκα, παντρεύτηκα σ’ αυτό; είπε η γριά με νευρικό γέλιο μαζί και παράπονο.
― Εγώ, τι να σου πω, κυρά, σκιάχτηκα κει μέσα… Ηύρα και μια παράξενη κάμαρη με λίγα σκαλάκια, μπήκα… είναι σαν κάμαρη μέσα σ’ άλλη κάμαρη, κι άλλη πιο μικρή παραμέσα, κι άλλη, κι ύστερα ντουλάπια, ντουλαπάκια από τις δυο μεριές―μα τ’είν’ αυτό, κυρά;
― Είναι η μεσάντρα! είπε ξαφνισμένη η Καπετάνισσα· πάμε να τη δούμε γλήγορα ―όχι, στάσου! Έλα ν’ ακούσεις πρώτα!
     
     Είχ’ ένα κέφι, κι έκανε σα να ξανάνιωσε… Κάθισε πάλι κι έβαλε τη Δέσπω κοντά της να καθίσει. Κι άκουγε τούτη. Όμως τι την ωφελούσαν όλ’ αυτά; Είχε αυτή να λαβαίνει από τη γριά τόσους μιστούς, την προίκα της. Και τώρα θ’ άκουγε για περασμένα· μα κάθισε, αποφασισμένη κι άκαρδη, ν’ ακούσει.
― Στραβοί χρόνοι! έλεγε η γριά Κοντύλω… να, βλέπεις;. Σ’ αυτή την κάμαρη κοιμόταν ο παππούς· από κάτου απ’ το κρεβάτι του είν’ ο κρυψώνας· βλέπεις την κλειδαριά στο πάτωμα, είναι η κλαβανή, πώς τη λέτε σεις;
― Καταρράχτη τη λέμε, κυρά.
― Ήτανε φιλάργυρος πολύ, κι άμα είχε ανάγκη, άνοιγε την κλαβανή σιγά (κλειδωνότανε μέσα πρώτα), και κατέβαινε· από κάτου είν’ ο κρυψώνας· εκεί φύλαγε τα τάλαρα ― πολλά! Και κατέβαινε…
― Κι έπαιρνε όσα ήθελε; Να κοιτάξουμε κι εμείς, κυρά!
― Σώπα, μη λες κουτές κουβέντες! Ο κρυψώνας άδειασε από χρόνια πια, και δεν ξαναγιόμισε ―μη λες κουτές κουβέντες… Αχ, αλίμονο!
     Σοβαρεύτηκε. Όμως άξαφνα γλυκάθηκε πάλι η όψη της· γέλασε, κι αντήχησε στεγνό το γέλιο της μέσα στο κούφιο σπίτι. Κι άρχισε να λέει.
― Μια μέρα εγώ και κάποιες άλλες ξαδερφούλες προκομμένες, η Μερσίνη κι η Μεταξωτή, κλέψαμε το κλειδί απ’ το γέρο, και του πήραμε πενήντα τάλαρα, θυμώμαι ―ναι, ναι, πενήντα ήτανε… Θέλαμε να τα βάλουμε κι εμείς μερδικό μας στη σερμαγιά· ύστερα, είδαμε, θα ‘τανε γρουσουζιά για το ταξίδι, και τα ξαναβάλαμε στον τόπο τους.
― Τ’ είναι σερμαγιά, κυρά;
― Δεν ξέρεις τ’ είναι σερμαγιά; ―στραβοί χρόνοι, στραβοί, μα πού ‘ν’ τοι πάλι; Το καράβι μας ―είχαμε τρία― ήταν έτοιμο για το ταξίδι· τρακόσα κομμάτια είχε το νησί μας! Να ‘βλεπες την άνοιξη, άστραφτε κάθε μέρα η θάλασσα, μπροστά στη χώρα, απ’ τα καράβια που αρμένιζαν περιμένοντας τους καπετάνιους να κινήσουνε. Λοιπόν το βράδυ, θυμώμαι, στο τραπέζι, είπε ο πατέρας· «Εσύ, γυναίκα, τι θα βάλεις σερμαγιά; ― Ογδόντα τάλαρα.― Εσύ, Κοντύλω, βάλε κι εσύ! ― Δεν έχω ‘γώ, πατέρα (είπα ‘γώ).― Βάλε κι εσύ, σε κρεντιτάρω ‘γώ, βάλε πεντακόσα τάλαρα, άλλα τόσα η μάνα σου, ας βάλουμε και της Μαρουσώς (της δούλας μας) άλλα ‘κατό». Έβαλε και για τους άλλους ανθρώπους του σπιτιού.
     Έτσι το κάνανε, για γούρι, τότε· βάναν οι άντρες από χιλιάδες τάλαρα, βάνανε κι οι γυναίκες.
     Το πρωί, θυμώμαι, σηκωθήκαμε νωρίς· έφτασε ο λοστρόμος με τους ναύτες· μπήκε η μάνα στη μεσάντρα με τις δούλες, έβγαλε απ’ το πιο βαθύ ντουλάπι τις σακούλες με τα τάλαρα, είκοσι χιλιάδες ―όλη η σερμαγιά. Τα ‘βαλε ο λοστρόμος στα ζεμπίλια, οι ναύτες τα περάσανε στις μαναβέλες, και τα φορτώθηκαν και κινήσανε· και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος, κι από πίσω κείνοι στη γραμμή, τραβήξανε για το καράβι.
     Το ταξίδι βαστούσε μήνες· αγοράζανε σιτάρι στη Μαύρη θάλασσα, περνούσαν από το νησί, αφήναν όσο χρειαζότανε για το σπίτι ―κι ίσα για τη Μαρσίλλια! Και γυρίζανε με διπλά τάλαρα· τα βάνανε μες τα ζεμπίλια πάλι με τις μαναβέλες φορτωμένοι, και μπροστά ο λοστρόμος αρματωμένος ― και τα ‘παιρνε η μητέρα και τα ‘κρυβε μες τη μεσάντρα.
     Και τι δεν είχε μέσα αυτή…Εκεί φυλάγαμε τα ρούχα, τα διαμαντικά, και τα προικιά μου. Εκεί της σάρκας και της ντυμασιάς τα ρούχα, και το καθετί της ανάγκης του σπιτιού μας. Μα είχαμε και το κελάρι κάτου… αχ, στραβοί χρόνοι ―μακαρισμένοι! Δε θα ξαναρθείτε! Του κάκου πια!…Έλα, πάμε τώρα στη μεσάντρα, γλήγορα!
     Μπαίνοντας, έκλαιγε η γριά Κοντύλω μ’ έναν τρόπο, χωρίς αναφιλητά, και ξαλάφρωνε από τα πικρόχαρα τα περασμένα. Τι της θύμιζε αυτή η κάμαρη… Εκεί είχε γεννηθεί· εκεί είδε τον πατέρα της να ξεψυχάει… Να τη, κι η μεσάντρα· τρία σκαλάκια ξύλινα, κι άλλα τρία από μέσα κατεβάζανε στο βάθος της. Γύρω όλο χωρίσματα, μικρά μεγάλα, και ντουλάπια από καρύδι, και συρτάρια, μαύρα όλα, σκονισμένα, όλα ανοιχτά, ξεκλείδωτα.
― Να μπω μέσα, κυρά; ρωτάει η Δέσπω.
― Έμπα, μα τι να κάμεις ― ναι, έμπα, κι εγώ θα κάθομαι δω στο σκαλοπάτι, και θα σου δείχνω να, αυτού δεξιά είχαμε τα λινά μας, και πιο πέρα είχαμε τα χοντρικά σκεπάσματα ύστερα είχα ‘γώ τα δικά μου… Άνοιξε πιο μέσα, δεν είν’ ένα συρτάρι; Αυτού εγώ φύλαγα τα χρυσαφικά μου. Πιο κάτου ήτανε της μάνας τα χωρίσματα, κι αριστερά του πατέρα τα ρούχα, τ’ άρματα… Κοίτα πιο κάτου…
― Ένα βαθύ ντουλάπι…
― Ύστερα;
― Άλλο πιο μικρό, κι άλλο ένα, κι άλλο… Να κι ένα κρυφό συρτάρι…
― Κοίτα πιο χαμηλά, σπρώξε με το γόνα σου, ακούς καμιά βουή; Τράβα με τα δυο σου χέρια… αυτού φυλάγαμε…
― Παναγιά μου, τ’ είν’ αυτό;
     Βγήκε η Δέσπω βαστώντας μια βαριά σακούλα.
― Στάσου, μωρή σκύλα, τ’ είν’ αυτό; ― τάλαρα! Είν’ από τη σερμαγιά λησμονημένα… Αχ, αλίμονο! Τότε που φύγαμε για την Αθήνα, ούτε κοιτάξαμε… Χίλια τάλαρα, τα γνωρίζω ‘γώ από τη σακούλα!
― Τι παράξενο, κυρά!
― Θάμα θεού είναι!
― Για μένα, κυρά, τη δόλια καλά το ‘λεγες, έχει ο θεός…
― Βλέπεις, κουρούνα, που σου το ‘λεγα; Δε σου ‘λεγα έχει ο θεός; Αυτός μας φώτισε να ‘ρθούμε. Αχ, κι εδώ πια θ’ αφήσουμε τα κόκαλα δε θα μετατοπίσω ‘γώ από ‘δω όσο να πεθάνω!
― Κι εγώ, κυρά, εδώ θα μείνω;
― Κι εσύ, μωρή, τι, δε σ’ αρέσει το νησί μας, το βλοημένο; Βλέπεις αυτό τι φύλαγε για μας;
― Ήτανε για την προίκα μου, κυρά…
― Α, όχι! Η προίκα σου ―κάτι πολύ βιάζεσαι!
― Τι, κυρά, δε θα μου δώκεις…
―Όσα σου χρωστάω, τρελή; Τόσα και περισσότερα… μα όχι! Αυτά είν’ άγια χρήματα, κανείς δε θα τ’ αγγίξει… είν’ από τη σερμαγιά! Όχι… στάσου να τα μετρήσω πρώτα… τρέξε κλείσε καλά την πόρτα… τι παλαβή είμαι! Ποιόνε φοβόμαστε, μωρή, στο σπίτι μας; Αυτό μας καρτερούσε τόσα χρόνια, και τα φύλαγε. Στάσου εσύ αυτού στο σκαλοπάτι, κι άνοιξε την ποδιά σου· μέτρα, ένα, δυο, τρία… κοίτα, κοίτα… Είναι τα ίδια σαν εκείνα, όλα τάλαρα σπαθάτα, κολωνάτα και σκουφάτα, Μεξικάνικα, Μαρία Τερέζες και Σπανιόλικα, κοίτα, μωρή, κοίτα…
― Κοιτάω, κυρά, μα δε μ’ αφήνεις να τ’ αγγίξω.
― Σώπα, είν’ άγια πράματα, είν’ από τη σερμαγιά μας…Τώρα να μη μιλήσεις, να τα βάλεις πάλι εκεί που τα ‘βρες, και να κλείσεις. Και να πιάσεις να σκουπίσεις ύστερα! Θα παραγγείλουμε να ‘ρθούνε τα πράματά μας από την Αθήνα! Κάπου θα βρούμε και κάνα παλιοκρέβατο, κάνα πιάτο και μαχαιροπίρουνο… Θα πάρουμε δανεικά όσο να ‘ρθούνε τα δικά μας… Και θα γράψουμε να ‘ρθούνε γλήγορα! Και θ’ αρχίσουμε ‘δω άλλη ζωή να ζούμε… Αχ, θα δεις, μωρή, τι ωραία θα περάσουμε! Θα σε παντρέψω κιόλα― θα σου δώσω το Ραφαλιά, μωρή τρελή, και πεντακόσα τάλαρα ― σου φτάνουνε; Θέλεις πιο πολλά; Καλά όχι όμως από τούτα’ είν’ άγια πράματα, θα τα στείλω ‘γώ στην τράπεζα αμανάτι και θα πάρω άλλα πιο καινούρια να σου δώσω… Εγώ τ’ άλλα πάλι τι να τα κάμω, δε μου χρειάζονται, μου φτάνει η σύνταξή μου. Θα τα φυλάξω όμως… άκου, μωρή κουτή, και θα διορθώσω και το σπίτι, και τον κήπο, και θα ζήσω ‘δω… όσο να πεθάνω… Ύστερα πια κι εγώ δεν ξέρω τι θα γίνουν…
     Έκλαιγε και γελούσε. Κι η Δέσπω ανησυχούσε μην τρελάθηκε. Μα έβλεπε το σπίτι γύρω σα δικό της τώρα.
     
     Ιανουάριος 1916


ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=8MiNARji5ss&t=14s

11.2.26

Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2 από Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Όσιος Άνθιμος ο Βαγιάνος ο εν Χίω 15.2

Κωνσταντίνος Οικονόμου




Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων Χίου. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να του δώσουν Χριστιανική αγωγή. Και ο νεαρός Αργύριος έχοντας πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής Του και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς την θύραθεν παιδεία, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα στις θείες αναζητήσεις του, έχοντας μάλιστα έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρούσε αταλάντευτα στην κατά Χριστόν ενάρετη ζωή.


ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ: Ο θείος έρωτας τον οδηγεί στην απάρνηση της τύρβης του κόσμου και στη μοναχική πολιτεία, όπου και τελικά έλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Θεοτόκος έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δύναμης στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή αναψύξεως και παραμυθίας. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος. Στο κελί του αυτό με αδιάλειπτη προσευχή και μελέτη του βίου των μεγάλων ασκητών έπαιρνε δύναμη, αλλά προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα των δαιμόνων. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909, εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.



ΣΤΟ ΑΞΙΩΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΟΣΥΝΗΣ: Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη την επόμενη χρονιά για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες στη διάρκεια της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του. Κατόρθωσε μάλιστα εκεί να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του.

ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ: Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου τον υποδέχτηκαν περιχαρείς οι Αγιορείτες μοναχοί. Υποτάσσεται εκεί στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση.



ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ: Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.


ΙΕΡΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΕΠΡΟΚΟΜΕΙΟ: Όταν επέστρεψε στη χώρα της Χίου, τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσης του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Υπεραγία Θεοτόκος, με την προσευχή του Αγίου Ανθίμου, επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών πολλών πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται έτσι πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του. Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε! [Με το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, καθαγιάζεται ο πιστός και υγιαίνει, δεν νοσεί, όπως πιστεύουν πολλοί, δυστυχώς, πιστοί και διαδίδουν με κάθε τρόπο ορισμένα ΜΜΕ, με πρόσχημα τον COVID!].



ΚΤΗΤΩΡ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ: Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίστηκε την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Έτσι και έγινε: Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή αφοσιωμένος στην Παναγία και εκεί με την ασκητική του ζωή, το πλήθος των αρετών, την αγιότητά του και τη μεσιτεία της Θεοτόκου έλαμψε σαν αστέρας, ενώ ποίμαινε με στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς που κατέφευγαν κοντά του.

ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΝΩ ΜΟΝΕΣ: Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.



Απολυτίκιον:Ἦχος γ'. Νέον στήριγμα Ὀρθοδοξίας, νεοκόσμητον ἄνθος ἁγνείας, Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος τῶν ἀρετῶν τε ἐκείνου ὁμότροπος, νέων Ὁσίων σφραγίς, καί ἀγλάισμα, Πάτερ Ἄνθιμε, τῆς Χίου πάσης τό καύχημα, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθε ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 Ο αγιορείτης Άγιος Νικήτας [Αρβανίτης] ο Ηπειρώτης νέος Ιερομάρτυρας [19.2.1806] + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου





Ο ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΗΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ: Ο Άγιος Νικήτας καταγόταν από τη σκλάβα Βόρειο Ήπειρο, όπου και γεννήθηκε κοντά στο 1760. Η αγάπη του προς το Χριστό ήταν τόσο μεγάλη, ώστε άφησε τα εγκόσμια και πήγε στο “Περιβόλι της Παναγίας”, στο Άγιον Όρος, και συγκεκριμένα στη Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου εκάρη το αγγελικό σχήμα του μοναχού. Με τη χάρη του Θεού, λίγα χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και τέλος έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης στην Ιερά Μονή Παντελεήμονος.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΛΟΓΟ ΘΕΟΥ: Μετά από πολλή προσευχή και με τις ευχές των Πατέρων της Σκήτης, ξεκίνησε για τον μεγάλο αγώνα να βοηθήσει τους σκλαβωμένους αδελφούς των Σερρών και της Δράμας, να μείνουν σταθεροί στην πίστη προς τον αληθινό Θεό. Βλέποντας οι Τούρκοι στο πρόσωπό του τον μεγάλο αντίπαλο ενάντια στην εξάπλωση του εξισλαμισμού, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στην φυλακή των Σερρών με την κατηγορία ότι κηρύττοντας τον Χριστό σαν αληθινό Θεό και το Μωαμεθανισμό σαν λαθεμένη θρησκεία, χαρακτήριζε τον ιδρυτή της, Μωάμεθ, πλάνο.

ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Στη σκοτεινή φυλακή των Σερρών υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια, όπως όσφρηση φωτιάς από τη μύτη, ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι, καλαμένιες ακίδες στα νύχια του και το πιο βασανιστικό: κάψιμο στα απόκρυφα μέλη του. Ο Νικήτας όμως, με θαυμαστή σταθερότητα, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του στο Χριστό. Τελικά, στις 19 Φεβρουαρίου 1806 μ.Χ., τον κρέμασαν και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της αφθαρσίας. Η μνήμη του τιμάται την ημέρα του θανάτου του.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ: 


https://www.youtube.com/watch?v=49f1wRq-JUI&list=PLH04F-N8L60FGET8G6Uc8ppqlD8Ug-DlS&index=10









Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589) από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Η Αγία Φιλοθέη (19.2.1589)

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου




Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΟΝΑΧΗ: Η Φιλοθέη ήταν κόρη του Αθηναίου λογίου Αγγέλου Μπενιζέλου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1522 και το βαπτιστικό της όνομα ήταν Ρηγούλα. Μετά από επιμονή των γονέων της νυμφεύτηκε ένα αρχοντόπουλο της αθηναϊκής οικογένειας των Χειλάδων (1536). Όμως ο σύζυγός της πέθανε τρία έτη αργότερα. Έτσι η Αγία, χωρίς οικογενειακά βάρη, επιδόθηκε σε πλήρη αγαθοεργιών ασκητκό βίο. Όταν μάλιστα πέθαναν και οι γονείς της, η Ρηγούλα μετέτρεψε ένα γειτονικό της ναϊσκο (Α. Ανδρέα) σε Μοναστήρι στο οποίο κληροδότησε το μεγαλύτερο τμήμα της περιουσίας της. Η ίδια εκάρη μοναχή παίρνοντας το όνομα Φιλοθέη. Εν συνεχεία εισήλθε πρώτη στη μονή, ως ηγουμένη, ακολουθούμενη από υπηρέτριές της.

ΙΔΡΥΜΑΤΑ “ΟΑΣΕΙΣ” ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ: Μέσα στο μοναστήρι ίδρυσε και βιοτεχνικό εργαστήριο στο οποίο παρακολουθούσαν μαθήματα ή εργάζονταν πλήθος κοριτσιών της Αθήνας. Εν συνεχεία ίδρυσε έναν Παρθενώνα στον οποίο προσέλκυσε πλήθος ευσεβών κοριτσιών, καθιστώντας έτσι το ίδρυμα κέντρο πνευματικής προστασίας και φιλοξενίας. Με την πάροδο του χρόνου το μοναστήρι και τα ιδρύματα πλούτισαν από τις προσφορές των ευσεβών και έτσι η Φιλοθέη μπόρεσε να ιδρύσει σχολεία και παραρτήματα του Παρθενώνα. Μάλιστα η Μονή και τα εξαρτημένα απ' αυτή ιδρύματα λειτούργησαν σαν κυματοθραύστες στο κύμα του εξισλαμισμού που είχαν εξαπολύσει οι Οθωμανοί κατά τον πρώτο αιώνα της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα. Ακόμη, η Φιλοθέη εκτός του ότι παρείχε στις μονάστριες αλλά και στις κοπέλες εργασία στα εργαστήρια, ασκούσε παράλληλα άοκνα τη φιλανθρωπία, καθιστάμενη προστάτιδα των φτωχών και των γερόντων.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ - ΚΟΙΜΗΣΗ: Οι Οθωμανικές αρχές της Αθήνας βλέποντας ότι η Φιλοθέη με την πίστη της και τον τρόπο ζωής της ενέπνεε του ραγιάδες, έδωσαν εντολή να συλληφθεί και να οδηγηθεί στη φυλακή, όπου υπέφερε τα πάνδεινα. Χάρις σε συντονισμένες προσπάθειες της Δημογεροντίας των χριστιανών της Αθήνας, όμως, η Φιλοθέη απελευθερώθηκε. Σύντομα, στις 2 Οκτωβρίου του 1588, συνελήφθη εκ νέου κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας που τελούνταν στη Μονή επί τη εορτή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Οι Τούρκοι που την συνέλαβαν τις προξένησαν σοβαρές πληγές με ραβδισμούς και μαστιγώσεις, καθιστώντας την μισοπεθαμένη. Έπειτα απ' αυτό οι συμμονάστριές της την παρέλαβαν και την οδήγησαν στο μετόχι της Μονής στην Καλογρέζα, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Ι. Ναός της Α. Φιλοθέης. Εκεί τελικά δεν κατόρθωσε ποτέ να συνέλθει από τους βασανισμούς και παρέδωσε το πνεύμα της την 19η Φεβρουαρίου του 1589. Την επόμενη μόλις δεκαετία έγινε η ανακήρυξη τη; αγιότητάς της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επί δεύτερης πατριαρχίας Ματθαίου Β΄(1595-1600).

 


“ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ” ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ: Το άγιο λείψανο της Φιλοθέης φυλάσσεται μέσα στο ιερό βήμα του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών εντός λάρνακας. Κάθε έτος, την παραμονή της εορτής, ένα μέλος της οικογένειας Μπενιζέλου ανοίγει τη λάρνακα για να προσκυνήσουν οι πιστοί. Προς τιμή της Αγίας ονομάστηκε η οδός που οδηγεί στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής, καθΏς και μια ολόκληρη συνοικία (Νέα Φιλοθέη). Η γειτονική συνοικία του Ψυχικού, αξίζει να αναφέρουμε, ονομάστηκε έτσι εξαιτίας της αναψυχής που πρόσφερε στους περιπατητές ένα πηγάδι στην περιοχή, το οποίο διάνοιξε με δικές της δαπάνες η Αγία Φιλοθέη. Κάθε χρόνο, ανήμερα της εορτής της Αγίας, πλήθη πιστών συρρέουν στη βραχώδη κρύπτη της περιοχής της Φιλοθέης, όπου ασκήτεψε αυτή η μεγάλη εργάτιδα της ελληνοχριστιανικής ιδέας.

Απολυτίκιο: “Αθηναίων η πόλις η περιώνυμος Φιλοθέην τιμά την οσιομάρτυρα και ασπάζεται αυτής το θείον λείψανον, ότι εβίωσε σεμνώς και μετήλλαξε το ζην αθλήσει και μαρτυρίω, και πρεσβεύει προς τον Σωτήρα, διδόναι πάσι το θείον έλεος.




Βιβλιογραφία: Νικοδήμος Αγιορείτης, Συναξαριστής τ. Ε΄, σ. 141.

Ε. Βούλγαρις, Η προς Πέτρον Κλαίρκιον επιστολιμαία διατριβή.

Κ. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 193.

Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Γ΄, σ.606.

Δ. Καμπούρογλου, “Φιλοθέη Βενιζέλου”, εφημ. Ακρόπολις, 1911 (σε συνέχειες).

Δ. Καμπούρογλου, Μνημεία της Ιστορίας των Αθηνών, Α΄ 1891, Σ. 145-165.

Χρυσ. Παπαδοπουλος, Η Εκκλησία των Αθηνών, Αθήναι 1928, σ. 52-54.

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο εν Μυτιλήνη [ο Βυζάντιος] 17.2.1795 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο εν Μυτιλήνη [ο Βυζάντιος] 17.2.1795

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου





ΚΑΤΑΓΩΓΗ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώρι της Ανατ. Θράκης, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, εξ ου και το επώνυμο «Βυζάντιος». Οι γονείς του ονομάζονταν Αναστάσιος και Σμαραγδή, ενώ είχε άλλα δυο αδέρφια, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο, τον μετέπειτα μητροπολίτη Αδριανουπόλεως, Γρηγόριο.

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ-ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ: Ο Θεόδωρος από πολύ νέος μαθήτευσε ζωγράφος στο πλευρό ενός χριστιανού ζωγράφου που εργαζόταν στα ανάκτορα του σουλτάνου. Εκεί επηρεάστηκε από κάποιους συνομηλίκους του και παρασύρθηκε γινόμενος εξωμότης [Μωαμεθανός δηλαδή].

ΜΕΤΑΝΟΙΑ-ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ: Τρία χρόνια αργότερα, όταν μια επιδημία πανώλης θέριζε τον πληθυσμό της Πόλης, μεταμελήθηκε και επιχείρησε να φύγει κρυφά, δραπετεύοντας από τα ανάκτορα πηδώντας τον ψηλό τοίχο. Αλλά έγινε αντιληπτός και έκτοτε τελούσε υπό την προσοχή των φρουρών. Όμως, ο Θεόδωρος είχε πια πάρει την απόφασή του. Με τη βοήθεια ενός φίλου του, που ήταν βοηθός σε γουναράδικο, προμηθεύτηκε ναυτικά ρούχα και προσποιούμενος ότι μεταφέρει σταμνιά βγήκε από την πύλη χωρίς να τον αναγνωρίσουν οι φρουροί. Πήγε στην παραλία και με πλοιάριο μετέβη στο σπίτι κάποιας θείας του. Εκεί, μετά από λίγες ημέρες, εξομολογήθηκε σε κάποιον ιερέα και έλαβε ξανά το χρίσμα με το άγιο μύρο ''σβήνοντας'' από πάνω του το λεκέ της εξομωσίας. Ύστερα απ΄όλα αυτά, μεταμφιεσμένος και κρυφά από τους Οθωμανούς που τον καταζητούσαν, δραπέτευσε στη Χίο, όπου βρήκε καταφύγιο σε ένα μοναστήρι στα βόρεια του νησιού κοντά στο Βροντάδο. Εκεί γνωρίστηκε με τον πρώην επίσκοπο Κορίνθου Μακάριο Νοταρά και το μοναχό Νεόφυτο, τους αποκαλούμενους «κολλυβάδες», ζηλωτές της Ορθοδοξίας.



ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Έχοντας τύψεις για την αρνησιθρησκία του αποφάσισε να μεταβεί στη γειτονική Λέσβο και να ομολογήσει στις τουρκικές αρχές ότι ξανάγινε Χριστιανός. Αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, ντύθηκε με τούρκικα ρούχα και έχοντας πλήρη επίγνωση του τι τον περιμένει, αποχαιρέτησε με δάκρυα το Νεόφυτο που τον είχε συνοδεύσει ως τη Μυτιλήνη. Παρουσιάστηκε στον κριτή της πόλης και αποκήρυξε τον μουσουλμανισμό πετώντας από πάνω του τα ρούχα και το οθωμανικό σαρίκι. Αμέσως συνελήφθη από τους Τούρκους. Προσπάθησαν αρχικά να τον δωροδοκήσουν, αλλά μάταια. Βασανίστηκε έπειτα φρικτά, αλλά εκείνος έμεινε πιστός στην απόφασή του. Τελικά απαγχονίστηκε, παίρνοντας τον ουράνιο στέφανο, στις 17 Φεβρουαρίου του 1795.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟ: Το άγιο λείψανο του έμεινε κατά διαταγή των Τούρκων τρεις ημέρες κρεμασμένο στην αγχόνη. Κατόπιν με άδεια των τουρκικών άρχων το παρέλαβαν πρόκριτοι Μυτιληναίοι και το έθαψαν στο προαύλιο της Παναγίας Χρυσομαλλούσης. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν θέλησαν να κάμουν την ανακομιδή των λειψάνων του, είδαν με έκπληξη και θαυμασμό ότι το σώμα είχε διατηρηθεί ακέραιο. Το παρέλαβαν τότε με πολλή ευλάβεια και το έκρυψαν στην κρύπτη του Μητροπολιτικού ναού, όπου βρισκότανε μέχρι το 1832. Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος ο Βυζάντιος είναι πολιούχος της Μυτιλήνης και στην πόλη αυτή φυλάσσεται το λείψανό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου, ενώ η ανακομιδή των λειψάνων του την Κυριακή του Παραλύτου.



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

1. Τω Θεώ ώσπερ δώρον φερωνύμως, Θεόδωρε, δι’ αθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον, και άμωμον θύμα και δεκτή, παμμάκαρ, εγένου προσφορά• όθεν πόθω συνελθόντες, τους σους αγώνας εν ύμνοις γεραίρομεν
και δόξαν προσάγομεν Θεώ τω θαυμαστώς σε ενισχύσαντι κατ’ έχθρων δρωμένων και αοράτων, πολύαθλε.

2. Το πάντιμον λείψανον του Θεοδώρου, πιστοί, ενδόξως τιμήσωμεν ως θησαυρών τιμαλφή, και πάντες βοήσωμεν: Σώσον εκ των κινδύνων τους πιστώς σε υμνούντας, ως πότε σύ ερρύσω εκ πανώλους την πόλιν και πάντας περιφρούρησον ταις ικεσίαις σου.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ ΠΑΝΩΛΗΣ: Όπως βλέπουμε από τα την υπογραμμισμένη φράση του δεύτερου απολυτίκιου, ο Άγιος έσωσε την Μυτιλήνη από επιδημία πανούκλας. Πράγματι, το έτος 1832 μάστιζε φοβερή θανατηφόρος αρρώστια, η πανώλη, τον πληθυσμό της Μυτιλήνης. Οι θάνατοι κάθε μέρα γινότανε και περισσότεροι. Οι κάτοικοι, αλλά και οι αρχές της πόλης, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να σκορπιστούν στους γύρω λόφους ελπίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. Όλα τα μέτρα όμως που έπαιρναν, ήταν ανίσχυρα να σταματήσουν την αρρώστια και το θάνατο. Η οθωμανική κυβέρνηση έστειλε συνεργεία γιατρών από την Κωνσταντινούπολη και φάρμακα, που πάλι δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Αλλά ό,τι δεν κατόρθωσαν οι ανθρώπινες προσπάθειες, το έκαμε η χάρη του Θεού με τις προσευχές του άγιου Θεοδώρου. Σ’ αυτές τις κρίσιμες μέρες και μάλιστα τη νύχτα της Παρασκευής της α΄ εβδομάδας των Νηστειών, φανερώθηκε ο άγιος στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και αργότερα οικουμενικό Πατριάρχη, και του παρήγγελε να πεί στο Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς από τις εξοχές, όπου είχαν καταφύγει, να κάνουν αγρυπνία στο Μητροπολιτικό ναό, να βγάλουν δε και το λείψανο του από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά μετά από μια εβδομάδα, και πάλι νύκτα της Παρασκευής, βλέπει το ίδιο όνειρο ζωηρότερα, και αυστηρότερο τον άγιο. Αμέσως τότε έτρεξε και ανακοίνωσε στο Μητροπολίτη την εντολή του αγίου. Ο Μητροπολίτης αμέσως συνάντησε τον Τούρκο Διοικητή και του ζήτησε την άδεια να επιτρέψει να ειδοποιήσει με κάθε μέσο τους χριστιανούς, να έλθουν στο ναό και να παρακαλέσουν όλοι τον Θεό. Οι Τούρκοι γιατροί, που ήρθαν απ’ την Κωνσταντινούπολη, αντέδρασαν. Δεν ήθελαν να γίνει συγκέντρωση από φόβο να μη μεταδοθεί η αρρώστια περισσότερο. Όμως ο Διοικητής βλέποντας ότι ο κόσμος πέθαινε, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει οι γιατροί, έστω και αν είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους οι κάτοικοι, έδωκε την άδεια για συγκέντρωση και αγρυπνία. Όλοι οι χριστιανοί με πίστη και ελπίδα έτρεξαν στο ναό, που γέμισε μέσα, έξω και τους γύρω δρόμους. Έκλαψαν, παρακάλεσαν το Θεό, και ζήτησαν και τη βοήθεια του αγίου, που έμαθαν ότι φανερώθηκε με όνειρο στον Πρωτοσύγκελλο. Ακολούθησε αγρυπνία. Τις πρώτες πρωινές ώρες ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στην κρύπτη του ναού, έβγαλαν με ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Θεοδώρου και έκαμαν μια σύντομη λιτανεία γύρω στο ναό. Από εκείνη την ώρα δεν πέθανε κανείς Χριστιανός ή Τούρκος από την πανούκλα. Η πόλη ονόμασε τον άγιο Θεόδωρο «Πολιούχο», δηλαδή προστάτη της πόλεως και του νησιού. Τούρκοι και Έλληνες με κάθε τρόπο ομολογούσαν το θαύμα και φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και τον προστάτη άγιο. Από τότε (1832) το σεπτό λείψανο του αγίου δεν το ξανάβαλαν στην κρύπτη του ναού, αλλά το τοποθέτησαν φανερά, ακόμη και στα μάτια των Τούρκων, στη θέση του Μητροπολιτικού ναού, που βρίσκεται σήμερα και αποτελεί, όπως λέγει και το απολυτίκιο του αγίου, «θησαυρόν τιμαλφή» για τον τόπο μας.

Βιβλιογραφία: ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ) - ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Γ. Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Ο Δίας από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα   ΓΕΝΙΚΑ : Ο Δίας ήταν ο “Πατέρας των θεών και των ανθρώπων”, σύμφων...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....