Ετικέτες - θέματα

5.9.26

Ο Βελλεροφόντης , του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

 

Ο Βελλεροφόντης

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα


Βελλεροφόντης και Χίμαιρα

ΕΝΑ ΑΤΥΧΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ: Ο Βελλεροφόντης, ή Βελλεροφών, ήταν γιος του βασιλέα της Κορίνθου (ή Εφύρας, με το παλαιότερο όνομα) Γλαύκου και της Ευρυνόμης. Ήταν συνεπώς από την πλευρά του πατέρα του εγγονός του τραγικού Σίσυφου και από την πλευρά της μητέρας του εγγονός του βασιλιά των Μεγάρων Νίσου. Το αρχικό του όνομα ήταν Ιππόνους. Αδελφός του ήταν ο Αλκιμένης ή Βέλλερος. Όμως, εξαιτίας μιας απροσεξίας του Ιππόνοος, ο αδελφός του, Βέλλερος, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού. Εξαιτίας του φόνου αυτού, ο ήρωάς μας μετονομάστηκε σε Βελλεροφόντης [φονιάς του Βέλλερου]. Μετά τον φόνο του Βέλλερου, ο πατέρας του τον εξόρισε από την Κόρινθο και εκείνος κατέφυγε στην γειτονική Τύρινθα, στην αυλή του βασιλέα Προίτου.

ΣΤΗΝ ΤΥΡΙΝΘΑ: Στο παλάτι του Προίτου, όμως, η βασίλισσα Σθενέβοια τον ερωτεύτηκε. Ο Βελλεροφόντης την απέκρουσε και εκείνη, για να τον τιμωρήσει για την άρνησή του, τον κατηγόρησε στον σύζυγό της ότι, δήθεν, εκείνος την πρόσβαλε. Ο βασιλιάς Προίτος, για να τον απομακρύνει από την Τίρυνθα, αποφάσισε να τον στείλει σε σημαντική, τάχα, αποστολή στον πεθερό του, βασιλιά της Λυκίας της Μ. Ασίας, Ιοβάτη. Μάλιστα, έδωσε στο Βελλεροφόντη ένα κλειστό γράμμα, που του είπε ότι είναι πολύ σημαντικό και ότι έπρεπε ο ίδιος να το παραδώσει στον Ιοβάτη. Όμως, στην επιστολή αυτή ο Προίτος έγραφε στον αποδέκτη να φονεύσει αυτόν που θα του έδινε το γράμμα!

Ο ΙΟΒΑΤΗΣ ΣΕ ΡΟΛΟ ΕΥΡΥΣΘΕΑ: Ο Ιοβάτης, μόλις πήρε το γράμμα και αντίκρυσε τι του ζητούσε ο γαμπρός του, σκέφτηκε να μην τον σκοτώσει ό ίδιος αλλά να του αναθέσει επικίνδυνες αποστολές, ώστε να σκοτωθεί χωρίς την άμεση συνέργειά του. Κάτι δηλαδή ανάλογο μ' αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Ευρυσθέας για να σκοτωθεί ο Ηρακλής και να απαλλαγεί απ' αυτόν. Οι τρεις επικίνδυνες αποστολές κατά σειρά ήταν: Να αντιμετωπίσει τους Σόλυμους, έναν ληστρικό λαό, στα ανατολικά σύνορα του βασιλείου της Λυκίας, και τους οποίους τελικά ο Βελλεροφόντης κατατρόπωσε. Η δεύτερη αποστολή ήταν κατά των Αμαζόνων, ενός πολεμοχαρούς λαού της Μικράς Ασίας που τον αποτελούσαν μόνον γυναίκες. Και στην αποστολή αυτή ο ήρωάς μας θριάμβευσε. Το τρίτο εμπόδιο ήταν το μυθικό τέρας Χίμαιρα. Το γνωστό τέρας που το μπροστινό του μέρος ήταν λέοντας και το οπίσθιο δράκοντας. Ο Βελλερεφόντης ιππεύοντας το φτερωτό άλογο, το φημισμένο Πήγασο, κατάφερε να την φονεύσει. Τέλος αφού εξόντωσε και κάποιους Λύκιους που του έστησαν ενέδρα με διαταγή του Ιοβάτη, επέστρεψε θριαμβευτής στην Λυκία όπου ο βασιλέας αναγκάστηκε τότε να του προσφέρει τη θυγατέρα του Αμφίκλεια (ή Φιλονόη) ως σύζυγο καθώς και τη διαδοχή του βασιλείου.

Επίνητρο [το βάζαν οι γυναίκες στο γόνατο για να επεξεργαστούν και να ξάνουν το μαλλί] με παράσταση του Βελλεροφόντη να σκοτώνει τη Χίμαιρα

Η ΥΒΡΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ: Πλήρης από έπαρση για τη δύναμή του ο Βελλεροφόντης, όπως άλλωστε συχνά συμβαίνει σε κα΄ποιους επηρμένους ήρωες, αποφάσισε με το φτερωτό άλογό του να ανέβει στον ουρανό (ή κατ' άλλους στον Όλυμπο) και να ανακαλύψει την κατοικία των θεών! Τότε ο Δίας εξοργισμένος από την Ύβριν του [το θράσος, την ασέβεια], τού έριξε κεραυνό με αποτέλεσμα ο Βελλεροφόντης να πέσει από το άλογό του και να μείνει ανάπηρος. Και όχι μόνον αυτό: Έχασε τη βασιλική του εξουσία, ενώ ο Πήγασος αρπάχτηκε από τους θεούς. Στα τελευταία του, ο ξεπασμένος ήρωας βρίσκεται μακριά από τη Μ. Ασία, στην Ελλάδα, όπου περιπλανιέται φτωχός και δυστυχισμένος. Σύμφωνα με μία αναφορά της Ιλιάδας, κατέφυγε στην Καλυδώνα της Αιτωλίας, όπου φιλοξενήθηκε από τον βασιλέα Οινέα. Να σημειωθεί πως από τη σύζυγό του, Αμφίκλεια, είχε αποκτήσει δύο γιούς: τον Ιππόλοχο και τον Ίσανδρο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Όμηρος, Ιλιάδα. Ησίοδος Θεογονία, Οίαι. Ομηρικοί Ύμνοι, Πίνδαρος, Ωδαί, Ισθμια vii, Ολυμπιονίκαι xiii. 66. 44. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, vi. 155-202. Στράβων, Γεωγραφικά. Θεόκριτος Ειδύλια. Parthenius, Love Romances. Quintus Smyrnaeus, Fall of Troy. Ovid, Fasti. Propertius, Elegies. Oppian, Cynegeticaa.Ευριπίδης, Ίων 203.Τζέτζης, σχόλια στο Λυκοφρ., 17. Hyginus, Fab. 157. Παυσανίας ii. 2. § 4.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

Η αποφράδα 11η Σεπτεμβρίου 2001 και ο Μπιν Λάντεν , από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Η αποφράδα 11η Σεπτεμβρίου 2001 και ο Μπιν Λάντεν

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου



   Συμπληρώνονται φέτος 25 χρόνια από την τραγική εκείνη μέρα που άφησε άφωνο όλο τον κόσμο.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ήταν μια σειρά από τέσσερις συντονισμένες τρομοκρατικές επιθέσεις που πραγματοποίησε η ισλαμιστική οργάνωση Αλ Κάιντα το πρωί της Τρίτης 11 Σεπτεμβρίου 2001 εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συγκεκριμένα μια ευρύτατη ομάδα φανατικών του Ισλάμ, δεκαεννέα τρομοκράτες, κατέλαβαν τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη που πετούσαν από τις βορειοανατολικές ΗΠΑ προς την Καλιφόρνια:

  • Η πτήση 11 της American Airlines χτύπησε τον Βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου (WTC) στη Νέα Υόρκη στις 8:46 π.μ.

  • Η πτήση 175 της United Airlines χτύπησε τον Νότιο Πύργο στις 9:03 π.μ. Και οι δύο πύργοι των 110 ορόφων κατέρρευσαν μέσα σε περίπου 1 ώρα και 42 λεπτά, παρασύροντας και άλλα κτίρια του συγκροτήματος.

  • Η πτήση 77 της American Airlines συνετρίβη στη δυτική πλευρά του Πενταγώνου (στη Βιρτζίνια) στις 9:37 π.μ.

  • Η πτήση 93 της United Airlines συνετρίβη σε χωράφι κοντά στο Σάνκσβιλ της Πενσυλβάνια στις 10:03 π.μ., μετά από προσπάθεια των επιβατών να ανακτήσουν τον έλεγχο. Ο στόχος της θεωρείται ότι ήταν ο Λευκός Οίκος ή το Καπιτώλιο.

Ο Λάντεν και ο Βατραχάνθρωπος που τον εξουδετέρωσε
  Οι επιθέσεις προκάλεσαν 2.977 θανάτους (συν 19 τρομοκράτες) και πάνω από 25.000 τραυματίες. Ήταν η πιο θανατηφόρα τρομοκρατική επίθεση στην ιστορία και στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες πυροσβέστες και αστυνομικούς.

Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν και η Αλ Κάιντα ανέλαβαν αργότερα την ευθύνη. Τα κίνητρα που επικαλέστηκαν σχετίζονταν κυρίως με την αμερικανική εξωτερική πολιτική (στήριξη στο Ισραήλ, παρουσία στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία κ.ά.).

Οι συνέπειες ήταν τεράστιες: οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», εισέβαλαν στο Αφγανιστάν, ενίσχυσαν τα μέτρα ασφαλείας παγκοσμίως, ενώ υπήρξαν σημαντικές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις. Ο Μπιν Λάντεν σκοτώθηκε τελικά δέκα χρόνια αργότερα, το 2011, στο Πακιστάν, μετά από συντονισμένες ενέργειες των ειδικών δυνάμενων των ΗΠΑ.

Το ιστορικό της Αλ Κάιντα:

Η προέλευση της Αλ Κάιντα μπορεί να εντοπιστεί το 1979 όταν η τότε Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν. Ο πάμπλουτος Οσάμα Μπιν Λάντεν, Σαουδάραβας πολίτης, ταξίδεψε στο Αφγανιστάν και βοήθησε στην οργάνωση μωαμεθανών μουτζαχεντίν που επρόκειτο να αντισταθούν στους Σοβιετικούς. Υπό την καθοδήγηση του ''πνευματικού'' του μέντορα, Αιμάν αλ Ζαουαχίρι, ο Μπιν Λάντεν έγινε πιο ριζοσπαστικός.Έτσι, το 1996, ο Μπιν Λάντεν εξέδωσε τον πρώτο του φετφά, καλώντας Αμερικανούς στρατιώτες να φύγουν από τη Σαουδική Αραβία. Σε ένα δεύτερο φετφά το 1998, ο Μπιν Λάντεν παρουσίασε τις αντιρρήσεις του στην αμερικανική εξωτερική πολιτική σε σχέση με το Ισραήλ, πάντα κόκκινο πανί για τους τζιζαντιστές, καθώς και τη συνεχιζόμενη παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία μετά τον λεγόμενο πόλεμο του Κόλπου [εναντίον της δικτατορίας του Σαντάμ στο Ιράκ. Ο Μπιν Λάντεν χρησιμοποίησε ισλαμικά κείμενα, από το κοράνι για να παροτρύνει τους Μουσουλμάνους να επιτεθούν στους Αμερικανούς μέχρι οι απαιτήσεις του να ικανοποιηθούν. Άλλωστε, τόνιζε ο Λάντεν, οι μουσουλμάνοι νομικοί μελετητές έχουν ομόφωνα αποφανθεί, ότι ο ιερός πόλεμος [τζιχάντ] είναι ατομικό καθήκον εάν ο εχθρός καταστρέψει τις μουσουλμανικές χώρες.

Κι ενώ ο Μπιν Λάντεν ενορχήστρωσε τις επιθέσεις, αρχικά αρνήθηκε τη συμμετοχή του, ενώ αργότερα ανακάλεσε τις ψευδείς δηλώσεις του. Το Al Jazeera μετέδωσε μια δήλωση του στις 16 Σεπτεμβρίου 2001 που έλεγε: «Τονίζω ότι δεν έχω πραγματοποιήσει αυτήν την πράξη, η οποία φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε από άτομα με το δικό τους κίνητρο». Τον Νοέμβριο του 2001, όμως, οι αμερικανικές δυνάμεις ανακάλυψαν μια βιντεοκασέτα από ένα κατεστραμμένο σπίτι στο Τζαλαλαμπάντ του Αφγανιστάν όπου ο Μπιν Λάντεν φαίνεται να μιλάει με τον Χαλέντ αλ Χάρμπι και να παραδέχεται ότι γνώριζε τις επιθέσεις. Στις 27 Δεκεμβρίου 2001, κυκλοφόρησε και δεύτερο βίντεο του Μπιν Λάντεν.

Λίγο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2004 στις ΗΠΑ, ο Μπιν Λάντεν χρησιμοποίησε μια ηχογραφημένη δήλωση όπου παραδεχόταν επίσημα τη συμμετοχή της οργάνωσής του, της Αλ Κάιντα, στις επιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και την άμεση σχέση του με τις επιθέσεις.

Τον Απρίλιο του 2002, ο Χαλίντ Σεϊχ Μοχάμαντ παραδέχτηκε τη συμμετοχή του στις επιθέσεις, μαζί με τον Ράμζι μπιν αλ-Σιμπ. Η έκθεση της Επιτροπής της 9/11 του 2004 καθόρισε ότι η εχθρότητα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που ένιωθε ο Μοχάμαντε, ο κύριος αρχιτέκτονας των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, προήλθε από τη «βίαιη διαφωνία του με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ που ευνοεί το Ισραήλ». Ο Μοχάμεντ ήταν επίσης σύμβουλος και χρηματοδότης της βομβιστικής επίθεσης του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου του 1993 και θείος του Ραμζί Γιούσεφ, του κύριου βομβιστή σε εκείνη την επίθεση.[26][27]

Ο Μοχάμεντ συνελήφθη την 1η Μαρτίου 2003, στο Ραβαπίλντι του Πακιστάν, από Πακιστανούς αξιωματούχους ασφαλείας που συνεργάζονταν με τη CIA. Στη συνέχεια κρατήθηκε σε πολλές μυστικές φυλακές της CIA και στον κόλπο του Γκουαντάναμο, όπου ανακρίθηκε και βασανίστηκε με μεθόδους εικονικού πνιγμού.Κατά τη διάρκεια των ακροάσεων εκεί, τον Μάρτιο του 2007, ο Μοχάμεντ ομολόγησε ξανά την ευθύνη του για τις επιθέσεις, δηλώνοντας ότι «ήταν υπεύθυνος για την επιχείρηση της 11ης Σεπτεμβρίου από το Α έως το Ω» και ότι η δήλωσή του δεν έγινε υπό πίεση.

Από τη δίκη του Ζακάρια Μουσάουι πέντε άτομα αναγνωρίστηκαν ότι είχαν πλήρη επίγνωση των λεπτομερειών της επιχείρησης. Είναι ο Μπιν Λάντεν, ο Χαλίντ Σεϊχ Μοχάμαντ, ο Ραμζί μπιν αλ-Σιμπ, ο Αμπού Τουράμπ αλ-Ουρντούνι και ο Μοχάμεντ Ατέφ.Μέχρι σήμερα, μόνο περιφερειακά στελέχη της φρικτης αυτής ομαδικής δολοφονικής, τρομοκρατικής επίθεσης έχουν δικαστεί ή καταδικαστεί για τις επιθέσεις.

ΤΟ WORLD TRADE CENTER ΟΠΩΣ ΠΑΟΚΑΤΑΣΤΆΘΗΚΕ ΤΟ 2013


Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ (6 Σεπτεμβρίου) από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου + ΒΙΝΤΕΟ

 

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ (6 Σεπτεμβρίου) + ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



  Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ο Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύσσωντας το Eυαγγέλιο στα μέρη της Μικράς Ασίας, προφητικά είπε, ότι μετά από λίγο καιρόν στην περιοχή θα γινόταν μια νέα επισκοπή, αυτή των Κολασσών, εξαιτίας της ξεχωριστής πρόνοιας του Αρχαγγέλου Mιχαήλ. Λίγα έτη μετά η περιοχή για την οποία προφήτευσε ο Ιωάννης, ανέβλυσε νερόν αγιάσματος μέσου της δύναμης του Aρχαγγέλου, το οποίο μάλιστα γιάτρευε κάθε ασθένεια. Ένας Xριστιανός, ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να γιατρευτεί η κόρη του από το αγίασμα αυτό, έκτισε εκεί ένα Nαόν εις το όνομα του Aρχιστρατήγου.

Ο ΆΡΧΙΠΠΟΣ: Ενενήντα χρόνια αργότερα, πήγε στον Nαό του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολη της Φρυγίας. Αυτός εξαιτίας της αγάπης, που είχε στον Aρχιστράτηγο Mιχαήλ, έγινε υπηρέτης του Nαού του, περνώντας ζωή εγκρατή και ασκητική. Μάλιστα, χάριν της οσιότητός του αξιώθηκε και χαρισμάτων από το Θεό. Για αυτή την αιτία τα πλήθη των ειδωλολατρών τον κατέτρεχαν, μάλιστα μία φορά τον άρπαξαν από τα μαλλιά, και τον έδειραν με ραβδιά σ' όλο του το σώμα. Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος όρμησαν, θέλοντας να το εξαφανίσουν. Aλλά με τη δύναμη του Aρχαγγέλου, άλλων ειδωλολατρών τα χέρια πιάνονταν και δεν μπορούσαν να κινηθούν, άλλους φλόγα πυρός εμφανιζόταν μπροστά τους και τους τρομοκρατούσε.

  ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΜΑΧΩΝ: Μη μπορώντας να κατορθώσουν τον σκοπό τους, σκέφτηκαν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμό, που εκεί κοντά έτρεχε, για να ορμήσει κατ’ ευθείαν στο Nαό και να πνίξει τον Άρχιππον και τον εκεί προσμένοντα λαό, καθώς και να εξουδετερώσει την ιαματική δύναμη του αγιάσματος, με το να σμίξει με αυτό ο ποταμός. Tέτοια μελετούσαν οι λάτρεις των αψύχων ειδώλων. Aλλ’ ο ποταμός, σαν να ήταν έμψυχος, γύρισε προς το άλλο μέρος, και και τα σχέδια των απίστων ναυάγησαν στα θολά νερά του ποταμού. Τότε οι ασεβείς, χωρίς να έχουν αντιληφθεί τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, σκέφτηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς, που διέτρεχαν εκείνον τον τόπο, και έτσι να καταστρέψουν, πλημμυρίζοντας την περιοχή, ό,τι είχε σχέση με την πίστη των Χριστιανών. Βοηθούσε τα σχέδια τους και το γεγονός ότι ο ναός ήταν κτισμένος σε κατηφορικό τόπο. Έτσι έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ και γύρισαν τους δύο ποταμούς σ' αυτό, και αφήσαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου. Τότε ο Άρχιππος κατάλαβε το σχέδιο των ασεβών, και γι' αυτό παρακαλούσε θερμά τον Aρχάγγελο.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ: Ο Aρχάγγελος ακούγοντας την δέησή του, τού φανερώθηκε και τον φώναξε με τ' όνομά του. O Άρχιππος έκπληκτος, βγήκε από τον Nαό, και έπεσε γονατίζοντας στη γη. O Mιχαήλ του είπε να σηκωθεί και τον κάλεσε να δει τη δύναμη του Θεού. Kαι αμέσως, όπου σημείωσε τον τύπο του Σταυρού ο Aρχάγγελος, οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος ακίνητοι. Έπειτα χάραξε το σημείο του Σταυρού πάνω σε μία ψηλή πέτρα, που ήταν κοντά στον Nαό, και αμέσως έγινε μία βροντή φοβερή. Kαι η γη, σείστηκε τρομερά, ενώ η πέτρα σκίστηκε. O Aρχάγγελος πάλι σημείωσε τον τύπο του Σταυρού, και είπε: “ας συντριβεί η δύναμη του Διαβόλου· ας πλημμυρήσει από δω κάθε κακών ελευθερία σε εκείνους, που πλησιάζουν με πίστη”. Έπειτα με μεγάλην και λαμπρή φωνή πρόσταξε τους ποταμούς λέγοντας: “στη χώνη αυτή χωνευθείτε ποτάμια”. Έτσι από τότε και έως σήμερα χωνεύεται και χάνεται εκεί το νερό με παράδοξο τρόπο. Γι' αυτό ο τόπος ονομάστηκε Xώνες, εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού, και εις έπαινο και τιμή του πανενδόξου και θερμού αντιλήπτορα των πιστών, Mιχαήλ.

Ώφθης Μιχαὴλ Νώε σω ναώ νέος,
Χώνη ποταμών τὸν κατακλυσμὸν λύων.
Ρουν Μιχαὴλ ποταμών χώνευσε, Νόων αγός, έκτη.




Ιατρικά και παραϊατρικά Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 47

 Ιατρικά και παραϊατρικά


47 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Α.jpg

Τ’ν υγειά μας να ’χουμι

κι ας θιρμαίνουμαστι!                                                                                                                                                                   

 (καφετζής)

                                                                                                                                                                    

Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 


ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  47

                 

Αφιέρωμα στους γιατρούς και στα γιατρικά

Σήμερα θα ασχοληθούμε με τα ιατρικά…

Καφετζή, πας καλά; Τι ξέρεις εσύ από ιατρικά;

Δεν ξέρω αν πάω καλά (τι είμαι, γιατρός;), αλλά το αφιέρωμα δεν το γλυτώνετε με τίποτε και για πολλούς λόγους.

  Στο προηγούμενο Καφενείο είχαμε αφιέρωμα στην εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς. Κάναμε αφιέρωμα στους μωρούς και θ’ αφήσουμε τους μωρότερους στο παράπονο; Και μην κοιτάτε που το αλλάξανε οι γιατροί, αλλιώς ήταν το απόφθεγμα: «Ει μη ιατροί ήσαν, ουδέν αν ην των γραμματικών μωρότερων». Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν οι γιατροί, δε θα υπήρχαν πιο μωροί από τους δασκάλους.

  Ο καφετζής οφείλει να γνωρίζει τα πάντα και να έχει γνώμη για όλα, αλλιώς καλύτερα να πάει να γίνει επιστήμονας. Θα σας πω και έναν ασφαλή τρόπο, για να καταλαβαίνετε ποιος είναι επιστήμονας. Ο επιστήμων μιλάει μόνο για την επιστήμη του και ο άσχετος μιλάει για όλες τις επιστήμες, ας μη γνωρίζει καμία. Σε τέτοιες λεπτομέρειες θα κολλήσουμε; Εγώ δε σας είπα ποτέ ότι είμαι επιστήμων, επομένως δικαιούμαι δια να ομιλώ, ξέρω δεν ξέρω για τι ομιλώ. Επίσης, ως καφετζής έχω ακούσει πάρα πολλά ιατρικά ιστορικά απ’ τους πελάτες μου και σου πετάω διάγνωση γρηγορότερα κι απ’ τους γιατρούς. Μόλις ρουφήξει ο πελάτης την πρώτη γουλιά καφέ και βγάλει αναστεναγμό καταλαβαίνω αν είναι από αρρώστια, αν είναι από άλλο πρόβλημα ή αν είναι απ’ την Εφορία και τον ΕΝΦΙΑ (στην τελευταία περίπτωση ο αναστεναγμός συνοδεύεται κι από βρισιές, οπότε μπαίνεις εύκολα στο νόημα). Όταν πιει και κάνα τσίπουρο, λύνεται τελείως η γλώσσα του και μαθαίνεις μέχρι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα (γι’ αυτό τα λέν’ διδουμένα, ιπειδή τα δίνουν).

  Με το αφιέρωμα θα αποδείξω στους γιατρούς πως κάνουν λάθος που υποστηρίζουν ότι το καφενείο βλάπτει σοβαρά την υγεία των ανθρώπων. Η υγεία είναι για εμάς η πρώτη προτεραιότητα (π’ λέει κι ου Κυριάκους κι ου ικάστουτι Κυριάκους, λες και υπάρχει και δεύτερη που να είναι ταυτόχρονα και προτεραιότητα). Η λέξη υγεία στα καφενεία ακούγεται περισσότερες φορές απ’ ότι στα νοσοκομεία. Στην υγειά σας!... Άιτι, γεια!... Γεια μας!... Κι οι άνθρωποι τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και ρίχνουν και τα αισιόδοξα συνθήματα: να καούν τα κάρ’να! κι να πιθάνει ου χάρους!... Είδατε σε κάνα νοσοκομείο να τσουγκρίζουν οι άνθρωποι τα σιρόπια, τους ορούς κι τ’ς αντιβιώσεις; Τα καφενεία είναι ψυχαγωγικά κέντρα, ενώ τα ιατρεία ψυχοβγαλτικά κέντρα που έχουν μάλιστα για σύμβολο το φίδι. Είναι σαν να σου λένε: «Ήρθες εδώ; Φίδι που σ’ έφαγε!».

  Το επάγγελμα του γιατρού είναι, δικαίως, το πιο λαμπερό επάγγελμα, ειδικά όταν ο γιατρός το μετατρέπει στο απόλυτο λειτούργημα. Η υγεία είναι το πρώτο αγαθό της ζωής. «Η γεια μι κάνει κι χαίρουμι, η γεια κι καμαρώνου». Άνθρωποι που δεν έμαθαν γράμματα έζησαν, αλλά πολλοί άνθρωποι πέθαναν, επειδή δεν είχαν ιατρική υποστήριξη (ακόμη κι από απλούστατες αιτίες). Για ένα εμβόλιο! Για μια ασπιρίνη! Θα σας τα πει κι ο Όμηρος παρακάτω και ελπίζω να συμφωνήσετε. Βέβαια, στις μέρες μας αυτό το λαμπερό λειτούργημα επισκιάζεται απ’ τα λεγόμενα λαμπερά επαγγέλματα και πρόσωπα (ηθοποιούς, τραγουδιστές, ποδοσφαιριστές, τηλεοπτικούς αστέρες) που κυριαρχούν στον δημόσιο βίο. Γράφεις Παπανικολάου στο διαδίκτυο και αντί να σου βγάλει πρώτον τον γιατρό Παπανικολάου, που έσωσε με το γνωστό «τέστ Παπανικολάου» εκατομμύρια ανθρώπους, σου βγάζει τον μπασκετμπολίστα! Ας έβγαζε τουλάχιστον τον Γκάλη, τον Σπανούλη ή τον Διαμαντίδη…

  Τους υπόλοιπους λόγους που χρειάζεται να γίνει ένα αφιέρωμα στους γιατρούς να τους βρείτε μόνοι σας. Μην τα θέλετε κι όλα έτοιμα! 


 Σχολιασμοί σχετικών παροιμιών, γνωμικών και ρητών  

  «Ιητρός γαρ ανήρ πολλών αντάξιος άλλων». Ένας γιατρός έχει μεγαλύτερη αξία από πολλούς άλλους ανθρώπους, έλεγε ο Όμηρος. Τι να ’κανε κι αυτός; Προσπαθούσε να καλοπιάσει τους γιατρούς να τον θεραπεύσουν που ήταν τυφλός, αλλά δεν είχε να δώσει φακελάκι (τότε δεν υπήρχαν και φακελάκια) και κανένας δεν του έκανε εγχείριση, ήταν και ανασφάλιστος, ΟΓΑ δεν είχε, οπότε για έναν απλό καταρράκτη δεν ξαναείδε φως και τηλεόραση… 

  «Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν». Κι ακόμη πιο κάλλιον το μη αρρωσταίνειν…

  «Ένα μήλο την ημέρα, τον γιατρό τον κάνει πέρα». Κι ένα σκόρδο την ημέρα τους κάνει όλους πέρα. Φαίνεται είναι πιο αποτελεσματικό…

  «Το περπάτημα είναι το καλύτερο φάρμακο». Αυτά να τα πείτε στον Έκτορα!

  «Παρηγοριά στον άρρωστο όσο να βγει η ψυχή του». Να λέτε ας πούμε: «Εσύ με το χρώμα που έχεις στα μάγουλα, μπορεί να ζήσεις κι έξι μήνες ακόμη» ή σαν τον άλλον που είπε: «Ισύ, Κώτσια, όπους λέν’ οι γιατροί, έχ’ς ζουή για πιντέξι μέρις ακόμα, αλλά μη στινουχουριόσι, ούλοι κουντά σ’ θα να ’ρθουμι, κάπουτι θα πιθάνουμι κι ιμείς». 

  «Δίνει ο Θεός την πληγή, δίνει και το βοτάνι». Ο φαρμακοποιός, όμως, δεν το δίνει τζάμπα το φάρμακο, οπότε ψάξτε για βοτάνια! Ρουτάτι κι κάναν μαντζουνουλόγου!

  «Τον γέρο δεν τον ρωτούν πού πονεί, αλλά πού δεν πονεί». Τον φορολογούμενο τον ρωτούν, πού σε πονεί και πού σε σφάζει…

  «Δεν είναι για τον γιατρό, είναι για τον παπά». Μερικές φορές, όμως, είναι για τον 

γιατρό και καταλήγει πάλι στον παπά. Ο παπάς σκεπάζει όλα τα λάθη του γιατρού. Είναι το μπλάνκο του γιατρού ο παπάς! Κατανοώ την έκπληξή σας που δε γνωρίζατε ότι υπάρχει και μαύρο μπλάνκο, αλλά η χρήση του είναι αποκλειστικά για γιατρούς… Είπεν κι ο Νικοκλής (π’ δεν ξέρου ’πούθι κρατεί η σκούφια τ’): «Ευτυχισμένους θεωρώ τους γιατρούς, γιατί τις επιτυχίες τους βλέπει ο ήλιος και τις αποτυχίες τους σκεπάζει η γη».

  «Νους υγιής εν σώματι υγιεί». Μην ακούτε παραμύθια! Πάρτε για παράδειγμα τον Γιωργάκη! Ναι, τον γνωστό Γιωργάκη που έβαζε την αλυσίδα στο ποδήλατο ενώ έτρεχε κι έφαγε τα σαμάρια τ’. Πολύ γυμνασμένος ο Γιωργάκης! Σας έδωσε, όμως, ποτέ την εντύπωση ότι έχει νουν υγιή;

  «Το γέλιο και ο ύπνος είναι τα καλύτερα φάρμακα του κόσμου». Γι’ αυτό να διαβάζετε το Καφενείο και να κοιμάστε! Όσο πιο πολύ κοιμάστε, γλυτώνετε και τις επιπτώσεις στον οργανισμό σας απ’ τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. 

  «ΝΟΣΩΣΩΤΕΡΥΠΟΠΥΡΕΤΩΣΩΣΟΝ». Κλείνω τους σχολιασμούς με το καρκινικό επίγραμμα (π’ διαβάζιτι τα ίσια κι τ’ ανάπουτα) του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού. Για να το πει αυτό ή πολύ πυρετό είχε ή πριν γίνει αυτοκράτορας θα είχε αυτοκράτορα κάναν Μητσοτάκη και παραμίλαγε στον ύπνο του… Άιτι, θα σας του ξιμπιρδέψου κιόλα του ιπίγραμμα: «ΝΟΣΩ ΣΩΤΕΡ ΥΠΟ ΠΥΡΕΤΩ ΣΩΣΟΝ».   


Ιατρική στην Αργιθέα…

  Παρακαλώ, ξεκινάτε πεντάλεπτο γέλιο! Με το τέλος του πεντάλεπτου ξεκινάτε κι ένα πεντάλεπτο με κλάματα! 

  Ευχαριστώ που αφιερώσατε ένα δεκάλεπτο απ’ τον χρόνο σας, για να κατανοήσετε, εμπράκτως, ότι η ιατρική στην Αργιθέα είναι για γέλια και για κλάματα.

  Ας κάνουμε μια χρονική αναδρομή στο θέμα. Στην Αργιθέα παλιά οι άνθρωποι πέθαιναν εύκολα και… χωρίς τη βοήθεια γιατρού. Βασικά, πέθαιναν από ένα «σφαειό» ή από Ε. Θ. Ξ. (Ένας Θεός Ξέρει) κατά την ιατρική ορολογία. Τώρα, ήταν χουλή (χολή), ήταν σκληκουδίτιτα (σκωληκοειδίτιδα), κουμπουδιάσ’κι τ’ άντιρου τ’ (ειλεός); Κανένας δεν έμαθε ποτέ, αλλά και να μάθαινε άχρηστο ήταν, ο πεθαμένος έφευγε για τον Άγιο Πέτρο, ο οποίος δεν έκανε αδιάκριτες ερωτήσεις του τύπου: «Από τι πέθανες εσύ και μας ήρθες τόσο νωρίς, ενώ δε σ’ είχαμε στο πρόγραμμα;».

  Τα διάφορα ζαράλια (παθήσεις) αντιμετωπίζονταν με πρακτικούς παραδοσιακούς τρόπους. Οι σκυλαργίις (ισχιαλγίες, οσφυαλγίες) και τα αθριτικά (αρθρίτιδες γενικώς) αντιμετωπίζονταν με καταπλάσματα διάφορα, κυρίως με ρετσιναριές (από ρετσίνι έλατου, γιατί ως γνωστόν ο έλατος επειδή έχει ρετσίνι, δεν παθαίνει ποτέ σκυλαργία). Το αίμα σταματούσε με τον ιματουστάτη (ο αιματοστάτης ήταν μια πέτρα ή άλλο αντικείμενο), με ξύσμα από δερμάτινη ζώνη ή με τριμμένο καπνό. Στις πληγές από τραυματισμούς και κοψίματα χρησιμοποιούσαν το Κατουρίν (caturin, η λατινική του γραφή), γιατί δεν υπήρχε τότε το Μπεταντίν. Τα ορθοπεδικά προβλήματα λύνονταν με τις φρίντζες (νάρθηκας από ξύλινες σανίδες) είτε ήσουν άνθρωπος είτε γίδα… 

  Πρακτικοί γιατροί και ξεματιάστρες ασκούσαν τον ρόλο του γιατρού με μαντζούνια και βότανα, όπως έφταναν κατά παράδοση αιώνων απ’ τον Ασκληπιό, τον Ιπποκράτη, τον Διοσκουρίδη και άλλους. Όμως, θα σταματήσω εδώ, μη φάω καμιά μήνυση από τη Σούλα Τόσκα – Κάμπα που τα έγραψε αυτά τα περί λαϊκής θεραπευτικής στο βιβλίο της «ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΡΓΙΘΕΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ» και καλά είναι να  διαβάζετε και κάνα βιβλίο κι όχι μόνο το Καφενείο…

  Στα νεότερα χρόνια και ως σήμερα, υπήρχε κατά καιρούς παρουσία γιατρού και στα χωριά μας. Συνήθως, οπλίτες γιατροί που περνούσαν έτσι ένα μέρος της θητείας τους.

Με λίγα μέσα και πολλές δυσκολίες, κατάφερναν να προσφέρουν πολύτιμο έργο, να δίνουν θάρρος και ελπίδα στους Αργιθεάτες, ειδικά τη δύσκολη χειμερινή περίοδο. Η ευγνωμοσύνη μας είναι διαρκής προς όλους αυτούς τους γιατρούς που υπηρέτησαν στον τόπο μας. Δεν είναι εύκολο να τους αναφέρουμε όλους. Ονομαστοί έμειναν για την πολυετή προσφορά τους ο Ποζιός, ο Βαϊνάς κι ο Χριστούλας.  


Γιατροί

    Έκτωρ

  Ένας είναι ο Έκτορας… Θαυμάζω την ολύμπια ηρεμία του (γι’ αυτό πηγαίνει κάθε χρόνο στον Όλυμπο, για να προμηθεύεται  ολύμπια ηρεμία), αλλά μερικές φορές δεν αντέχεται, είναι εκνευριστική και ευτυχώς βρήκα φάρμακο για να την αντιμετωπίζω. Ο Έκτωρ, αν και Έκτωρ, έχει την «αχίλλειο πτέρνα» του. Σας την αποκαλύπτω, για να την κάνετε κι εσείς χρήση, όταν χρειαστεί. Είναι η λέξη τσιγάρο. Έτσι κι ακούσει τσιγάρο γίνεται εκρηκτικός. Κοκκινίζει (αν και Παναθηναϊκός) γρηγορότερα κι από τον Τζόε Ντάλτον. Φρόνιμο είναι τότε να αναμεράτε και να έχετε μια απόσταση ασφαλείας…

  Κάποτε ανεβαίναμε σ’ ένα βουνό της Αργιθέας και σταματήσαμε σε μια βρύση. Σε λίγο ήρθε εκεί κι ένας γνωστός μας τσοπάνης, ο οποίος βοσκούσε λίγο πιο πέρα τα γίδια του. Σπουδαία ευκαιρία για την ηρεμία του Έκτορα. Αρχίζω να βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο και λέω:

Καλώς  τουν  Παναϊώτη!...  Τι χαμπέρια, ουρέ;  Τι  λέν’ οι  κουτσουκέρις;  Έλα  να 

στρίψουμι κανιά τσιγάρα! Βγάλι τ’ν καπνουσάκ’λα σ’ να μ’ δώκ’ς ένα χαρτί να δουκιμάσου τουν καπνό σ’! Φουτιά π’στεύου να ’χ’ς…  

Μην ξανακούσω τσιγάρο, πετάγεται ο Έκτορας (πήρε φωτιά αμέσως).

Μα του τσιγάρου δεν τ’ ακούς, δε βρουντάει, απ’ τ’ μυρουδιά του καταλαβαίν’ς… 

Μπήκε στην κουβέντα κι ο Παναγιώτης:

Τι βλάβει του καπίν’σμα, γιατρέ; Ιγώ αδειάζου δυο καπνουσάκ’λις κάθι μέρα κι ακόμα γλέπ’ς τα φτάνου τα γίδια στουν ανήφουρου, χουρεύου κι τραγούδια γλήγουρα στου παν’γύρι, χουρίς να κουντανασαίνου.  

Κάποια στιγμή, όμως, δε θα σου φτάσουν τα γίδια για να ξαναβρείς την υγεία σου, αν την ξαναβρείς. Θα στα φάνε όλα οι γιατροί. Κόψε το τσιγάρο, Παναγιώτη!

Τι είν’ οι γιατροί, λύκοι να μ’ τα φάν’;

  Έμεινε με την απορία περί των γιατρών ο Παναγιώτης, αλλά εσείς μην απορείτε! Το αγαπημένο ρήμα του Έκτορα είναι το κόψε. Κόψε το φαγητό για να κόψεις κάμποσα κιλά, κόψε την καθιστική ζωή και περπάτα, κόψε τα τηγανητά, κόψε τα αλκοολούχα, κόψε το κρέας (αυτό κάνω, αλλιώς δεν το χωράει η κατσαρόλα), κόψε ό,τι κόβεται κι ό,τι δεν κόβεται… 

  Καλά, Έκτορα, τι μας πέρασες, αλυσοπρίονα να τα κόψουμε όλα;


    Ο Ηλίας, ο ξάδερφος

  Στην Αταλάντη έχω έναν ξάδερφο, λίαν αγαπητό, του Λία Φρύδα. Ο Ηλίας είναι καρδιολόγος. Μο’ ’τρουγι τ’ αυτιά (δεν είνι ουριλάς είπαμαν, καρδιουλόγους είνι...) κάθι βουλά πο’ ’κριναμαν στου τηλέφανου.

Γιάννη, έλα στην Αταλάντη να κάνεις καμιά εξέταση, είσαι μεγάλο παιδί πια!

Ξάδιρφι, ιγώ του πρόβλημα το ’χου απ’ του λιμό κι απάν’. Τι ιξέταση να κάμου; Να ιδού απού τι προυήλθι η φαλάκρα; Μπουρεί να προήλθι, ιπειδή παρακουλούθαγα ταχτικά ειδήσεις, ιπειδή γίν’κι ου Γιουργάκ’ς προυθυπουργός ή απού μάτιασμα… 

Ναι, έχεις πρόβλημα στο μυαλό. Απ’ τον λαιμό και πάνω είναι κι αυτό… Είναι δυνατόν να μη θέλεις να πας σε γιατρό; Είσαι και μορφωμένος άνθρωπος!

  Μέσα δω μι  τριβάλιασι… Ώστι  οι  μουρφουμένοι  πααίνουν  για ιξιτάσεις;  Δεν  τ’ς  

φτάνουν οι ιξιτάσεις στου γυμνάσιου, στου λύκειου, στου πανιπιστήμιου, πρέπει να κάμουν κι ιατρικές;  

  Μετά από διάφορες αναβολές και υπεκφυγές, κάποτε αποφάσισα και πήγα στον Ηλία. Σαν τελείωσαν τα καλωσορίσματα, έφτασε και η ώρα της ιεράς εξέτασης. Μ’ κόλλ’σι κάτι βιντούζις σα βδέλλις, μο’ ’βαλι κάτι κρικέλις στα πουδάρια, μι τύλ’ξι μι κάτι καλώδια κι μο’ ’βγαλι καρδιουγράφημα. Πάμε καλά ως εδώ, μου είπε κάποια στιγμή και μετά από λίγο με ανέβασε στον ειδικό διάδρομο για το τεστ κοπώσεως. Άρχισε ο διάδρομος να κινείται κι εγώ να περπατάω, για να μη ζάψου κάτ’. Πέρασαν τρία τέσσερα λεπτά, λέει ο Ηλίας:

Τώρα, θα πας γρηγορότερα για δυο τρία λεπτά.

Να πάου, άμα είνι ανάγκη, γιατί να μην πάου; Είμι γιρός στου πιρπάτ’μα, Λία.

Καλός είσαι απ’ ότι βλέπω. Όμως, στο επόμενο στάδιο, πρέπει να τρέξεις.

Γιατί να τρέξου; Μην πιράσουν τα γ’ρούνια, προυτού φτάσου στου καρτέρι; Στου κυνήγι να ιδείς πλάλ’μα, ξάδιρφι, κι να π’δάς τούφις κι κουτρώνια, όχι σαν του διάδρουμου τουν θ’κό σ’, π’ δε σι αμπουδάει τίπουτα!

  Πέρασε λίγη ώρα ακόμη κι ο Ηλίας σταμάτησε τον διάδρομο. Είσαι πολύ καλά, μου είπε, πάμε τώρα στο σπίτι να φάμε.

  Πήρα θάρρος, ένιωσα χαρά και ανακούφιση. Καταλαβαίνετε πόσο σπουδαίο είναι, όταν σου λέει ο γιατρός ότι είσαι καλά…

  Στο σπίτι του Ηλία μάς περίμενε η νύφη μου, η Γωγώ, με στρωμένο τραπέζι, με μεζέδες και φαγητά διάφορα. Φάγαμε, ήπιαμε κι απ’ το καλό κρασί που φκιάνουν με πολύ μεράκι κι έτσι επανέφερα τη χοληστερίνη μου στα κανονικά για την ηλικία μου επίπεδα. 


Ειδικότητες 

  Παλιά οι γιατροί ήταν για πάσαν νόσον. Τώρα, με την πρόοδο της επιστήμης, κάθε γιατρός  ειδικεύεται σε κάποιον τομέα κι έτσι έχουμε διάφορες ειδικότητες:

  Ωτορινολαρυγγολόγος: Όποιος καταφέρνει να το πει, ξέρει τουλάχιστον ότι δεν έχει πρόβλημα ορθοφωνίας, αν και κινδυνεύει με εξάρθρωση η γλώσσα του. Για να αποφεύγουμε το πεδίκλωμα της γλώσσας, τους λέμε και Ωριλάδες ή Ω.Ρ.Λ. και κατά Σαββόπουλον: Ολαρία, ο λα ρά, μαύρο τύμπανο χτυπά.              

                        Ολαρία, ο λα ρά, δάγκωσέ με πιο βαθιά! (στον λάρυγγα, ξέρει αυτός).

                        Ολαρία, ο λα ρά, με σουραύλια και βιολιά.

                        Ολαρία, ο λα ρά, σου τα πήρε τα λεφτά… (και χωρίς απόδειξη…).

  Οδοντίατρος: Είναι αυτός που σου βάζει δόντια στο στόμα και σου βγάζει πεντακοσάευρα απ’ το πορτοφόλι και μόλις σου βάλει τα δόντια, διαπιστώνεις ότι είναι άχρηστα, γιατί δε σου άφησε τίποτε στο πορτοφόλι, για να πάρεις κάτι να φας. 

  Οφθαλμίατρος: Καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά… ο οφθαλμός! Τότε δεν τον γλυτώνεις τον οφθαλμίατρο. Είναι ο γιατρός που τη στραβωμάρα στη σερβίρει με διάφορα ονόματα: μυωπία, πρεσβυωπία, αστιγματισμός, υπερμετρωπία, καταρράκτης και άλλα πολλά. Λένε ότι η εξειδίκευση εδώ έχει προχωρήσει, ώστε να είναι άλλος για το δεξί μάτι, άλλος για το αριστερό (τι σου κάνει ο δικομματισμός!...) και άλλος για τα ματοτσίνορα. Το ξεμάτιασμα παραμένει στην αρμοδιότητα της ξεματιάστρας, γιατί το πανεπιστήμιο αρνείται ακόμη να το διδάξει στους γιατρούς,  παρά το ότι οι σπουδές τους ξεπερνούν τα δέκα χρόνια… 

  Χειρουργός ή χειρούργος: Αν είναι καλός άνθρωπος ο γιατρός, το σωστό είναι να τον λέτε χειρουργό (κατά το λειτουργός, ξυλουργός ) κι αν δεν είναι καλός άνθρωπος, να τον λέτε χειρούργο (κατά το κακούργος, πανούργος). Πάρτε και κάνα τηλέφωνο τον Γρίβα, να σας διαφωτίσει περί της σημασίας του τόνου!…

  Είναι πάρα πολλές οι ιατρικές ειδικότητες. Ψάξτε να τις βρείτε μόνοι σας, όσοι έχετε την περιέργεια, κι αχρείαστες να είναι!... Να θυμάστε μόνο πως οι καλύτεροι γιατροί είναι οι σ’κωτοπλεμονεντερολόγοι (που φκιάνουν τα κοκορέτσια) και οι καρδιοσπληνολόγοι (που φκιάνουν τα σπληνάντερα).  


Εξετάσεις

  Ο άνθρωπος στη ζωή του δίνει πολλές φορές εξετάσεις διαφορετικής σημασίας και βαρύτητας και ανάλογης κάθε φορά αγωνίας. Περνάει σχολικές, πανελλήνιες, οδήγησης, εξετάσεις στην πεθερά (αυτές είναι και οι αυστηρότερες). Σε όποια κι αν αποτύχετε από αυτές να μη σας νοιάζει… Εκεί που πάντα να εύχεστε να πάνε καλά οι εξετάσεις σας, είναι οι ιατρικές. Τίποτε πιο θετικό στη ζωή σας από μια αρνητική εξέταση – διάγνωση στην υγεία σας!


  Πας στον γιατρό και σε εξετάζει. Εσύ εξετάζεις κάθε μορφασμό του γιατρού και προσπαθείς να κάνεις διάγνωση της διάγνωσής του. Κάπου εκεί σε ρωτάει:

Έχεις φέισμπουκ;

Έχω, γιατρέ. Τι σημασία έχει;

Πες στους φίλους σου να σε σβήσουν!

Είμαι τόσο σοβαρά, γιατρέ; Σου κόβονται τα πόδια απ’ τον φόβο.

Όχι, μωρέ! Οι πόνοι αυτοί στη μέση, στα χέρια και η θολούρα στα μάτια σου είναι επειδή κάθεσαι με τις ώρες στον υπολογιστή.

Θα τουν τσακίσου, γιατρέ, τουν υπουλουγιστή… Παγκλίδια θα τουν κάμου!...  Δεν 

υπουλόγιζα ότι κάνει τέτοια ζ’μιά ου υπουλουγιστής…


  Ο καλός γιατρός παλιότερα κρινόταν απ’ τη διαγνωστική του ικανότητα. Τώρα, ο γιατρός δε ρισκάρει και, επειδή κι εμείς παρότι ανίδεοι τους κάνουμε τον έξυπνο, σε στέλνει στο εργαστήριο (μικροβιολογικό, ακτινολογικό κ.α.), για να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Χάσαμε έτσι διηγήσεις όπως εκείνη ενός Τριζολιώτη που πήγε στον γιατρό και έλεγε: «Ου γιατρός μι κατάλαβι! Μου ’πι, έπισις απού μεγάλου ύψους. Έπισις απού αθημωνιά!». Άντε σήμερα να σε καταλάβει ο γιατρός, άμα πέσεις από αθημωνιά…


Ένας γιατρός…

Ένας γιατρός, ένας γιατρός…

Δυο γιατροί, μισός γιατρός…

Τρεις γιατροί, κάνας γιατρός…

  Αυτά ισχυρίζεται ο Πάνος Στάθης και έχει δίκιο, γιατί βασικό στοιχείο είναι να εμπιστεύεσαι τον γιατρό, αλλιώς μην πηγαίνεις. Πώς, όμως, θα φτάσεις στην εμπιστοσύνη; Προγραμματισμένα έχεις την ευχέρεια να γνωρίσεις και να επιλέξεις τον γιατρό σου για κάθε περίπτωση. Όταν το περιστατικό είναι έκτακτο, δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Ας κάνουμε τότε τη θετική σκέψη ότι αυτή την ώρα της ανάγκης μας ο άγνωστος γιατρός είναι το χέρι του Θεού που έρχεται να μας βοηθήσει… Δε σε απασχολεί το βιογραφικό του, όπως δε σε απασχολεί ποιος είναι ο άγνωστος αιμοδότης σου κι αν είναι μαύρος ή λευκός, χριστιανός ή μουσουλμάνος. Τότε, νιώθεις πόσο σημαντικός είναι ο κάθε γνωστός ή άγνωστος συνάνθρωπος…   


Αργήσαμε, αλλά ξανακυκλοφορήσαμε

  Άργησε αυτό το Καφενείο. Οι γιατροί φταίνε. Μου είπαν να το σταματήσω για ένα διάστημα, διότι, ίσως, προκαλεί εθισμόν, ερεθισμόν και κνησμόν (φαγούρα δηλαδή). Νεότερες έρευνες, όμως, απέδειξαν ότι δεν έχει καμία επίπτωση στην υγεία ούτε διαπιστώθηκε στερητικό σύνδρομο στους αναγνώστες του, οπότε μπορείτε να το διαβάζετε ως ιατρικώς (τουλάχιστον) ακίνδυνο…  



47 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg

                                                                                                                                                              








28/10/2019


3.9.26

Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Βελλεροφόντης , του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα

  Ο Βελλεροφόντης του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου, συγγραφέα Βελλεροφόντης και Χίμαιρα ΕΝΑ ΑΤΥΧΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....