Ετικέτες - θέματα

1.11.26

Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


   


Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ
: Ο Αιακός, ήταν γιος του Δία και της Αίγινας. Όταν κάποτε ο Αιακός είδε πάνω στον κορμό ενός δένδρου αμέτρητα μυρμήγκια, παρακάλεσε τον πατέρα του, τον Δία να του στείλει τόσους ανθρώπους σε αυτό το νησί, όσα ήταν και τα μυρμήγκια. Και ο Δίας, ακούγοντας την παράκληση του γιου του, - άλλωστε βρισκόμαστε στην περίοδο αμέσως μετά τον κατακλυσμό, μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους που, σύμφωνα με την παράδοση, ονομάστηκαν Μυρμιδόνες. Από τη γενιά των Μυρμιδόνων, ο μεγαλύτερος κλάδος, αυτός του Πηλέα, εγκαταστάθηκε στη μυθική θεσσαλική Φθία. Από τη γενιά αυτή καταγόταν και ο Αχιλλέας.

    ΤΕΚΝΑ – Ο ΤΕΛΑΜΩΝ: Ο Αιακός ήταν γενάρχης του γένους των Αιακιδών και πρώτος βασιλιάς της Αίγινας. Νυμφεύτηκε την Ενδηίδα [κόρη του Χείρωνα ή του Σκίρωνα]. Τέκνα του από την Ενδηίδα, ήταν ο Πηλέας και ο Τελαμών. Αργότερα, από τη δεύτερη σύζυγός του, τη Νηρηίδα Ψαμάθη, απέκτησε το Φώκο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Φώκος ήταν καλύτερος από τον ετεροθαλή αδελφό του Τελαμώνα σε όλα τα αθλήματα και όταν ο Τελαμώνας σκότωσε κατά λάθος τον Φώκο κατά την εξάσκησή του στην δισκοβολία, οι κάτοικοι της Αίγινας νόμιζαν ότι το έκανε από φθόνο. Ο Τελαμώνας είπε με ειλικρίνεια τι πραγματικά έγινε αλλά οι συμπολίτες του δεν τον πίστεψαν.

    ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ: Ο πατέρας τους, για να κατευνάσει τους πολίτες της Αίγινας εξόρισε και τους δυο γιους του, παρά τη μεγάλη του αγάπη προς αυτούς, από την Αίγινα. Έτσι ο Πηλέας κατέφυγε στη Φθία, μαζί με πολλούς από τους Μυρμιδόνες και ίδρυσε το κράτος των Μυρμιδόνων, ενώ ο Τελαμών πήγε στη γειτονική Σαλαμίνα, όπου και έγινε βασιλέας.

Αιακός, Ραδάμανθυς και Μίνωας στον Άδη

 Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΑΔΗ
: Επειδή ο Αιακός έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, θεωρείτο ο πιο ευσεβής και δίκαιος άνθρωπος στον κόσμο και για αυτό τον λόγο, μετά το θάνατό του, έγινε κριτής στον Κάτω Κόσμο, αλλά και κλειδοκράτορας των πυλών του βασιλείου του Πλούτωνα. Ήταν γνωστός σε όλη την αρχαία Ελλάδα για την δικαιοσύνη του και τον τιμούσαν όλοι οι Έλληνες βασιλείς. Λέγεται ότι κάποτε είχε επικρατήσει ξηρασία σε όλη την Ελλάδα, σαν τιμωρία των Θεών επειδή ο Πέλοπας σκότωσε το βασιλιά Στύμφαλο, και η Πυθία είπε ότι για να έρθει η βροχή θα πρέπει ο Αιακός να προσευχηθεί στους θεούς. Πριν προλάβει ο Αιακός να τελειώσει την προσευχή του άρχισε να βρέχει.

    ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ: Διάφοροι μύθοι αναφέρουν πως βοήθησε τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα να κτίσουν τα τείχη της Τροίας. Σύμφωνα με τον Πλίνιο τον Νεότερο, ο Αιακός είναι εκείνος που ανακάλυψε το ασήμι και έκοψε το πρώτο νόμισμα. Δεν είναι τυχαίο πως εδώ πάλι ο μύθος ενισχύει μια ιστορική πραγματικότητα: η Αίγινα ήταν η πρώτη που έκοψε νόμισμα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Μετά το θάνατό του, οι Αιγινίτες έκτισαν προς τιμή του το Αιάκειον, έναν ναό αφιερωμένο στο ίδιο, ενώ καθιέρωσαν γιορτές προς τιμήν του, τα ¨Αιάκεια”, που γιορτάζονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα στην Αίγινα. Απόγονοί του ήταν οι ήρωες του Τρωικού πολέμου, Αχιλλέας και Αίας ο Τελαμώνιος [γιος του Τελαμώνα]. Οι απόγονοί του, από τον άτυχο Φώκο, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Παρνασσού και από τότε η περιοχή αυτή ονομάστηκε Φωκίς [Φωκίδα].

   ΟΙ ΚΡΙΤΕΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ: Μαζί με τον Αιακό, που ήταν ο κάτοχος των κλειδιών του Άδη και δικαστής των ανδρών της Ευρώπης, κριτές ήταν ακόμη ο Ραδάμανθυς, άρχοντας των Ηλυσίων Πεδίων και κριτής των ανδρών της Ασίας, και ο Μίνωας που ήταν ο κριτής κατά την τελική ψηφοφορία. Και οι τρεις αυτοί κριτές θεωρούνταν γιοι του Δία. Κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς λένε ότι υπήρχε κι ένας τέταρτος δικαστής, ο Τριπτόλεμος. Αξίζει να σημειώσουμε πως το όνομα του Αιακού προέρχεται από την ελληνική λέξη αιακτός, που σημαίνει θρήνος.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
:Ησίοδος, Κατάλογοι Γυναικών Θραύσμα 19Α. Αισχύλος, Θραύσμα 50 Europa (Πάπυρος). Όμηρος, Οδύσσεια 11 568 κ.ε. Πίνδαρος, Ολυμπιακή Ωδή 2 55 κ.ε. Πλάτων, Μίνως 318d, Απολογία 41a, Φαίδων 107c , 112ε, Γοργίας 523a και 524b. Απολλόδωρος, Bibliotheca 3 6. Πλούταρχος, Βίος του Θησέα 16 1. Διόδωρος Σικελιώτης, 5 79 2. Φιλόστρατος, Βίος του Απολλώνιου του Τυάνων 3.25, 8.7. Οβίδιος. Μεταμορφώσεις 13,25. Νόννος, Διονυσιακά 6,212. Υγίνος, Fabulae 52. Απολλόδωρος, 3.12.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Με το όνομα Αιάκειον υπάρχει και πόλη στην Κορσική [Γαλλία].Η πιο γνωστή αλλά μη επιβεβαιωμένη παράδοση αναφέρει ότι η πόλη ιδρύθηκε ή πήρε το όνομά της από τον μυθικό Έλληνα ήρωα του Τρωικού Πολέμου, τον Αίαντα (Αίαντας ο Τελαμώνιος ή ο Λοκρός 

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

31.10.26

Το τελευταίο κατευόδιο κείμενο- AUDIOBOOK του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Το τελευταίο κατευόδιο

κείμενο- AUDIOBOOK

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα



   Το διήγημα «Το Τελευταίο Κατευόδιο» του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου σκιαγραφεί με λιτή και υποβλητική γραφή τη συνάντηση του αφηγητή με έναν ασπρομάλλη γέροντα στην άκρη της πόλης. Ο ηλικιωμένος άνδρας εμφανίζεται καθημερινά στην ίδια διαδρομή, βαδίζοντας αργά και νωχελικά προς το καφενείο. Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους παραμένει αραιή και σιωπηλή, γεμάτη από τη λακωνική παρουσία ενός ανθρώπου που δεν χαμογελά ποτέ και του οποίου το βλέμμα μένει απλανές και γκρίζο.Η αποκάλυψη ότι εργαζόταν ως βοηθός εργολάβου κηδειών δίνει στο κείμενο ιδιαίτερο βάθος. Έχοντας συνοδεύσει αμέτρητους ανθρώπους στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο, ο γέροντας φαίνεται να κουβαλάει μέσα του μια ήσυχη, σχεδόν αόρατη θλίψη. Μέσα από τις σύντομες συναντήσεις τους, ο συγγραφέας φωτίζει θέματα μοναξιάς, καθημερινής ρουτίνας και της αδιόρατης απόστασης που χωρίζει τους ανθρώπους, ακόμη και όταν μοιράζονται τον ίδιο δρόμο.

    Είχαν - δεν είχαν περάσει δυο μήνες από τότε που είχα εγκατασταθεί στο νέο μου σπίτι, στην άκρη της πόλης. Κάποιο μουντό πρωινό, σαν τα περισσότερα χειμωνιάτικα του κάμπου, ήμουν στα μέσα της καθημερινής μου διαδρομής πρoς τη δουλειά μου – εποχούμενος φυσικά, σαν γνήσιος αυτάρκης αστός – όταν διέκρινα στην άκρη του δρόμου να βαδίζει αργά, σχεδόν νωχελικά ένας ασπρομάλλης γέροντας.

  Τις επόμενες μέρες, τον έβλεπα ανελλιπώς να επαναλαμβάνει το συγκεκριμένο περίπατό του. Ώσπου μια μέρα, είπα να σπάσω τη μονοτονία της καθημερινότητας και σταμάτησα λίγα μέτρα μπροστά του καλώντας τον να' ρθει μαζί μου, έτσι για πιο ξεκούραστα.

   Δέχθηκε, μάλλον απαθώς και κάθισε δίπλα μου αμίλητος. Τον ρώτησα πού πήγαινε και κείνος μου ΄δειξε με το δείκτη του χεριού του το μοναδικό καφενείο, πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Με την άκρη του ματιού μου, στο σύντομο υπόλοιπο της διαδρομής, παρατήρησα ένα πρόσωπο γέρικο και σοβαρό με μάτια απλανή, που φανέρωναν κάποια ίχνη μιας αδιόρατης θλίψης. Φτάνοντας μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του καφενείου, χαιρέτησε, μάλλον ψυχρά, αλλά ευγενικά, και κατέβηκε.

  Από τότε ανέβηκε αρκετές φορές στο αυτοκίνητό μου – πάντα στη γνωστή του “τροχιά”: σπίτι - καφενείο και τούμπαλιν. Όλες αυτές τις φορές μου μιλούσε σποραδικά για τη ζωή του, πάντα λακωνικά κι ανέκφραστα, και σίγουρα μετά από δική μου πρωτοβουλία. Το χαμόγελό του, ακόμη και το αχνότερό του μειδίαμα, δεν το γνώρισα ποτέ. Φαντάστηκα ότι κανείς δε θα είχε καταφέρει να τον “συλλάβει” γελαστό.

   Ώσπου, κάποτε, μου μίλησε για το τελευταίο – πριν τη σύνταξη – επάγγελμά του: βοηθός εργολάβου κηδειών! Ο γέροντας επιτελούσε το καθήκον του “φροντιστή” των νεκρών αμέσως μετά την επιθανάτια κλίνη τους και πριν τη μεταφορά τους στο Ναό, όπως γίνεται τελευταία, κι όχι όπως παλιότερα στο σπίτι του νεκρού, τότε που είμασταν πιο άνθρωποι, για να τον ξενυχτήσουν οι συγγενείς του.

   Ο γέροντας - αλήθεια, ακόμη δεν ξέρω τ' όνομά του - είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους λίγο πριν την τελευταία δημόσιά τους “παρουσία”. Έχοντας γνωρίσει τη λεπτή, αδιόρατη αλλά και τόσο καθοριστική γραμμή που χωρίζει τη “μέρα¨ από τη “ νύχτα” της ανθρώπινης βιοτής, ακροβατούσε πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που καθημερινά έσερνε το βήμα του στη άκρη του πεζοδρομίου της δημοσιάς.

   Τελευταία φορά τον είδα στην παιδική χαρά της γειτονιάς να κουνάει, μάλλον μηχανικά, ένα μικρό κοριτσάκι, μάλλον εγγονή του, και το βλέμμα του, όσο πρόφτασα να δω, ίδιο όπως πάντα, απλανές, γκρίζο, καρφωμένο στο πουθενά, ν' αναλογίζεται... Τι όμως; Μήπως τι να βλέπουν τώρα οι παλαιοί του πελάτες, ή μήπως τι θα 'βλεπε κι εκείνος με τη σειρά του κάποια μέρα εκεί κατά το σούρουπο της ζωής του;

. . . . .

    Η αγγελία ήταν καρφωμένη σ' ένα δέντρο, ή κάποιο πισσωμένο κορμό της ηλεκτρικής εταιρείας, δε θυμάμαι στ' αλήθεια. Ειδοποιούσε πάντως ότι οι θλιμμένοι συγγενείς θα “εδέχοντο συλλυπητηρίους επισκέψεις . .. κ.τ.λ.”. Τότε μηχανικά το μάτι μου έπεσε και στη φωτογραφία του μεταστάντος. Ήταν αυτός. Αλλά πολύ νεότερος. Μια φωτογραφία ταυτότητας. Ξεχώριζε και η σφραγίς: “Βασίλειον Της Ελλάδος”. Φορούσε γραβάτα και γκρίζο σακάκι. Όμως παρά τα νιάτα του, το βλέμμα ήταν το ίδιο. Εκείνο το νεκρό του βλέμμα, που τόσο μ' είχε εντυπωσιάσει.

Α! Να μην το ξεχάσω. Έμαθα και το όνομά του. Βεβαίως, “κατόπιν εορτής”.......

 konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


30.10.26

Κυριακή Ε΄ Λουκά “Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος” [Λουκ. Ιστ’ 19-31] + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 
Κυριακή Ε΄ Λουκά “Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος” [Λουκ. Ιστ’ 19-31] + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου 

 

   ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Στην εποχή του Ιησού, οι άνθρωποι πίστευαν πως ο πλούτος είναι επιβράβευση από το Θεό για την ευσεβή ζωή τους, ενώ η φτώχεια θεωρείτο θεία τιμωρία. Για τους ενδεείς και ταλαίπωρους έλεγαν ότι δεν ήσαν σωστοί απέναντι στο Θεό. Μια τέτοια εσφαλμένη άποψη έρχεται να απορρίψει ο Κύριος, λέγοντας την συγκεκριμένη παραβολή. Το μήνυμα ακόμη που θέλει να διδάξει ο Ιησούς στο λαό είναι η ανάγκη της διαρκούς φιλανθρωπίας και να δείξει πως ο Θεός δεν έχει συμπάθειες και αντιπάθειες ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά ότι όποιος ζει με αγάπη, ταπείνωση και μετάνοια είναι αρεστός στα μάτια Του, άσχετα από την οικονομική και κοινωνική του θέση.

  ΠΛΟΥΤΟΣ ΟΛΕΤΗΡΑΣ: «Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον”. Γράφει σχετικά ο Όσιος Αστέριος Αμασείας: “Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας1 το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία”. Ο πλούσιος της σημερινής Παραβολής φορούσε αρχοντικά ενδύματα και διασκέδαζε συχνά με πλούσια συμπόσια. Ούτε που νοιαζόταν καθώς έβλεπε στην εξώπορτά του εκείνον τον φτωχό Λάζαρο παραπεταμένο και γεμάτο πληγές, που ήθελε να χορτάσει από των “ψιχίων των πιπτόντων” από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, καθώς ήταν σχεδόν γυμνός, έρχονταν οι σκύλοι κι έγλυφαν τις πληγές του. Όμως ο Λάζαρος δεν έβγαζε από το στόμα του παράπονο εναντίον του πλουσίου ή του Θεού. Αντίθετα, πόσο ανάλγητος ήταν ο πλούσιος! Ο πλούτος τον έκανε δούλο στη σάρκα, αδιάφορο για κάθε φτωχό γύρω του. Η πολυτέλεια τον οδήγησε στην αλαζονεία, τη γαστριμαργία, την ασπλαχνία. Η αμαρτία του πλουσίου δεν ήταν τόσο στα ενδύματά του ή στις τροφές του, όσο στο ότι φρόντιζε μόνο για τον εαυτό του. Η παρουσία του Λαζάρου έξω από το σπίτι του ήταν γι’ αυτόν μια διαρκής υπόμνηση και ευκαιρία αγάπης. Πώς μπορούσε ο πλούσιος να βλέπει τον άλλον να λιμοκτονεί και να μένει τόσο ανάλγητος; Αλλά ο πλούσιος της Παραβολής δεν είχε ανώτερα ιδανικά και αξίες. Από έξω η εμφάνισή του μεγαλόπρεπη, από μέσα όμως η ψυχή του αραχνιασμένη. Από έξω αρώματα, και μέσα δυσωδία. Το σώμα του καλοπερνούσε στις ανέσεις, η ψυχή του όμως αργοπέθαινε στη σήψη. Το ίδιο παθαίνουμε οι άνθρωποι, όχι μόνο οι πλούσιοι αλλά όσοι “κολλάμε” στα υλικά αγαθά μας, λίγα ή πολλά, νομίζοντας πως μ’ αυτά θα ευτυχήσουμε αδιαφορώντας για τους γύρω μας, τους ενδεείς, τους πεινασμένους. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε σκληραίνει η καρδιά μας, αγριεύει η ψυχή μας.

 

  Η ΑΙΩΝΙΑ ΣΚΗΝΗ”: Η πρώτη σκηνή, αυτή της γης, τελείωσε. Στη συνέχεια έχουμε τη δεύτερη σκηνή, στον ουρανό. Πρώτος πέθανε ο φτωχός. Κανείς ίσως δεν έδωσε σημασία. Άγγελοι του Θεού όμως κατήλθαν από τα ύψη του ουρανού για να μεταφέρουν την υπομονετική ψυχή του στους κόλπους του Αβραάμ, για να βρει ανάπαυση στον παράδεισο. Πέθανε κάποτε και ο πλούσιος και τάφηκε μεγαλοπρεπώς. Όμως την ψυχή του δεν την παρέλαβαν άγγελοι του Θεού, αλλά την άρπαξαν τελώνια, δαίμονες φοβεροί, οδηγώντας την στα σκοτάδια του Άδη. Κι εκεί ο πλούσιος, ξεχνώντας ότι η μετάνοια προϋποθέτει και ανάλογα έργα μετανοίας, πράγμα αδύνατον για έναν ήδη νεκρό, πέφτει σε δεύτερο λάθος νομίζοντας ότι είναι παιδί του Αβραάμ επειδή και μόνο είναι Ιουδαίος, αλλά και σε τρίτο, διότι η σκληρή του νοοτροπία δεν άλλαξε ούτε και μετά το θάνατό του, αφού θεωρεί ακόμη τον φτωχό Λάζαρο υπηρέτη του. Έτσι, υποφέροντας φρικτά, κραυγάζει και παρακαλεί: “Πάτερ Αβραάμ, λυπήσου με. Στείλε τον Λάζαρο να βουτήξει την άκρη του δακτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι τυραννιέμαι μέσα σ’ αυτή την ανυπόφορη φωτιά!” “Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στη γη, κι ο Λάζαρος τα κακά της δυστυχίας του”, απάντησε ο Αβραάμ, “τώρα όμως εδώ αντιστρέφονται οι ρόλοι, ο Λάζαρος παρηγορείται γι’ αυτά που υπέφερε, εσύ όμως βασανίζεσαι διαρκώς. Και έπειτα ανάμεσά σας υπάρχει μεγάλο χάσμα αδιαπέραστο. Από το χάσμα αυτό δεν μπορούν να περάσουν όσοι θέλουν από εδώ προς εσάς, ούτε και οι από εκεί να περνούν προς εμάς”. Είναι τελεσίδικες επομένως και αδιαπέραστες οι δύο καταστάσεις και τρόποι ζωής, παραδείσου και κολάσεως, αναψυχής και οδύνης. Η Εκκλησία μας δέχεται βέβαια ότι τα μνημόσυνα ωφελούν τις ψυχές, ενώ η προσευχή και η ελεημοσύνη μπορεί να κάνουν θαύματα σε ορισμένες περιπτώσεις, αφού η αγάπη και το έλεος του Θεού δεν έχει όρια. Είπε τότε ο πλούσιος: “Σου ζητώ λοιπόν πάτερ, να τον στείλεις στο σπίτι του πατέρα μου. Γιατί έχω πέντε αδελφούς. Και έτσι θα τους δώσει την μαρτυρία του, για να μην έρθουν και αυτοί σ’ αυτόν τον τόπο των βασάνων”. Λέγει σ’ αυτόν ο Αβραάμ: “Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν αυτούς”. Και αυτός επιμένοντας: “Όχι πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν”. Τότε ο Αβραάμ έκλεισε το διάλογο λέγοντας: “Αν τον Μωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε αν κάποιος αναστηθεί από τους νεκρούς θα πεισθούν”. Δεν επικοινωνούν επομένως οι ψυχές μεταξύ τους, οι νεκροί με τους ζωντανούς, παρά μόνο δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, όπου ενώνονται οι πιστοί εν ζωή, δηλαδή η στρατευόμενη Εκκλησία, με τον Χριστό, τους αγίους και τους αγγέλους, δηλαδή με την θριαμβεύουσα Εκκλησία εν ουρανοίς. Κάθε άλλη προσπάθεια επικοινωνίας με τους κοιμηθέντες, μέσω μάγων ή μέντιουμ(!), είναι πλάνη αντιχριστιανική.

   

  ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΣΙΟ: Σήμερα, δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να μένει κάποιος στην αθεΐα του, θεωρητική και πρακτική, παρά μόνο αν με τη θέλησή του ιδιοτελώς το επιζητεί. Ο Ιησούς δίδαξε, έκανε πλήθος θαυμάτων, ανέστησε νεκρούς, μίλησε για την αιώνια ζωή. Οι αλήθειες της πίστης μας βρίσκονται στην ιερή Παράδοση, την Αγία Γραφή, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στα έργα των Εκκλησιατικών Πατέρων. Οι απόστολοι θυσιάστηκαν, κηρύσσοντας Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα. Οι μάρτυρες της πίστεως, έως και σήμερα, ανέρχονται σε εκατομμύρια. Τα θαύματα των αγίων είναι αμέτρητα. Λείψανα αγίων ευωδιάζουν, θαυματουργούν και μένουν ως “σημείον” πίστεως άφθορα. Ο ερευνών βρίσκει και, σε εκείνον που αναζητεί, ο Χριστός τού απαντά καρδιακά και αληθινά. “Τι ποιήσω λοιπόν ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;”, αναρωτιέται ο σύγχρονος άνθρωπος! Τίποτε άλλο δεν ζητά από εμάς ο Θεός, παρά να ενταχθούμε στην εκκλησιαστική κοινωνία των αγίων, απαρνούμενοι την αμετανοησία. Διότι αμετανοησία και ατομισμός οδήγησαν και τον σκληρό πλούσιο εντός των τειχών της φυλακής που ο ίδιος ο εγωισμός του ύψωσε, δηλαδή στην κόλασή του.

ΔΙΔΑΓΜΑ: Από την Παραβολή αυτή παίρνουμε όλοι μας ένα μεγάλο δίδαγμα, ότι ο τόπος της αιώνιας κατοικίας μας προσδιορίζεται από τις επίγειες επιλογές μας. Ό,τι κάναμε θα το βρούμε μπροστά μας. Διότι ο καθένας μας προετοιμάζει την ψυχή του για τον αντίστοιχο τόπο. Κι αυτό που έχει μεγάλη σημασία για όλους μας είναι ότι όταν οι άνθρωποι αμαυρώνουμε καθημερινά την ψυχή μας με τις απολαύσεις των αισθήσεων, την καθιστούμε ακατάλληλη για ανώτερες πνευματικές απολαύσεις. Πώς να χωρέσει στον Παράδεισο η ψυχή μας, εάν εδώ στη γη ήταν απορροφημένη στην ύλη; Πώς να δοκιμάσει τις απερίγραπτες πνευματικές ηδονές του Παραδείσου μία ψυχή που ορέγεται μόνο σαρκικές απολαύσεις και έχει περιορίσει την ευτυχία της στα φαγητά, στα γλέντια, στα ρούχα; Πώς να γευθεί Παράδεισο μία ψυχή σκληρόκαρδη και άπονη ανάμεσα στις εξαγιασμένες ψυχές τόσων ανθρώπων δοκιμασμένων από τον πόνο και τις θλίψεις της ζωής; Η αιώνια ευτυχία μας ή η ατελεύτητη δυστυχία μας μετά θάνατον καθορίζονται από την πορεία που χαράζουμε πριν το θάνατό μας. Εννοείται ότι η πραγματική μετάνοια και ταπεινή εξομολόγηση, όσο ο άνθρωπος ζει, και μόνο, στην επίγεια ζωή του, οδηγεί τον άνθρωπο και πάλι στην αγκαλιά του Θεού, από την οποία οικειοθελώς απομακρύνθηκε. Σήμερα δρομολογούμε το αιώνιο μέλλον μας. Τις επιλογές τις ξέρουμε. Οι προορισμοί ξεκάθαροι. Ας ετοιμαζόμαστε για το αιώνιο ταξίδι μας. Κι ας θυμόμαστε: “Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωὴν του μέλλοντος αιώνος”.

  ΕΝΑ “ΑΝΕΚΔΟΤΟ” ΩΣ ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Ο μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης έλεγε ένα σχετικό ανέκδοτο: Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς πού ᾿χε τα ίδια μυαλὰ με τον πλούσιο της παραβολής. Δεν πίστευε σε μεταθανάτια ζωή, γλεντούσε, διασκέδαζε, οργίαζε. Στα ανάκτορά του είχε κι έναν γελωτοποιό. Αυτὸς έκανε το βασιλιά να γελάει, όταν εκείνος έπληττε από ανία. Μια μέρα ο βασιλιάς του είπε: “Πάρε αυτὸ το μπαστούνι, στο δίνω ως βραβείο. Αν βρεις κανέναν πιο ανόητο, πιο βλάκα απὸ σένα, να τού το δώσεις. Του κακοφάνηκε του γελωτοποιού, που τού είπε τέτοια λόγια. Πήρε το μπαστούνι και το φύλαξε. Ύστερα απὸ χρόνια ο βασιλιάς αρρώστησε, κάλεσε γιατρούς, πήρε φάρμακα, τίποτα. Πλησίαζε να πεθάνει. Τότε ήρθε κι ο γελωτοποιὸς να τον δει για τελευταία φορά. “Βασιλιά, τι γίνεσαι;”, του είπε. Κι εκείνος απάντησε θλιμμένα: “Δεν είμαι καλά. Θα φύγω για ταξίδι μακρινό.” “Και πότε θὰ γυρίσεις;” του έκανε ο γελωτοποιός. “Δε γυρίζω πιά” του απαντά ο βασιλιάς. Τότε ο φασουλής του παλατιού τον ρώτησε: “έκανες καμιὰ προμήθεια, έχεις προετοιμαστεί;” Ο βασιλιάς απάντησε αρνητικά και τότε κατέληξε ο βασιλικός διασκεδαστης: “Τότε νά, βρήκα τον πιο ηλίθιο του κόσμου. Πάρε το μπαστούνι!”

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 1. +Μητροπ. Φλωρίνης Αυγουστίνου, Η πέραν του τάφου ζωή 30-10-1983. 2. Όσιος Αστέριος Αμασείας, Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον , ΒΕΠΕΣ τόμ. 71. 3."Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σ. 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς. 4. Μιχαήλ Χούλης, Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Η πορφύρα κατασκευαζόταν από ένα σπάνιο όστρακο της θάλασσας και ήταν πάντα μια πανάκριβη χρωστική ουσία.

 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE 

Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου


 


 Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης γεννήθηκε το 1901 μ.Χ. στην Αργυρούπολη [Γκιουμούσχανε, πιο ''εύηχα'' στην τουρκική] του Πόντου, που ήταν έδρα της Ιεράς Μητρόπολης Χαλδίας) και το βαφτιστικό του όνομα ήταν Αθανάσιος. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από την επίσης ποντιακή πόλη Καρς [εξ ου και το επώνυμο]

    Έμεινε από μικρός ορφανός και μάλιστα οι γονείς του πέθαναν την ίδια ημέρα. Όμως, αμέσως φανερώθηκαν τα σημεία της κλήσεως και της χάριτος. Γαλουχημένος από την ευσεβέστατη γιαγιά του με την υποδειγματική ποντιακή ευσέβεια, μόλις στάθηκε στα πόδια του και άρχισε να μιλάει έδειξε ότι διέφερε των άλλων παιδιών και ότι ήταν προορισμένος να αφοσιωθεί στο Θεό. Παιδί ακόμα, προσεύχονταν συνεχώς, έκανε νηστείες και επτά χρονών πήγε και προσκύνησε την κοντινή Παναγιά του Σουμελά. Δόκιμος μοναχός έγινε σε ηλικία μόλις εννέα ετών! Η κουρά του σε μεγαλόσχημο Μοναχό έγινε το 1919 μ.Χ. σε ηλικία 18, ενώ και στην συνέχεια χειροτονήθηκε Διάκονος.

Τις τραγικές ημέρες του διωγμού της Εκκλησίας από τους κομμουνιστές στην Γεωργία, ο νεαρός Ιεροδιάκονος συνελήφθη ως «ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ», υπέστη φυλακίσεις, ταπεινώσεις, ευτελισμούς, δημόσιες διαπομπεύσεις και ανήκουστους βασανισμούς. Καταδικάσθηκε μάλιστα σε θάνατο και τουφεκίστηκε, αλλά διεσώθη θαυματουργικώς!

Το 1925 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και Πνευματικός, ενώ το 1929 ήρθε, μετά από πολλές περιπέτειες στη Σίψα (ένα συνοικισμό των Ταξιαρχών Δράμας) της Ελλάδας, όπου έζησε τα τελευταία τριάντα, από τα πενήντα οκτώ χρόνια της ζωής του.
Καταδικάσθηκε εδώ και πάλι σε θάνατο το 1941 μ.Χ. από τους εκ βορρά ομόδοξους εισβολείς, τους συνεργάτες των Γερμανών, Βουλγάρων και σώθηκε και πάλι θαυματουργικώς, για να συνεχίσει την Οσιακή του ζωή μέχρι την ημέρα της κοίμησης του, την 4η Νοεμβρίου 1959 μ.Χ.

   Ο Όσιος Γεώργιος συμβουλεύοντας τα πνευματικά του παιδιά τονίζει ότι πρέπει να νηστεύουν σωστά, γιατί η νηστεία είναι μια άσκηση για τον χριστιανό. Είναι λάθος να νηστεύεις, έλεγε, μια εβδομάδα στην αρχή και μια εβδομάδα στο τέλος της νηστείας. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ανέφερε μια μέρα και το εξής παράδειγμα: «Όταν είσαι πάνω σε μια γέφυρα και βρέχει δυνατά κι έχεις απλωμένο ένα σχοινί κι αρχίζεις να το μαζεύεις, επειδή βρέχεσαι δεν το κόβεις για να φύγεις, αλλά περιμένεις να το μαζέψεις όλο κι άς βρέχεσαι.

Τόνιζε ακόμη ο π. Γεώργιος ότι οι ανάδοχοι δεν πρέπει να μαλώνουν και ότι ο κάθε χριστιανός πρέπει να βαφτίσει το λιγώτερο τρία παιδιά. Το καθήκον του νουνού, έλεγε, είναι να μαθαίνει στους βαπτιστικούς του από μικρά να πηγαίνουν Εκκλησία, να κοινωνούν τακτικά, να ακολουθούν το σωστό δρόμο, να γίνουν καλοί άνθρωποι και χριστιανοί.

  Άλλοτε έλεγε: Ούτε τα πλούτη να σας κάνουν εντύπωση, ούτε οι δόξες, αλλά πάντοτε να βαδίζετε δίκαια. Το ψωμί σας να το τρώτε με τον τίμιο ιδρώτα σας κι όχι με αδικίες. Αυτά που θα κερδίζεται με την τιμιότητα σας, να μην τα σκορπίζεται άσκοπα. Να ζείτε τίμια και ταπεινά και όσο μπορείτε να απλώνεται το χέρι σας στην ελεημοσύνη. Να μην σκέπτεστε μόνο τι θα φάτε, τι θα φορέσετε, τι μεγάλο σπίτι θα κτίσετε. Περισσότερο να προτιμάτε τα σπίτια των θλιμμένων και όχι των χαρούμενων. εάν κάνετε έργα καλά, θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Θεό. Θ` αξιωθείτε να δείτε θαύματα και στην άλλη ζωή, θα έχετε απέραντη αγαλλίαση.

Όταν κάποτε μια παραστρατημένη γυναίκα πήγε στη μονή να κάνει μνημόσυνο στη μητέρα της. Οι γυναίκες που βρέθηκαν εκει κι είχαν ακούσει για αυτήν, άρχισαν να την κουτσομπολεύουν άσχημα. Όταν ο Γέροντας τελείωσε τις πλησίασε και σε τόνο αρκετό αυστηρό τις επέπληξε λέγοντας: Αυτή η γυναίκα σήκωσε μια πέτρα κι εσείς πέτρα γεμίσατε ένα τσουβάλι με το κουτσομπολιό σας και δεν μπορείτε να το σηκώσετε.

Έλεγε προς τα πνευματικά του τέκνα: Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα και την αγαθότητα. όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουμε προς την καταστροφή. Ο Θεός να μας λυπηθεί. Ο Θεός αυτά δεν τα θέλει. Πριν 50 χρόνια ο κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός. Όταν πήγα στο μοναστήρι ήμουν 7 χρονών. Τότε υπήρχε μεγάλη πίστη και καρδιακή καθαρότητα. Σ` ένα κελί της μονής ήταν φυλαγμένα όλα τα χρήματα με θύρα ανοιχτή. Αντί για θύρα υπήρχε μια κουρτίνα. Ο ηγούμενος με έστελνε να φέρω όσα χρήματα χρειάζονταν ως μικρότερος. Όλοι οι μοναχοί γνώριζαν που ήσαν τοποθετημένα τα χρήματα. Όλοι ήσαν αφοσιωμένοι στο Θεό και δεν τους εντυπωσίαζαν καθόλου τα χρήματα.

Η αγιοκατάταξη του Οσίου Γεωργίου, έγινε το 2008 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην Δράμα.

  Ἀπολυτίκιο 1. Αναλήψεως μάνδρας σεπτόν δομήτορα, χαροποιού πένθους μύστην, καρδιακής προσευχής, ταπεινώσεως και νήψεως το έσοπτρον, ύμνοις, Γεώργιον, πιστοί, ώσπερ ομολογητών, τιμήσωμεν νέον εύχος, βοώντες, φρούρει θεόθεν, σημειοφόρε, τους ικέτας σου.

Ἀπολυτίκιο 2 : Εκ Πόντου ανέτειλας, ώσπερ αστήρ φαεινός, την Δράμαν εφώτισας, ταις διδαχαίς σου σοφέ, τη ισαγγέλω πολιτεία σου. Όθεν τοις προσιούσι, τη αγία Μονή σου, νέμεις ειρήνην, και παντοίας ιάσεις’ ως έχων παρρησίαν προς Χριστόν, Γεώργιε, πατήρ ημών Όσιε.


Κοντάκιο: Αργυρουπόλεως ένθεον βλάστημα, και Γεωργίας σεπτόν ενδιαίτημα, ο εν τη Δράμα ασκήσας ως άσαρκος, και αγιάσας μονήν Αναλήψεως, ημών ίσθι φύλαξ, Γεώργιε.




28.10.26

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ [Λουκ. Η΄ 41-56] του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Κυριακή Ζ΄ Λουκά: Δυο θαύματα πίστης + ΒΙΝΤΕΟ

[Λουκ. Η΄ 41-56]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

   

   Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Όταν επέστρεψε ο Κύριος στην Καπερναούμ, Τον υποδέχθηκαν πλήθη λαού, που ανυπομονούσε να Τον δει. Ανάμεσά τους, ο Ιάειρος, άρχοντας της Συναγωγής. Μόλις Τον είδε, έπεσε στα πόδια Του παρακαλώντας Τον να έλθει στο σπίτι του, γιατί η δωδεκάχρονη μοναχοκόρη του ήταν βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη. Ο Κύριος σπλαχνίστηκε τον πατέρα κι αμέσως τον ακολούθησε. Στο δρόμο όμως τα πλήθη του λαού Τον πίεζαν ασφυκτικά. Κάποτε, έγινε κάτι που κανείς από τα πλήθη δεν το αντελήφθη. Μία γυναίκα που υπέφερε δώδεκα χρόνια από αιμορραγία, χωρίς να βρει πουθενά ίαση, πλησίασε τον Κύριο κρυφά από πίσω, μη θέλοντας να φανερώσει το νόσημά της, άγγιξε την άκρη του ενδύματός του Κυρίου ελπίζοντας στο θαύμα. Ντρεπόταν για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτη, σύμφωνα και με το νόμο της Π. Διαθήκης. Και πράγματι, αμέσως το θαύμα έγινε, σταμάτησε η αιμορραγία της! Τότε ο Κύριος άρχισε να ρωτά: Ποιος με άγγιξε; Κι επειδή κανείς δεν αποκρινόταν, είπαν οι μαθητές: “Διδάσκαλε, τόσα πλήθη λαού Σε έχουν περικυκλώσει και Σε πιέζουν, κι Εσύ ρωτάς: ποιος με άγγιξε;” Μα ο Κύριος επιμένει: “Κάποιος με άγγιξε. Αισθάνθηκα να βγαίνει από πάνω μου δύναμη θαυματουργική”. Τότε η γυναίκα, ήλθε τρέμοντας κι αφού έπεσε γονατιστή, ομολόγησε μπροστά σ’ όλους το θαύμα. Και ο Κύριος της είπε:” Κόρη μου, η πίστη σου σε έχει θεραπεύσει. Πήγαινε στο καλό”.

   Η ΠΙΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ: Ο Κύριος ασφαλώς ήξερε ποιος Τον άγγιξε. Αλλά ήθελε να δείξει ότι δεν αγνοούσε το γεγονός κι ότι η γυναίκα αυτή δεν “υπέκλεψε” τη θεραπεία της, αλλά την έλαβε από την πανάγαθη θέλησή Του, επειδή εκείνη έδειξε μεγάλη πίστη. Αυτήν ακριβώς την πίστη της ήθελε να επιβραβεύσει, για να διδαχθεί το πλήθος και, πολύ περισσότερο, ο σκληρά δοκιμαζόμενος αρχισυνάγωγος. Ακόμη, έτσι ο Κύριος κάνει τη γυναίκα αυτή αιώνιο παράδειγμα πίστεως. Την ονομάζει «κόρη του», διότι με την πίστη αυτή η γυναίκα δεν βρήκε μόνο τη θεραπεία του σώματός της αλλά κυρίως τη σωτηρία της ψυχής της. Πίστεψε ολοκληρωτικά στον Κύριο και έγινε αγία της Εκκλησίας μας, η αγία Βερονίκη, και σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή της διακήρυττε το θαύμα του Κυρίου. Και μας εμπνέει η αγία Βερονίκη να έχουμε κι εμείς την πίστη, τη βεβαιότητά της, ότι μόνο στον Χριστό μπορούμε να βρούμε λύτρωση και σωτηρία. Ακόμη κι όταν καταφεύγουμε στους γιατρούς, να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός είναι ο μέγας ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.


   ΠΙΣΤΗ ΠΟΥ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ: Καθώς ο Κύριος συνέχιζε την πορεία του, ήλθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγοντάς του: “Η κόρη σου πέθανε· μην κουράζεις άλλο τον διδάσκαλο”. Τι θα ένιωσε τη φοβερή εκείνη ώρα ο δύστυχος πατέρας; Όμως ο Κύριος, ακόυγοντας την είδηση, του είπε: “Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί η κόρη σου”. Όταν έφθασε στο σπίτι του Ιαείρου, αντίκρισε ένα σπαρακτικό θέαμα. Έκλαιγαν όλοι χτυπώντας τα στήθη και τα κεφάλια τους για τη νεκρή. Όμως, Αυτός τότε τους είπε: “Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται”. Εκείνοι δυσπιστούσαν και τον περιγελούσαν. Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, άφησε να μείνουν στο δωμάτιο της νεκρής μόνο ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και οι γονείς του παιδιού. Εκεί ο Κύριος έπιασε το χέρι του κοριτσιού και φώναξε: “Κόρη, σήκω επάνω!”. Η στιγμή συγκλονιστική: Το πρόσωπο της μικρής ροδίζει, τα ακίνητα πριν μάτια της ανοίγουν, η χλωμάδα του θανάτου σβήνει και το φως της ζωής επανέρχεται! Οι γονείς κοιτούν εκστατικοί, γεμάτοι ασυγκράτητη χαρά. Κι Εκείνος τους προστάζει να δώσουν στη μικρή φαγητό. Ακόμη τους είπε να μην πουν σε κανένα το γεγονός, διότι θα ερεθιζόταν ο φθόνος των εχθρών Του. Κι αυτό γιατί το θαύμα αυτό “φώναζε” ότι ο Κύριος δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά έχει τη δύναμη να νικά το θάνατο! Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι λεπτομέρεια στην Πίστη μας αλλά η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο Χριστός, κύριος της ζωής και του θανάτου, ανέστησε νεκρούς, αναστήθηκε και ο ίδιος, για να μας δείξει ότι είναι ο καθαιρέτης του Άδη, η ζωή των απάντων. Η πίστη αυτή πρέπει να κυριαρχεί διαρκώς στη σκέψη μας, να αλλάξει τη ζωή μας. «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ηµέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει». Κι όμως, δεν τρέμουμε μπροστά στο θάνατο, δεν τον φοβόμαστε όπως όσοι ζουν χωρίς ελπίδα. Δεν είμαστε πλασμένοι για τα λίγα χρόνια της επίγειας ζωής μας. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας άλλης, ατελεύτητης ζωής. Η γήινη ζωή είναι ένα μικρό επεισόδιο, ή, καλύτερα, ένα σχολείο, μπροστά στην αιωνιότητα. Κάποτε θα αναστήσει ο Κύριος όλους μάς. Θα ακούσουμε τη φωνή του να μας καλεί και πάλι στη ζωή, στην αιώνια πια ζωή. Η ζωή μας νοηματοδοτείται μόνο επειδή υπάρχει ο Χριστός, που είναι «η ζωή και η ανάστασις». Συνεπώς, με την προοπτική της αιωνιότητας, ο πιστός δε φοβάται παρά μόνο το κακό, προσμένοντας και τη δική του ανάσταση.

  Η ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ: Αιτία της πραγμάτωσης των δύο αυτών θαυμάτων ήταν η θερμή πίστη, που επέδειξαν τόσο η αιμορραγούσα, όσο και ο πονεμένος πατέρας, επιβεβαιώνοντας την ευαγγελική ρήση, που λέγει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται». Η αληθινή, η θερμή, η ζέουσα πίστη στο Θεό και το «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανο της ζωής», καθιστά τον άνθρωπο ήρωα, ισχυρό, άγιο, ενάρετο, τέλειο και τον οδηγεί σε μεγάλα κατορθώματα και προπάντων στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Όμως η Χριστιανική πίστη δεν είναι μία απλή γνώση ή θεωρία, δεν είναι ένα σύστημα φιλοσοφικό, διατυπωμένο από ανθρώπους, αλλά είναι θεία δύναμη, είναι θάρρος και φλόγα που φωτίζει. Η πίστη, κατά τον Απ. Παύλο, είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Πίστη, δηλαδή, στον εν Τριάδι Θεό, στον Πατέρα, στο σαρκωμένο Λόγο και στο Άγιο Πνεύμα. Πιστεύουμε στη Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική Ορθόδοξο Εκκλησία. Ακόμη, η πίστη μας αυτή δεν είναι πείραμα, που μπορεί να γίνει στο επιστημονικό εργαστήριο και έτσι να αποκτήσουμε γνώση και εμπειρία των φαινομένων, που ακολουθούν. Δεν είναι επιστημονική μάθηση, δεν είναι ατομική ή υποκειμενική γνώμη. Η αληθινή πίστη είναι δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Είναι η ακατάληπτη πνευματική ικανότητα να αντιλαμβάνεται ο νους τα ουράνια, εν Αγίω Πνεύματι. Το θέμα γνώσεως και πίστεως αποτελεί για πολλούς δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει τη γνώση(!). Υπάρχει επίσης, και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, καθώς και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της, (ιερός Αυγουστίνος). Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα είναι ότι εάν δεν γνωρίσεις, δεν μπορείς να αγαπήσεις. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε κάτι, που δεν το γνωρίζουμε. Επομένως η σχέση που δημιουργούμε με ένα ον προϋποθέτει την αντικειμενική αναγνώριση αυτού του όντος. Αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση, ότι η γνώση είναι θέμα διανόησης, ενώ η αγάπη είναι θέμα συναισθήματος . Όμως δεν μπορεί να σταθεί αυτό, ως σωστό, ούτε επίσης να λέμε, ότι η γνώση προηγείται της αγάπης, αλλά ούτε, ότι η αγάπη προηγείται της γνώσεως. Δεν αγαπάμε για να γνωρίσουμε, διότι αυτά τα δύο ταυτίζονται. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για την πίστη. Η πίστη και η γνώση βασικά ταυτίζονται. Είναι το ίδιο πράγμα. Πίστη, λοιπόν, δεν είναι κάθε τι, που μας φανερώνεται, ως υποχρεωτική γνώση ή φύση των πραγμάτων, ούτε οτιδήποτε μας επιβάλλει, ως υποχρεωτική γνώση η εμπειρία και η ιστορία, αλλά αυτό που μας έρχεται, ως υπόσταση, από τα μέλλοντα, που δεν προέρχεται από την ιστορία και την εμπειρία, ή από τα μη βλεπόμενα. Αυτό σημαίνει ότι δεν προέρχεται η πίστη από τα ελεγχόμενα της φύσης μας και των αισθήσεών μας, γι’ αυτό και ερμηνεύεται, ως εμπιστοσύνη, που έχει κάποιος προς κάποιον άλλον. Αυτή όμως η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αποτελέσει τον ορισμό της πίστεως, διότι δεν στηρίζεται η πίστη στην εμπειρία των ήδη βεβαιωμένων πραγμάτων. Αλλά προέρχεται από τη στροφή προς τα πράγματα, τα οποία δεν ελέγχονται με τις αισθήσεις. Πίστη λοιπόν είναι να μη στηρίζεται η ασφάλειά μας, η υπόστασή μας, σε ό,τι ελέγχεται λογικά με τις αισθήσεις ή με την εμπειρία, διότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικότητα. Η πίστη στηρίζεται στην κατάσταση των ελπιζομένων και μη βλεπομένων, τα οποία καλούμαστε να τα αναγνωρίσουμε, ως όντα. Ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ, λέγει ότι η πίστη στο Θεό «δεν είναι το συμπέρασμα σε μια σειρά συλλογισμών ή η λύση σ’ ένα μαθηματικό πρόβλημα». Πίστη δεν σημαίνει απλά βαθιά πεποίθηση, αλλά υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύτερο και αμεσότερο. Δεν είναι παθητική έννοια, αλλά κατεξοχήν ενεργητική. Δεν είναι στάση, αλλά «κίνηση». Είναι «γίγνεσθαι» που προϋποθέτει επαφή, αναφορά, εμπειρία προσωπικής αντάμωσης. Εκφράζεται δε καλύτερα, μέσω της αυτογνωσίας μας, στην κατάφαση της παρακλήσεως «βοήθει μοι τη απιστία”! Στην εποχή μας επικρατεί σύγχυση, ως προς το «είδος» της χριστιανικής μας πίστεως και τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της, που επηρεάζει και κατευθύνει ολόκληρη τη ζωή και πορεία του πιστού στην Εκκλησία. Γι’ αυτό εμείς ας αντιληφθούμε, ότι η χριστιανική πίστη βοήθησε τον άνθρωπο, ανύψωσε τον άνθρωπο, κατέλυσε τις κοινωνικές ανισότητες, καθιέρωσε την αρχή της φιλανθρωπίας, δημιούργησε τις μεγάλες και θεάρεστες πράξεις και εμφύτευσε στον άνθρωπο έργα αγάπης και φιλαλληλίας. Έτσι και εμείς, ας είμαστε, παρά τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, στερεοί και ακλόνητοι στην πίστη μας και ας μη μας κλονίζουν οι σειρήνες του κόσμου τούτου, ούτε να μας φοβίζουν οι διάφορες δοκιμασίες, αλλά αφού ειρηνεύουμε πρώτα τα του εαυτούς μας, να πράττουμε έργα αγάπης, δια να ακούσουμε και εμείς το: «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται», που είπε στον πονεμένο πατέρα, καθώς και το, «η πίστις σου σέσωκέ σε πορεύου εις ειρήνην», είπε στην θεραπευμένη αιμορροούσα γυναίκα.

ΠΑΡΑΘΕΜΑ: Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ: “Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό. Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι. Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και τί θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τί θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις; Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία. Τί περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή. Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών”.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ.1988

Μητροπ.. Αντινόης Παντελεήμωνος: 7th Sunday of St Luke.

Λόγος του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, εις την ανάστασιν της θυγατρός του Ιαείρου και εις την αιμορροούσαν  Migne, PG τομ. 57, στ. 369.

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου: «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην».

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 

 ΣΤΟ YOUTUBE:https://www.youtube.com/watch?v=x1iOSFUOPH8&list=PLH04F-N8L60ERWRW6EYt8_mxWcSWmEjl8&index=9


27.10.26

O φόβος [“ει ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών”] , του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα + ΒΙΝΤΕΟ

 

O φόβος

[“ει ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ' ημών”]

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα



   ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Στην ελληνική Μυθολογία, ο Φόβος είναι η προσωποποίηση του φόβου. Οι Αρχαίοι Έλληνες τον θεωρούσαν γιο του Άρη και της Αφροδίτης. Μαζί με τον αδελφό του Δείμο, προσωποποίηση του τρόμου, συνόδευε τον πατέρα του στους πολέμους. Για τους Σπαρτιάτες μάλιστα, το ιερό του Φόβου συνιστούσε σύμβολο πειθαρχίας και συνοχής των στρατιωτικών δυνάμεων.

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΙΑ: Το βασικό συναίσθημα του φόβου, προκαλείται από τη συνειδητοποίηση ενός πραγματικού ή πλασματικού κινδύνου. Είναι μηχανισμός αμυντικής αντίδραση του οργανισμού χωρίς συνειδητή σκέψη. Ο φόβος διακρίνεται από τη σχετική συναισθηματική κατάσταση του άγχους, που εκδηλώνεται ως εσωτερική ένταση, ενώ συνήθως συμβαίνει χωρίς εξωτερική απειλή. Όταν ο φόβος συνεχίζει να υφίσταται, ενώ δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, τότε μετατρέπεται σε φοβία, εμπόδιο στην καθημερινότητα του ατόμου. Η φοβία είναι επίμονος και παράλογος φόβος κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου ή κατάστασης, που έχει ως αποτέλεσμα την επιθυμία αποφυγής αυτού.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο φόβος σχετίζεται με καταστάσεις, που συμπεριλαμβάνουν ανησυχία, άγχος, τρόμο, φρίκη, και πανικό. Η φοβική εμπειρία μπορεί να μείνει στο ασυνείδητο και μπορεί να εκδηλωθεί ως εφιάλτης ή νυχτερινός τρόμος. Ο φόβος μπορεί να περιλαμβάνει ένα κοινωνικό σύνολο, καταλήγοντας σε μαζική υστερία. Παθολογικές καταστάσεις σχετιζόμενες με παράλογο φόβο μπορούν να περιλαμβάνουν εμφανίσεις αγχώδους διαταραχής, [αγοραφοβία, κλειστοφοβία, κοινωνική φοβία, κ.ά.], αλλά και ασθένειες [διπολική διαταραχή, σχιζοφρένεια]. Η αντίδραση του φόβου είναι αποτέλεσμα διέγερσης ενός αμυντικού συστήματος. Η υπεύθυνη περιοχή του εγκεφάλου ονομάζεται αμυγδαλή. Η αμυγδαλή δέχεται πληροφορίες από οπτικές και ακουστικές οδούς, που φτάνουν εκεί νωρίτερα από ότι στον εγκεφαλικό φλοιό. Έτσι εξηγείται γιατί αντιδρούμε αστραπιαία στον κίνδυνο, πριν συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει. Ο άνθρωπος αντιδρά με φόβο στα ίδια ερεθίσματα, σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Το αντικείμενο των φοβικών αντιδράσεων έχει σχέση με το ιστορικό συλλογικό ένστικτο επιβίωσης του πρωτόγονου απέναντι σε εκείνα που αποτελούσαν απειλή, όπως ύψη, άγρια ζώα, σκοτάδι, ανοιχτοί χώροι, θέα αίματος. Αντίθετα, σύγχρονα αντικείμενα, δυνητικώς επικίνδυνα [αυτοκίνητα, κάπνισμα, όπλα, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, κ.ά.], δύσκολα θέτουν το υπόβαθρο για εκδήλωση φόβου ή φοβίας.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Οι Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στα πάθη το φόβο και τις συγγενικές μορφές του, όπως: φοβίες, δέος, τρόμο, άγχος, αγωνία, αδημονία. Γενικά, ο φόβος προκαλείται από κίνδυνο στέρησης ή πόνου/δοκιμασίας, μέσω του αισθήματος ότι θα χάσουμε αυτό που επιθυμούμε ή αυτό στο οποίο είμαστε προσκολλημένοι. Ωστόσο, ο φόβος είναι δυνατόν ν' αποτελεί αρετή παρά πάθος. “Ει και πάθος ο φόβος, ως βούλονταί τινες, ότι φόβος εστί πάθος, ουχ ο πας φόβος πάθος” (Κλήμης Αλεξ.). Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε δύο είδη φόβου:

Ο ΕΜΦΥΤΟΣ ΦΟΒΟΣ: Το πρώτο είδος φόβου, που ο Θεός ενέβαλε στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία, συνεπώς ανήκει στην ανθρώπινη φύση, έχει διπλή μορφή. Α΄ Η πρώτη μορφή είναι δύναμη, που τον κάνει να φοβάται για την απώλεια ψυχής και σώματός. Εκδηλώνεται ως φόβος θανάτου (φυσική ροπή), καθώς ο Δημιουργός μάς έδωσε ζωή για να τη διατηρήσουμε, ενώ φθορά και θάνατος αποτελούν φαινόμενα αντίθετα στη φύση. Β΄ Η δεύτερή μορφή είναι ο «φόβος του Θεού», που στην κατώτερη βαθμίδα αφορά στη θεία τιμωρία και στην υψηλότερη, το φόβο αποχωρισμού από το Θεό. Στον πνευματικό άνθρωπο, ο φόβος του Θεού εξαφανίζει το φόβο του θανάτου. Ο θάνατος της ψυχής είναι ο μόνος, που οφείλει να φοβάται ο άνθρωπος, καθώς του στερεί την πραγματική ζωή, ενώ ο βιολογικός πρόσκαιρα χωρίζει την ψυχή από το σώμα, αποσυνθέτοντας μόνο τη γήινη, φθαρτή μορφή της ύπαρξης. Συμπερασματικά, το πρώτο αυτό είδος φόβου, στις δύο μορφές του, συνιστά αρετή, που κατείχε ο Αδάμ προπτωτικά. Ο φόβος, ήταν μέσο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, για να τον βοηθήσει να τηρεί την εντολή Του και να προφυλάσσεται από τ' αποτελέσματα της παράβασής της.

  Ο ΕΜΠΑΘΗΣ ΦΟΒΟΣ: Το δεύτερο είδος φόβου, κατά τους Πατέρες, αποτελεί μεταπτωτική συνέπεια. Εκδηλώνεται με αποστροφή, που νιώθει ο άνθρωπος έναντι αυτού που μπορεί να φθείρει και να καταστρέφει την ύπαρξή του. Ο όρος ύπαρξη, όμως, αναφέρεται στο πεπτωκός “είναι” του, στο οποίο φίλαυτα προσκολλάται. Ο Άγιος Μάξιμος, λέει πως ο φόβος αυτός “συμμετέχει στα πάθη που οφείλονται στη στέρηση της ηδονής και έρχεται ως αποτέλεσμα αυτού που η φιλαυτία κατεργάζεται”. Η ιδέα της απώλειας κάποιου αντικειμένου απόλαυσης, γεννά δυσφορία και ταραχή, των οποίων τις συνέπειες υφίσταται και το σώμα: «Ποτέ μεν η ψυχή, ποτέ δε το σώμα προεδειλίασε, και τω ετέρω του πάθους μετέδωκεν» (Κλίμαξ). Πάντα ο φόβος-πάθος αποκαλύπτει πρόσδεση στον κόσμο τούτο, στα αγαθά του, και στην “ενήδονο” κοσμική ζωή. Ενώ το πρώτο είδος του φόβου είναι «κατά φύσιν», το δεύτερο, ως διαβλητό πάθος, είναι «παρά φύσιν» και «παρά λόγον». Οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος απομάκρυνε το φυσικό σκοπό του φόβου, καθιστώντας τον φόβο αποχωρισμού από την ηδονική ζωή. Αντί να φοβάται ό,τι απειλεί την ύπαρξή του, ιδιαίτερα την πνευματική, ο άνθρωπος φοβάται ό,τι απειλεί τις αισθητές απολαύσεις. Έτσι: «ο δούλος Κυρίου γενόμενος, τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται», (Κλίμαξ). Οι Πατέρες αναφέρουν ότι ο εμπαθής φόβος ευνοείται από ψυχική ακαρπία, εξαιτίας της απώλειας της θείας παρουσίας στην ψυχή: «Εφοβήθην ότι γυμνός ειμί», εξομολογείται ο πεπτωκώς Αδάμ (Γεν. γ΄ 10).

Ο ΦΟΒΟΣ ΩΣ ΝΟΣΟΣ: Ο φόβος παρουσιάζεται από τους Πατέρες ως νόσος λόγω της διαστροφής της ενάρετης φυσικής διάθεσης σε παρά φύση πάθος. Ο άνθρωπος, φοβούμενος την απώλεια αισθητών ηδονών, αντί να φοβάται την απώλεια του Θεού και του εαυτού του, απομακρύνεται από το Θεό, αρνούμενος τη θεία Πρόνοια. Ρώτησαν ένα Γέροντα: "Γιατί φοβάμαι διασχίζοντας την έρημο;" Και αυτός απάντησε: "Γιατί νομίζεις ότι είσαι μόνος και δε βλέπεις το Θεό δίπλα σου». Ο Χριστός έλεγε στους μαθητές Του: «Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;» Επιπλέον, ο φόβος εκφράζει απώλεια πίστης στα θεία, πνευματικά αγαθά που είναι τα μόνα απόλυτης και ζωτικής αξίας. Ο εμπιστευόμενος το Θεό άνθρωπος, οφείλει να μη φοβάται καμιά επίθεση κατά της ψυχής ή του σώματός του, ούτε τον πρόσκαιρο θάνατο του σώματος. Ο εμφόβως πάσχων, αποδίδει πίστη σε απατηλά αγαθά, αφανιζόμενα από αποσύνθεση, σκόρο και κλέφτες (Ματθ. στ΄ 19). Ο άνθρωπος, κάποτε, νομοτελειακά, χάνει τα αισθητά, εξαιτίας του πρόσκαιρου χαρακτήρα τους ή λόγω θανάτου. Μαζί χάνεται και η συνδεδεμένη ηδονή, που άλλωστε είναι σκαιώδης συγκρινόμενη με την απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Το γεγονός ότι ο φόβος είναι ανωφελής και χωρίς υπόσταση, άρα παράλογος, είναι εμφανές: ο άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει με το φόβο οιοδήποτε κακό του συμβεί.

ΑΙΤΙΕΣ: Ο έμφοβος βλέπει παραμορφωμένη την πραγματικότητα. Από τον τρόπο, που το πραγματικό γίνεται αντιληπτό και βιώνεται, ο φόβος αποκαλύπτει ότι η φαντασία δίνει κύρος και στις υπόλοιπες δυνάμεις επιβάλλοντας τις παραστάσεις της σ' αυτές (Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο φόβος αποτελεί συχνότατα αποκύημα φαντασίας. Στο εμφόβως πάσχον άτομο σημαντικό ρόλο ασκεί η επιρροή του παραλόγου, διότι μοιάζουν ανύπαρκτες οι δυνάμεις, που θα τον βοηθούσαν να αντιληφθεί τα πράγματα όπως είναι. “Ουθέν γαρ εστι φόβος ει μη προδοσία των από λογισμού βοηθημάτων” (Σ. Σολ. ιζ΄, 11). Για πολλούς Πατέρες η υπερηφάνεια γεννά τον παθολογικό φόβο: “Ο της ταπεινώσεως ελλείπων, ελλιπής εστι και από της τελειώσεως· και ο από ταύτης ελλιπής, αεί περίφοβός εστι” (Ισαάκ Σύρος). Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο φόβος γεννάται και από την αμαρτία: “πάντα αυτοίς δέους και αγωνίας εστί μεστά, πάντα περιβλέπονται, πάντα φοβούνται”.Ο Αγιος Διάδοχος Φωτικής συμβουλεύει το χριστιανό, για τη θεραπεία του πάθους να επαγρυπνεί και να φροντίζει την εξομολόγηση ιδίως των ακουσίων αμαρτημάτων του και μάλιστα των ασυνείδητων από την πρώτη στιγμή Κατά τους Πατέρες, όπως και στα υπόλοιπα πάθη, οι δαίμονες συμβάλλουν στην εμφάνισή του φόβου, επωφελούμενοι από την παρουσία του, καθώς διαμορφώνεται γόνιμο έδαφος για τη δράση τους.


Βιβλιογρ.: E. R. Kandel, J. H. Schwartz, Νευροεπιστήμες και Συμπεριφορά, Π.Ε.Κρήτης, 1999.

J. C. Larchet: Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων, Αποστ. Διακονία, μτφρ.: Χ. Κουλας

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=T91-rZbEzDE

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

  Ο Αιακός, παππούς του Αχιλλέα και Μέγας Κριτής του Άδη του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα     Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ : Ο Α...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....