Ετικέτες - θέματα

7.8.26

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ

Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου 






  Ο Μάρτυς Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στα χρόνια της σκλαβιάς στη Ζαγορά του Πηλίου το έτος 1663. Από την ηλικία των 15 ετών εργαζόταν ως ναύτης στα φημισμένα ζαγοριανά καράβια, και διακρινόταν για το ήθος του και την εν γένει καθαρότητα του βίου του, διατηρώντας άσβεστη στην καρδιά του την αγάπη και την πίστη προς τον Χριστό. Το καλοκαίρι του 1680 το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός. Τότε, συνελήφθη και οδηγήθηκε από στο δικαστή, που θέλησε να τον υποχρώσει να αρνηθεί την πίστη του Χριστού και να γίνει Μουσουλμάνος. Υπέφερε κάθε είδους βασανιστήρια, στερεός σαν βράχος στην πίστη των προγόνων του. Προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει παρά να αρνηθεί το Χριστό. Τους έλεγε συνεχώς: “Χριστιανός είμαι. Δεν αρνούμαι το Σωτήρα μου Χριστό”. Τότε οι Τούρκοι τον σκότωσαν στην περιοχή του Ιπποδρόμου της Πόλης, στις 8/8/1680, πριν καλά καλά κλείσει τα 17 του έτη, κερδίζοντας το στέφανο του μαρτυρίου από τον αθλοθέτη Κύριο. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Ζαγορά, αλλά και στις Αλυκές του Βόλου. Τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του Αγίου υπάρχει αποθησαυρισμένο στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου, στην Άνδρο, μαζί με την εικόνα του Αγίου. Προς τιμήν του αγίου αλλά και των άλλων δύο Νεομαρτύρων του Πηλίου (Αποστόλου και Σταματίου), έχουν ανεγερθεί ναοί και παρεκκλήσια, ενώ τοιχογραφίες και εικόνες κοσμούν πολλούς ναούς της Θεσσαλίας, αλλά και άλλων περιοχών ενώ ειδικές Ακολουθίες, Παρακλήσεις και Χαιρετισμοί έχουν συντεθεί και ψάλλονται προς τιμήν τους.



Θείας πίστεως έχων τήν χάριν, χαίρων ήθλησας ανδρειοφρόνως, Νεομάρτυς Χριστού Τριαντάφυλλε. όθεν ως ρόδον ευφραίνεις ηδύπνευστον, τήν Εκκλησίαν τη Θεία αθλήσει σου. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τό μέγα έλεος.”

Χαίροις Νεομάρτυς του Χριστού, των πάλαι Μαρτύρων, Τριαντάφυλλε μιμητής. Χαίροις ο την κλήσιν, Χριστού ομολογήσας, ενώπιον τυράννων, στερρώ φρονήματι.”


konstantinosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ:




Καλοκαιρινά και άλλα Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 44

 Καλοκαιρινά και άλλα

                                                                                                                            

Ακόμα λίγο – τελευταίοι στοχασμοί του ήλιου...

Μη φεύγετε, χρώματα, χρώματα!

Ζ. Παπαντωνίου – Πεζοί Ρυθμοί

                                                                                                                                                                                                    

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  44


Καλώς ανταμωθήκαμε

  


Καλοκαίρι! Καρδιά του καλοκαιριού! Στην Αργιθέα, όπως και στην υπόλοιπη ελληνική ύπαιθρο, ανοίγουν οι πόρτες και τα κλεισμένα παραθυρόφυλλα των σπιτιών. Άνθρωποι ανταμώνουν, χαιρετιούνται, χαίρονται… Συγγενείς, φίλοι, χωριανοί ξανασμίγουν, γίνονται μέτοχοι της χαράς αυτού του ανταμώματος.

  Έτσι, εκτός από τα πρόσφατα ελπιδοφόρα θυρανοίξια στο νεόδμητο εκκλησάκι του Οσίου Παϊσίου, του Αγιορείτη, στο Μελάνυδρο και στο ανακαινισμένο των Αγίων Νεκταρίου και Βλασίου στα Βραγκιανά (με την ευκαιρία συγχαρητήρια στους συντελεστές και να έχουν τη θεϊκή βοήθεια και την προστασία των τιμώμενων αγίων), έχουμε και των κλεισμένων σπιτιών τα «θυρανοίξια» στα χωριά μας. Σπίτια που μπορεί να μένουν κλειστά κι έναν ολόκληρο χρόνο, ανοίγουν τώρα, έστω και για λίγες μέρες, για να μπει ελεύθερα ο φρέσκος αέρας κι ο ήλιος, για ν’ ανάψουν τα φώτα, για ν’ ακουστούν ανθρώπινες κουβέντες και γέλια, για να πάρουν και πάλι ζωή… Η νοσταλγία του γυρισμού ξαναφέρνει τους απόδημους πίσω, για να ανανεώσουν μνήμες προσώπων, γεγονότων και πραγμάτων, για να δηλώσουν την ακατάλυτη σχέση τους με τη γενέθλια γη της Αργιθέας. 

  Λίγο ο λογοτεχνικός οίστρος και πιο πολύ η ζέστα που με βάρεσε στο κεφάλι, με παρέσυραν σε επικίνδυνους για Καφενείο ατραπούς, μονοπάτια, σύρματα και γιδόστρατες… Πάμι του γληγουρότιρου παρικάτ’!

  Έρχονται, λέμε, οι Αργιθεάτες να ξαναπάρουν δύναμη στα πάτρια εδάφη, λίγο τραχανά φεύγοντας, κανιά σφήνα τυρί και τσιαλαφούτι (οι της Ανατολικής εννοείται, γιατί το τσιαλαφούτι δεν ευδοκιμεί όθι να ’νι. Μην ξιρουγλείφιστι οι Βραγκιανίτις και τ’ς κοιλάδας Αχιλώου γινικώς!...), αλλά ας μην πάμι στ’ φύβγα, ακόμα δεν ήρθαν… Κατά τον επαναπατρισμόν των Αργιθεατών, συμβαίνουν διάφορα τινά… Ας παρακολουθήσουμε κάποια να σας βάλω στον ντορό και βρείτε εσείς τα υπόλοιπα!


  «Είμι στου Μπζάκι κι πααίνου σι’ απάν’!». Μόλις φτάσει ο Αργιθεάτης στο Μουζάκι, πρώτη δουλειά να κοινοποιήσει στο φέισμπουκ το γεγονός. Κάθεται καμιά δεκαριά λεπτά να μάσει καμπόσα λάικ και κάνα σχόλιο: «Μπράβο, αρέ καχριμάνη! Πώς πύτ’χις κι έφτασις; Φαίνιτι, έχ’ς καλό τζιπιές», «Φέρι μας κάνα καόνι, άμα γυρί’εις σια κάτ’!» και μετά πάει για τα τελευταία ψώνια, γιατί στο Μουζάκι τελειώνει ο πολιτισμός και η καταναλωτική του μανία. Ό,τι δεν έγραψες σε σημείωμα ή ξέχασες να το πάρεις εδώ, ξέγραψέ το! Μετά αρχίζει η ελευθερία των Αγράφων…  


  Μην ανησυχείτε! Δεν επίκειται ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος! Αργιθεάτης είναι αυτός που ψωνίζει. Και τα θέλει όλα, τώρα που ανεβαίνει στην Αργιθέα. Απ’ την οδοντογλυφίδα (ποιος κάθεται να πελεκάει οδοντογλυφίδες…) μέχρι οτιδήποτε σκεφτεί πως θα του χρειαστεί αυτές τις μέρες των διακοπών του. Κριάτα (νομίζει ότι είναι και ντόπια), καραμέλις ξιμπλέτσουτις, λουκούμια (ξερά που δεν τρώγονται, αλλά δεν πειράζει, θα τα βάλει σφήνες σε κάναν ξιρότ’χου), φρούτα κι οπωσδήποτε μπανάνες. Να μην έχει το παιδί μπανάνα στ’ Μαρκιλέσι!  Γλέπιτι, οι μαρκιλισιώτ’κις οι μπανάνις γένουντι ουψ’μότιρα, μαζί μι τα κράνια κι τα γκόρτσα. Κι ψουμί. Παραλίγου ν’ αστουχήσου του ψουμί…


  Ψωμί ψωνίσατε; Όπως περνάνε οι ακρίδες στο χωράφι και το φκιάνουν κουρνιαχτό,  έτσι περνάνε οι Αργιθεάτες στους μουζακιώτικους φούρνους. Δέκα η ώρα το πρωί δε βρίσκεις ούτε αντίδωρο. Καθένας που περνάει αγοράζει, για να γεμίσει τον καταψύκτη του. Περνάει κι ο Χατζής και φέρνει ψωμί, αλλά δεν μπορείς να βασίζεσαι. Αν ξεπουλήσει στο Λεοντίτο, γιατί να έρθει στο Μαρκελέσι; Να δει ποιος κέρδισε στη δηλωτή; Οπότε, για σιγουριές πάρτε ψωμί!

  Πέρασα νια μέρα στουν ξάδιρφου μ’ του Λιφτέρη Μπαλατσούκα πο’ ’χει φούρνου στου Μπζάκι κι βγάνει κι του καλύτιρου ψουμί (να μη διαφημίσου τουν ξάδιρφου;).

Καλ’μέρα ξάδιρφι, τι έχ’ς σήμιρα απού αρτουποιήματα;

Απού άρτου, ξάδιρφι, τίπουτα δεν έμεινι ούτι τριμμόψ’χα, απού ποίματα θ’μάμι να σ’ που κάνα δυο. Μην έχ’ς να μ’ δώκ’ς λίγου ψουμί πο’ ’ρχισι απ’ τ’ Λάρ’σα;

Παλάβουσις, Λιφτέρη; Ιγώ ήρθα να πάρου ψουμί σ’ ισένα κι ισύ μ’ χαλέβ’ς ψουμί;

Τι να κάνου, αρέ Γιάννη; Δεν πρόπ’σα ν’ αναμιρίσου ούτι νια φραντζιόλα. Πέρασαν κάτι Λιασκουβίτις, έχουν κι του παν’γύρι ταχιά, του σήκουσαν του ψουμί.

Καλά, άμα είνι έτσι, θα ψάξου σι κάναν άλλου φούρνου. Έλα να πάμι παρέα να πάρ’ς κι ισύ θ’κό σ’!... (Α, ρε Λιασκουβίτις! Μας βόσκαηταν τουν τόπου, τώρα μας παίρνιτι κι ούλου του ψουμί!...).

Θα γιλάει ου κόσμους μ’ ιμένα, άμα πάου ν’ αγουράσου ψουμί σι άλλου φούρνου. Θα πάου στα Τρίκαλα να πάρου. 

Γιατί ου γιατρός, άμα χρειαστεί ινχείριση, σι άλλουν δεν πααίνει; Μαναχός τ’ δε μπουρεί να τ’ν κάνει. Ου κουρέας τα ίδια. Σι άλλουν κουρέβιτι. Κι ου παπάς άμα πιθάνει, σι άλλουν πάει για να τουν θάψει…

Δεν ξέρου τι κάνει ου παπάς, φεύγου για Τρίκαλα, να πάου προυτού κλείσουν τα φούρνια. 

Στάσ’, Λιφτέρη! Άμα βρου ψουμί ιγώ, θα πάρου κι ένα παριπάν’ για τ’ ισένα. Τι του τσούρμουσις για Τρίκαλα σήμιρα;

Καλά λες, αρέ ξάδιρφι! Δεν του σκέφ’κα ντιπ. Τι ξουράφι είσι!

Καλά λέου κι ματαλέου: να βάλ’ς μυαλό μ’ αυτό πο’ ’παθις!… Άκ’ να μείνει απού ψουμί… Στ’ν ανάγκη, διώξι τ’ς Λιασκουβίτις. Να πάν’ απάν’ να ζ’μώσουν! Ζιστό χουριό έχουν, δεν αργεί να γένει του ψουμί…


  Στο χωριό… Επιτέλους έφτασε! Ξεκλειδώνει το σπίτι, ξεφορτώνει το αυτοκίνητο κι αμέσως ακολουθούν άλλα ρήματα με το ξε μπροστά: ξεαραχνιάζει, ξεσκονίζει, ξεχορταριάζει, ξεπατωμός (μπορεί να μην είναι ρήμα αυτό, αλλά το ξε το ’χει). Μέσα σε μια βδομάδα το πολύ, θα το ’χει στην εντέλεια το σπίτι, για να κάτσει να ξεκουραστεί (κι άλλο ξε) τις υπόλοιπες τρεις μέρες που του απέμειναν. 


  Αναχώρηση… Κι ύστερα πάλι φόρτωμα, κλείσιμο του σπιτιού και τέλος στην ψευδαίσθηση των διακοπών. Η διαδικασία της επιστροφής έρχεται σαν μια τιμωρία χωρίς αναστολή… Του χρόνου πάλι!  


  Προς μόνιμους κατοίκους Αργιθέας: Δείξτε κατανόηση σε ό,τι περίεργο βλέπετε από αυτούς που ανεβαίνουν το καλοκαίρι στα χωριά μας! Δεν ξέρετε τι καυσαέριο έχουν φάει και τι βαζούρες πέρασαν ένα ολόκληρο χρόνο… κι αυτά δεν βγάζουν γερά παιδιά…


Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να ’σουν δυο φορές τον χρόνο!

  Αύγουστε, και τρεις φορές τον χρόνο να ήσουν, δε θα μας πείραζε, αρκεί να μην πληρώναμε τρεις φορές τους λογαριασμούς σου…


Ζέστες και ζεστές ειδήσεις

  Λένε πως τον Αύγουστο  και το  καλοκαίρι  γενικότερα δεν υπάρχουν ειδήσεις. Μην

τους ακούτε! Μην τους ακούτε! Σταματάει η ζωή το καλοκαίρι; Όχι, βέβαια! Τι, επειδή πήγε διακοπές ο Πρετεντέρης κι ο Παπαδάκης έπεσε στη χώρα γενική ακινησία; Ειδήσεις θέλετε; Ακουρμαστείτε ν’ ακούσετε!

  Επιστολή καφετζή (κι ένα καμένο γράμμα) προς τον πρωθυπουργό: 

  «Εξοχότατε κύριε Πρωθυπουργέ

Αν συνεχίσεις αυτό το βιολί, θα γίνουμε όλοι εξοχότατοι, γιατί θα κοιμόμαστε στην εξοχή, επειδή κανένας δε θα κοτάει να κοιμηθεί στο σπίτι του, λόγω των συχνών σεισμών που παρατηρούνται, αφότου αναλάβατε τα καθήκοντά σας. Γνωρίζουμε ότι και οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί ήταν πρωθυπουργοί των λιμών, λοιμών, και καταποντισμών, αλλά εσείς είστε αποκλειστικά των σεισμών. Δύναμαι να είπω ότι είσθε ο Εγκέλαδος μεταμορφωμένος! Πολύ φοβούμαι ότι το Κούλης θα αντικατασταθεί απ’ το Σεισμούλης. Κανονικά, αν υφίσταται πολιτική προστασία, πρέπει να σε πηγαίνουν «στο κοντό» ο Λέκκας με τον Βαρώτσο, γιατί, ως επιφανής πλέον, προκαλείς επιφανειακούς σεισμούς και όπως έλεγε κι ο Περικλής «σεισμών επιφανειακών πάσα γη τάφρος». Όμως, να ξέρεις, δε θα σου επιτρέψουμε να κάνεις τη χώρα σαν τη Λεύκα Πετρίλου ή τη Σκάλα Μπουκοβίτσας ή ακόμη χειρότερα ένα απέραντο Τριζόλ. Σταμάτα σ’ ένα μέρος να σταματήσουν οι σεισμοί το γρηγορότερο!

Ρώτα και τον άλλον Κυριάκο, τον Βελόπουλο, μην έχει καμιά αλοιφή για σεισμούς!    Φτάνει!... Ήδη έχουμε πολλές αποδείξεις πια για τη γκαντεμιά σου…».


  Ακινησία: Αντιθέτως, στον Σύριζα δεν κουνιέται φύλλο. Τι φύλλο, ούτε ο Φίλης δεν κουνιέται (παρότι διαθέτει ευελιξία Πάγκαλου). Κάθονται όλοι και περιμένουν τι θα κάνει ο Τσίπρας με το κόμμα. Ο Τσίπρας είναι στην κατάσταση: «να πάει πίσω ντρέπεται, να πάει μπροστά φοβάται».

  Άλλοι του λένε να το κάνει σοσιαλδημοκρατικό κι άλλοι να το αφήσει αριστερό. Γνώμη μου είναι, Αλέξη, να το κάνεις με μανεστράκι στη γάστρα ή με ρύζι αν το προτιμάς ριζοσπαστικό ή χωρίς ρύζι για σκέτο σπαστικό και να τη σπάσεις σε όποιον πάει να σηκώσει κεφάλι.  


  Ορκίστηκε νέα κυβέρνηση. Και το χειρότερο πήρε και ψήφο εμπιστοσύνης. Δεν είναι είδησις αυτό; Καλοκαιρινή κυβέρνηση για ατέλειωτους χειμώνες! Βέβαια, δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, γι’ αυτό ας είμαστε κι εμείς… επιφυλακτικοί!

  Προσωπικά, ως τώρα, με ενόχλησε εκείνος ο Μηταράκης που είπε ότι βρήκε μόνο κατσαρίδες στο υπουργείο. Ψέματα! Οι κατσαρίδες στη ραδιενέργεια αντέχουν, δεν θα άντεχαν και τους συριζαίους, για να τις βρει ο Νότης…


  Τους δούλεψαν οι συριζαίοι τους νεοδημοκράτες. Τους έβαλαν κατακαλόκαιρο να κυβερνάνε κι αυτοί απολαμβάνουν διακοπές. Τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησης ήταν αρκετά, για να ξεφύγουν από την Κούνεβα και να κάνουν κονέ με κουνάβια που έχουν κότερα. Ανεβασμένοι πια στα κότερα, ναυμαχούν τον καπιταλισμό (κούνια που τον κούναγε…) μες στου Αιγαίου τα νερά (πρόβαλε να ιδείς!).   

  Έρμε λαέ, μην κουνάς το κεφάλι σου από απορία. Στον τοίχο να το κοπανάς, με τις επιλογές που κάνει κάθε φορά...  


  Ορκίστηκε κι ο Γιωργάκης. Σιγά την είδηση, θα πείτε. Ο Γιωργάκης εκλέγεται από το 1981. Ναι, δεν αντιλέγω, αλλά η είδηση είναι αλλού. Τι αλλού… Αλλού για αλλού είναι… Ο Γιωργάκης, λοιπόν, ορκίστηκε πολλές φορές βουλευτής, υπουργός και πρωθυπουργός και πάντοτε με θρησκευτικό όρκο. Φέτος το άλλαξε, έδωσε όρκο πολιτικό. Την επόμενη φορά, αν ξαναεκλεγεί, να το θυμάστε! Θα ορκιστεί στο κοράνιο, σε κάνα ινδιάνικο τοτέμ, μπορεί και στο πηλήκιο…


Αιολικά

Κλαίνε θρηνούνε τα βουνά, για να μην μπουν αιολικά…

  Τρανό μπελά τσακώσαμε μ’ αυτά τα αιολικά και να δούμε πώς θα ξεμπερδέψουμε. Στην έκταση της Αργιθέας, λέει, μπορούν να μπουν μέχρι 372 ανεμογεννήτριες. Τίποτε, δηλαδή! Ούτε 373 δε φτάνουν… Ου τόπους θα γένει πιτσούρι στ’ς φτιρουτές! Ακόμη και στη Φσιόκα (ε, όχι και βουνό η Φσιόκα...) θα μπουν πεντέξι, γιατί έδαφος που ευδοκιμούν τα ρείκια είναι ιδανικό γι’ αυτές τις ακατονόμαστες λαμαρίνες.

  Για να συμβάλω κι εγώ στη διαμάχη που υπάρχει λόγω του θέματος, βάζω καμιά φιτιλιά, για ν’ ανάβει η φωτιά. Σήμερα θα ξαναβάλω ένα ερώτημα κι όποιος θέλει το απαντάει, όποιος θέλει λέει δεν ξέρω και δεν απαντώ κι όποιος θέλει λέει ξέρω, αλλά δεν απαντώ. Δε γίνεται δεκτή η απάντηση κάτι υποψιάζομαι, αλλά…

Ερώτημα: Πώς  γίνεται  να σωθεί ο πλανήτης, όταν θα  καταστραφούν ακόμη  κι

εκείνα τα λίγα μέρη που του απέμειναν πια με ανόθευτο κι αμόλυντο οικολογικά  το  φυσικό  τους  περιβάλλον;

  Πλανήτης που εξαρτάται αν θα σωθεί απ’ το Χοντροσπάνι και το Γαλάτσι, καλύτερα να καταστραφεί το ταχύτερο δυνατό. Να μην έχουμε και υποχρέωση στους Σπυρελιώτες και στους Στεφανιώτες…

  Η προσπάθεια να φορτώσουν με ενοχές όσους αντιδρούν στην εγκατάσταση αιολικών και να τους παρουσιάζουν ως υπεύθυνους της κλιματικής αλλαγής, που συντελείται αναμφίβολα, δεν πρόκειται να φέρει καλά αποτελέσματα. Η εξοικονόμηση ενέργειας ως τώρα είναι ανεφάρμοστες διακηρύξεις και ευχολόγια, χωρίς να λαμβάνονται πραγματικά μέτρα τα οποία θα την υπηρετούν.

  Η πρόσφατη απόφαση σε συνάντηση των νεοεκλεγμένων δημάρχων που σχετίζονται με τα Άγραφα και διερμηνεύει τις έντονες ανησυχίες των πολιτών, εκφράζει την αντίθεση στην επιχειρούμενη μετατροπή τους σε βιομηχανική περιοχή και σε κείμενο που συνυπέγραψαν και απέστειλαν προς την πολιτική εξουσία, ζητούν την ανάκληση αδειοδότησης για το έργο εγκατάστασης αιολικών πάρκων στα βουνά. Ας αποτελέσει την αρχή για μια συνολικότερη αναθεώρηση επί του θέματος, για διάλογο που θα αναζητά κάθε φορά τις καλύτερες λύσεις.

  Ας υποδεχθούμε κι εμείς ενισχύοντας όσο μπορούμε αυτή την ενθαρρυντική  πρωτοβουλία τους, ελπίζοντας να έχει και συνέχεια και να μην είναι απλώς μια κίνηση κρότου και λάμψης.


Επίλογος για «τα βιολιά της χαράδρας»

  Η Γιώτα Φώτου έφυγε για το μεγάλο ταξίδι… Στις 27 Ιουλίου το απομεσήμερο η άριστη δασκάλα και πολυγραφότατη αργιθεάτισσα συγγραφέας, ήρθε για τελευταία φορά στην αγαπημένη της Αργιθέα, για να μην ξαναφύγει ποτέ…   

  Βαριά η θλίψη της οικογένειάς της, των συγγενών και φίλων της, των συναδέλφων, όλων εκείνων που τη γνώρισαν από κοντά ή μέσα απ’ τα βιβλία της.

  Δε θέλω να ταράξω πια τον γαλήνιο ύπνο της με ανώφελα λόγια. Θέλω, όμως, δικά της λόγια να κοινοποιήσω, έτσι σαν παρακαταθήκη και διδαχή, από την προσωπική της μαρτυρία κατά τον άνισο αγώνα που έδωσε με την επάρατη. Σ’ αυτόν τον αγώνα κατέδειξε το σθένος και την καρτερία της, την πίστη που γιγάντωνε την ελπίδα της, τη θέληση  για ζωή, ακόμη κι όταν έλεγε: «Εμένα δε θα με δείτε να γεράσω ποτέ…». 

  Εκεί κοντά προς το τέλος Απρίλη, μου έγραφε σε μήνυμά της: «…έχοντας πλήρη συναίσθηση της κατάστασής μου, έμαθα να δοξάζω τον Θεό για την κάθε καλή μέρα που έχω και να ελπίζω σε δύναμη, ώστε να αντιμετωπίζω τις δύσκολες. Τώρα τελευταία, άρχισα πάλι να γράφω κι αυτό σημαίνει ότι η κατάστασή μου είναι προς το παρόν καλύτερη. Όσο κρατήσει. Μετά πάλι προσπάθεια…».

  Έφυγε η Γιώτα… Το τελευταίο της βιβλίο έμεινε στη μέση. Στο μέρος που την ενέπνευσε και έγραψε «Tα βιολιά της χαράδρας», γράφτηκε ο επίλογος που δεν τελειώνει ποτέ… Αιωνία η μνήμη της…        

               

44 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpgΤο

ανάραχο

της

σιωπής

στον

Αϊ-Θανάση

Δροσάτου

όπου 

αναπαύεται 

πια 

η

Γιώτα Φώτου


10/8/2019



 

Ο Νεομάρτυς Σταμάτιος εκ Βόλου (16/8/1680)1 + ΒΙΝΤΕΟ 

Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου στο 32ο Δ. Σχολείο Λάρισας



Ο Σταμάτιος γεννήθηκε στο χωριό
Άγιος Γεώργιος Νηλείας του Πηλίου και καταγόταν από την φημισμένη οικογένεια των Σταματόπουλων, που ήκμασε στο κεφαλοχώρι αυτό, μέχρι το 1821. Ακόμη και σήμερα, οι ντόπιοι δείχνουν τον τόπο της πατρικής του οικίας, όπου σώζονται ερείπια και μια κρήνη που ονομάζεται «βρύση του Αη Σταμάτη». Από μικρός ο Σταμάτιος διακρίνονταν για την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στη σκλαβωμένη πατρίδα καθώς, ζώντας στον 17ο αιώνα, ζούσε έντονα την καταπίεση των Ελλήνων από τον κατακτητή. Όταν κάποιος αγάς ήρθε στην περιοχή τους για να συγκεντρώσει τις ετήσιες εισφορές (χαράτσια) για το σουλτάνο, αδίκησε τους φτωχούς ραγιάδες. Έτσι μια αντιπροσωπεία των κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων και ο Σταμάτιος, στάλθηκε στην Υψηλή Πύλη για να διαμαρτυρηθεί στο μεγάλο βεζύρη2. Ο τοπικός αγάς είχε επιβάλει αβάσταχτους φόρους χάριν της Βαλιδέ χανούμ Κιοσσέμ, στην οποία είχε δωρηθεί η χερσόνησος της Μαγνησίας. Όμως ο ανώτατος αυτός Οθωμανός, στον οποίον έκαναν την καταγγελία, όντας φίλος του άδικου αγά, έδωσε εντολή να τους ξυλοκοπήσουν άγρια και έπειτα να τους διώξουν. Καθώς οι φρουροί τους έδιωχναν σπρώχνοντάς τους από το οίκημα του βεζύρη, κάποιοι παριστάμενοι Οθωμανοί, βλέποντας ότι ο Σταμάτιος διαμαρτυρόταν φωνάζοντας περισσότερο, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν πίσω στο βεζύρη με την ψευδή κατηγορία ότι, ενώ ήταν παλιότερα Μουσουλμάνος, αρνήθηκε την παλιά του πίστη και είχε γίνει πλέον Χριστιανός.


 Ο ίδιος το αρνήθηκε, αλλά ο βεζύρης τον έστειλε στον κριτή. Εκεί και πάλι ο Σταμάτιος αρνήθηκε τις κατηγορίες, αλλά ο κριτής του απάντησε πως, ακόμα κι αν η κατηγορία ήταν ψεύτικη, εκείνος έπρεπε τώρα να αλλαξοπιστήσει! Όμως ο γενναίος Μάρτυρας του απάντησε ότι προτιμούσε να πεθάνει παρά να αρνηθεί την πίστη του. Τότε ο κριτής τον έστειλε πίσω στο βεζύρη για ν' αποφασίσει ο ίδιος για την τύχη του. Ο μεγάλος αξιωματούχος του σουλτάνου προσπάθησε να καλοπιάσει τον Άγιο με κολακείες και υποσχέσεις για πλούτη κι αξιώματα, όμως εκείνος του απαντούσε με θάρρος πως ο πλούτος του κι η δόξα του ήταν ο Ιησούς Χριστός. Τότε διατάχθηκε να ριχτεί στη φυλακή και να τιμωρείται καθημερινά. Έπειτα από λίγες μέρες οδηγήθηκε πάλι στο βεζύρη, ο οποίος πίστευε πως ο Σταμάτιος θα είχε αλλάξει γνώμη. Βλέποντας το αμετάθετο της πίστης του, τον απείλησε πως αν δεν γινόταν Μουσουλμάνος θα διέταζε το θάνατό του. Εκείνος και πάλι έμεινε ανυποχώρητος σαν βράχος. Τότε ο βεζύρης διέταξε τον αποκεφαλισμό του Μάρτυρα, που έγινε τη 16η Αυγούστου του 1680, μπροστά στον
Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας της Πόλης. Αξίζει να σημειώσουμε πως μέχρι πριν λίγα χρόνια ο Άγιος Νεομάρτυς Σταμάτιος ταυτιζόταν με τον Άγιο Απόστολο το Νέο καθώς ήταν από κοντινά χωριά και μαρτύρησαν την ίδια μέρα, σε διαφορετικό χρόνο. 

   


O Αγιος Απόστολος ο Νέος, από τον Αγιο Λαυρέντιο Πηλίου, μαρτύρησε στις 16 Αυγούστου 1686, ο δε Αγιος Σταμάτιος, από τον Αγιο Γεώργιο Νηλείας Πηλίου, στις 16 Αυγούστου 1680. Έτσι φαίνεται πως, με την πάροδο των ετών, οι δύο αυτές μορφές των Νέων Μαρτύρων ταυτίστηκαν στη συνείδηση των πιστών Πηλιορειτών.

Ο θεολόγος Βασίλειος Σκιαδάς, τεκμηρίωσε την άποψη ότι ο Αγιος Σταμάτιος είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον Αγιο Απόστολο το νέο. Από τότε καθιερώθηκε από την Ι. Μ. Δημητριάδος (αρχιερατεύοντος του ήδη μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου) να τιμάται η μνήμη του, στον Αγιο Γεώργιο Νηλείας, (κτίσθηκε παρεκκλήσι επ’ονόματί του, στο ναό του Αγ. Γεωργίου) την πρώτη Κυριακή μετά την 16η Αυγούστου που ήταν η ημέρα του μαρτυρίου του, ενώ στις 16/8 τιμάται η μνήμη του αγίου Αποστόλου του Νέου.

   


Την ημέρα του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Σταματίου μεταφέρεται εν πομπή στον πανηγυρίζοντα ναό το τμήμα του λειψάνου του, που διασώζεται στην Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Πηλίου.


Τροπάριο: Ο μάρτυς Σταμάτιος εν τη αθλήσει αυτού, ημάς συνεκάλεσε μέλψαι την μνήμην αυτού, την θείαν εν άσμασιν, ούτος γάρ ο γενναίος, του Σωτήρος οπλίτης, ήσχυνε τούς της Άγαρ ασεβείς αποτόμως, διό και διά ξίφους απήλειφε.





konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Εδώ και χρόνια ο Άγιος Σταμάτιος τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά την 16η Αυγούστου που ήταν η ημέρα του μαρτυρίου του, ενώ στις 16/8 τιμάται η μνήμη του αγίου Αποστόλου του Νέου.

2. Ο Μ. Βεζύρης ήταν αξίωμα ανάλογο μ' αυτό του σημερινού πρωθυπουργού.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 



ΚΑΙ ΕΔΩ: https://www.youtube.com/watch?v=-q4-cfx-bL8&list=PLH04F-N8L60GhXDwYd6AGyeZPn_a9jEKU&index=13

Ο Άγιος Απόστολος ο Νέος από τον Α. Λαυρέντιο Πηλίου (16/8/1686) Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου στο 32ο Δ. Σχολείο Λάρισας

 

Ο Άγιος Απόστολος ο Νέος από τον Α. Λαυρέντιο Πηλίου (16/8/1686)


Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου στο 32ο Δ. Σχολείο Λάρισας



   

  Ο Άγιος Απόστολος γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου και καταγόταν από φτωχούς αλλά ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Κων/νος Σταματίου. Ο Απόστολος σε ηλικία 15 ετών έμεινε ορφανός από μητέρα και πατέρα, έτσι αναγκάστηκε, για λόγους βιοποριστικούς να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου ανέλαβε εργασία σ΄ ένα καπηλειό (ταβέρνα). Εκείνα τα χρόνια οι συμπατριώτες του Αγίου βασανίζονταν σκληρά και φορολογούνταν άδικα και δυσβάστακτα. Έτσι μια ομάδων ανδρών του χωριού Α. Λαυρέντιος μετέβη στην Πόλη για να καταφύγουν στους επιτρόπους της Βαλιδέ χανούμ (μητέρα του σουλτάνου), μήπως και βρουν το δίκιο τους. Όμως οι Οθωμανοί επίτροποι, όχι μόνο δε δέχτηκαν το δίκαιο των παραπόνων τους, αλλά οδήγησαν τρεις απ΄ αυτούς σιδηροδέσμιους στις φυλακές. Κάποιοι συμπατριώτες τους ανέβηκαν μετά από μέρες στην πρωτεύουσα για να ενεργήσουν ώστε να απελευθερωθούν οι άδικα φυλακισμένοι. Αυτοί ζήτησαν τη συμπαράσταση του Αποστόλου, επειδή πίστευαν ότι θα είχε γνωριμίες με τους Οθωμανούς επειδή εξυπηρετούσε πολλούς απ' αυτούς στο καπηλειό. Ο Μάρτυρας δέχτηκε να παρουσιαστεί στον αξιωματικό Γιουσούφ και να παραδώσει τη γραπτή αναφορά που του παρέδωσαν οι συμπατριώτες του. Ο Γιουσούφ όμως διέταξε να στείλουν τον Απόστολο στο βοεβόδα1. Εκείνος τον αλυσόδεσε και ζητούσε τα χαράτσια των τεσσάρων ετών της περιόδου που έλειπε από το χωριό του και συνεπώς δεν είχε φορολογηθεί. Εκείνος του απάντησε πως από την πατρική του περιουσία υπήρχε ένα σπίτι στον Α. Λαυρέντιο και το παραχωρούσε στο βοεβόδα με σκοπό να το πουλήσει και να εισπράξει τους “χρωστούμενους φόρους”. Ο Οθωμανός, φιλοχρήματος καθώς ήταν, δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Την επομένη μάλιστα είχε σκοπό να απολύσει και αυτόν και τους τρεις συμπατριώτες του. Ένας γέροντας, όμως, πρόκριτος του χωριού, μαθαίνοντας ότι την επόμενη μέρα οι κατάδικοι θα απελευθερώνονταν και ο νεαρός Απόστολος θα απολάμβανε όλη τη “δόξα” μεταξύ των συγχωριανών του, πράγμα που φαντάστηκε ότι θα μείωνε τη δική του “αξία” στην τοπική κοινωνία, ενήργησε με δόλο. Προσήλθε λοιπόν στο βοεβόδα και του είπε ότι ο Απόστολος ήταν ο υποκινητής της όλης ταραχής, απειλώντας μάλιστα πως αν τον απελευθέρωνε θα ζητούσε την επέμβαση της βασιλομήτορος2. Φοβισμένος ο βοεβόδας, όχι απλά δεν απέλυσε το Μάρτυρα, αλλά διέταξε τους υπηρέτες του να τον δέρνουν και να τον βασανίζουν καθημερινά στο κελί του. Κάποια μέρα ο Απόστολος, όταν οι φύλακές του δεν τον πρόσεχαν, κατόρθωσε να βγάλει την αλυσίδα από το ένα του πόδι και αργοπατώντας προσπάθησε να δραπετεύσει αλλά προδόθηκε από τον ήχο των αλυσίδων του. Μαθαίνοντας ο βοεβόδας την προσπάθεια του Αγίου, άρπαξε έναν πέλεκυ και άρχισε να τον χτυπάει άγρια με το πίσω μέρος αυτού του τσεκουριού. Τότε ο Άγιος βογκώντας τον ρώτησε: “Γιατί με δέρνεις και με τυραννάςσκληρόκαρδα;” Ο Αγαρηνός του απάντησε άγρια: “Γιατί να σε λυπηθώ; Μήπως είσαι κι εσύ Μωαμεθανός και καλύτερος από μένα;” Τότε οι υπηρέτες του βοεβόδα απάντησαν: “Ναι, αυτό είπε”, θέλοντας να συκοφαντήσουν το Μάρτυρα. Τότε ο βοεβόδας έδωσε εντολή να φωνάξουν τον κουρέα για να του κάνουν την περιτομή. Όμως ο Άγιος μ΄ όση δύναμη του είχε απομείνει φώναξε πως γι΄ αυτόν ήταν προτιμότερο να του κόψουν το κεφάλι παρά να δεχτεί να περιτμηθεί. Έτσι, παρά τις υποσχέσεις, τις κολακείες και τις απειλές για θάνατο, παρέμενε σταθερός σαν βράχος στην πίστη του. Οι Οθωμανοί άρχοντες πήραν την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν. Στο δρόμο προς τον τόπο του μαρτυρίου του ο Άγιος βάδιζε χαρούμενος σαν σε γάμο ή γιορτή, ζητώντας συγνώμη από αυτούς που τον ακολουθούσαν κι από τους περαστικούς. Το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου έλαβε χώρα στην ακτή του Κεράτιου κόλπου, μπροστά στο Γενή (νέο) τζαμί της Πόλης. Για να επιβραδύνουν το μαρτύριό του οι τύραννοι, τον χτύπησαν τρεις φορές με το ξίφος προτού του δώσουν το τελειωτικό χτύπημα και να παραδώσει ο Νεομάρτυρας την αγία του ψυχή στα χέρια του Δημιουργού. Λίγες μέρες αργότερα οι Χριστιανοί της Πόλης ζήτησαν κι έλαβαν από τους Οθωμανούς την αγία κάρα του Μάρτυρα, την οποία και κατέθεσαν στον Ι. Ν. του Αγίου Δημητρίου στη συνοικία Ταταύλα. Αργότερα θεμελιώθηκε προς τιμήν του Αγίου Αποστόλου του Νέου Ιερός Ναός στην ιδιαίτερη του πατρίδα, τον Άγιο Λαυρέντιο,εκεί ακριβώς όπου βρισκόταν η οικία του Μάρτυρα.

Απολυτίκιο. Ήχος γ’.

Θείον βλάστημα της Θεσσαλίας, νέον καύχημα της Εκκλησίας, ανεδείχθης Νεομάρτυς Απόστολε, υπέρ Χριστού γαρ αθλήσας στερρότατα, της ευσέβειας την δόξαν ετράνωσας. Άλλα πρέσβευε Κυρίω τω Σε δοξάσαντι, δωρήσασθαι ήμιν το μέγα έλεος.“


konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Χρησιμοποιούμε τα ονόματα και τα αξιώματα των Τούρκων, όπως είναι γραμμένα στα συναξάρια της Εκκλησίας.

2. Επρόκειτο για τη μητέρα του σουλτάνου Μεχμέτ (Μωάμεθ) Δ΄.

6.8.26

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εκ Κάπουας (18/8/1610) + ΒΙΝΤΕΟ Του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Κωνσταντίνος εκ Κάπουας (18/8/1610) + ΒΙΝΤΕΟ


Του Κων/νου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

 Πρόκειται για τον τελευταίο, χρονολογικά1, επίσημα αναγνωρισμένο Άγιο της Θεσσαλίας. Ο Άγιος γεννήθηκε Μουσουλμάνος και ονομαζόταν Σαϊμ Ήταν μάλιστα γιος του μπέη της περιοχής του Καππά Καρδίτσας. Η μύησή του στις αλήθειες της Ορθοδοξίας έγινε από έναν λόγιο μοναχό της Ι. Μ. Αγίου Νικολάου Καππά. Ο ίδιος μοναχός τον βάπτισε στο μοναστήρι αυτό, δίνοντάς του το όνομα Κωνσταντίνος. Όπως ήταν φυσικό, η αντίδραση του πατέρα του Αγίου ήταν σφοδρή. Θέλησε να σκοτώσει τους μοναχούς της Μονής, αλλά αυτοί είχαν προλάβει να διαφύγουν. Έτσι ξέσπασε το μένος του πάνω στο κτίριο της Μονής καίγοντάς το. Μετά στράφηκε στο γιο του και με παρακλήσεις και απειλές προσπαθούσε να τον κάνει να αρνηθεί το Χριστό. Βλέποντας το αμετάπειστο του Κωνσταντίνου, διέταξε τους φρουρούς του να τον φυλακίσουν μέχρι να επιστρέψει στην προγονική του πίστη. Όμως οι μέρες περνούσαν και ο Κων/νος παρέμενε στέρεος στην πίστη του Χριστού. Η οργή του πατέρα του, όμως, δεν είχε πια όρια. Διέταξε τους φρουρούς να τον βασανίσουν και εάν, ούτε τότε, μετάνιωνε να τον απαγχονίσουν. Έτσι και έγινε. 

 


Οι στρατιώτες τον οδήγησαν έξω από το χωριό και τον κρέμασαν από ένα πλατάνι. Όμως επειδή το σκοινί κόπηκε, τρεις μάλιστα φορές, οι δήμιοι τον αποκεφάλισαν. Η ημερομηνία του μαρτυρίου του ήταν η 18η Αυγούστου του 1610. Μετά από πρόταση της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων, στις 31/5/2007, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβη σε επίσημη αναγνώριση του Αγίου. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την 18ην Αυγούστου.



Χαίρε της Καπούης ο οδηγός και της Εκκλησίας μάρτυρας σθεναρός. Μέμνησο τους οικέτας Κωνσταντίνε μάρτυς,

πρεσβεύων τω Κυρίω τους σε προστρέχοντας.”



konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακύρηξε Άγιο τον Κων/νο την 31η Μαϊου του 2007. Και βεβαίως σήμερα ο τελευταίος Άγιος που κατετάχθη στη χορεία των Αγίων της Θεσσαλίας είναι ο Άγιος Ιερέας Δημήτριος Γκαγκαστάθης [2025]

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=mibweT_eIdI



Ο Aγιος Οσιομάρτυρας Δημήτριος ο Νέος ο εκ Σαμαρίνης (18/8/1808) Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Aγιος Οσιομάρτυρας Δημήτριος ο Νέος ο εκ Σαμαρίνης (18/8/1808)

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

   


    Ο Δημήτριος γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο βλαχοχώρι Σαμαρίνα των Γρεβενών. Σε ηλικία 15 ετών εγκατέλειψε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός σε μοναστήρι της περιοχής. Αφού πέρασε κάποια χρόνια με προσευχή, νηστεία και γενικά με ασκητικό τρόπο, αποφάσισε, καθοδηγούμενος από θείο ζήλο, να εξέλθει από τη Μονή και να κηρύξει το Ευαγγέλιο στα θεσσαλικά χωριά. Εκείνη την εποχή θανάσιμοι κίνδυνοι περικύκλωναν τους Χριστιανούς λόγω της επανάστασης του παπα-Θύμιου Βλαχάβα και της επακόλουθης εκδικητικότητας των Τούρκων. Κάποιοι λοιπόν Μωαμεθανοί κατήγγειλαν τον Δημήτριο με την αιτιολογία πως με το κήρυγμά του εμφανιζόταν ως υποκινητής του παπα-Θύμιου. Συνελήφθη αμέσως και οδηγήθηκε στον διαβόητο Αλή πασά στον οποίο ομολόγησε την πίστη του και το σκοπό της διδασκαλίας του, που δεν ήταν άλλος παρά η παρηγορία των θλιβομένων συμπατριωτών του. Ο Αλής, παρόλο που δεν βρήκε στη ομολογία του κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο, διέταξε το σκληρό βασανισμό του. Του έμπηγαν καλαμένιες ακίδες στα νύχια των χεριών του και των ποδιών του, του έδεναν το κεφάλι με αλυσίδα, την οποία την έσφιγγαν τόσο που έσπασε, ενώ συγχρόνως του ζητούσαν να ομολογήσει την «ενοχή» του. Όμως ο ίδιος υπέφερε γενναία μέχρι που οι βασανιστές του απηύδησαν απ΄ την κούρασή τους. Εν συνεχεία ρίχτηκε στη φυλακή. Την επομένη ο τύραννος έδωσε εντολή να τον κρεμάσουν ανάποδα, πράγμα που έγινε. Άναψαν συγχρόνως κάτω από το κεφάλι του ρητινώδη ξύλα. Έτσι το κεφάλι του κατακαιγόταν και ο ίδιος εξαιτίας του καπνού δεν μπορούσε να ανασάνει. Φοβούμενοι οι βασανιστές του μήπως πεθάνει πρόωρα ο Μάρτυρας, τον κατέβασαν. Έπειτα τον ξάπλωσαν ανάσκελα στο έδαφος και τοποθέτησαν στο στήθος του μια σανίδα πάνω στην οποία πηδούσαν οι βασανιστές του για να του συντρίψουν τα οστά. Ένας Οθωμανός απ’ την Καστοριά, βλέποντας το θάρρος του Δημητρίου, έγινε Χριστιανός και συνελήφθη απ' τους στρατιώτες του Αλή. Πάντως η αντοχή και το θάρρος του Μάρτυρα προξένησαν γενικά αισθήματα συμπάθειας και μεγάλου θαυμασμού και προς τον ίδιο και προς την ορθόδοξη πίστη του σε μεγάλο πλήθος Μουσουλμάνων και μη, που παρακολουθούσαν το μαρτύριο του Αγίου. Αυτό εξαγρίωσε περισσότερο τον Αλή, οδηγώντας τον στην απόφαση να διατάξει τον αργό και βασανιστικό θάνατο του Δημητρίου. Έτσι, μετά από διαταγή του τυράννου, ο Δημήτριος κτίστηκε μέχρι το λαιμό του μέσα σε τοίχο! Μάλιστα για να επιβραδυνθεί ο θάνατός του, διέταξε να τον ταΐζουν ρίχνοντάς του τροφή στο στόμα. Ο Μάρτυρας, που μόνο ν΄ αναπνεύσει πια μπορούσε, διαρκώς προσευχόταν και επικαλούνταν τη βοήθεια του Κυρίου. Το μαρτύριό του έληξε μετά από δέκα ολόκληρες μέρες. Τη 18η Αυγούστου παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου.

   


Ο Leake περιγράφει το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου εκ Σαμαρίνης

«Του έμπηξαν αργά-αργά βελόνες από καλάμια στα νύχια των χεριών και των ποδιών του, τρυπώντας και τα μπράτσα του (...) όταν τέλειωσε το βασανιστήριο με ταις βελόνες, του έβαλαν στο κεφάλι του σιδερένια κρικωτή αλυσίδα, την οποία έσφιγγαν με δύναμη και όταν επιτέλους κουράστηκαν οι δήμιοι, ανέβαλαν για την επομένη τη συνέχεια των βασάνων, οπότε ο μάρτυρας κρεμάστηκε πάνω από φωτιά, έχοντας το κεφάλι προς τα κάτω. Η φωτιά από ρητινώδη ξύλα τον έπνιγε και κατέτρωγε το δέρμα του κρανίου του. Φοβούμενοι οι δήμιοι μήπως πεθάνει ο μάρτυρας, τον απέσυραν, τον έριξαν στο χώμα και βάζοντας πάνω στο στήθος του μια σανίδα πηδούσαν πάνω της για να του συντρίψουν τα κόκαλα και μετά τον έκτισαν μέσα σε τοίχο έχοντας ελεύθερο μόνο το κεφάλι του. Για να παρατείνουν δε το μαρτύριό του και την οδύνη του του έδιναν και τροφή».

* Επ. Φαρμακίδης, Η Λάρισα, εκδ. Γνώση, Λάρισα 2001, σ. 176.

5.8.26

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Η δικαιοσύνη της θάλασσας, 

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου 


Τ
ΟΝ Μπάρμπα-Καληώρα τὸν ὑποναύκληρο, συχνὰ θέλουν νὰ τὸν πειράζουν οἱ σύντροφοί του. Καὶ γιὰ νὰ τὸν πειράξουν δὲ χρειάζονται παρὰ νὰ τοῦ εἰποῦν τὸ συνηθισμένο λόγο τους:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ναυάγησες;

Στὸ ἄκακο τὸ ρώτημα ὁ γερoναυτικὸς ἀνάβει σὰν δαδί. Τὸ σκευρωμένο ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὸ ψήλωμα κορμί του ὀρθώνεται ἀλύγιστο· τὸ γελαστὸ καὶ ἄδολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σὰν μαρτιάτικος οὐρανός· τὰ μάτια του σπιθοβολοῦν ἀπὸ θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του, κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη, γυρίζει καὶ τοὺς λέει:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πᾶτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμή!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…

Τὸ τσοῦρμα τότε γελᾷ, σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια καὶ γελᾷ μαζί του ὁ Μπάρμπα-Καληώρας ὁ υποναύκληρος. Ἔτσι κ’ ἕνα μεσημέρι, ποῦ ἡ πρώτη βάρδια ἔραφτε κάποιο πανὶ στὴν πλώρη καὶ ἡ δεύτερη γιωμάτιζε μὲ σκύλινη ὄρεξη, θέλησαν πάλι νὰ τὸν πειράξουν. Τόρα ὅμως δὲ θύμωσε. Ἔμεινε ἥσυχος ἐκεῖ ποῦ καθόταν καὶ μόνον τὴ σακοράφα παραίτησε μισοπερασμένη στὸ πανὶ καὶ στύλωσε τὰ μάτια στὴ θάλασσα, μὲ κάποιο γαμόγελο στὰ χείλη. Ἔβλεπε τάχα τὸ κῦμα, ἢ τὸν ἴσκιο τοῦ πλοίου ποῦ μὲ τὴ σκάφη ψηλή, τ’ ἀγέρωχα κατάρτια, τὴν κοντραγέφυρα καὶ τὸν ψηλὸ καπνοδόχο γλυστροῦσε ἀπάνω στὰ νερά; Ποιὸς ξέρει! Μὰ ἀφοῦ γιὰ κάμποση ὥρα ἔμειν’ ἔτσι, γύρισε ἀργὰ τὰ μάτια περίγυρα καὶ βλέποντας κοντὰ τὸν ναύκληρο ποῦ ἔστριφε τὰ ἔμπολα μιᾶς γούμενας, εἶπε μὲ τόνο προφητικό:

— Νὰ ξέρῃς καλά, Μπαρμπαγιώργη, ποῦ ἡ θάλασσα ἔχει τὴν κρίση τῆς ὅπως κ’ ἡ στεριά. Καὶ τὴν ἔχει καλήτερη ἀπὸ τὴ στεριά. ’Εδῶ δέν ἔχει λόγια· ἔκαμες-ἔλαβες· σοῦ τὸ τίναξε ἀπάνω σὰν ἀστροπόβολο!… Μὰ τὸ κακὸ ποῦ εἶδα σὲ κεῖνο τὸ καταραμένο καράβι! Δὲν πολυκαίρισε οὔτε μῆνα. Τί λέω οὔτε μῆνα; Οὔτε δεκαπέντε μέρες· μωρ’ οὔτε δέκα! Μονοβδόμαδα ἔκαμ’-ἔλαβε. Καὶ νὰ σοῦ εἰπῶ, ἔτσι εἶνε σωστό. Γιατὶ ὅ,τι γίνει στὴ θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ἔγινε-πέρασε· πάει μὲ τ’ ἀγέρι, μὲ τὸ κῦμα, μὲ τὸν ἀφρό, μὲ τοῦ καιροῦ τὰ διάβατα. Γιὰ τοῦτο πρέπει ἐκεῖνο ποῦ θὰ ἔρθῃ, νὰ ἔρθῃ σύγκαιρα.

Ἤμουνα, θυμοῦμαι, ἄνεργος στὴν Πόλη. Δὲν ξέρω πῶς μοῦ ἦρθε κι’ ἀποφάσια νὰ κατεβῶ στὴν Ὕδρα, νὰ στεφανωθῶ. Μὰ μέρα μὲ τὴ μέρα νὰ βρῶ καράβι γνώριμο, ἔφαγα τὰ λεφτὰ ποῦ εἶχα γιὰ τὸ γάμο. Ἀπὸ τὸ Σιφνέϊκο καφενὲ στὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα· ἀπὸ τὴ Σαντορινιὰ ταβέρνα στὸ Κεμὲρ-ἀλτί. Χαρτιά, κρασί, γυναῖκες νυχτόημερα! Σὲ δεκαπέντε μέρες ἔβαλα καὶ χρέος τρία τάλληρα στὸν καφενὲ καὶ δεκατρία φράγκα στὴν ταβέρνα. Ὅσο γιὰ τὸ Κεμὲρ-ἀλτὶ μὴ ρωτᾷς· λίγο ἔλειψε νὰ μοῦ φορέσουν τὸ φεσάκι καὶ νὰ μὲ βάλουν νὰ παίζω τὴ λατέρνα στὴν πόρτα.

Μὰ τὸ δουλευτὴ ὅσο εἶνε γερὸς μὴ τὸν φοβερίζῃς. Ἐκεῖνες τὶς μέρες βγῆκε λόγος στὴν Κρασόσκαλα πῶς ἕνας Σπετσώτης τσουρμάρει γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πῶς τὸ ἄκουσα τελευταῖος. Ὁ ταβερνάρης ποῦ μὲ πίστωνε ἦρθ’ ἕνα βράδυ καὶ μοῦ λέει στ’ αὐτί:

— Πάρε τὸ καρτάκι καὶ τράβα στὸ Μπουγιούκδερε. Γύρεψε τὸ μπαρκομπέστια τοῦ καπετὰν Μπισμάνη κι’ ἔμπα μέσα. Αὐγὴ χαράματα σαλπάρετε γιὰ τὴ Μαύρη Θάλασσα.

Ἤπιαμε τὸ καρτάκι στὸ πόδι μὲ τὸν καλοθελητή μου, πῆρα τὰ ροῦχα στὸν ὦμο καὶ γραμμὴ γιὰ τὸ Μπουγιούκδερε. Αὐγὴ χαράματα πήραμε τὴν ἄγκυρα. Μὰ ὁ καπετάνιος ξεκολλημὸ δὲν εἶχε ἀπὸ τὶς κουμπάρες. Ξέρεις τί πιπερᾶτες σοῦ εἶνε! Τέλος βγήκαμε ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἥβραμε νοτιὰ τὸν καιρό· σὲ τέσσερες μέρες περάσαμε στὸ Κέρτζι.

Ἀρχὲς Νοέβρη ἕτοιμοι πάλι γιὰ ταξεῖδι. Πλάκωσε ὅμως ἡ Πεντέχτη. «Στὴ χάση-πιάση ἀρμένιζε, Πεντέχτη στὸ λιμιῶνα» ἔλεγαν οἱ παλαιοί. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης ἦταν φρόνιμος· ἄν δὲν ἔβλεπε καλοσυνάδα τὰ σημάδια τοῦ καιρού δὲν ἔλυνε πρυμόσχοινο. Μὰ τί νὰ φέρῃ ὁ διάβολος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας; Ὁ καπετάνιος εἶχε μία κάσα γλυκὰ σπιτίσια νὰ φιλέψῃ τὸν ἔμπορο. Γιὰ νὰ μὴν πληρώσῃ τελώνειο, τὰ δίνει μιὰ νύχτα σὲ φίλους νὰ τὰ βγάλουν λαθραῖα. Τὴν αὐγὴ μαθαίνει ἀπὸ τὸν ἔμπορο πῶς τὴν κάσα τὴν πιάσανε οἱ τελωνοφυλάκοι. Ἀκούοντας ἔτσι τρέχει στὸ καράβι. Οἱ Ροῦσοι δὲ χορατεύουν. Δὲν τοὺς κόστιζε τίποτα νὰ πάρουν τὸ πρᾶμα, νὰ κατασχέσουν τὸ καράβι καὶ ὅλους νὰ μᾶς στείλουν ἀλυσοδεμένους στὴ Σιβηρία. Οὔτε καιρὸ κοίταξε οὔτε τίποτα, μόνον πάρσιμο τὴν ἄγκυρα κι’ ἐμπρός. Καὶ νὰ ἰδῇς ποῦ συνεπῆρε κι’ ἄλλους τὸ κίνημά του. Πολλὰ καράβια ἦταν ἕτοιμα νὰ φύγουν μὰ ἔμεναν, βλέποντας συλλογισμένο τὸν καιρό· τόρα ὅμως βγῆκαν καὶ κεῖνα στὰ πανιά.

Μὰ ἡ Πεντέχτη ἔδειχνε πῶς δὲ θὰ παίξῃ. Γύρω τὰ οὐρανοθέμελα ἦταν κατάσκουρα· ὁ ἥλιος ἄσπρος καὶ λερωμένος σὰν ἄπλυτο καραβόπανο, στριφογύριζε γοργά, λὲς καὶ βιαζότανε νὰ κρυφτῇ στὰ κύματα. Τὰ δελφίνια ἔτρεχαν κοπαδιαστὰ ἀπάνω στὸν καιρὸ καὶ πηδοῦσαν ἔξω ἀπὸ τὰ νερά, σὰν νὰ τὰ κυνηγοῦσε καμμιὰ φάλαινα. Οἱ γλάροι μὲ τὸ λαιμὸ χωμένο, χαμωπετῶντας καὶ σκούζοντας ἔφευγαν κατὰ τὶς στεριές. Ὁ καπετάνιος βλαστημῶντας τοὺς Ρούσους καὶ τὸν ἔμπορο καὶ τὰ γλυκά, ἑτοιμάστηκε νὰ παλαίψῃ παλληκαρίσια.

— Ἄλα, παιδιά· φώναξε κυτάζοντας περίγυρα σὰν ἀγριόγατος· μάϊνα πανιά! οὔτε φούσκα νὰ μείνῃ στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα!…

Σὲ μισὴ ὥρα τὸ εἶπε κι’ ἔγινε: οὔτε φούσκα ἔμεινε στὶς σταύρωσες, οὔτε σχοινὶ στὰ ξάρτια, οὔτε χαραμάδα στὴν κουβέρτα. Τ’ ἀμπάρια. ἡ πλώρη ἡ κάμαρη τοῦ καπετάνιου, τὸ μαγεριὸ καρφώθηκαν ποῦ δὲν πέρναγε τρίχα. Πλάκωσε τέλος ἡ νύχτα καὶ μαζὶ πλάκωσε τὸ ψυχοβάσανο.

— Ἔ καὶ νὰ μᾶς τὸν ἔφερνε τρεμουντάνα!

— Ἂς τὸν πάρῃ πρῶτα στὴν ὄστρια, ὀστριασορόκο καὶ βλέπουμε.

— Σιγά, παιδιὰ καὶ πλακώνει τὸ πουνεντεμαΐστρο· στὴ βόλτα βρίσκονται σιγόντοι καιροί. Σωπᾶτε καὶ ἄβρεχοι θὰ πᾶμε στὰ Μπουγάζια.

Καὶ ὁ σκύλος ἀκόμη ὁ Καψάλης, στὴν ἄκρη τοῦ μπαστουνιοῦ καθισμένος, τέντωνε τὸ λαιμό, γύριζε ὁλοῦθε καὶ μυριζόταν τὸν ἄνεμο. Μόνον ὁ καπετάνιος ὀρθὸς ἐμπρὸς στὴν κάμαρή του, τραβοῦσε τὴν πίπα ἀκίνητος, λὲς κ’ ἦταν ἀπὸ μάρμαρο.

Ἀπάνω στὰ μεσάνυχτα ἦρθε τὸ πρῶτο φύλλο. Δεύτερο φύλλο καὶ ξέσπασε ὁ γρεγολεβάντες. Ὁ χειρότερος καιρὸς τῆς Μαύρης Θάλασσας μᾶς ἅρπαξε στὰ φτερά του. Ἀλλοίμονο στὸ σιταρόσπυρο ποῦ πέσῃ στοῦ μύλου τὰ δόντια!

Ἑφτὰ ἤμαστε στὸ μπαρκομπέστια κι’ ὁ καπετάνιος ὀχτώ. Κ’ οἱ ὀχτὼ μάτι δὲν κλείσαμε, τσιγάρο δὲ στρίψαμε ὅλη νύχτα. Ζωντανὴ θάλασσα ἔμπαινε ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς καὶ πελάγωνε. Τὰ μπούνια ὀρθάνοιχτα καὶ δὲ μποροῦσαν νὰ τὴν κεφαλώσουν. Ἕνα κῦμα ἔφευγε δυὸ ἐρχόνταν. Τυχερὸ ποῦ τὸ καράβι ἦταν καλοθάλασσο κι’ ὁ καπετάνιος σωστὸ θαλασσοποῦλι. Μὲ τὸ ρέκασμα ποῦ ἔκανε τὸ κῦμα μακρυά, γύριζε τὴν πλώρη καὶ τὸ δεχότανε στὰ πλάγια· ἀλλιῶς θὰ παθαίναμε μεγάλη ζημιά. Κ’ ἔτσι ὅμως ἡ ζημιὰ δὲν ἔλειψε. Ἕνα κῦμα ἦρθε καὶ μᾶς ἅρπαξε τὴ μικρὴ βάρκα ἀπὸ τοὺς μούρσους καὶ τὴ χόρευε στὴν κουβέρτα σὰν καρυδόφλουδο. Ρίχτηκαν δυὸ-τρία παιδιὰ νὰ τὴν ἁρπάξουν· μὰ ποῦ νὰ κρατήσουν ἀρκούδα λυσσασμένη; χέρια εἶνε, δὲν εἶνε ἀτσαλοσίδερο! Τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πλώρη, ἐκείνη στὴν πρύμη βρισκότανε. Καὶ τὴν ὥρα ποῦ ἅπλωναν κατὰ τὴν πρύμη, στὴν πλώρη ἔφτανε. Ἂν τὴν βλέπατε μωρὲς παιδιά, πῶς πηδοῦσε, ἂν τὴν ἀκούατε πῶς μούγκριζε κι’ ἀγκομαχούσε, πῶς ἔκοβε τὰ σχοινιὰ κ’ ἔσπαζε τὰ σίδερα, θὰ πιστεύατε πῶς ἦταν ὁ διάβολος σωστός.

— Τὸ Κόνισμα, παιδιά· τὸ Κόνισμα! φωνάζει ὁ ναύκληρος υποψιασμένος.

Καθὼς ἄκουσε «τὸ Κόνισμα», λύσσαξε ὁ τρισκατάρατος! Ἔκανε ὁλάκερο ξύλο νὰ τρέμῃ σὰν τὸ φυλλοκάλαμο. Καὶ στὴν ὥρα ποῦ ἔφερναν τὸ Κόνισμα, πήδησε στὰ κύματα μὲ τὸ Γιώργη τὸ Σπετσωτάκι, ποῦ ἀντιμαχόταν μαζί της. Γιὰ μιὰ στιγμή, τὸν εἶδα κάτου σὲ βαθειὰ καὶ θεοσκότεινη λαγκαδιὰ ν᾿ ἀντρομάχεται ἀπελπισμένα. Καὶ ἄξαφνα εἶδα κῦμα θεόρατο, μὲ χίλια νύχια καὶ μύριους ἀποκλαμούς, νὰ τὸν παίζῃ στ’ ἀφρισμένο στόμα του καὶ νὰ μᾶς τὸν πετᾷ μὲ βρισιὰ καὶ φοβέρα. Ρίχνομαι νὰ τὸν ἁρπάξω· ἀλλὰ σύγκαιρα πισωπάτησα. Ὁ δύστυχος κρεμόταν στὴν κουπαστὴ μὲ τὸ κεφάλι ἀνοιγμένο καὶ σκόρπια τὰ μυαλά. Δὲν πρόφτασα νὰ συνέρθω ἀπὸ τὴ φρίκη, καὶ τὸ κῦμα, τὸ ἴδιο κῦμα ποῦ μᾶς τὸν ἔριρξε πρίν, ἦρθε πάλι καὶ τὸν ἅρπαξε γιὰ πάντα. Κακόμοιρο παιδί! ἦταν ὁ καλήτερος τὴς συντροφιᾶς μας!

Ἦρθε τέλος ἡ αὐγή. Καλήτερα ὅμως νὰ μὴν ἐρχότανε! Εἶδες τὸ καλοκαῖρι ποῦ βάνουν φωτιὰ στὶς καλαμιὲς πῶς σηκώνονται κολῶνες οἱ καπνοί; Ἔτσι κολῶνες ἀνέβαιναν κλωθογύριστοι ἀπὸ τὴ θάλασσα στὸν οὐρανό. Καὶ τὶ οὐρανό; πυκνὸ καὶ βρώμικο σὰν ἀπὸ ξαντὸ κουρελιῶν, χαμηλώτερο ἀπὸ τὴν ἀμπασογάμπια τοῦ καταρτιοῦ μας. Ἡ γαλέτα, ὁ κοντραπαπαφίγκος κι’ ὁ παπαφίγκος χώνευαν μέσα του. Μοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκα στὸ χτίσιμο τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ οὐρανὸς ἦταν τόσο χαμηλὰ ποῦ τὸν ἔγλυφαν τὰ βώδια· πῶς οἱ καπνοὶ δὲν ἦταν παρὰ τῆς μεγάλης φωτιᾶς ποῦ ἄναψε τὸ φίδι γιὰ νὰ τὸν κάψῃ. Καὶ ἀπ’ ὥρα σ’ ὥρα περίμενα τὴν καλόγνωμη γουστερίτσα νὰ φέρῃ τὸ νερὸ γιὰ νὰ σβύσῃ τὴ φωτιά· ὁ οὐρανὸς νὰ ψηλώσῃ γαλανός, ὁ ἥλιος νὰ διώξῃ τοὺς καπνούς, νὰ φανῇ ἡ γῆ πλουτοδότρα, νὰ λάμψ’ ἡ θάλασσα καὶ τὰ πετούμενα στ’ ἀνθισμένα κλαδιὰ νὰ δοξολογοῦν τὸ Δημιουργό.

Ὄνειρο ἦταν ἡ ἐλπίδα μου! Οἱ καπνοὶ ὅλο καὶ πυκνότεροι μᾶς ἔζωναν περίγυρα καὶ δὲν ξεχώριζα παρὰ καμμιὰ φορὰ ἄσπρο τὸν ἀφρὸ θεόρατου κυμάτου, πράσινου σὰν ἀλογόπετρα. Κατὰ τὸ μεσημέρι κἄπως ἄριεψαν καὶ εἶδα μακρυὰ τὸν ἴσκιο ἑνὸς μπάρκου ποῦ κατέβαινε μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας. Πιάσαμε καὶ μεῖς τραβέρσο ἀπάνου στὸν καιρὸ μὲ τὰ κάτω πανιά. Μὰ ὥστε νὰ τὸ καλοϊδῶ τὸ ἔχασα τὸ μπάρκο. Οἱ κολῶνες ἄρχισαν πάλι ν’ ἀνεβαίνουν, κλωθογυρίζοντας τὶς ἄπιαστες τουλοῦπες τους, ἄλλες χαμηλές, ἄλλες ψηλότερες, ἄλλες συμμαζεμένες, ἄλλες φυτεμένες στὴ γραμμή, ἄλλες κλαδεμένες στὶς κορφές, ἐδῶ ἀδερφωμένες ἐκεῖ ἀριοφύτευτες. Καὶ μεῖς ἐκεῖ μέσα θαμένοι, καταμόναχοι, μισοπαγωμένοι καὶ θεονήστικοι, ἔλεγα πῶς εἴμαστε σὲ κανένα δάσος ἀπὸ κεῖνα τὰ μαγεμένα, ποῦ ἔχουν δέντρα καὶ πατουλιές, κρεβατωσὲς καὶ καμάρες ἀεροΰφαντες· ποῦ ἄνθρωπος δὲ διαβαίνει, καὶ πουλὶ δὲ λαλεῖ, καὶ θεριὰ δὲ μονιάζουν, παρὰ βασιλεύει ἐρημιά, καὶ σκοτάδι κυβερνᾷ, κ’ ἡ παγωνιὰ καταλεῖ ἀργὰ κι’ ἄσφαλτα τοὺς δύστυχους ποῦ πλάνεψε ἡ τύχη στὰ μονοπάτια του!

  Καὶ ὅμως οὔτε τ’ ἀγριεμένα κύματα, οὔτε οἱ καπνοί, οὔτε ἡ παγωνιὰ ποῦ ἔπηζε τὸ αἷμα στὶς φλέβες μᾶς βασάνιζε τόσο, ὅσο ἡ λάμια ποῦ εἴχαμε μέσα μας. Θεόστραβη, μωρέ, ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε τὰ σωθηκά! Ἦρθε ὥρα ποῦ ἀφίσαμε κάθε δουλειὰ καὶ ρίξαμε ὅλοι τέτοια φωνή, ποῦ τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας τρόμαξαν ἀκούοντάς τη. Εἴπαμε νὰ ξυλώσουμε τ’ ἀμπάρια, νὰ σπάσουμε τὴν πλώρη κι’ ἂς ἦταν ὁ θάνατός μας. Ὁ καπετάνιος εἶδε τὴ στιγμὴ κ’ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κάμαρή του ἕνα κουτὶ γαλέτες κ’ ἕνα μποτιλάκι ροῦμι. Γαλέτα μὲ βούτυρο καὶ ροῦμι ζαμάϊκα! Θεριέψαμε. Πλάκωσε ἡ νύχτα θεοσκότεινη κι’ ἄγρια. Ἄγριοι καὶ μεῖς τοιμαστήκαμε νὰ μετρηθοῦμε μὲ τὸ Χάρο.

Ἄξαφν’ ἀκούω στὴν πλώρη στριγγιὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκοποῦ καὶ τὴν καμπάνα ποῦ χτύπαε διαβολεμένα. Τὴν ἴδια ὥρα ἄλλη παρόμοια φωνὴ κι’ ἄλλη καμπάνα ἀκούστηκε νὰ βγαίνῃ ἀπὸ τὸ τρισκότιδο. Ὅποιος δὲν ἄκουσε στὴ ζωή του τέτοια φωνὴ καὶ τέτοια καμπάνα, χίλιες φορὲς καλότυχος! Ὁ κίνδυνος τῆς θάλασσας δὲν ἔχει γλῶσσα φοβερώτερη ἀπ’ αὐτή. Τὴν ἀκοῦς μιὰ στιγμὴ καὶ τὴ θυμᾶσαι ὥς που νὰ πεθάνῃς. Γιατί πίσω ἀκολουθάει πάντα ἕνας χτύπος ποῦ θυμίζει τὸ χῶμα καὶ τὸ νεκροκρέβατο.

Καὶ νάτος! ἀκούστηκε ὁ ἀναθεματισμένος χτύπος κι’ ἔνιωσα τὸ καράβι νὰ σπαράζῃ, σὰν νὰ τὸ πιάσανε σπασμοί. Πηδάω στὴν πλώρη· ἕνα θεόρατο μπάρκο μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς ἀμπασογάμπιας ἦταν μάσκα μὲ μάσκα στὸ δικό μας. Ἐκεῖ ν’ ἀκοῦς φωνὲς καὶ κακό! Ὁ καπετάνιος τοῦ μπάρκου ἔβριζε τὸ δικό μας καὶ τὸν ἔλεγε τσοπάνο· ὁ δικός μας τοῦ ἀπαντοῦσε: «παπλωματᾶ!» Οἱ βάρδιες πιάστηκαν μαλλιὰ μὲ μαλλιά. Οἱ ναῦτες ἔτρεχαν ἀπὸ πρύμη σὲ πλώρη μὴ ξέροντας τί γυρεύουν, βλαστημῶντας χωρὶς νὰ ξέρουν γιατί. Ἄλλοι γύρευαν τὶς βάρκες νὰ ρίξουν στὴ θάλασσα καὶ γιὰ βάρκες ἔπιαναν τὶς κουπαστές. Ὁ Κράπας γύριζε σὰν τὸ ἄλογο στ’ ἁλῶνι, σέροντας πίσω του μιὰ γούμενα θαρρόντας πῶς ἦταν τὸ σεντοῦκι του. Ὁ Κουτρούφης ὁ Σιφνιὸς τραβοῦσε τὰ μακριά του τὰ γένεια, πιστεύοντας πῶς τραβοῦσε τὴ σκότα τοῦ παπαφίγκου. Ὁ Μπαρμπατρίγγας ὁ Μυκωνιάτης λούφαξε πίσω ἀπὸ τὸν ἀργάτη λυσοδένοντας τὰ βρακιά του. Οὔτε οἱ σκύλοι δὲν ἔμεναν ἥσυχοι. Ὁ Καψάλης καὶ ὁ ἄλλος τοῦ μπάρκου, σκαρφαλωμένοι στὰ παραπέτα ἄφριζαν δαγκόνοντας ξύλα καὶ σχοινιὰ κι’ ἀλιχτοῦσαν, λὲς κι’ ἔβριζεν ὁ ἕνας «τσοπάνο!» κι’ ὁ ἄλλος «παπλωματᾶ!» Ἔβριζαν οἱ καπετᾶνοι, φώναζαν οἱ ναῦτες, ἀλιχτοῦσαν τὰ σκυλιά, ἡ θάλασσα ρέκαζε, τὰ καράβια ἀνεβοκατέβαιναν καὶ τριζοκοποῦσαν, σὰν δυὸ θεριὰ ποῦ πάσχουν νὰ γονατίσῃ τὸ ἕνα τἄλλο! Καὶ ψηλὰ τὰ φανάρια τῆς γραμμῆς ἔχυναν τὸ χρωματιστὸ φῶς τους σιωπηλά.

Δὲν ξέρω πῶς βρέθηκα στὴν πλώρη. Σκύφτω, τί νὰ ἰδῶ; Ὅλη ἡ δεξιὰ μάσκα φαγωμένη καὶ τὸ κῦμα χυνότανε στ’ ἀμπάρι κι’ ἔνιωσα τὴν κουβέρτα νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὰ πόδια μου. Δὲ χάνω καιρό, πηδάω στὸ μπάρκο.

— Παιδιά, ἐδῶ! φωνάζω.

Γιατὶ πήδησα στὸ μπάρκο; γιατὶ φώναξα «παιδιὰ ἐδῶ;» Καὶ γὼ δὲν ξέρω. Μοῦ τὸ εἶπε ὁ ἄγγελός μου. Στὴ φωνή μου πήδησαν κι’ οἱ ἄλλοι στὸ μπάρκο κι’ ὁ καπετάνιος στερνός. Ἀπάνω στὴν ὥρα· πέντε λεφτὰ ἀργότερα ὅλοι θὰ πηγαίναμε στὸ φοῦντο. Γιατὶ ἀπὸ τὸ τίναγμα ἦρθε στιγμὴ καὶ χωρίστηκαν τὰ καράβια. Τὸ μπαρκομπέστια στέναξε βαθειά, βούτησε μὲ τὴν πλώρη, ἔγειρε στὸ δεξὶ πλευρό, ἀνατινάχτηκε μιά, ὥς ποῦ ἄνοιξε ἡ θάλασσα καὶ τὸ ἔκλεισε ἀφροκοπῶντας στὴν ἀγκαλιά της. Μὰ ἰδὲς τί Θεοῦ συνέργεια! Τὸ μπαρκομπέστια κατεβαίνοντας συνεπῆρε μαζὶ τὸ μπαστοῦνι τοῦ μπάρκου μὲ ὅλα τὰ σχοινιὰ καὶ τοὺς φλόκους καὶ τὰ σίδερα. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἔρχεται ἕνα φύλλο δυνατὸ καὶ ρίχνει κάτω καὶ τὸ πλωριὸ κατάρτι μὲ ὅλες του τὶς σταύρωσες. Ἀλάφρωσε τὸ ξύλο· ἀντρειεύτη καὶ τινάχτηκε μὲ τὴν πλώρη ὁλόρθη. Στὸ ξαφνικὸ ὀρθοπλώρισμα κυλίσαμε ὅλοι στὴν πρύμη σὰν ἀσκιά.

— Ἄλα παιδιά, στὶς τρόμπες! φωνάζει ὁ καπετάνιος· οἱ τρόμπες εἶνε ἡ σωτηρία μας!

Ξημέρωσε τέλος ὁ Θεὸς τὴν ἡμέρα. Μὰ τί μέρα; Οὐρανὸς καὶ θάλασσα εἶχαν μιὰ θολωμάρα ποῦ ἔσφιγγε τὴν καρδιά. Πιὸ συχαμένῃ αὐγὴ δὲ θυμοῦμαι ν’ ἀπάντησα στὴ ζωή μου!

Ἄξαφνα ἐκεῖ ποῦ τρομπάριζα ἀκούω τὸ ναύκληρο κἄτι νὰ σφυρίζῃ στ’ αὐτὶ τοῦ καπετάνιου. Αὐτιάζομαι· οἱ ναῦτες τοῦ καραβιοῦ ἔλειπαν ὅλοι! Ἀκόμη ἔμαθα πῶς τὸ μπάρκο ἦταν Ἰταλικό. Οἱ ναῦτες πήδησαν βέβαια στὸ καράβι μας, ὅπως ἐμεῖς στὸ δικό τους καὶ μαζὶ τοὺς ρούφηξε ἡ θάλασσα. Ἔλειπε ὅμως ἡ μεγάλη βάρκα καὶ μπορεῖ σὲ κείνη νὰ ζήτησαν τὴ σωτηρία τους. Κοιτάζω γύρω· τίποτα. Τοὺς συχώρεσα καὶ τοὺς ξέχασα. Ἦβρε ὡς τόσο τὸν κόχυλα καὶ φύσηξε ὁ ναύκληρος δυὸ-τρεῖς φορές. Ἀλλὰ μονάχα ἡ φωνάρα του ἀκούστηκε βαρειὰ καὶ στριμμένη, σὰν ἀνάμπαιγμα ποῦ ἔστελνε τὸ ἄσπλαχνο τὸ πέλαγο.

Κατὰ τὸ μεσημέρι ὁ ἥλιος ἔσχισε τὰ σύγνεφα κι’ ἔριξε μιὰν ἀχτῖνα του μακριά. Τὰ βουνὰ τῆς Θεοδόσιας, χιονισμένα, ἔβγαιναν σὰν κρυσταλλένια παλάτια μέσ’ ἀπὸ τὰ θολὰ νερά. Εἴμαστε κάτου ἀπὸ τὴν Κριμαία. Ἂν ἦταν τρόπος νὰ πλησιάζαμε κεῖ, θὰ εἴχαμε ἐλπίδα. Ἀλλὰ τὸ μπάρκο στὴν κατάσταση ποῦ βρισκότανε ἦταν ἀκυβέρνητο. Καὶ μὴν εἶχε σκοπὸ νὰ λιγοστέψῃ ἡ χιονιά; Ὅσο πήγαινε Τοῦρκος γινότανε. Φύλλο στὸ φύλλο ἐρχόνταν οἱ ἀνέμοι, ἅρπαζαν τὴν παγωμένη ἄχνη στὰ φτερά τους, τὴ στριφογύριζαν σὰν κουρνιαχτὸ στὰ τρίστρατα. Ἦταν Σαραντάημερο βλέπεις, κι’ ὅλα τὰ συντάγματα των διαβόλων ἦταν πεσμένα στὸ γιαλό. Κι’ ὁ βασιλιᾶς τους, ἀκοῦς, ποῦ ἔχει θρόνο του τὴ Σαντορίνη, μέσα ἦταν καὶ κεῖνος καὶ ὁδηγοῦσε τὰ φοβερὰ φουσάτα του στὸ χαλασμὸ τοῦ κόσμου. Ἡ θάλασσα ἀφροκοποῦσε ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη καὶ κυνηγοῦσαν ἕνα τὸ ἄλλο τὰ κύματα καὶ ψήλωναν καὶ δέρνονταν καὶ βαρυβογγοῦσαν, γκαστρωμένα τὸ χαμό. Δὲν πίστευες πῶς ἦταν νερὸ παρὰ θεριὰ ἀνήμερα· λύκοι καὶ λέοντες καὶ τίγρεις καὶ ὕαινες· ἀρκοῦδες ἀσπρόμαλλες, ποῦ κοπάδια πεινασμένα ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ οὐρανοθέμελα καὶ χύνονταν στὸ ἄμοιρο καράβι μας. Ἕνα κῦμα ἐδῶ πλάκωνε μὲ τὸ στῆθος πλατύ, τρίζοντας τὰ δόντια του καὶ φοβερίζοντας, σὰν νὰ ζητοῦσε νὰ δώσῃ τὸ τελειωτικὸ χτύπημα. Ἄλλο ἐκεῖ γλυστροῦσε ταπεινό, σὰν τὴν τίγρη ποῦ σέρνεται τῆς κοιλιᾶς νὰ πλακώσῃ κοιμάμενο τὸν ὀχτρό της· καθὼς ἔφτανε κοντά, ψήλωνε γιαμιᾶς, καβαλλίκευε τὸ κατάστρωμα σάρωνε ὅ,τι ἕβρισκε, ξύλα καὶ σχοινιὰ καὶ σίδερα, καὶ περνοῦσε ἀντίπερα γρούζοντας ἀκόμη κι’ ἀλιχτῶντας πεισμωμένα, γιατὶ δὲ μπόρεσε νὰ κάμῃ περισσότερο κακό. Ἄλλο ἐρχόταν ἀπὸ μακριὰ ψηλὸ καὶ φουσκωμένο, ἀνεμοκυκλοπόδης πολεμιστὴς μὲ φαρμακερὲς σαγίτες, ἀνυπόμονος νὰ κάμῃ καὶ νὰ δείξῃ. Ἔσκαε ὅμως πρὶν νὰ φτάσῃ στὸ σκοπό του καὶ μανισμένο ἔστελνε τοὺς ἀφροὺς καταπάνω μας. Καὶ ἄλλα μύρια σπρόχνονταν ὁλόγυρα βιαστικὰ ποιὸ νὰ χτυπήσῃ πρῶτο, ποιὸ νὰ δώσῃ τὴ δυνατώτερη πληγή, διαλέγοντας τὸ μέρος ποῦ θὰ σκαλώσουν ἀπάνω, σὰν ἀσκέρι ἄγριο πολιορκητῶν γύρω σὲ ἄπαρτο κάστρο. Ἕνα ἐδῶ λάγκευε κ’ ἅρπαζε μὲ ἀφρισμένα δόντια τὴν κουπαστή· ἄλλο ἐκεῖ μὲ τὸ παίξιμο τῆς οὐρᾶς του ἔκανε τρίμματα τὴ σκάλα· ἄλλο μὲ μύτη φοβερὴ σούβλιζε τὰ παραπέτα κι’ ἄλλο ἔπιανε ἀπὸ τὴν πρύμη καὶ τάραζε σύγξυλο τὸ πλεούμενο, σὰν κουρέλι. Καὶ ἄλλα, κοπάδι ὀλάκερο, γλυστροῦσαν κάτω ἀπὸ τὴν καρίνα καὶ γιαμιᾶς πηδοῦσαν ὀρθά, πάσχοντας νὰ τὸ ἀναποδογυρίσουν. Καὶ κεῖνο τὸ δόλιο ἔγερνε ἀποδῶ, διπλάρωνε ἀποκεῖ, βουτοῦσε μὲ τὴν πρύμη, σηκωνόταν μὲ τὴν πλώρη, δερνόταν καὶ βογγοῦσε ἀργὰ καὶ πονετικά, σὰν αἰσθαντικὸ πρᾶμα. Ἦρθε στιγμὴ ποῦ τὸ συμπόνεσα. Ξέχασα τὸ δικό μου κίνδυνο καὶ γύρισα σὲ κεῖνο τὴν ἔνοια μου, μὴ μπορῶντας νὰ φαντασθῶ τί τάχα τοὺς ἔφταιξε καὶ ἦταν τόσο ἐνάντια του τὰ κύματα;

Τὸ μπάρκο εἶχε δυὸ τρόμπες· μιὰ στὴν πρύμη καὶ μιὰ στὴν πλώρη. Γιὰ νὰ κινηθοῦν ἤθελαν ἀπὸ τρεῖς ἀνθρώπους καθεμιά. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἄφιναν τὸν καπετάνιο νὰ καταπιαστῇ μὲ τὶς τρόμπες. Μὰ ἔπειτα ἔγινε· πήγαινε πότε στὴ μία, πότε στὴν ἄλλη κ’ ἔτσι ἔβγαινε ὁ ναύτης κ’ ἔπαιρνε λίγη ἀνάσα. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποῦ τρακάραμε ὥς τὴν αὐγὴ δουλέψαμε καλά. Ἂν δὲ λιγόστεψε τὸ νερό, δὲ μπόρεσε ὅμως νὰ μᾶς κεφαλώσῃ.

Δὲν ξέρω γιατὶ ἡ νύχτα ἀγριεύει τόσο τὸν ἄνθρωπο. Θηρίο γίνεται· χωρὶς νὰ θέλῃ ἀφρίζει· χωρὶς νὰ σκεφτῇ δίνει σῶμα στὸν κίνδυνο. Τὸν φαντάζεται ἄνθρωπο, δράκο καὶ γυρεύει νὰ μετρηθῇ μαζί του. Νομίζει πῶς τὸν ἔχει ἐμπρός του· πῶς τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ μέση καὶ τὸν βροντᾷ χάμου. Τὸν βρίζει· καὶ βλέπει τὴ βρισιὰ νὰ τοῦ κάθεται μυλόπετρα στὴν ψυχή. Τὸν φτεῖ· καὶ βλέπει τὸ ρόχαλό του κακὴ παρασαρκίδα στὸ πρόσωπο. Δίνει γροθιὰ στὴ γροθιά, κλωτσιὰ στὴν κλωτσιά, δάγκωμα στὸ δάγκωμα. Παλαίβει μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ πόδια, μὲ τὰ γόνατα, μὲ τὸ κεφάλι, μὲ τὰ δόντια, μὲ τὰ νύχια. Γύρω στὸ σῶμά του νιώθει νὰ φυτρώνουν τόσες δύναμες ποῦ ἀπορεῖ πῶς δὲν τὶς ἤξερε πρίν. Τὸν σπρώχνει ἀποδῶ, ἀποκεῖ τὸν ξεσχίζει, ἀλλοῦ τὸν στραγγαλίζει. Αἰσθάνεται νὰ τὸν περιχύνῃ τὸ αἷμά του, τὰ κοψίδια νὰ κρέμωνται στὰ δάχτυλά του σπαρταριστὰ καὶ κεῖνος ὅλο φυσᾷ κι’ ὅλο θυμώνει καὶ ἀντρειεύεται.

Σὲ τέτοια θέση τόρα ἤμουν καὶ γώ. Ὅλη νύχτα πάλαιβα μὲ τὶς τρόμπες καὶ οὔτε κόπο κατάλαβα, οὔτε κρύο, οὔτε νύστα, οὔτε τίποτα. Πεῖσμα μόνον φοβερό. Πατοῦσα τὴν τρόμπα καὶ νόμιζα πῶς ἔβγαινε ἄμπουλας τὸ νερό. Μόλις ὅμως πλάκωσε ἡ μέρα κόπηκαν τὰ ἥπατά μου. Ὁ καπετάν Πήλιουρης ποῦ λένε οἱ Κρανιδιῶτες πῶς βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο καὶ γυρίζει στὸν κόσμο, δὲν ἔχει ποτὲ τὴ δική μας κατάντια. Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τὰ μαλλιά μας, τὰ μουστάκια, τὰ γένεια σκλήρυναν σὰν ἀγκάθια. Τὰ μάτια χωμένα στὰ πυκνὰ ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σὰν σαλιγκάρια. Ὅσο γιὰ τὸ μπάρκο, τὸ μισὸ ἀπόμενε. Οὔτε παραπέτα, οὔτε κουπαστές, οὔτε ξάρτια, οὔτε πανιὰ ἀκέρια. Καὶ τὸ ἄνοιγμα κάτω ἀπὸ τὸ ὄκιο ἔχασκε πάντα νὰ καταπιῇ τὰ πέλαγα. Πρῶτος ὁ Δημήτρης ὁ Σκοπελίτης, ἀξιώτερος καὶ πιὸ χεροδύναμος τῆς συντροφιᾶς, δίνει ἕνα φάσκελο τῆς τρόμπας καὶ ξαπλώνεται τ’ ἀνάσκελα στὴν κουβέρτα.

— Μωρέ σκυλί! τοῦ φωνάζει ὁ καπετὰν Μπισμάνης, τί κάνεις;

— Δὲν μπορῶ πιά.

— Μωρέ, θὰ χαθοῦμε! ἐδῶ ἔχουμε τσ’ ἐλπίδες μας.

— Ἂς χαθοῦμε! ἔτσι κ’ ἔτσι θὰ μᾶς φάῃ ποῦ θὰ μᾶς φάῃ τὸ κῦμα· κάλλιο μιὰ ὥρ’ ἀρχήτερα. Λύθηκα…

Ἀλήθεια· ὅλοι εἴμαστε λυμένοι. Τὰ γόνατά μου ἔτρεμαν· τὰ δάχτυλά μου, ὅπως ἦταν κλεισμένα στὸ σίδερο ἔτσι ἔμεναν· οὔτε ν’ ἀνοίξουν, οὔτε νὰ κλείσουν περισσότερο μποροῦσαν Εἶχα ἕναν πόνο στὰ νεφρά· καθὼς ἔσκυφτα νὰ πατήσω τὴν τρόμπα ἤθελα ἄλλο νὰ μὲ τραβᾷ ἀπὸ πίσω γιὰ νὰ σηκωθῶ. Ἕτοιμος ἤμουν καὶ γὼ νὰ τὴν παρατήσω. Ἀλλὰ στὴν ὥρα ἀκούω τὸ ναύκληρο νὰ φωνάζῃ ἀπὸ τὴν πλώρη:

— Πανί, παιδιά! ἕνα πανί!…

— Ἕνα πανί! φωνάζω χωρὶς νὰ ἰδῶ τίποτα.

Εἴδαμε τέλος μακριὰ ἕνα μικρὸ χαμηλὸ πανάκι ποῦ ἀρμένιζε τὸ μαΐστρο. Μὲ μιᾶς ζωντάνεψα. Ὄχι ἐγώ· ὅλοι μας. Κι’ ὁ Σκοπελίτης ἀκόμα πήδησε καὶ ρίχτηκε στὴν τρόμπα, ποῦ ἔκαμε νὰ τρίξουν ὅλα της τὰ χάρβαλα. Δένουμε ἀμέσως τὴ σημαία κόμπο στὸ χαϊμαλὶ ψηλὰ κι’ ἀρχίζουμε νὰ φωνάζουμε, νὰ φυσᾶμε τὸν κόχυλα καὶ νὰ κινοῦμε τὶς σκούφιες μας. Μόλις σὰν χελιδονάκι ποῦ σιγοπετᾷ προμηνῶντας τὴν ἄνοιξη φαινόταν τὸ καράβι ἀσώματο μακριά. Καὶ ὅμως πίστεψα πῶς μᾶς εἶδε, πῶς ἄκουσε τὶς φωνές, γνώρισε τὸν κίνδυνο κ’ ερχόταν βόλι καταπάνω μας. Ἦρθε μάλιστα στιγμὴ ποῦ ἀφήσαμε τὶς τρόμπες κ’ ἔτρεξε καθένας στὴν πλώρη γιὰ νὰ ἕβρῃ τίποτα νὰ πάρῃ μαζί του.

— Μωρέ παιδιά, βουλιάζουμε! ἀκούω ἄξαφνα τὴ φωνὴ τοῦ καπετάνιου.

Πηδάω ἔξω. Γιὰ πέντε λεφτὰ τὸ νερὸ μᾶς κεφάλωσε. Ριχτήκαμε πάλι ν’ ἀρχίσουμε τὸν ἀγῶνα. Ἀλλὰ τόρα δὲ μᾶς φαινόταν βαρύς. Τὸ καράβι ὅλο καὶ πλάκωνε. Σὲ λιγάκι φάνηκε ὁλάκερο τὸ σκαφίδι. Ἀλλὰ δὲν ξέρω γιατὶ στοίχειωσε ἡ ἀπελπισία στὴν ψυχή μου, καὶ δούλευα ἀκόμη τὴν τρόμπα.

— Ρὲ Καληώρα, δὲν παρατᾷς πιὰ τὴν ἔρμη! γυρίζει καὶ μοῦ λέει ὁ καπετάνιος· νά το πλάκωσε· τί παιδεύεσαι ἄδικα;

— Δὲν πειράζει.

Δὲν ἤθελα νὰ ξεστομίσω τὴν ὑποψία μου, γιατὶ θὰ μ’ ἔπαιρναν γιὰ παλαβό. Τὸ μπάρκο πλησίαζε· διάβαζα μάλιστα καὶ τ’ ὄνομά του στὶς κουλοῦρες· τὸ ἔλεγαν «Σωτήρα».

— Ἄ! ἄ! ἄ!… ἔβαλαν ὅλοι χαρούμενες φωνές.

Ἀπὸ κείνους οὔτε κινήθηκε, οὔτε φώναξε κανείς. Εἶδα καλὰ τὸν τιμονιέρη στὸ τιμόνι, τὸν καπετάνιο ὀρθὸ στὴν πρύμη· τὸ ναύκληρο καὶ πεντέξη ναῦτες μὲ τὶς σκότες στὰ χέρια. Ὅλοι ἔστεκαν καὶ μᾶς κοίταζαν, μὰ οὔτε σχοινιὰ τοίμαζαν οὔτε τίποτα. Μόνον ὁ σκύλος τους, ἕνας σκύλος μαλλιαρός, κατάμαυρος μὲ κεφάλι ὁλοστρόγγυλο σὰν μπόμπα κανονιοῦ, μᾶς ἔστελνε τὸ ἄγριό του ἀλύχτιμα.

— Τοὺς ἄτιμους! ψιθύρισα.

— Γιὰ ποιοὺς λές; μὲ ρώτησε ὁ καπετάνιος.

— Γιὰ τοὺς σκύλους.

Καὶ ρίχτηκα πάλι μὲ τὰ δυνατά μου στὴν τρόμπα.

— Ὄρεξη ποῦ τὴν ἔχει ὁ Καληώρας· εἶπε ὁ καπετάνιος γελῶντας· θαρρεῖς καὶ θέλει νὰ τὴν ξαρραθυμίσῃ.

Ὡς τόσο τὸ μπάρκο ἦρθε μία βόλτα κ’ ἔπεσε δίπλα μας, δεκαπέντε ὀργιὲς μακριά. Μὰ βλέπω ἄξαφνα τὸν καπετάνιο νὰ γυρίζῃ στὸν τιμονιέρη. Μιὰ τιμονιὰ καὶ τὸ παίρνει σταβέντο. Βάνουμε τὶς φωνές.

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε; σωτηρία!… Ἀδέρφια, πνιγόμαστε!… σωτηρία!…

Ἀκούστηκε κάποια φωνὴ καὶ πάψαμε βουλώνοντας ἕνας τοῦ ἄλλου τὸ στόμα. Καὶ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοφύσημα, ἀκούστηκε χαρόσταλτο ἀνάμπαιγμα ἡ φωνή:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν τὸ πίστευαν τ’ αὐτιά μου! Εἶπα πῶς ὁ καπετάνιος ἤθελε νὰ παίξῃ μὲ τὴ θέση μας καὶ ἄρχισα νὰ πεισμώνω περισσότερο γιὰ τὰ ἄνοστα χωρατὰ παρὰ γιὰ τὴ σκληρή του πράξη. Ὁ «Σωτήρας» ὅμως πάντα μάκραινε. Βάνουμε πάλι τὶς ἄγριες φωνές:

— Μωρ’ ἀδέρφια πνιγόμαστε! ποῦ μᾶς ἀφίνετε! σωτηρία! πνιγόμαστε, σωτηρία!…

Βουλώσαμε πάλι τὸ στόμα· κρατήσαμε τὴν ἀνάσα μας. Καὶ ἡ φωνὴ ἀπὸ τὸ μπάρκο, συντροφιασμένη μὲ τὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τὸ ἀνεμοβόγγιμα, πιὸ δυνατὴ καὶ ἀναμπαίχτρα ξαναδευτέρωσε:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Ἔμεινε ὅπου βρέθηκε καθένας γιὰ πολλὴ ὥρα. Ἄξαφνα, σκορπίσαμε τρελλοί, σκαλώσαμε στὰ κατάρτια καὶ μονόγνωμοι ἀρχίσαμε νὰ φασκελώνουμε καὶ νὰ φωνάζουμε:

— Τῆς μάννας σου τὸ κέρατο!… Χάννε μοῦνε!… χάννε μοῦνε!…

Ὅταν ἄφησα τὸ κατάρτι, τὸ μπάρκο ἔμοιαζε μὲ νυχτερίδα. Κάπου ἄρχιζαν νὰ ξανοίγουν τὰ θεμέλια τ’ οὐρανοῦ, ἀργὰ ὅμως σὰν νὰ πάλαιβαν συνατοί τους οἱ καιροί. Ἔγερνε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος καὶ τὸ κῦμα καθὼς ἔσκαζε ψηλά, σπιθοβολοῦσε πολύχρωμο καὶ βροντερό, σὰν νὰ κυλοῦσε συντρίμια ἀπὸ λόγχες καὶ γυμνὰ σπαθιά, δίκοπους μπαλαντάδες καὶ μαχαίρια καὶ κράνη χάλκινα, σπρώχνοντας νὰ τὰ ρίξῃ πέρα στὴν ἀκρογιαλιά, μαζὶ μὲ τὰ γυμνὰ κορμιά. Καὶ μέσα στὴν ὑγρὴ ἄχνη ποῦ ἀνεμόφτερη ἔτρεχε κατὰ τὴ νοτιά, τὸ Τόξο ἔλαμπε ὑφασμένο ἀπὸ νεράϊδας χέρι ἀπάνω σὲ ἀεροκάμωτο διασίδι. Μὰ τί κατάρα ποῦ τὴν πήραμε καὶ μεῖς! Τὸ θεόσταλτο σημάδι ποῦ προλέγει πάντα τὴν καλοσύνη τοῦ καιροῦ, στοὺς ναυτικοὺς γράφηκε νὰ προλέγῃ θαλασσοταραχὲς καὶ ἀγριοκαίρια:

Εἶδες Τόξο τὴν αὐγή;
καλοσύνη τὸ βραδύ.
Εἶδες Τόξο τὸ βραδύ;
κακοσύνη τὴν αὐγή!

Ἄρχισα νὰ πιστεύω πῶς ξεγραφτήκαμε ἀπὸ τοῦ κόσμου τὸ βιβλίο· πῶς οἱ ἄνθρωποι τράβηξαν χέρι μὴ συνεπάρῃ καὶ κείνους τοῦ Θεοῦ ἡ κατάρα. Καὶ ἄλλοι ἂν μᾶς ἀπαντήσουν, ἔλεγα, ἔτσι θὰ μᾶς φερθοῦν. Ὅπως ἀπὸ τὶς πολλὲς φωνὲς τοῦ καπετάνιου, ποῦ δὲν ἔχανε τὸ θάρρος του, πιάσαμε πάλι τὶς τρόμπες. Τρομπάραμε καμμιὰ ώρα· ἔπειτα ἕνας-ἕνας τὶς ἀφήσαμε. Πλάκωσε ὡς τόσο ἡ νύχτα. Καὶ τί νύχτα; Κόλαση σωστή. Οὔτε ἄστρο στὸν οὐρανό, οὔτε φανὸς στὴ θάλασσα! Εἶπε μιὰ στιγμὴ νὰ φυσήξῃ πονεντογάρμπι· ἀλλὰ πάλι τὸ γύρισε γρεγοτρεμουντάνα. Χιόνι ἄρχισε νὰ μᾶς σκεπάζῃ· θυμήθηκε, βλέπεις, ὁ οὐρανὸς πῶς χρειαζόμαστε σάβανο! Νέκρα ἔπεσε στὸ καράβι καὶ νόμιζες πῶς ἦταν παντέρημο στὰ κύματα. Μόνον στὴν πλώρη ἀγουριόταν τὸ σκυλὶ καὶ ἡ τρόμπα στὴν πρύμη ἔβγαζε ἀργὰ καὶ ρυθμικὰ τὸ θρῃνητικό της σκούξιμο, κάτω ἀπὸ τοῦ καπετάνιου τὰ χέρια.

— Μωρὲ ναῦτες ποῦ τοὺς διάλεξα! μουρμούριζε· ἕνας κ’ ἕνας! Νὰ χαθοῦν δὲ βρίσκοντε σ’ ὅλῃ τὴ γῆ!… Ἂμ δὲν πᾶτε, καϋμένοι μου, νὰ φορέσετε φουστάνια!

— Μὰ τί θὲς νὰ κάνουμε; τοῦ λέει ὁ Κράπας.

— Τί νά κάνετε; νὰ παλαίψετε μωρέ· νὰ παλαίψετε! Σ’ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ πόδια ὁ Χάρος; πιάσ’ τὸν ἀπὸ τὸ λαιμό… Θὰ σὲ πάρῃ – νὰ σὲ πάρῃ παλληκαρίσια. Ὄχι νὰ σταυρώσῃς τὰ χέρια καὶ νὰ παραδοθῇς!

— Μὰ δὲ βλέπεις ποῦ χάσκει τὸ κῦμα νὰ μᾶς καταπιῇ!

— Ὥς ποῦ νὰ μὲ καταπιῇ κεῖνο, τὸ ρουφάω γώ!…

Ὁ καπετὰν Μπισμάνης γύρευε νὰ μᾶς κεντήσῃ τὸ φιλότιμο. Ἀλλὰ ποιὸς μποροῦσε νὰ κινηθῇ. Τὰ χιόνι πλάκωνε μία πήχη στὸ κατάστρωμα. Στὰ σχοινιά, στὰ κατάρτια, στὰ σίδερα, στὰ κουρέλια τῶν πανιῶν ἁπλονόταν κι’ ἀσπρογάλιαζε σὰν κουλουριασμένα φίδια. Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἐρχόταν τὸ κῦμα καὶ μου ἔδερνε τὸ πρόσωπο. Μὰ δὲν εἶχα δύναμη νὰ σηκωθῶ. Ἄρχισε νὰ μὲ πιάνῃ ἀποκαρωμάρα καὶ κεῖ ποῦ ἤμουν ἀκόμη ζωντανὸς νόμιζα πῶς ἤμουν κουφάρι, πῶς μὲ κυλοῦσαν τὰ κύματα. Ἔλεγα πῶς ἤμουν πρισμένος ταβοῦλι· πῶς τὸ κεφάλι μου ἦταν ὅμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο· πῶς τὰ πόδια μου ζύγιζαν καθένα ἀπὸ πεντακόσια καντάρια! Ἄξαφνα, λέει, τὰ θεριὰ τῆς θάλασσας, τὰ σκυλόψαρα καὶ οἱ φάλαινες, οἱ ξιφιοὶ καὶ τὰ δελφίνια τριγύριζαν λαίμαργα τὸ κουφάρι μου καὶ πιάσανε διαβολικὸν καυγᾶ μὲ τὰ ὄρνια τ’ οὐρανοῦ γιὰ τὰ κοψίδια μου. Ἐγὼ τὰ κοίταζα καὶ γελοῦσα σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια, βλέποντας νὰ λαχταροῦν τ’ ἀρρωστημένα κρέατά μου. Κ’ ἔπειτα, λέει, τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας, πάντα μαῦρο καὶ παρόμοιο μ’ ἕνα ρουμοβάρελο, βρέθηκε στὸ λιμάνι τῆς Ὕδρας. Ἦταν ἀνήμερα Λαμπρὴ κ’ ἡ χώρα ἔλαμπε κάτασπρη, σὰν μαρμαρόχτιστη καὶ μοσχοβολοῦσε σὰν ἐκκλησιά. Τρομπόνια βροντοῦσαν καὶ βαροῦσαν παιγνίδια κ’ ἔπαιζε ρουμπίνι στὸ ποτῆρι τὸ κρασὶ κ’ ἔλαμπαν στὰ χέρια κατακόκκινα τ’ ἀβγὰ κ’ ἔτρεμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» σὲ κοραλλένια χείλη. Τὸ κεφάλι μου ἀργοκυλῶντας μέσ’ ἀπὸ τὰ σημαιοστόλιστα πλεούμενα, ἦρθε κι’ ἄραξε στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ βγῆκαν οἱ νιὲς περδικοστῆθες, μὲ τὰ κίτρινα φακιόλια καὶ τὰ λαμπρὰ γκόλφια τους, ἦρθαν τὰ λεβεντόπαιδα μὲ τὰ τσόχινα βρακιὰ καὶ τὰ πλατειὰ ζωνάρια τους, μὲ κοίταζαν κ’ ἔλεγαν μὲ ἀπορία: Τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἦρθαν μαζὶ οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς, μ’ ἔβλεπαν καὶ κεῖνοι, ρωτοῦσαν κ’ ἔλεγαν: Τάχα τίνος εἶνε τοῦτο τὸ κεφάλι; Ἐγὼ τοὺς ἄκουα καὶ στενοχωριόμουν ποῦ δὲ μὲ γνώριζαν, κ’ ἤθελα νὰ τοὺς φωνάξω: — Δικό μου εἶνε, τοῦ Καληώρα, τοῦ βλάμη σας· καὶ πῶς δὲν τὸ γνωρίζετε; ’Εμένα μὲ γνωρίζουν οἱ στράτες καὶ τὰ διάβατα, μὲ τρέμουν τὰ βαγένια καὶ τὰ καπηλειά. Ὁ Μπαταριᾶς σὰν ἀρχίσω τοὺς σκοπούς μου, σπάει τὶς κόρδες τοῦ λαβούτου του κι’ ὁ Σουλεϊμάνης ἀπαραιτεῖ τὸ νάϊ του στὴ φωνή μου. Ἐγὼ ἂν σηκώσω μάτι στὰ ψηλὰ τὰ παραθύρια ἀρνιέται κάθε γυναίκα τὸν ἄντρα της· κι’ ἂν σύρω τὸ χέρι στὴ μέση μου, τὸ αἷμα κατουρεῖ κάθε μάνας γέννα. Ἐγὼ ψάρεψα πρῶτος τὸ μελάτι στοὺς βυθοὺς της Μπαρπαριᾶς καὶ ξερίζωσα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι μ’ ἕνα μου τίναγμα. Οἱ Καλυμνιῶτες εἶδαν τὸ βούτημά μου καὶ θάμασαν. Μ’ εἶδε τὸ σκυλόψαρο – μοβόρικο ψάρι! – κ’ ἦρθε μπρὸς στὸ γιαλὶ τῆς περικεφαλαίας μου, θέλοντας νὰ γνωρίσῃ τὸ νέο θεριὸ ποῦ συνεμπῆκε στὰ νερά του. Μὲ εἶδαν οἱ ἀραπάδες τῆς Βεγγάζης καὶ μὲ τίμησαν ὣς βασιλέα· μοῦ ἄφησαν ἐλεύθερο τὸ πηγάδι ποῦ θὰ πίνω νερὸ καὶ τὸ κοπάδι ποῦ θὰ τρώγω τὸ κρέας. Ἐμένα μ’ ἔμαθαν ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι, ἀπὸ λεβάντε σὲ πονέντε καὶ ἀπὸ βοριᾶ σὲ ὄστρια· καὶ συντρόφεψαν τὸ νυχτοπερπάτημά μου ὅλα τ’ ἀστέρια τ’ οὐρανοῦ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ Καληώρας ὁ βλάμης σας, ποῦ μὲ γνωρίζουν τὰ πόρτα τῆς Μαύρης θάλασσας καὶ τῆς Ἄσπρης τὰ λιμάνια πέρα καὶ πέρα, καὶ πῶς ἐσεῖς δὲ μὲ γνωρίζετε;

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἤθελα νὰ τοὺς εἰπῶ· μὰ δὲ μποροῦσα νὰ βγάλω λέξη ἀπὸ τὸ στόμα μου. Ὥς που μ’ ἅρπαξαν τὰ παλληκάρια καὶ οἱ λυγερὲς καὶ βγῆκαν πέρα στὸ Βληχὸ νὰ παίξουν κλωτσοσκοῦφι. Ἐδῶ μ’ ἔριχναν ἐκεῖ μὲ πετοῦσαν ὁλημερίς. Γελοῦσαν οἱ λυγερὲς δυνατὰ καὶ στὸ γέλιο τους μάντευα τῆς καρδιᾶς τὴ λαχτάρα. Τραγουδοῦσαν τὰ παλληκάρια κ’ ἔλεγαν μὲ τὸ τραγοῦδι καὶ μὲ τὸ παίξιμο τῶν ματιῶν τὸν πόθο καὶ τὸν καϋμό τους. Καὶ γὼ ποῦ ἔβλεπα ἐκεῖνο τὸ γοργοπαίξιμο, ποῦ ἄκουα ἐκεῖνα τ’ ἀσημένια γέλια, σὲ Κόλαση ἤμουν ἀπὸ τὴ ζήλεια, γιατὶ δὲν ἤμουν σὲ κείνη τὴν Παράδεισο!

Τὸ βάσανό μου βάσταξε, λέει, ὣς τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ τότε ὅλοι μαζὶ ἔφεραν τὸ κεφάλι μου καὶ τὸ ἔθαψαν πίσω ἀπὸ τῆς Παπαντῆς τὸ Ἅγιο Βῆμα· καὶ θάφτοντας τραγουδοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Μέσα στὸ καταφώνιασμα ἀκούω μιὰ φωνὴ νὰ μοῦ φέρνῃ τὸ ἀέρι:

— Ἔ, ἀπὸ τὸ μπάρκο!… ἔ!…

Τόσο ἤμουν ἀπελπισμένος, ποῦ δὲν ἤθελα νὰ πιστέψω τὰ ἴδια μου τ’ ἀφτιά. Καὶ ὅταν πάλι δυνατώτερη καὶ πιὸ κοντὰ ξαναδευτέρωσε, εἶπα πῶς ἦταν κάποιος ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου ποῦ ἀγγελοκρουόταν. Μά, δόξα νάχῃ ὁ Θεός, δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς συντρόφους μου· ἦταν ἀπὸ τὴ γολέτα ποῦ μὰς ἔσωσε.

Ὅλοι σωθήκαμε· ἕνας ἀπόμεινε, ὁ σκύλος μας. Κανένα δὲν ἄφινε νὰ τὸν ζυγώσῃ. Τοῦ καπετάνιου ποῦ τόλμησε νὰ τὸν πιάσῃ, τοῦ ἔκαμε κουρέλια τὸ μουσαμᾶ. Καὶ τὰ χαράματα, ποῦ βολτατζάροντας νὰ βροῦμε τὸν καιρὸ παιράσαμε πάλι ἀποκεῖ, εἶδα τὸ μπάρκο νὰ κατεβαίνῃ στὰ νερὰ ἥσυχο, σὰν καλόγνωμη ψυχὴ ποῦ ἔκαμε στὸν κόσμο τὴν ἀποστολή της· καὶ ἄκουσα γιὰ ὕστερη φορὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκύλου, νὰ γαργαρίζῃ καὶ νὰ σβύνῃ μέσα στὸ ρέκασμα τοῦ κυμάτου καὶ τοῦ ἀνέμου τὸ βόγγο, σὰν νὰ μᾶς ἔλεγε καὶ κεῖνος μὲ παράπονο:

— Στὴν ἄλλη ζωή!… στὴν ἄλλη ζωή!…

Δὲν ξέρω πόσον καιρὸ κοιμήθηκα μέσα στὴ γολέτα. Μόλις πατήσαμε κεῖ, μᾶς ἔγδυσαν οἱ ναῦτες ἀπὸ τὰ ροῦχα, ποῦ ἔβγαιναν μαζὶ μὲ τὸ πετσί, μᾶς πότισαν τσάϊ μὲ τὸ ροῦμι καὶ μᾶς ξάπλωσαν στὰ ζεστὰ κρεβατοστρώσια. Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια εἴμαστε μπρὸς στὰ Μπουγάζια. Ὁ οὐρανὸς χἀρυσογάλανος καὶ ἡ θάλασσα στρωτὸ κρυστάλλι. Οἱ μύριες της γλῶσσες φιλοῦσαν ἁπαλὰ τὶς στεριές. Ἀνατολὴ καὶ Ρούμελη, κάτασπρες ἀπὸ τὸ χιόνι ἀστραποβολοῦσαν στὸ λιοπύρι καὶ καθρεφτίζονταν στὰ νερά. Ψαρόβαρκες μὲ τ’ ἄσπρα καὶ τὰ κόκκινα πανάκια τους, ἀρμένιζαν στὶς χαρούμενες ἀκρογιαλιές, σὰν θαλασοπούλια ποῦ σκύφτουν νὰ παιγνιδίσουν μὲ τὸ κῦμα. Καράβια κάθε λογὶς κατέβαιναν βαρυφορτωμένα· ἀνέβαιναν ἄλλα ἀδειανὰ ἀπὸ τὰ Μπουγάζια. Ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας πετοῦσαν σύγνεφα πουλιά.

Γύρω στὰ κάστρα ἀνέμιζαν οἱ κόκκινες σημαῖες, καὶ ἄστραφτε τῶν κανονιῶν τὸ ἀτσάλι, ἠχολογοῦσαν οἱ σάλπιγγες καὶ κοκκίνιζαν δασοφυτρωμένες παπαροῦνες τὰ φέσια. Ὅλα φαίνονταν πασίχαρα καὶ γελαστά. Ἔπεσα στὰ γόνατα καὶ μὲ πῆραν τὰ δάκρυα. Ἄχ ναὶ τ’ ἀδέρφι· δὲ φαίνεται τόσο ὄμορφος ὁ κόσμος στὸν ἄνθρωπο παρὰ ὅταν κινδυνέψῃ νὰ τὸν χάσῃ!

Ἡ γολέτα ἦταν Γαλαξειδιώτικη τοῦ καπετὰν Καρέλη. Ἐρχόταν ἀπὸ τὸν Σουλινᾶ φορτωμένη σιτάρι γιὰ τὴν Πάτρα. Ἦταν ὅμως χολέρα στὸν Ποταμὸ καὶ θὰ πήγαινε πρῶτα νὰ κάμῃ καραντίνα στὶς Δῆλες. Ὁ καπετὰν Καρέλης μᾶς ρώτησε, ἂν ἤθελε κανεὶς νὰ βγῇ στὴν Πόλη· μὰ ὅλοι μονόγνωμοι ζητήσαμε νὰ μᾶς πάρῃ στὴν Ἑλλάδα. Δὲν ξέρω γιατί, ὅταν κανεὶς κινδυνέψῃ, πιθυμάει τόσο τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συγγενεῖς του. Πολλὲς φορὲς μοῦ ἔτυχε νὰ κινδυνέψω στὴ θάλασσα. Μία φορὰ πῆγα νὰ ψωφήσω ἀπὸ πλευρίτη στὸ Γερμανικὸ νοσοκομεῖο τῆς Πόλης. Ἄλλη μία φορὰ στὴν καραντίνα τῆς Σινώπης ἔκαμα δύο μῆνες ἀπὸ χολέρα. Στὸ Ταϊγάνι ἕνα χειμῶνα ἔπεσα ἀπὸ τὸ κατάρτι κατακέφαλα κ’ ἔκαμα ἐφτὰ μῆνες στὸ στρῶμα. Μὰ πάντα μόλις ἔπαιρνα τὴν καλήτερη, μονοφύσημα τραβοῦσα γιὰ τὴν πατρίδα. Καί, στὴ θάλασσα ποῦ ἀρμενίζω, γλυκώτερες ὧρες ἀπὸ κεῖνες δὲ γνώρισε ἀκόμα ἡ ψυχή μου. Μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια ἔτρεχα κι’ ἀγκάλιαζα ὄχι μονάχα τοὺς συγγενεῖς μὰ καὶ κάθε συντοπίτη μου. Ὅλοι φαίνονταν ἄγγελοι στὰ μάτια μου. Καὶ οἱ πέτρες ἀκόμη πίστευα πῶς μὲ χαιρετοῦσαν καὶ μοῦ ἔλεγαν: Καλῶς ὥρισες! Καλῶς ὥρισες!

Οἱ ἄλλοι βέβαια εἶχαν περισσότερο δίκηο νὰ ζητήσουν τὴν πατρίδα. Καθένας εἶχε τοὺς γονέους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους του. Ἐγὼ τίποτε δὲν περίμενα. Ἀπὸ μικρὸς ὀρφάνεψα κι’ ἀπὸ μικρὸς ξενητεύθηκα μὲ τὰ καράβια. Πεντέξη μῆνες πρίν, μὲ κατάφεραν κι’ ἀρρεβωνιάστηκα μὲ μία φτωχούλα. Δὲν τὴ συλλογιζόμουν ὅμως παρὰ σὰν ἔβλεπα τὸν ἀρρεβῶνα στὸ δάχτυλό μου. Μὰ τόρα, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποῦ βρέθηκα στὴ γολέτα, ἐκείνη πρώτη ἔλαμψε μπρός μου, μὲ τὴ φτωχή της φορεσιά, δακρυσμένη νὰ δέρνεται ἀπάνω στὸ εὔκαιρο μνῆμά μου. Δὲν ξέρω γιατί ἀνάτειλε στὸ νοῦ μου ἄξαφνα, πῶς ἡ τύχη ἐκεινῆς ἦταν νὰ σωθῶ· πῶς ὁ Θεὸς θέλησε νὰ μὴ μαραθοῦν παράωρα τὰ νιάτα της, νὰ μὴ μαυρίσῃ ἡ καρδούλα της, πρὶν ἀνοίξῃ σὰν τριαντάφυλλο στοῦ γάμου τὴ δροσιά· νὰ μὴ γίνῃ χήρα πρὶν νύφη γίνῃ ἡ ἀρφανούλα! Καὶ ἡ ἀγάπη σὲ μιὰ ὥρα φύτρωσε μέσα μου καὶ ρίζιασε σὰν τὸν κισσό, ποῦ πιάνει κάθε κούφωμα καὶ κάθε χαραμάδα, καὶ πρασινίζει καὶ ἀνθοστολίζει τοὺς τοίχους τοῦ ἐρμόσπιτου! Τὴν εἶχα μπρός μου καὶ ὀμορφιὲς τῆς ἔβρισκα· γελοῦσε κ’ οἱ ἄγριοι κάμποι ἄνθιζαν καὶ πεντοβολοῦσαν. Δὲν ἔβλεπα τὴν ὥρα νὰ φτάσω στὴν Ἑλλάδα. Ἔστειλα γράμμα τὴς θειᾶς της ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τῆς ἔλεγα νὰ τοιμασθοῦν γιὰ τὸ γάμο καὶ πλακώνω. Τὸ σπιτάκι μου, ποῦ σφάλισε ἀφότου πέθαναν τὰ γονικά μου καὶ σκούριασαν οἱ κλειδωνιές, χορτάρισαν οἱ πόρτες κ’ ἔπνιξε ἡ ἀγριαγκαθιὰ καὶ τὸ μαμοῦδι τὴν αὐλή του, θὰ τὸ στολίσῃ, ἔλεγα, ἐκείνη σὰ νεράϊδα· θὰ φυτέψη μηλιὰ στὴν πόρτα καὶ κλῆμα στὴν αὐλή· θὰ κρεμάσῃ μοσχομύριστ’ ἀφροκύδωνα πάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ ρόϊδα πολύκλωνα ψηλὰ στὸ πατερό!

Οἱ σύντροφοί μου ἄρχισαν νὰ διηγῶνται τὸν κίνδυνό μας μὲ περιφρόνηση καὶ νὰ παιζογελᾷ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ τὸ φόβο του. Ἔπλαθε καθένας ὅ τι τοῦ κατέβαινε καὶ παρουσίαζε τὸν ἑαυτὸ του γιὰ ἥρωα. Σὲ μένα μάλιστα ποῦ ἤμουν σὰν ἀφαιρεμένος, ρίχτηκαν ὅλοι καὶ μὲ πείραζαν στὰ γερά. Ὁ καπετὰν Μπισμάνης, δὲν ἦταν ὥρα νὰ φανῶ μπρός του καὶ νὰ μὴ μοῦ φωνάξῃ γελῶντας:

— Ἔ, Καληώρα· δὲν πᾶς λίγο νὰ δουλέψῃς τὴν τρόμπα;

Τέλος κατεβήκαμε στὶς Δῆλες. Ὁ Θεὸς νὰ τὸ κάμῃ λιμάνι! Ὅσο τὸν ἔχει στὸ σορόκο καλά· ἅμα ὅμως τὸν πάρῃ τρεμουντάνα καὶ κατεβάσῃ ὁ Τσικνιᾶς οὐδὲ βάρκα δὲ μένει μέσα. Γυρεύομε τόπο ν’ ἀράξουμε· ποῦ ν’ ἀράξουμε; Ἔβδομῆντα κομμάτια καράβια, μικρὰ-μεγάλα ἦταν ἐκεῖ· χωριστὰ πεντέξη βαπόρια. Ἀπὸ τὰ κατάρτια καὶ τὰ σχοινιὰ πίστεψα πῶς ἔμπαινα σὲ πυκνοντυμένο δάσος χειμῶνα καιρό. Ὡς τόσο ἦρθε ὁ πιλότος καὶ μᾶς ἄραξε κατὰ τὰ Κοκκινάδια. Δὲν ἀράξαμε ἀκόμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη κατακόκκινο, ξεσκούφωτο, ἀναμαλλιασμένο νὰ τρέχῃ στὴν πλώρη, νὰ καβαλλάῃ τὸ μπαστοῦνι, ν’ ἁρπάζῃ τὸν ἔξω φλόκο καὶ χτυπῶντας τὸ στῆθός του νὰ βρίζῃ καὶ νὰ καταριέται καὶ νὰ θεορίχνῃ. Κοιτάζω καλά· τὸ καταραμένο μπάρκο ἔστεκε δίπλα μας!

— Παλιοτσόπανε!… παπλωματᾶ! καραβανᾶ!… ἀλυχτοῦσε ὁ καπετάνιος μας. Δὲ φοβήθηκες, μωρέ, τὸ Θεό! τὴ θάλασσα δὲ φοβήθηκες! Μὰ ἔχω τὶς ἐλπίδες μου!… Θάλασσα, μωρέ, ἂν εἶνε θὰν τὸ δείξῃ, ἀργά-γλήγορα!…

Εἶδα κ’ ἔπαθα νὰ τὸν ἡσυχάσω. Τέλος πῆρε νὰ νυχτώνῃ καὶ κακὰ σημάδια ἔδειχνε ὁ καιρός. Ὁ ἥλιος βασίλεψε μαραμένος πίσω ἀπὸ τὴ Σίφνο. Τὰ οὐρανοθέμελα σκούραναν κ’ οἱ χαμηλὲς στεριὲς ἄσπρισαν γύρω σὰν κιμωλία. Τῆς Τήνου τὸ βουνὸ ἔβαλε τὴ σκούφια του καὶ ὁ Τσικνιᾶς σκοτείνιασε. Ἀσυνήθιστη κίνηση ἄρχισε στὶς Δήλες, σὰν σὲ μερμηγκοφωλιὰ τὰ πρωτοβρόχια. Στὸ πόδι, μαρινάροι! Ἄλλοι στὰ σχοινιά, ἄλλοι στὶς ἄγκυρες, ἄλλοι στὶς βάρκες, ἄλλοι στὰ κατάρτια! Χέρια, πόδια, νύχια, δόντια σὲ κίνηση. Ἕνα καράβι ἐδῶ μάζωνε τὴν ἄγκυρα· παρέκει ἄλλο ἔριχνε καὶ τὴ σπεράντσα· ἄλλο κατέβαζε τὶς σταύρωσες· ἐδῶ ἔπαιρναν πρυμόσχοινα, ἐκεῖ τὰ βαπόρια κάπνιζαν. Πλάκωνε νομίζεις, ἐπίβουλος ἐχθρὸς καὶ καθένας τοιμαζόταν νὰ τὸν ἀντικρύσῃ μὲ ὅλα του τὰ σύνεργα.

Καὶ ἀλήθεια σὲ λίγο πλάκωσε ὁ ἐχθρός. Μαῦρος, θεοσκότεινος, πέταξε ἀπὸ τὸν Τσικνιᾶ ὁ χιονιᾶς μὲ ἄγριες φωνὲς καὶ φτεροκοπήματα κ’ ἔκαμε τὸ λιμάνι μαλλιὰ-κουβάρια. Ἐκεῖ ν’ ἀκούσῃς τὴ σαλαλοὴ καὶ τὸ θρῆνο. Σίδερα βροντοῦσαν, ξύλα τρίζανε, φωνὲς ἀντηχοῦσαν κι’ ἀλυχτήματα. Ἔκανες ἐδῶ· τοῖχος γκρεμιζόταν. Ἄκουες ἐκεῖ· λεῦκες ἔγερναν ξεριζωμένες. Ἐδῶ τριζοβολοῦσαν ὀξυὲς θεόρατες, ἐκεῖ βροντοῦσαν χιλιόχρονες βελανιδιές· δεξιὰ χούγιαζαν πεῦκα φουντωτά, ἀριστερὰ στέναζαν λυγερὰ κυπαρίσσα! Σ’ ἕνα Μυκωνιάτικο καράβι φορτωμένο ξυλεία πετοῦσαν τὰ σανίδια σὰν πούπουλα καὶ σκέπασαν τὴ θάλασσα ὥς πέρα στὸ νησί! Ἕνα τσερνίκι Σμυρνέϊκο κάρβουνα φορτωμένο, τὸ ἄδειασε τέλεια. Μία σφουγγαράδικη μηχανὴ τὴν ἔγδυσε, σὰν νὰ τὴν πάτησαν κουρσάροι. Τὰ βαπόρια πῆραν τὶς ἄγκυρές τους καὶ ἀγριοσφυρίζοντας ρίχτηταν στραβὰ πάνω στὰ πλεούμενα. Ἐμεῖς εἴσμαστε στὴν ἄκρη κ’ εὔκολα, ἀμολῶντας τὴν ἄγκυρα βγήκαμε πέρα, κάτω ἀπὸ τὶς Μικρὲς Δῆλες.

Ὅλη τὴ νύχτα βάσταξε ὁ θρῆνος. Καὶ ὅταν ἔφεξε ἡ ἡμέρα, εἶδα τὸ κακὸ ποῦ ἔγινε. Ἄλλα καράβια ἦταν μισοσπασμένα, ἀλλὰ γδυμνὰ ἀπὸ ξάρτια· ἕνα ἐδῶ εἶχε τὴ μισὴ πρύμη φαγωμένη· ἄλλο ἦταν δίχως μπαστοῦνι καὶ φλόκους. Τὸ Βασιλικὸ ἔγερνε καὶ κρατοῦσε καρφωμένο στὴν ἄγκυρά του ἕνα Σαμιώτικο τρεχαντήρι. Δὲν ξέρω πῶς πῆγα στὴν πρύμη καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Μπισμάνη γονατιστὸν πίσω στὸ τιμόνι, νά κλαίῃ καὶ νὰ μύρεται σὰ γυναίκα.

— Τ’ ἔχεις, καπετάνιε, τ’ ἔπαθες; τὸν ρωτάω.

— Ἄχ, μωρὲ παιδί! λέει στενάζοντας· μ’ ὀργίστηκε ὁ Θεός!… Ὁ κακομοίρης χάθηκε, φτωχὸς ἄνθρωπος!…

Γυρίζω κατὰ τὰ Κοκκινάδια· ὁ «Σωτήρας» μαδέρια βρισκότανε στὶς πέτρες καὶ κοντὰ οἱ ναῦτες του βρεμένοι ὥς τὸ κόκκαλο, τουρτούριζαν γύρω στὴ φωτιά. Κι’ ἀκόμη κοντὰ ὁ καπετάνιος του, ἀναμαλλιασμένος καὶ ἀγριομάτης, κοίταζε τὰ ναυάγια σὰν νὰ κοίταζε τῶν παιδιῶν του τὰ σκέλεθρα. Μωρὲ μονοβδόμαδα ἔκαμ-ἔλαβε! Τὸ τίναξε ἀπάνω του σὰν ἀστραπόβολο! Ἀλήθεια λυπήθηκα καὶ γὼ τὸ μπάρκο. Μὰ ἡ θάλασσα ἔκαμε τὴν κρίση της!…»

Ὁ Μπάρμπα-Καληώρας σώπησε τέλος. Ἀλλὰ τὸ τσοῦρμα ἔμεινε ἄφωνο γιὰ πολλὴ ὥρα. Δὲ συλλογιζόταν κανεὶς τὸν κίνδυνο τοῦ Σπετσιώτικου μπάρκου, οὔτε τὸ φριχτὸ δρᾶμα τῆς Μαύρης θάλασσας, οὔτε τὶς παλληκαριὲς κ’ αἰσθηματολογίες τοῦ γεροναυτικοῦ. Ποιὸς λίγο ποιὸς πολὺ τὰ ἔχουν ὅλοι περάσει, ὅλοι τὰ ἔχουν αἰσθανθῆ. Ἐκεῖνο ποῦ τοὺς ἔκαμε ἐντύπωση ἦταν τὸ πάθημα τοῦ «Σωτήρα». Καθένας φανταζότανε τὴ θεϊκὴ ὀργή, μαῦρο πουλὶ ν’ ἀκολουθῇ ἀπὸ ψηλὰ τὸ καράβι καὶ τέλος νὰ τοῦ ρίχνεται καὶ νὰ τὸ πετσοκόβῃ μὲ ἀσπλαχνιά. Τρόμος τοὺς εἶχε κυριέψει. Καὶ ὅταν ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς βάρδιας, σηκώθηκε καθένας καὶ πῆγε νὰ πιάσῃ τὴ δουλειά του, δίχως χωρατὰ καὶ πειράγματα. Μόνον ὁ Κώστας ὁ θερμαστής, πάντα ἴδιος, ἠθέλησε πάλι νὰ κεντήσῃ τὸ γέροντα:

— Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ἐναυάγησες;

Ὁ ὑποναύκληρος τόρα σηκώθηκε πάλι ἀλύγιστος, τὰ μάτια του σπιθοβόλησαν θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη γύρισε καὶ εἶπε:

— Μωρὲ ἄϊντε πόρρρ!… Ἐσεῖς νὰ πάτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμμήηη!… τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!…


TO BINTEO-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=tAdpK594Z2I


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου

  Ο Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά (8/8/1680) -ΒΙΝΤΕΟ Του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου    Ο Μάρτυς Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στα χ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....