Ετικέτες - θέματα

3.1.26

Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Βορέας και οι Βορεάδες

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα


   

Βορέας και Νύμφες
  Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: Για τον Βορέα, την προσωποποίηση δηλαδή του βορείου ανέμου, ομιλεί ο Όμηρος δυο φορές: Πρώτα αναφέρει ότι αυτός κατέβαινε ορμητικά από τη Θράκη κι έφερνε το χαλάζι και το χιόνι1. Ο ίδιος πάλι αλλού αναφέρει την παράδοση πως όταν ο Βορέας είδε τις φοράδες του Εριχθόνιου, του γιου του Δάρδανου, στην Τροία, τις πόθησε και, αφού πήρε τη μορφή του ίππου, πλάγιασε μαζί τους. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν δώδεκα πουλάρια που έτρεχαν σαν τον άνεμο. Φαίνονταν μάλιστα σαν να πετούσαν πάνω από γη και τη θάλασσα χωρίς να τα αγγίζουν2.

   

  ΒΟΡΕΑΣ ΚΑΙ ΩΡΕΙΘΥΙΑ: Κάποτε πάλι, λένε άλλες μυθικές διηγήσεις, όταν ο Βορέας βρέθηκε στην Αττική, η μοίρα το 'φερε να συναντήσει την Ωρείθυια, την κόρη του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα. Εκείνη τότε έπαιζε με τις φίλες της ή, σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, χόρευε, ή μάζευε λουλούδια. Αμέσως τότε την ερωτεύτηκε. Πού ακριβώς την πρωτοείδε κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα, άλλοι πίστευαν στις πηγές του Κηφισού, άλλοι στην περιοχή της Ακρόπολης. Το μόνο βέβαιο πάντως είναι πως όρμησε στη συντροφιά των κοριτσιών, άρπαξε την Ωρείθυια και πετώντας τη μετέφερε στη μακρινή πατρίδα του. Από το γάμο του με εκείνη γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς και δύο θυγατέρες, η Κλεοπάτρα και η Χιόνη. Η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε το Φινέα, βασιλιά στη Θράκη, ενώ τη Χιόνη την αγάπησε ο Ποσειδώνας και μαζί απέκτησαν τον Εύμολπο.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ: Στις αρχές του του 5ου αι. π.Χ. παρατηρήθηκε μια ξαφνική ιδιαίτερη δημοτικότητα του μύθου της απαγωγής της Ωρείθυιας. Αυτό οφειλόταν σε μια παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του3. Συγκεκριμένα, κατά τους Περσικούς πολέμους και πριν από τη ναυμαχία στο Αρτεμίσιο, το 480 π.Χ., δόθηκε στους Αθηναίους ένας χρησμός που τους συνιστούσε να ζητήσουν τη βοήθεια του "γαμβρού" τους! Οι Αθηναίοι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τον θεϊκό λόγο, θυμήθηκαν πως, παλιά, ο Βορέας είχε αρπάξει την Αθηναία βασιλοπούλα Ωρείθυια και επομένως αυτός ήταν το πρόσωπο που υπαινισσόταν ο χρησμός. Γι' αυτό και ικέτεψαν τη βοήθεια αυτού και της Ωρείθυιας για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Πραγματικά, εντελώς συμπτωματικά φυσικά, ξέσπασε τότε ένας δυνατός βόρειος άνεμος που κράτησε με διαστήματα τρείς ολόκληρες μέρες και κατέστρεψε 400 πλοία του περσικού στόλου. Ευγνώμονες μετά τη νίκη τους οι Αθηναίοι ίδρυσαν ιερό προς τιμήν του Βορέα στις όχθες του Ιλισσού. Ο Παυσανίας βεβαιώνει πως και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ιερά του και σε άλλα μέρη4.

Βορέας και θαλάσσια Νύμφη

ΟΙ ΒΟΡΕΑΔΕΣ
: Οι Βορεάδες, οι φτερωτοί δηλαδή γιοι του Βορέα, Ζήτης και Κάλαϊς, κατέβαιναν ορμητικοί απ' τον αιθέρα, όπως ακριβώς και ο πατέρας τους. Το σημαντικότερο γεγονός της μυθικής ζωής τους ήταν ότι πήραν κι αυτοί μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με πολλούς ονομαστούς ήρωες. Στον δρόμο για την Κολχίδα, συνάντησαν στη Θράκη τις φτερωτές Άρπυιες που άρπαζαν την τροφή του Φινέα, του τυφλού μάντη από τη Σαλμυδησσό, ή τη βρόμιζαν τόσο, ώστε ο δύστυχος δεν μπορούσε πια να τη γευτεί. Ο Ζήτης και ο Κάλαϊς άρχισαν τότε να τις καταδιώκουν πέρα από στεριές και θάλασσες ώσπου στο τέλος τις πρόφτασαν στα νησιά Πλωτές [Στροφάδες], δυτικά της Πελοποννήσου, και τις έπεισαν να φύγουν μακριά. Έτσι γλίτωσε ο Φινέας από τη βασανιστική παρουσία τους. Οι Βορεάδες μετά απ' αυτά έστρεψαν την πορεία τους πάλι προς το μέρος απ' όπου ξεκίνησαν γι' αυτό και τα νησιά Πλωτές, έλεγαν, πως από τότε ονομάστηκαν Στροφάδες. Ωστόσο, γύρω απ' το θέμα της σωτηρίας του Φινέα υπάρχουν και άλλες διηγήσεις που παραλλάσσουν την κατάληξη της καταδίωξης των Αρπυιών από τους Βορεάδες, όπου από τους πρωταγωνιστές επιζούν ή πεθαίνουν άλλοτε άλλοι. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, οι Βορεάδες τελικά φονεύθηκαν από τον Ηρακλή στην Τήνο5.

ΑΥΡΑ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΟΡΕΑ: Θυγατέρα του Βορέα, σύμφωνα με μυθική εκδοχή που ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή, ήταν και η Αύρα. Μάλιστα αυτή ήταν που έφερε στον Άρη το άγγελμα του θανάτου της θυγατέρας του, της Αμαζόνας Πενθεσίλειας, στην Τροία. Στον πληθυντικό οι Αύρες ήταν προσωποποιήσεις των ήπιων, δροσερών ανέμων. Υπάρχουν και άλλες, μεταγενέστερες, πληροφορίες για την Αύρα. Μια από αυτές ήταν πως προκάλεσε αναίτια τη ζήλια και το θάνατο της Πρόκριδος, της αδελφής της Ωρείθυιας. Κι αυτό, γιατί η Πρόκρις τη θεώρησε αντίζηλό της στην αγάπη της για τον Κέφαλο όταν τον άκουσε στο δάσος να καλεί την αύρα να τον αναζωογονήσει από την κούραση του κυνηγιού. Εκεί βρήκε τραγικό θάνατο η Πρόκριδα από το ακόντιο του ίδιου του Κέφαλου που την πέρασε για αγρίμι, κρυμμένη καθώς ήταν στις φυλλωσιές για να τον παρακολουθήσει.

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Όμηρος, Ιλιάδα, Ο 170-1 και Τ 357-8.

2. Όμηρος, Ιλιάδα, Υ 219-229.

3. Ηρόδοτος 7, 189.

4. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, 8. 36.6.

5. Απολλώνιος ο Ρόδιος, 1, 1300-1309.

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ του Αλέξ. Παπαδιαμάντη + ΒΙΝΤΕΟ

Kείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου


   

 «Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα. Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:

Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
 πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα.

*
* *

Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.

Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ.

― Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά.

― Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω.

― Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;

―Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.

Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:

― Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.

― Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός.

― Πότε θὰ σιάσῃ;

― Σὰ μπῇ ὁ Μάης.

― Πότε μπαίνει;

― Μεθαύριο, τὸ Σάββατο.

― Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;

Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.

Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.

Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.

Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.

Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.

Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.

Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.

Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.

Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»

Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.

Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.

Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.

*
* *

Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.

Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.

Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.

(1910)

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


2.1.26

Τα Θεοφάνια του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Τα Θεοφάνια

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου



   Η ΕΟΡΤΗ: Τα Θεοφάνεια ή Θεοφάνια εορτάζονται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Η Ιστορία αυτή της Βάπτισης αυτής είναι γνωστή απὸ το κατὰ Ματθαίον Ευαγγέλιο΄ 13- 17), αλλά και από άλλους δύο Ευαγγελιστές (Μάρκ. α΄, Λουκ. γ΄). Το όνομα της εορτής προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας και αδιαίρετης Τριάδος. Η εορτή των Θεοφανίων λέγεται επίσης και Επιφάνεια και Φώτα Εορτή των Φώτων). Κατά τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη της Αντιόχειας. Αρχαία φαίνεται και η συνήθεια της τέλεσης του Μεγάλου Αγιασμού την ημέρα των Θεοφανίων, όπου ψάλλονται τα τροπάρια του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου και το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού.

Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος), γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Έκπληκτοι και οι παρευρισκόμενοι είδαν τον αυστηρό ασκητὴ και διδάσκαλο να υποχωρεί με ανέκφραστη ευλάβεια καὶ ταπείνωση μπροστὰ στον άγνωστό τους. Στην αρχὴ αρνείται να Τον βαπτίσει και Του λέει ότι αυτὸς έχει ανάγκη να βαπτισθεί απὸ Εκείνον. Ο Ιησούς τον πείθει να Τον βαπτίσει, διότι έτσι έπρεπε. Τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού, ενώ ταυτόχρονα ανοίχθηκαν οι ουρανοί και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό, του Θεού Πατέρα, που έλεγε ότι: “Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκισα". Γράφει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: “"(...) ανοίχθηκαν οι ουρανοί. Για να δειχθεί φανερώτατα ότι αυτός είναι που και προ των ουρανών υπάρχει και πριν από όλα τα όντα και είναι Θεός και είναι Θεού Λόγος και Υιός, μόνο αυτός παρουσιαζόταν συνημμένος με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Με την έκφραση ανοίχθηκαν, μας έδειξε ότι οι ουρανοί ήσαν κλειστοί προηγουμένως λόγω της αμαρτίας και της παρακοής μας προς το Θεό. Όχι μόνο του ανοίχθηκαν οι ουρανοί, αλλά ο ίδιος ο κόλπος του υψίστου Πατρός, διότι από εκεί ήλθε το Πνεύμα και η φωνή που μαρτυρούσε τη γνησιότητα της υιότητος. Οι ουρανοί είναι κήρυκες και προς τους αγγέλους, αλλά και προς τους ανθρώπους διατρανώνοντας την ομοτιμία του Υιού του Θεού προς τον ουράνιο Πατέρα και προς το Άγιο Πνεύμα, κατά την ουσία και δύναμη και δεσποτεία προς το σύμπαν. (...) Το άγιο βάπτισμα είναι η πύλη των ουρανών που εισάγει εκεί τους βαπτιζομένους.



Η ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΦΑΝΕΡΩΣΙΣ: Και είδε ο Ιωάννης το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστερά και να έρχεται σε Αυτόν. Το περιστέρι μαρτυρεί την καθαρότητα Αυτού προς Τον οποίο κατέβηκε. Έτσι, μ΄ αυτὸν το μοναδικό τρόπο, στη βάπτιση του Κυρίου φανερώθηκε ο Θεὸς ο τρισυπόστατος, η Αγία Τριάδα, και γι᾿ αυτὸ η Εκκλησία μας ονόμασε την γιορτὴ αυτὴ Θεοφάνεια. Για την παρουσία του Αγίου Πνεύματος γράφει ο ίδιος πνευματοφόρος Πατέρας: “ Πραγματικά ο Πατέρας χρησιμοποιώντας σαν δάκτυλο το συναΐδιο και ομοούσιο και υπερουράνιο Πνεύμα του, φωνάζοντας και δακτυλοδεικτώντας μαζί, απέδειξε δημόσια και κήρυξε σε όλους ότι ο βαπτιζόμενος από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη είναι ο αγαπητός του Υιός. Και έδειξε ότι όλα εκείνα που ελέχθηκαν πρωτύτερα δια των προφητών, οι νομοθεσίες, οι επαγγελίες, οι υιοθεσίες απέβλεπαν προς τον τωρινό σκοπό, προς την θεανδρική οικονομία. Ευδοκία είναι το κυριαρχικό και αγαθό και τέλειο θέλημα του Θεού. Αυτός δε είναι ο μόνος στον οποίο ευδοκεί και επαναπαύεται και αρέσκεται τελείως ο Πατέρας, ο θαυμαστός του σύμβουλος, ο άγγελος της μεγάλης βουλής του, αυτός που ακούει και ομιλεί από τον Πατέρα του και παρέχει στους ευπειθείς ζωή αιώνια.

Απολυτίκιο:
«
Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις
του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει Σοι αγαπητόν Σε Υιόν ονομάζουσα
και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές
Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός Και τον κόσμον φωτίσας δόξα Σοι»

Κοντάκιο:
«
Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη και το Φως Σου Κύριε εσημειώθη εφ΄ ημάς
εν επιγνώσει υμνούντας Σε Ήλθες εφάνης το Φως το απρόσιτον

konstantinosa.oikonomou@gmail.com 








31.12.25

Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου +ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο}

 

Η Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου)

+ΒΙΝΤΕΟ [Με το τροπάριο}

του Κων/νου Α. Οικονόμου δασκάλου 




    Τριπλή εορτή σήμερα! Οι δύο από τις εορτές έχουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα: η εορτή της περιτομής του Κυρίου μας, όπως και η εορτή και η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου. Κοντά σ’ αυτές υπάρχει και η πολιτική εορτή της έναρξης του νέου έτους, η πρωτοχρονιά, που όμως κι αυτή προσλαμβάνει, μέσα στην Εκκλησία, πνευματικό χαρακτήρα. Ας δούμε όμως τι ήταν η περιτομή.

   Στην Αγία Γραφή περιτομή νοείται η αποκοπή του έξω άκρου του ανδρικού μορίου. Η πράξη αυτή ορίστηκε από το Θεό ως επισφράγισμα της συνθήκης Του με τον Αβραάμ. Οι πρώτοι που επεβλήθησαν σε περιτομή ήταν ο Αβραάμ και οι άρρενες της οικογένειάς του (Γέν. ιζ΄10-13). Η συνθήκη επαναλήφθηκε επί Μωυσέως, (Έξ. ιβ΄43,44). Έτσι, κατά τον ιουδαϊσμό, η περιτομή κατέστη επίσημη τελετή που εφαρμοζόταν σε κάθε αρσενικό τέκνο την όγδοη μέρα από γεννήσεώς του. Αυτήν την τελετή τηρούσαν επιμελώς οι Ισραηλίτες, πλην της περιόδου που περιφέρονταν στην έρημο του Σινά. Ήταν προσφορά του παιδιού στο Θεό και υπενθύμιση πως ο Ιουδαίος όφειλε να διαφέρει από τους άλλους και να μην προσκυνά τα είδωλα. Είχε δοθεί και για λόγους υγιεινής (πρόληψη ασθενειών και μολύνσεων). Αξίζει να σημειώσουμε, πως έκοπταν ένα ευτελές σαρκίο το οποίο ήταν η αιτία του κατακλυσμού και της καταστροφής Σοδόμων και Γομόρων, δηλαδή η ακράτεια της γενετήσιας ορμής. Σαρκολάτρες οι συμπολίτες του Νώε, έκφυλοι οι κάτοικοι των Σοδόμων και Γομόρων. Όρισε ο Θεός, η περιτομή να γίνεται στα γεννητικά όργανα, γιατί σ' αυτά χρειαζόταν κάποιος περιορισμός και αρκετή εγκράτεια. Σημειώσουμε ότι και οι Άραβες, λόγω της προέλευσής τους από τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ, παρέλαβαν την περιτομή, περνώντας τη συνήθεια και στους πιστούς του μωαμεθανισμού. Η εβραϊκή περιτομή κατέληξε, στο πέρασμα των αιώνων, ένας τυπολατρικός παράγοντας της θρησκείας τους. Έτσι οι Εβραίοι αυτοαποκαλούνταν “Περιτομή” ενώ τα λοιπά έθνη τα ονόμαζαν “Ακροβυστία”. Στην Αγία, όμως, Γραφή “περιτομή” και “περιτετμημένος την καρδίαν” σημαίνουν τον καθαρό, τον αγνό, τον αναγεννημένο, ενώ οι λέξεις “απερίτμητος” και “ακροβυστία” τον ασεβή και κακό, τον ρυπαρό: “περιτμήθητε τω Θεώ υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών, άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ, μη εξέλθῃ ως πυρ ο θυμός μου και εκκαυθήσεται” (Ιερ. δ΄4 αλλά και Ιεζ. μδ΄6,7). Μετά την Πεντηκοστή, το θέμα της περιτομής δίχασε την Εκκλησία. Κάποιοι επέμεναν ότι οι προσήλυτοι εξ εθνών έπρεπε πρώτα να περιτμηθούν πριν βαπτισθούν. Με την πάροδο του χρόνου και τον πειστικό λόγο του Αποστόλου Παύλου και άλλων Αποστόλων, βεβαιώθηκαν όλοι ότι: “εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει ούτε ακροβυστία, αλλὰ καινὴ κτίσις.” (Γαλ. στ΄15).

    Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η περιτομή του βρέφους Ιησού έγινε στη Συναγωγή τῆς Βηθλεέμ. (Λουκ. 2, 5). Το Θείο Βρέφος, αφού γεννήθηκε με τον Παλαιὸ Νόμο, έπρεπε νὰ υποβληθεί και Αυτό στον τύπο, ο οποίος έπρεπε να ισχύει μέχρι την κατάργησή του. Ο Απόστολος Παύλος λέει σχετικά: “ότε δὲ ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιὸν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπὸ νόμον, ίνα τους υπὸ νόμον εξαγοράση, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν” (Γαλ. δ΄4,5). Η περιτομή συνοδευόταν και με την ονοματοδοσία του βρέφους. Το ίδιο συνέβη και με το Θείο Βρέφος που του δόθηκε το όνομα Ιησούς που είναι ελληνικός όρος από το Εβραϊκό Γεσούα. Είναι το ίδιο με το όνομα «Εμμανουήλ» που αναφέρει ο Ησαΐας, και σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας». Ο Απόστολος Παύλος προσθέτει πως οι πιστοί περιετμήθησαν με περιτομὴ πνευματική, ενεργούμενη απ᾿ το Αγιο Πνεύμα. Και αυτή συνίσταται στο γδύσιμο και την αποβολὴ του σώματος, που δούλεψε στις αμαρτίες. Το γδύσιμο αυτὸ, έλεγε, είναι η περιτομή, που πήραν απὸ τον Χριστό, όταν θάφτηκαν μαζί Του, διά του Αγιου Βαπτίσματος.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ: Σήμερα, ο μεγάλος αναμενόμενος του Ισραηλιτικού λαού, «Θεός ων κατ' ουσίαν» και ενώ κρατά τα σύμπαντα στα πανίσχυρα χέρια του, ενδύεται την ανθρώπινη μορφή. Οκτώ ημερών αδύναμο βρέφος, τυλιγμένο σε ταπεινά σπάργανα, τον κρατά στην αγκαλιά της η αγνή Μητέρα Του και τον οδηγεί στο ναό. Ο φωτισμένος υμνογράφος της Εκκλησίας μας, θεολογώντας ποιητικά, σχολιάζει και δοξολογεί: «Ουκ επησχύνθη (δεν ντράπηκε) ο πανάγαθος Θεός, της σαρκός την περιτομήν αποτμηθήναι, αλλ' έδωκεν εαυτόν, τύπον και υπογραμμόν (πρότυπο και παράδειγμα), πάσι προς σωτηρίαν, ο γαρ του Νόμου Ποιητής, τα του Νόμου εκπληροί, και των προφητών τα κηρυχθέντα περί αυτού». Το μυστήριο της θεϊκής συγκατάβασης είναι μεγάλο και άρρητο. Θεός στην Ιστορία, διέρχεται όλα τα στάδια του ανθρώπινου βίου, αγιάζει τη χωματένια ζωή, πραγματοποιεί και ολοκληρώνει το θεϊκό σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διαβλέπει στην περιτομή, τύπο του βαπτίσματος: «Φανερώθηκε η αλήθεια, ανώφελος ο τύπος και η σκιά. Άχρηστη, περιττή η περιτομή και αντίθετη προς το άγιο βάπτισμα, ο γαρ περιτεμνόμενος χρεωστεί όλον τον νόμον τηρήσαι. Ο Κύριος μάλιστα περιετμήθη για να εκπληρώσει το νόμο, κι ακόμη φύλαξε όλο το νόμο, για να εκπληρώσει και να σταθεροποιήσει το νόμο. Αλλά καθώς βαπτίστηκε, και το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε στους ανθρώπους να κατεβαίνει από τον ουρανό με μορφή περιστεράς επάνω Του, από τότε έχει κηρυχθεί η πνευματική λατρεία και ζωή, και η βασιλεία των ουρανών». Αλλά αν η πράξη της περιτομής εγκαταλείφθηκε, η λέξη εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία. Οι βαπτισμένοι πιστοί, μπορούν να αναφωνούν: “Αληθινή περιτομή είμαστε εμείς οι Χριστιανοί, οι οποίοι διά του φωτισμού, που μας δίνει το Πνεύμα του Θεού, προσφέρουμε στο Θεό αληθινή λατρεία.” (Φιλ. γ΄ 3). Η αχειροποίητος περιτομή των Χριστιανών είναι, θα λέγαμε η περιτομή των αμαρτιών με το βάπτισμα, όπου κόπτονται τα αμαρτήματα. Αυτή την περιτομή οι πιστοί την κάνουν πράξη στη ζωή τους, περικόπτοντας όχι σωματικό μέρος, αλλά τις αμαρτίες τους.

Μορφὴν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ων κατ' ουσίαν, πολυεύσπλαγχνε Κύριε· και Νόμον εκπληρών, περιτομήν, θελήσει καταδέχη σαρκικήν, όπως παύσης τα σκιώδη, και περιέλης τὸ κάλυμμα των παθων ημών.

Δόξα τη αγαθότητι τη ση, δόξα τη ευσπλαγχνία σου,

δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου.”

konstaninosa.oikonomou@gmail.com 

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΕΔΩ:







30.12.25

Ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω (23/1) +ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω (23/1) +ΒΙΝΤΕΟ 

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου


   Ο Όσιος γεννήθηκε πριν το 1500 στο χωριό Σκλάταινα (Δρακότρυπα) της Καρδίτσας. Οι φτωχοί, ευσεβείς γονείς του, Νικόλαος και Θεοδώρα, του έδωσαν το όνομα Δημήτριος. Μετά το θάνατο των γονέων του, σε ηλικία 18 ετών, εκάρη μοναχός στην Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου με το όνομα Δανιήλ. Αναζητώντας περισσότερη ησυχία μετέβη στην Ι. Μ. Καρακάλλου, όπου ως μεγαλόσχημος ιερομόναχος, πήρε το όνομα Διονύσιος, εγκαταβιώνοντας για μια δεκαετία εκεί. Ζώντας με αυστηρή άσκηση και νηστεία που θύμιζε άγγελο, επιβλήθηκε με τα χαρίσματά του σε όλους τους πατέρες του Αγίου Όρους και εξελέγη ηγούμενος της βουλγαρικής τότε Μονής Φιλοθέου. Όμως εξαιτίας των πλειοψηφούντων στη Μονή Βουλγάρων, που αντιδρούσαν στην παρουσία του, εγκατέλειψε την αγιορείτικη πολιτεία και λίγο μετά το 1520 εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Βέροιας όπου ανακαίνισε εκ βάθρων την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, καθιστώντας την πνευματικό φάρο για όλη την κεντρική και δυτική Μακεδονία. Η παράδοση θέλει τους Βελβεντινούς να επισκέπτονται με τα ζώα το Μοναστήρι του Προδρόμου Βέροιας, να λειτουργούνται και να κοινωνούν σ’ αυτό. Αλλά και αργότερα, όταν ο Άγιος θα πάει στον Όλυμπο, οι Βελβεντινοί θα τον ακολουθήσουν και θα επισκέπτονται με τα πόδια και με τα ζώα τους, το Μοναστήρι στον Όλυμπο, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Αγίου. Στη Μακεδονία ο Άγιος γνωρίστηκε με έναν άλλο μεγάλο ασκητή, τον Άγιο Νικάνορα, στο Μοναστήρι της Ζάβορδας. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο κόσμος, θαυμάζοντας την ισάγγελη πολιτεία του Οσίου, συνέρρεε όλο και πιο πολύς, ενώ η τοπική εκκλησία ζήτησε απ΄ το Διονύσιο να αναλάβει τη θέση του επισκόπου που τότε είχε χηρέψει. Ο Διονύσιος, επειδή ήθελε να αποφύγει την εκλογή του από ταπείνωση, αναχώρησε και πάλι. Εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο του Ολύμπου, που σώζεται ως τις μέρες μας, ζώντας το γνωστό του ασκητικό βίο. Από εκεί, διωγμένος από κάποιους ντόπιους, μετέβη προσωρινά στην περιοχή του Β. Πηλίου, όπου έκτισε την Ι. Μ. Αγίας Τριάδος Σουρβιάς, μετά από θαυματουργή υπόδειξη του Θεού, το 1542. Το 1545 επέστρεψε στον Όλυμπο, διότι λόγω της παντελούς ανυδρίας που έπληξε τον τόπο των διωκτών του, δέχτηκε την πρόσκληση του διώκτη του Αγά Σάκου. Τη φορά αυτή έκτισε μια Μονή στο όνομα της Αγίας Τριάδος και πάλι. Εκεί συγκεντρώθηκαν σε λίγους μήνες λόγω της φήμης του Οσίου πολλοί μοναχοί. Ωστόσο ο ίδιος χρησιμοποιούσε ακόμα για προσευχή και ησυχία τα σπήλαια που υπήρχαν γύρω από το Μοναστήρι και που τα είχε μετατρέψει σε ναΐσκους. Εκεί έμεινε τον περισσότερο χρόνο, ζώντας μέσα στο γνόφο της νοεράς προσευχής. 

Το σπήλαιο-ασκηταριό του Αγίου


Πολλές φορές καθώς ερχόταν από αυτές τις σπηλιές στο Μοναστήρι τον έβλεπαν να λάμπει ολόκληρος, λουσμένος στο αναστάσιμο θείο φως. Ο Διονύσιος περιόδευε συχνά στα χωριά κηρύττοντας και στηρίζοντας τους υπόδουλους συμπατριώτες του. Πολλά θαύματα έκανε ο Άγιος στο Πήλιο, τη Βέροια, τη Ραψάνη, κ. α. Εκοιμήθη εν Κυρίω την 23η Ιανουαρίου, λίγο μετά το 1550. Η γενέτειρα του Διονυσίου Δρακότρυπα, πανηγυρίζει τη μνήμη του οσίου της τέκνου την τελευταία Κυριακή του Ιουλίου. Η κάρα του Οσίου βρίσκεται αποθησαυρισμένη στην Ι. Μ. Αγίου Διονυσίου του Ολύμπου (νέα Μονή) στο Λιτόχωρο.

Ο Άγιος Διονύσιος ήταν μια χαρισματούχα και πολυτάλαντη προσωπικότητα. Συνδύαζε την ασκητικότητα που θύμιζε τον Ιωάννη Πρόδρομο με τον αποστολικό ζήλο που θύμιζε Απόστολο Παύλο και την κοινωνική δράση. Ακόμη στο πρόσωπό του συνυπήρχαν ο αναχωρητισμός του ησυχαστή και το διοικητικό χάρισμα του ηγέτη, οι μυστικές αναβάσεις του νοός του με τους αιματηρούς αγώνες της πράξης. Ο οσιακός βίος του καθώς και τα αναρίθμητα θαύματά του συνετέλεσαν ώστε να καταξιωθεί σαν άγιος στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και να καταστεί μορφή της Ορθοδοξίας στη Μακεδονία, καύχημα και προστάτης της Πιερίας και του Βελβεντού Κοζάνης και δάσκαλος μοναζόντων και λαού.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: 




Απολυτίκιο: “Του Ολύμπου οικήτωρ Πιερίας αγλάισμα, και της επωνύμου Μονής σου ιερὸν περιτείχισμα, εδείχθης Διονύσιε σοφέ, βιώσας ώσπερ Άγγελος εν γη, και παρέχεις την ταχεῖαν σου αρωγήν, τοις ευλαβώς κραυγάζουσιν δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διὰ σου πάσιν ιάματα.”




Ο Άγιος νεομάρτυς Δαμασκηνός του Γκαμπροβο ο Χιλανδαρινός 16.1.1771 +ΒΙΝΤΕΟ διασκευή Κων. Οικονόμου

 

Ο Άγιος νεομάρτυς Δαμασκηνός του Γκαμπροβο ο Χιλανδαρινός 16.1.1771 +ΒΙΝΤΕΟ



   Καταγόταν από το χωριό Γάμπροβο της επαρχίας Τυρνόβου της Βουλγαρίας. Ήλθε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στην Ι. Μ. Χιλανδαρίου. Αργότερα χειροτονήθηκε ιερομόναχος και εξελέγη και προηγούμενος της Μονής.

Εστάλη κάποτε από τους πατέρες της Μονής στη Βουλγαρία ,στο Σφιστόβι, όπου η Μονή είχε μετόχι, για να συγκεντρώσει κάποια έσοδα για τη Μονή. Ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ζήτησε από κάποιους Τούρκους να του επιστρέψουν χρήματα τα οποία τους είχε δανείσει . Εκείνοι, άδικοι και κακότροποι , σκέφτηκαν όχι απλώς να μην επιστρέψουν τα δανεικά αλλά και να του αποσπάσουν και όσα άλλα είχε συγκεντρώσει.

     Και να τι τους εσόφισε ο διάβολος να κάνουν. Συνεννοήθηκαν με μια τουρκάλα και τη νύχτα την ανέβασαν με σκάλα στον όροφο του μετοχιού και την έβαλαν μέσα. Κατόπιν κατέβηκαν , έσπασαν την πόρτα και μπήκαν μέσα , όπου δήθεν βρήκαν την τουρκάλα. Άρπαξαν αμέσως τον Άγιο, τον έδεσαν, πήραν ό,τι πράγματα είχε στο μετόχι και ,δέρνοντάς τον και κλωτσώντας τον ,τον έφεραν στον δικαστή. Εκεί όλοι με φωνές τον κατηγορούσαν ότι είχε γυναίκα τουρκάλα στο μετόχι και αμάρτανε μαζί της. Ο δικαστής αντιλήφθηκε πως όλη η υπόθεση ήταν οργανωμένη συκοφαντία και προσπαθούσε να τον γλυτώσει. Οι ψευδομάρτυρες όμως και όλοι οι Τούρκοι που ήσαν εκεί φώναζαν ότι είναι άξιος θανάτου και τελικά υπερίσχυσαν. Καταδικάστηκε στον δι’ απαγχονισμού θάνατο.

Στον δρόμο που τον πήγαιναν τρεις φορές τον ρώτησαν αν θέλει να γίνει τούρκος για να του χαρίσουν τη ζωή και να του επιστρέψουν όλα όσα του πήραν και άλλα από πάνω. Ο Άγιος όμως τους απάντησε , εγώ στη χριστιανική πίστη γεννήθηκα και σ’ αυτήν θέλω να πεθάνω. Πηγαίνετέ με εκεί που θέλετε. Τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης με τα χέρια του δεμένα πίσω. Εκεί ο Άγιος ζήτησε να του λύσουν τα χέρια για να κάνει την προσευχή του ως Χριστιανός. Πράγματι του εκπλήρωσαν την επιθυμία. Στράφηκε προς την ανατολή, προσευχήθηκε και αφού έκανε τον σταυρό του είπε να του δέσουν πάλι τα χέρια.

Τον έδεσαν και τον κρέμασαν και έλαβε ο μακάριος τον στέφανο του μαρτυρίου. Η θεία δίκη όμως ακολούθησε μετά τον θάνατο του Αγίου τους συκοφάντες και φονείς του, διότι καθώς περνούσαν από τον Δούναβη πνίγηκαν στα νερά του ποταμού. Ήταν η 16η Ιανουαρίου 1771.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 




Ο Άγιος του πιστού λαού που το ιερατείο ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ[!] αγιοκατέταξε! Ο Παπα – Δημήτρης Γκαγκαστάθης [29.1. 1975] Κων/νος Αθ. Οικονόμου +BINTEO + HXHTIKO [ο Άγιος ομιλεί]

 

Ο Άγιος του πιστού λαού που το ιερατείο ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ[!] αγιοκατέταξε! Ο Παπα – Δημήτρης Γκαγκαστάθης [29.1. 1975] +BINTEO + HXHTIKO [ο Άγιος ομιλεί]

Κων/νος Αθ. Οικονόμου

     Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στο μικρό χωριό Πλάτανος των Τρικάλων. Στο ίδιο χωριό, και για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος «ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος».Και στο ίδιο αυτό χωριό... στις 29 Ιανουαρίου, 1975, «εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας στο φως της ζωής». Η φτώχεια δεν επέτρεψε στον γέροντα να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, πρόβατα, άρχισε να έχει και τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες. Γράφει ο ίδιος  «Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα έτσι τις συναναστροφές του κόσμου. Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες εις την καλύβα μου με διάφορα σχέδια για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι. Αυτό γίνονταν μέχρι να στρατευθώ». Το 1921, σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή. Πριν φύγει από το χωριό του πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. «Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα ως εξής: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα. Τους χαιρέτησα και έφυγα». Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης: «Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! … Το βράδυ μείναμε εκεί με τα ζώα. Τι θα γίνει; Ξημέρωνε Κυριακή. Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να αφήσεις το ζώο και πας εις το δεύτερο λιμάνι. Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με κατέταξαν εις το πεζικό και με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική. Εις τας 18 Ιουνίου 1924 έλαβα το απολυτήριον με εξαίρετο διαγωγή. Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Πήγα και έξ μήνες στην Ιερατική Σχολή Τριπόλεως. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς.» Έκτοτε αρχίζει η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του μακάριου παπα-Δημήτρη.



Σαν ποιμένας (και πολυφαμελίτης, αφού απέκτησε εννέα παιδιά) αγαπούσε με πόνο ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ. Ήταν ο «πλησίον» του λαού, φιλάνθρωπος, ελεήμων, κοινωνικός. Συνήθιζε να έχει πάντα στις τσέπες του «καραμέλες» για τους μικρούς και «κατοστάρικα» για τους μεγάλους. Ενδιαφερόταν για αίθουσες, βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές. Ήταν μέσα σε όλα, ενώ συγχρόνως ήταν ασκητής ζώντας, με φυσικότητα, με τον Θεόν, με τους Ταξιάρχες του και τους Αγίους. Μια φορά απαίτησε από τον «Άη –Γιώργη» να ξαναζωντανεύσει μια στερεμένη πηγή και όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν το πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε «Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη». Ο αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός (Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σίμωνος Πέτρας) που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει γι’ αυτό. « Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού «τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών».



Το πνευματικό του σθένος, η πίστη του, η εδραία ιερατική συνείδηση και η αφοβία του φάνηκαν ολοκάθαρα στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1944 και μετά). Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε με σθένος τα άθεα πιστεύω τους. Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε παντοιοτρόπως. Μήπως αυτός δεν είναι κι ο βασικός λόγος που ο ανώτατος κλήρος δεν προέβη στην αγιοκατάταξή του; Να μη στενοχωρηθούν οι λεγόμενοι με κωμικά επαναλαμβανόμενο τρόπο ''προοδευτικοί''; Λες κι ο Θεός θέλει επίσημους τίτλους αγιοσύνης! Στις καρδιές του λαού παραμένει Άγιος κι αυτό είναι η ουσία! Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει «Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως ; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα ; Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους ; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι».

Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους του, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος σχετικά: «20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, μόλις κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω. Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ. Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό 11 να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα δεν με τσίμπαγε καμία. Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά). Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια επάνω, προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη. Οι υπόλοιποι δέκα έμειναν ακίνητοι, ωσάν να του είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα. Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου, διότι είχα κουραστεί πολύ.»

Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Ετρεχε για τα πάντα, θεωρών υπεύθυνο για όλα τον εαυτόν του. Τον άκουγες να λέγει «Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό». Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, ψέλλιζε «…υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ». Είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο. Μολονότι ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος « Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω…».

ΣΚΟΛΩΨ ΤΗ ΣΑΡΚΙ: Από το τέλος της δεκαετίας του ’60 ο Θεός έστειλε ασθένειες στον ταπεινό του δούλο, παπα-Δημήτρη. Διαγνώσθηκε καρκίνος και τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του « Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι. Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει......Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες……. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα……… Το βράδυ, που έφυγε η κόρη μου και έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν…….. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα….» Επέστρεψε και πάλιν ο μακάριος γέροντας στο χωριό του και στις λειτουργίες του. Η υγεία του πλέον, όμως, είχε γίνει πολύ εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του. Στις 29 Ιανουαρίου, 1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. «Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχωμαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά ; » έλεγε λίγο προ της κοιμήσεως του.

Αγιε Γέροντα, παρότι δε σε γνωρίσαμε προσωπικά. σε ευχαριστούμε, που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε την αγία σου ζωή. Σε ευχαριστούμε και για ότι μας δείχνεις με την ένθεο βιοτή σου με ποιο τρόπο οι παντρεμένοι και πολύτεκνοι (σαν και εσένα) μπορούν να γίνουν ασκητές. Αμήν.

Γέροντα Δημήτριε σεβαστέ, 

μύστη του Κυρίου, ιερέα θαυματουργέ·

χαίρε του ποιμνίου, ακάματε λευίτη, 

πάσης Θεσσαλίας, λύχνε αείφωτε.” [Κοικ.]


konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΒΙΝΤΕΟ Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: 



ΒΙΝΤΕΟ - ΗΧΗΤΙΚΟ: Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ: 






ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

  Ο Βορέας και οι Βορεάδες από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα     Βορέας και Νύμφες   Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ : Για τον Βορ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....