Ετικέτες - θέματα

4.6.26

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ 

του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK
Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Δ΄.

     


Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.

Μὰ κ' ἡ ζωὴ ἕνα γῦρο δὲν ἀλλάζει τὸ σκοπό της. Ὁ ἥλιος φέγγει ὅπως πρῶτα πάντα, ἡ ἄνοιξη ἔρχεται καὶ φουντώνει τὸν κάμπο κ' ἰσκιώνει τὸν ὄχτο τοῦ ἀκροπόταμου. Ὁ κόσμος παντρεύεται κι ἀρρεβωνιάζεται. Ἕνας ἀνθυπίατρος ἀπὸ τὸ κάστρο παντρεύτηκε μὲ τὴ δεύτερη τὴ Ζωριοπούλα, ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὸν τόπο ἀρρεβωνιάστηκε τὴν Εὐανθία Τελατίνη. Τὰ μηνύματα φτάνουνε σὰν περιγέλασμα στὴν κούλια.

Ἡ Φρόσω σκύβει τὸ κεφάλι καὶ δὲ μιλεῖ, ἡ Μαριὼ ὅμως δὲν τὸ βαστᾷ. Ἡ ὀργή της δὲν ξεσπᾷ μόνο φαρμάκι στὴ γειτονιά, δὲ γίνεται γκρίνια μόνο μέσα στὴν κούλια, μὰ σκορπίζεται κι ἀγκαλιάζει ὅλον τὸν κόσμο. Βουνὰ καὶ κάμπους, οὐρανὸ καὶ γίς· ὅσα βλέπει τὸ μάτι κι ὅσα φανταζεται ὁ νούς. Γυρεύει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μιὰν ἐκδίκηση κ' ἕνα σεισμὸ ἀπὸ τὸ βυθὸ τῆς γίς. Κι ὅσο δὲν τὰ λαβαίνει, ἡ ψυχή της διψᾷ νὰ πνίξῃ, νὰ ρημάξῃ, νὰ βουλιάξῃ ἡ ἴδια. Κι ὅσο δὲν τὸ μπορεῖ οὔτε αὐτό, ξεθυμαίνει στὴν ὀρφανὴ τῆς πλύστρας τοῦ πατέρα, ποὺ γυρίζει ἀδειανὴ ἀπὸ τοὺς δικούς, στὴν Κούλα, ποὺ τὰ παρμένα της δὲ δουλεύουνε γλήγορα, κι ἅμα δὲ βρίσκει ἄλλη καμιὰ ἀφορμή, σὲ κατάρες κι ἀναθέματα ἐκεῖνων, ποὺ θὰ χαροῦνε ὅσα πλέκει κι ὅσα ράβει.

«Τὴν ἀδικιά, τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο;» φωνάζει ἀδιάκοπα.

Καὶ σβήνει μπρὸς ἀπὸ τὸ κόνισμα τὸ καντήλι, ποὺ ἀνάβει ἡ Φρόσω, σὰ βρίσκεται μιὰ σταλιὰ λάδι στὸ ροῒ τῆς κούλιας, καὶ στένει καυγά, ὅταν παίρνῃ τὸ μάτι της τὴ λειτουργιά, ποὺ στέλνεται στὴν ἐκκλησιά:

«Δὲν ἔχω κάνα κρῖμα νὰ μοῦ συχωρεθῇ· τὴν ἀδικιὰ ποιός θὰ τὴ γδικηθῇ στὸν κόσμο!»

Ἡ Φρόσω σωπαίνει γιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ ἡ γειτονιὰ καὶ δίνει τοῦ παπᾶ τὸ δίφραγκο μαζὶ μὲ τὸ πουκάμισο τῆς ἀδερφῆς, νὰ τὸ διαβάσῃ στἅγιο Δῆμα· κι ὅταν οἰκονομήσῃ δεύτερο, ἀνοίγει τὴν ἁγιὰ Μαρίνα ὄξω στἀμπέλια, μήπως ἡ χάρη τῆς βοηθήσῃ τὴ συνονόματη.

Κ' ἡ Φρόσω εἶχε χαμένη τὴν ἐλπίδα, ὡστόσο πίστευε στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ πίστευε ἀκόμα καὶ στὸ σόϊ. Ἂν ἔχασε ὁ ἀδερφὸς ἐδῶ, ἡ πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι κι ὁ κόσμος ὅλος κι ὁ φτόνος δὲν εἶναι σ' ὅλον τὸν κόσμο ὁ ἴδιος.

Τὴν ἴδια γνώμη ἔχει κ' ἡ Σακαμπέσαινα, ποὺ ἅμα ξαναφέρνῃ ἡ Παναγιούλα τίποτε ψιλά, βάζει καὶ κείνη τὴν τέχνη της νὰ ξαναφέρῃ τὴ Μαριὼ στὰ σέστα της. Χαρὰ μεγάλη καρτερεῖ τὴν κούλια· τὸ διάβασε στἄστρι τοῦ βραδιοῦ καὶ τὸ κομπόδεσε. Ἢ θησαυρὸ ἢ πλούσια νύφη θὰ βρῇ ὁ Γεσίλας σύντομα στὸν καιρὸ κι ἀλαργινὰ στὸν τόπο. Λίγο ὑπομονὴ μονάχα. Ποιός τοὺς φταίει; Πήγανε καὶ στείλανε τῆς Ζωριοῦς τὴ Χαραλάμπαινα. Δὲν ἐρχόντανε σ' αὐτή, νἄρριχνε τῆς κόρης νἄπαιρνε τὰ σοκάκια γιὰ τὸν καπετάνιο.

Μὰ ἡ Μαριὼ δὲν ἤθελε νἀκούσῃ τίποτε. Ἡ προσβολή, ποὺ ἔγινε στὸ γένος τοῦ Κρανιᾶ ἐδῶ στὸν τόπο, εἶναι ἀνεξιλέωτη. Μόνο σὰν ἔρθῃ κάποτε κανένα δεκάρικο ἀπὸ τὸν ἀδερφό, δὲ σβήνει λίγες μέρες τὸ καντήλι καὶ παγαδιάζει καὶ τὸ ἀνάθεμα σ' ὅλον τὸν κόσμο.

Ἀφοῦ δὲν ξαναφάνηκε ὁ ψάλτης στὸ βελούχι κι ἂς ἔλειψε τὸ σκιάχτρο τοῦ Γεσίλα, ἡ Κούλα ξανάρριξε τὴ ματιὰ στοὺς ὑπαξιωματικούς.

Μὰ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μόνο ἀριὰ καὶ ποῦ καθίζουνε τώρα στὸ βελούχι. Περνοῦν ἀπὸ τὸ δρόμο φρεσκοαλλασμένοι καθὼς πάντα καὶ στρίβουνε πέρα κατὰ τὶς ἐλιές.

Ὁ Φωτούλας Τυλιγάδας δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξαναμαζέψη. Τὰ βασιλικὰ καὶ τὰ περιπλοκάδια ἀνθοῦνε σὰν πάντα στὴ φρετζάτα ὁλόγυρα, οἱ ἀγγουριὲς καρπίζουνε στὶς βραγιὲς πίσω ἀπὸ τὴν κούλια κ' ἡ ποταμιὰ δὲν ἔπαψε νὰ κατεβάζῃ τὸ μαΐστρο.

«Ἐκεῖ δὲ βλέπεις;» τοῦ λέει ὁ Κελεμένης, ὁ παπατζὴς τοῦ βελουχιοῦ, καὶ δείχνει ἔρημα τὰ παράθυρα τῆς κούλιας.

Ἔρημα ἐκεῖνα, ρημαγμένο καὶ τὸ βελούχι. Τίποτε μαθητούδια ἂν ξεπέφτουν πιὰ νὰ χαρτοπαίξουνε μεσημεριάτικα κι ἀποβραδὶς μοναχὰ οἱ δασκάλοι βγαίνουνε νὰ δροσιστοῦν.

Ὅμως μιὰ νέα γενιὰ δασκάλων. Ὄχι πὼς δὲ μιλοῦνε γιὰ γραμματικὴ κι αὐτοί, ἢ πὼς δὲν ἀναθεματίζουν τὸν Ψυχάρη, μὰ δὲν τὸ θαρροῦν κι ὁλότελας ἀταίριαστο μὲ τὸ σοβαρὸ ἔργο τους νὰ ρίχνουνε καὶ καμιὰ ματιὰ πρὸς τὰ παράθυρα τῆς κούλιας, νὰ τρῶνε στὴν ἀστροφεγγιὰ κάνα κοτόπουλο καὶ νὰ ξεκρεμοῦν καὶ τὸ μπουζούκι κάποτε.

Ἡ Κούλα δυνάμωσε τὸ φτιασίδι στὰ μάγουλα κ' ἔβαλε ὄλη τὴν παλιὰ τέχνη της στὰ σγουρά. Τὴ φορὰ αὐτὴ δὲ θὰ τῆς γλυτώσῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς δασκάλους. Ὅποιος ἀπ' αὐτοὺς, ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ρίξῃ τὰ μάτια στὰ παράθυρα. Ἂς εἶναι ἀκόμα καὶ κεῖνος ὁ κοντακιανὸς καὶ κοντολαίμης, ποὺ δὲ βγάζει ἀπὸ ψηλά του τὸ παλτὸ κι ἂς σκάζῃ γάϊδαρος ὄξω στὸν ἥλιο τοῦ Μαγιοῦ. Ἡ γραβάτα του εἶναι ξεφτισμένη καὶ βρώμικη καὶ τὸ καπέλο, ποὺ μιὰ φορὰ εἴτανε σταχτί, τὸ φορεῖ ἀνάποδα πάντα, μὰ σ' ὅλ' αὐτὰ τὸν συμμορφώνει στὸ φτερό, φτάνει μόνο νὰ τονὲ λάβῃ στὰ χέρια της.

Ἐκεῖνα, ποὺ δὲν παίρνουνε συμμόρφωση, εἶναι τὰ μάτια του, ποὺ ἀλληθωρίζουνε, καὶ τὰ κανιά του, ποὺ δὲν εἶναι ὁλόϊσα ὅπως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μὰ κι αὐτὰ εἶναι ψιλοδουλειὲς γιὰ τέτοιες ὥρες, ποὺ ὁ καθρέφτης τοῦ ἐφέδρου ἄρχισε νὰ δείχνῃ καὶ τῆς Κούλας, ὅ,τι τρόμαξε ἄλλοτε καὶ τὴ Μαριώ.

Ἡ Κούλα ρίχνει τὴ ματιὰ στὴ Φρόσω, στὴ Μαριὼ καὶ τρομάζει κι αὐτή, βλέπει τὴν κοιλιασμένη κούλια νὰ φοβερίζῃ νὰ σωριαστῇ ἀποπάνω της κάθε στιγμή, σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα τοῦ ἀέρα καὶ νοιώθει ρῖγος μέσα της. Ὁ μόνος στοχασμός της εἶναι πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ἀποκάτω, πῶς νὰ βρεθῇ μακριὰ πρὶν ἔρθῃ ἡ ὥρ' αὐτή. Ὁ καιρὸς βιάζει, δὲν εἶναι νὰ χάνῃ οὔτε στιγμή.

Κι ὁ δάσκαλος μὲ τὸ μακρὺ παλτὸ ζουρλάθηκε. Μόλις σκολάσῃ τὰ παιδιὰ καὶ νάτος, ἴσια στὸ βελούχι. Δὲν ξεκολλᾷ τὰ μάτια του ἀπὸ τὴν κούλια.

Ἡ Κούλα ξανάπιασε τὴ θέση της στὸ μπαλκόνι. Ἡ καρδιά της ξανάβρισκε ὅλη τὴν παλιὰ ὁρμή. Ἡ ἄνοιξη, ποὺ χυνότανε στὴν ἀκροποταμιὰ μὲ τἄνθη στὶς ἐλιές, τοὺς μαβιοὺς ἴσκιους καὶ τὸν κοῦκο, σὰ νὰ ἔβγαινε ὅλη, νὰ χυνόταν ὅλη ἀπομέσα της. Στιγμές, δὲν ἤξερε κι αὐτὴ γιατὶ τῆς φαινότανε πὼς μοιάζει περσότερο μ' ἡλιόγερμα παρὰ μ' ἀπριλιάτικη λαμπράδα· ὡστόσο δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψῃ, τῆς ἄρεσε νὰ πλέῃ γλυκὰ στὸ πλάνεμα καὶ πολεμοῦσε νὰ κρατήσῃ ὅσο μποροῦσε μακρήτερα τὴν ἀνοιξιάτικη λαχτάρα μὲ τὰ τριαντάφυλλα στὸν κῆπο, μὲ τὰ γαρύφαλα καὶ τὰ ζαμπάκια στὸ μπαλκόνι.

Ἔδενε μ' αὐτὰ ἕνα ὁλόδροσο μπουκέτο κάθε πρωῒ κα τὄστελνε τοῦ Τυλιγάδα μὲ τὴν Παναγιούλα. Κ' ἔπειτα τὸ καμάρωνε, ποὺ τὸ ἔβλεπε νὰ ξεχωρίζῃ μέσα στἄλλα μυρουδικά, ποὺ στολίζανε τὰ τραπέζια τοῦ βελουχιοῦ. Περίμενε τὸ δάσκαλο.

Κι ὁ δάσκαλος δὲ χόρταινε νὰ τὸ μυρίζῃ. Κ' ἡ Κούλα ἀπὸ τὸ παράθυρο δὲν μποροῦσε νὰ μὴ σκάζῃ κι αὐτὴ στὰ γέλια σὰν τοὺς συναδέρφους του ἐκεῖ γύρω. Ἡ μύτη τοῦ δασκάλου βαφότανε κίτρινη ἀπὸ τὰ ζαμπάκια καὶ γυρνοῦσε τἀλλήθωρα μάτια μέσα στὶς κόχες τους γιὰ νὰ δῇ τὴ μύτη καὶ νὰ τὴ σκουπίσῃ.

Μὰ ἡ καρδιά του εἴταν ἀνεξίκακη σὰν ὅλων τῶν δασκάλων. Τὰ γέλια δὲν τὸν πειράζανε, μήτε τὰ πρόσεχε. Πρόσεχε μόνο νὰ κλέψῃ τὴν ὥρα, ποὺ δὲν τὸν κοίταζε κανένας, γιὰ νὰ βγάλῃ ἕνα γαρύφαλο ἢ ἕνα ρόδο ἀπὸ τὸ μπουκέτο καὶ νὰ τὸ βάλῃ στὴν κουμπότρυπα.

«Ψυχή μου νέος!» δὲ βαστιότανε νὰ μὴ στοχαστῇ πολλὲς φορὲς ἡ Κούλα καὶ νὰ βαρυθυμήσῃ μιὰ στιγμὴ μὲ κεῖνο ποὺ ἔβλεπε.

Μὰ πάλι, ὅταν ἐκεῖνος, παραφυλάγοντας ξανὰ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν τὸν ἔβλεπε κανένας, ἔφερνε πεταχτὰ τὸ ἄνθος στὰ χείλη του, ἐνῷ τὴν ἴδια ὥρα ἔρριχνε κλεφτὴ ματιὰ στὰ παράθυρα τοῦ πύργου, ἡ θλίψη τῆς Κούλας σκορπιζόταν πάλι.

«Ἀπὸ τὁλότελα καλὸς κι ὁ δάσκαλος», ἔλεγε μέσα της μελαγχολικά.

«Ἀπὸ τὁλόλελα καλὲς καὶ τοῦτες», παρηγοριόταν ἄλλο τόσο μελαγχολικὰ κι ὁ Τυλιγάδας, ἐκεῖ ποὺ μάζευε τὶς μίζερες δεκάρες τῶν δασκάλων.

Κ' οἱ ματιές τους συναπαντιόντανε θλιμμένες.

Μὰ ἦρθε ὁ Ἀλωνάρης, ἔκλεισε τὸ σκολειὸ κι ὁ δάσκαλος πάει νὰ ξεκαλοκαιριάσῃ στὸ χωριό του.

Τὸ βελούχι κι ὅλος ὁ κόσμος ρήμαξε γιὰ τὴν Κούλα. Ἡ καρδιά της τρέμει ὅσο νἀρθῇ ὁ Αὔγουστος νὰ μάθῃ, νὰ σιγουρευτῇ πὼς δὲ μεταθέσανε τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν τονὲ μεταθέσανε.

Μὰ ὁ χινόπωρος, ποὺ τὸν ξανάφερε δροσερὸν κ' ἡλιοκαμένον, ἔφερε καὶ τὰ σύννεφα καὶ τὶς βροχές. Καὶ μὲ τὰ πρῶτα βοριαδάκια τὸ βελούχι ἔκλεισε.

Μοναχὴ παρηγοριὰ τῆς Κούλας μένει τὸ πέρασμα τοῦ καλοῦ της ἀπ' τὸ δρόμο. Μὰ πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα μπορεῖ νὰ περνᾷ ὁ δόλιος δάσκαλος; Καὶ μήπως εἶναι κιόλας τόσο εὔκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν κούλια, ὅταν ἀρχίσουν οἱ βροχὲς τοῦ σαραντάμερου κι ἀναγλιτσιάσῃ ὁ ὄχτος τοῦ ἀκροποτάμου;

«Ἀγάπη, ποὺ νὰ σκιάζεται τὶς λάσπες, ποιός τὴν εἶδε, ποιός τὴν ἄκουσε!» θυμώνει μέσα της ἡ Κούλα, ὅταν περνοῦνε μιαδυὸ μέρες κι ὁ δάσκαλος δὲ φαίνεται.

Μὰ ὅταν τὸν ξαγναντίζῃ βουτηγμένον ὣς τὰ γόνατα στὴ λάσπη, πιτσιλισμένο ἴσια μ' ἀπάνω μὲ τοὺς ὤμους τὸ μακρὺ παλτό, ὅταν τὸ βούλιαγμα, ποὺ βλέπει νὰ κάνῃ τὸ πόδι του στὶς λοῦμπες, τὸ σκόντομά του στὸν ὄχτο ἐδῶ, τὸ γλύστρημά του παρακεῖ στὴ γλίνα τῆς βγάζουνε στὸ φόρο πὼς ἡ ματιά του χωριστὰ ἀπὸ ἀλλήθωρη εἶναι κιόλας καὶ κοντόβλεπη, λύπη γεμίζει τὴν καρδιά της καὶ δὲν ξέρει ποιόν νὰ πρωτοκλάψῃ: τὸ δυστυχισμένον, ποὺ ἀγωνίζεται νὰ ξεκολλήσῃ ἀπὸ τὸ βοῦρκο κάτω στὸ δρόμο, ἢ τὴ δική της μοῖρα, ποὺ τὴν ἔρριξε σ' αὐτόν;

Ἀπελπισμένη, σωριάζεται σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ κλαίει. Ἡ θυγατέρα τοῦ Θώμου Κρανιᾶ, ἡ ἀδερφὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἡ Κούλα ἡ ὄμορφη νὰ καταντήσῃ νὰ ξεπέσῃ σὲ κεῖνο τὸ παράλλαμα;

«Ποτέ, ποτέ!» τῆς λέει μιὰ φωνὴ μέσα της, σὰ νὰ ζητᾷ νὰ τὴ βοηθήσῃ νὰ πάρῃ μιὰν ἀπόφαση.

Μὰ ἡ σκεπὴ τῆς κούλιας εἶναι μισοανοιχτὴ ἀποπάνω καὶ κατεβάζει τὴ νοτιὰ φιὸ στὴν πλάτη της· οἱ ὦμοι τουρτουρίζουνε μὲ τὸ μαγνάδι τοῦ τσιτιοῦ, ποὺ εἶναι ντυμένοι, ἡ Φρόσω βήχει κάτω ἀπὸ τὸ κατώγι, ἡ Μαριὼ δέρνει στὴν ἄλλη κάμαρα τὴν Παναγιούλα, ποὺ τὴν ἔπιασε νὰ καίῃ τὸν κλώστη γιὰ νὰ σγουράνῃ καὶ κείνη τώρα τὰ μαλλιὰ μπροστὰ στὸ μέτωπο, κι ὁ Γεσίλας οὔτε γράφει οὔτε ἀκούεται. Δὲν πείσμωσε μόν μὲ τὸ Ζωριὰ καὶ μὲ τὸν Τελατίνη, δὲν ἔρριξε μαύρη πέτρα πίσω μοναχὰ στὴν πόλη κοντὰ στὸν ποταμό, μὰ καὶ στὴν κούλια τοῦ πατέρα του.

Χωρὶς νὰ καταλάβῃ κ' ἡ ἴδια, ἡ Κούλα βρέθηκε στὸ παράθυρο κοιτάζοντας ἂν πέφτῃ σὲ ξαστεριὰ ἢ σὲ σύννεφα ὁ ἥλιος, ποὺ ἔρριξε μιὰ λάμψη θλιβερὴ στὴν κάμαρα: Νὰ σταματοῦσε κάνε ἡ βροχή, νὰ στεγνώσῃ ὁ τόπος λίγο καὶ νὰ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ περάσῃ σὰν ἄνθρωπος. Ἔτσι νὰ πάρῃ δύναμη νὰ κατεβῇ στὸ δρόμο καὶ νὰ πέσῃ στὰ πόδια του, νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ τὴν πάρῃ μιὰν ὥρα ἀρχήτερα ἀποδῶ, μακριὰ ἀποδῶ, ὅπου θέλῃ, ἂς εἶναι καὶ στὸ σύνορο τοῦ κόσμου, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, μόνο μακριὰ ἀποδῶ, ὄξω ἀπὸ τὴν κούλια.

Κι ὅταν τὴν ἄλλη μέρα τονὲ βλέπῃ νὰ ξαναπερνᾷ, κρεμιέται στὸ παράθυρο καὶ τοῦ χαμογελᾷ, κατεβαίνει κάτω στὴν αὐλόπορτα καὶ τοῦ σφυρίζει ἕνα γλυκόλογο, τοῦ νεύει νἀρθῇ πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη.

Μὰ ἐκεῖνος δάσκαλος. Φοβᾶται καὶ τὸν ἴσκιο του. Δὲν ἀποφασίζει νὰ ζυγώσῃ κι ἂς εἶναι σούρωπο κι ἂς μὴν περνᾷ ψυχὴ στὸ δρόμο. Ὅλο καὶ κοντοστέκεται, μὰ δὲν τολμᾷ νἀρθῇ στὴν πόρτα, ὅλο καὶ ρίχνει φοβισμένες ματιὲς στὸ παράθυρο. Κ' ἔτσι τὴν ἄλλη μέρα καὶ ξανὰ τὴν ἄλλη, ὅσο ποὺ στὸ τέλος ἔγινε ἄφανατος.

Δὲν ξαναπέρασε.

Ἡ Κούλα πάει νὰ τρελλαθῇ. Μὴν ἀρρώστησε, μὴν τονὲ μεταθέσανε; Χίλια βάζει ὁ νούς της. Ρώτησε τὰ παιδιά, ποὺ γυρίζαν ἀπὸ τὸ σκολειό. Ἐδῶ 'ναι καὶ στὴν ὑγειά του ὄχι καὶ καλήτερα. Σήμερα ἄργασε τοῦ ἑνοῦ ἀπ' αὐτὰ τὶς ἀπαλάμες μὲ τὴ λούρα.

Ἡ Κούλα ἀπελπίζεται. Ἄλλο δὲν μένει παρὰ νὰ τοῦ γράψῃ μὲ τὴν Παναγιούλα.

«Ἀγάπη μου, χρυσό μου, μάτην σὲ ἀναμένω καὶ ἀπορῶ τὸ διατὶ διέκοψες…», ἀντίγραψε ἀπὸ τὸ παλιό, χιλιοσκεσμένο ἐπιστολάριο τῆς κούλιας, ἔκλεισε μέσα δυὸ πανσέδες μαζὶ μὲ τὰ δάκρυά της κ' ἔδωσε τὸ γράμμα.

Δὲν εἴταν πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε καὶ τέτοια ὑπερεσία ἡ Παναγιούλα, μὰ τὴ φορὰ αὐτὴ δὲν τὴ βρῆκε ἡ Κούλα πρόθυμη.

«Δὲν ξέρει», εἶπε, «σὲ ποιὸν ἀπ' τοὺς πολλοὺς δασκάλους νὰ τὸ δώσῃ. Μακρὺ παλτὸ φορούσανε πολλοὶ ἀπὸ δαύτους».

Τῆς Κούλας τῆς ἔπεσε λιγάκι δύσκολο νὰ περιγράψῃ τὰ καθαυτὸ χαραχτηριστικά του.

Τέλος ἡ Παναγιούλα κατάλαβε καὶ δέχτηκε. Κι ἄργησε νὰ γυρίσῃ τὸ βράδι αὐτό, ἀπάντηση ὅμως δὲν ἔφερε.

Τοῦ κάκου στάλθηκε καὶ ξαναστάλθηκε μὲ νέο γράμμα· δὲν μπόρεσε νὰ ξαναβρῇ τὸ δάσκαλο.

Καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἡσυχία κ' ἡ Κούλα, δὲν μπορεῖ νὰ κλείσῃ μάτι. Νευρίκιασε κι αὐτή· δὲ βαστᾷ πιὰ τὴν γκρίνια τῆς Μαριῶς. Λόγο κι ἀντίλογο. Ἄδικα τὴν παρακαλεῖ ἡ Φρόσω νὰ μὴν τὴ συνερίζεται, γιατὶ δὲν εἶναι στὰ καλά της. Ἴσια τὰ πᾶνε τώρα κι οἱ δυό. Κι ὁ ἄνεμος τῆς ποταμιᾶς τὴν ἀπονευρικιάζει. Τώρα θὰ πέσῃ ἀπάνω της ἡ κούλια καὶ θὰ τὴ θάψῃ. Δὲ βλέπει μέσο λυτρωμοῦ, κάθε δρόμος νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν κούλια εἶναι κλειστός.

Μιὰ γνώριμή της κατοικοῦσε κοντὰ στὸ σκολειό. Εἴταν τὸ τελευταῖο βῆμα, λείπαν ὅμως τὰ ποδήματα, ἔλειπε φόρεμα τῆς προκοπῆς. Στὸ τέλος ἄφησε τὴ ντροπὴ στὴν ἄκρη, βρῆκε μιὰ πρόφαση καὶ κίνησε καὶ πῆγε ἕνα δειλινό.

Ἡ γνώριμή της τὴν καλοδέχτηκε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθήσῃ στὸν καναπέ. Ἡ Κούλα προτίμησε ὅμως μιὰ καρέκλα κοντὰ στὸ παράθυρο καὶ κάθησε περιμένοντας.

Νάτος τέλος ὁ φίλος βγῆκε ἀπὸ τὸ σκολειό. Καθὼς τὴν εἶδε ξαφνικά, κοκκίνησε. Ὁ συνάδερφός του, ποὺ περνούσανε μαζί, τῆς χαμογέλασε, μὰ ἐκεῖνος δὲν ξαναγύρισε νὰ κοιτάξῃ.

Ἡ Κούλα φρένιασε. Περίμενε, περίμενε ὅσο ποὺ πῆρε νὰ νυχτώνῃ. Δὲν ξαναπέρασε κανεὶς ἀπὸ τοὺς δασκάλους.

Γύρισε στὴν κούλια μὲ ἀπελπισιὰ θανατερή:

Τί τοῦ ἔκαμε; σὲ τί τοῦ ἔφταιξε; Ποιά εἶναι ἡ ἀφορμὴ ποὺ τὴν περιφρονᾷ; Δίχως ἄλλο θὰ τονὲ βάλανε στὰ λόγια, θὰ τοῦ τὴν κατηγορέσανε. Σὰν καὶ θἄχῃ νὰ κάμῃ τίποτες ἄλλο ὁ κόσμος! Ποιός νἄναι μόνο, ποιά νἄναι κείνη, νὰ τὴν ἤξερε νὰ τὴν ξεσκίσῃ μὲ τὰ νύχια της!

Μπαίνοντας στὴν αὐλόπορτα τῆς κούλιας, ἀπάντησε τὴν Παναγιούλα. Ξετραχείλωτη, ξυπόλυτη, ἀνασκουμπωμένη πότιζε τὸν κῆπο. Τὰ χείλη, ποὺ ὁ βοριὰς τἀποκοκκίνιζε ἀντὶ νὰ τὰ γαλαζιώνῃ, οἱ καστανὲς πλεξίδες της, ποὺ ζητούσανε νἀγγίξουνε τὶς φτέρνες, τὰ γεμάτα μάγουλα, ποὺ δὲν τὰ σούρωνε ἡ ἀναφαγιά, καὶ τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της, ποὺ ἀστράφτανε σὰν πυρωμένα, φουρκίσανε τὴν Κούλα.

Γιατί; Δὲν τὸ ρωτᾷ. Μανία θολὴ καὶ σκοτεινή, ὁρμὴ τυφλή, καθὼς ἐκείνη ποὺ ἔσπρωχνε μιὰ φορὰ τὴ μεγαλήτερη ἀδερφή της νὰ ξερριζώνῃ τὰ δικά της μαλλιά. Κ' ἡ Παναγιούλα τῆς πάτησε κι αὐτῆς ἀπόψε μὲ τὰ ξερά της μιὰ διπλῆ βιολέτα, ποὺ εἶχε φυτεμένη δίπλα στὸ πηγάδι.

Ἡ ὀρφανὴ τῆς πλύστρας ἀπὸ τὴ λασπόπολη δὲ μιλοῦσε στὶς βρισιές, δὲ μουρμούριζε στοὺς χτύπους. Συνήθισε ἀπὸ μικρή. Ἡ δυστυχία τῶν ἀδερφάδων πάντα σ' αὐτὴ ξεθύμαινε καὶ μάλιστ' ἀπὸ τὸν καιρό, ποὺ πήρανε καὶ στερευόνταν οἱ δικοὶ κ' οἱ φίλοι. Τὰ βραδινὰ τρεχάματα τῆς Παναγιούλας δὲν πάψανε, τώρα μάλιστα τρέχει πιὸ πρόθυμα κι ἀργεῖ περσότερο τὴ νύχτα νὰ γυρίσῃ.

Ἡ Μαριὼ χτυπᾷ καὶ καταριέται, ἡ Κούλα δίνει τώρα χέρι κι αὐτή, μὰ ἡ Παναγιούλα δείχνει μιὰν ἀπάθεια ἀξήγητη. Ἡ μέρα τοῦ θεοῦ ὄξω κ' ἡ ζωὴ μέσα στὴν κούλια σὰ νὰ μὴν ἔχουνε γι' αὐτὴ ὕπαρξη πραματική, ἡ δική της ζωὴ σὰ νἀρχίζῃ μὲ τὸ σούρουπο, σὰ νὰ εἶναι ὁ δρόμος κ' ἡ νυχτιά.

Ἡ κούλια ὑποτάζεται στὸ θέλημά της, γιατὶ κ' ἡ ὕπαρξη τῆς κούλιας ὅσο πάει καὶ δένεται περσότερο καὶ κρέμεται ἀπὸ τοὺς βραδινούς της δρόμους. Ἡ Φρόσω δύσκολα πιὰ μπορεῖ καὶ ρίχνει τὴ σαΐτα, ἡ Μαριὼ ὅλο κι ἀπονευρικιάζει καὶ φτείρεται ντύνοντας τὸν ξένον κόσμο, ἡ Κούλα ἔχασε καὶ κείνη κάθε ἐλπίδα. Πολλὲς φορὲς χτυπᾷ στὸ κάστρο ἡ ἀποχώρηση, κάποτε κιόλας τὸ σιωπητήριο κ' οἱ ἀδερφὲς στὴν κούλια, σκυμμένες στὸ ξεσπιθισμένο τζάκι τους, δὲν εἶναι σίγουρες ἀκόμα πὼς δὲ θὰ πλαγιάσουνε νηστικὲς κι αὐτὴ τὴ νύχτα.

Μιὰ τέτοια νύχτα ἀπὸ τὶς πολλές, κρύα καὶ σκοτεινὴ στὸ δρόμο καὶ στὴν κούλια, ἡ Παναγιούλα δὲ γύρισε κεῖ ὁλότελα. Τὴν ἄλλη μέρα μαθεύτηκε ἀπὸ τὴν πόλη πὼς ἔγινε ἄφαντος κι ὁ δάσκαλος.

Ἡ Κούλα λιποθύμησε.

«Τοὺ σιγαλὸ ποτάμ', ἡ πουμπιεμένη, ἡ μούλα!» φώναξε ἡ Μαριὼ κ' ἔτρεξε γιὰ ξίδι στὴ γειτονιά.

Ἡ Φρόσω μοναχὰ δὲ μίλησε. Ἡ φωνής της εἶχε χάσει ἀπὸ καιρὸ τὴ δύναμη.

Ὁ Γεσίλας, ποὺ κυνηγοῦσε στὸ ἀναμεταξὺ μετρητὲς χιλιάδες σ' ἄλλες φρουρές, βρῆκε τέλος μερικὲς κ' ἦρθε νὰ δείξῃ κι αὐτὲς καὶ τὴ γυναίκα του τῶν ἀδερφάδων καὶ τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Μὰ ἡ Φρόσω εἴτανε πεσμένη πιὰ στὸ στρῶμα μὲ τὸν ἴδιο σφάχτη καὶ τὸ βήχα τοῦ πατέρα.

Οἱ ἀδερφὲς θελήσανε νὰ κρατήσουν τοὺς νιόγαμπρους νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὶ στὴν κούλια. Ἡ νύφη ὅμως τρόμαξε ἀπο τοὺς ραγισμένους τοίχους κι ἀπὸ τὸ βήχα τῆς Φρόσως καὶ βίασε τὸ Γεσίλα καὶ πιάσανε γλήγορα σπίτι ἀλλοῦ, στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης. Οἱ ἀντραδέρφες δὲ θἀπαιτούσανε βέβαια νὰ τοὺς ἔρχεται συχνὰ ἀπὸ τόσο μακριά, ἔτσι ὅπως εἴταν κιόλας μὲ τὴν κοιλιὰ στὸ στόμα.

Ἡ Φρόσω ἔλπιζε νὰ δῇ τὸν κληρονόμο τῆς γενιᾶς πρὶ νὰ πεθάνῃ. Νόμιζε μάλιστα πὼς αὐτὸ τῆς κρατοῦσε ἀκόμα τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Καὶ τὴν ἡμέρα, ποὺ χύμησε ἡ Μαριὼ στὴν πόρτα πρωῒ πρωῒ μὲ τὸ μήνυμα πὼς ὁ κληρονόμος ἦρθε ἀρσενικὸς καὶ παχουλός, μπόρεσε κι ἀνακάθησε στὸ στρῶμα κ' ἡ θολὴ ματιά της πῆρε μιὰ λάμψη ξαφνική.

«Ἀντίφκιαστα τὰ μάτια τ' Γισίλα· οὕλου τἀθάρ' τοὺ Κρανέϊκου· δὲν πῆρι τίπουτ' ἀπ' αὐτή».

Ἡ Μαριὼ δὲ μελετοῦσε ποτὲ τὄνομα τῆς νύφης. Ὄχι μόνο ἀπὸ τότε, ποὺ δὲ στρέχτηκε νὰ ξεκαινουργώσουνε τὴν κούλια καὶ νὰ καθήσουνε μαζί, δὲν εἶχε μάτια νὰ τὴ δῇ, μὰ κι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ πάτησε στὴν κούλια, τῆς φάνηκε πὼς μπῆκε μέσα σὰν ἐχτρός.

«Κὶ στοὺ σβιρκάκη τ' ἕνα λόϊδου μαλλιὰ κατσαρουμένα, στριφτά, ἀπαράλλαχτα σὰν τ' πατέρα. Κι ὅπους φταρ'νίσ'κε κεῖ πὄπεσε κὶ τἄφ'σαμι κὶ σ'ναχώθ'κι, γιὰ νὰ σιγυρίσουμ' ἰκείνι π'ρέκαζι, εἶπα κι ἄϊκ'σα τοὺ μακαρίτ'», ξακουλούθησε ἡ Μαριώ.

Ἡ ματιὰ τῆς Φρόσως ξανάλαμψε. Ὄξω ἔλαμπε κι ὁ ἥλιος στὴν ποταμιὰ κ' ἔρριχνε τὸ φέγγος του καὶ μέσα στὴν κάμαρα.

Ἡ Φρόσω τὸν κοίταξε ἄφωνη μιὰ στιγμή. Ἔπειτα κάνοντας νἀνασηκωθῇ καλήτερα μουρμούρισε:

«Τί λές; Δὲ θὰ μπορέσου νὰ βγοῦ; Μέρα θϊοῦ χαρὰ ὄξω».

«Σήκου πρῶτα μέσα σ'ν κάμαρ', κι αὔριου πᾶμι μαζί», τῆς εἶπε ἡ Κούλα, ποὺ δὲ βιαζότανε καὶ τόσο νὰ δῇ τὸν ἀνιψιό.

Κ' ἡ Κούλα εἶχε γελαστῆ στὶς ἐλπίδες της ἀπὸ τὴ νύφη.

Ἡ Φρόσω δοκίμασε ἄδικα νὰ σταθῇ στὰ πόδια της. Τὸ εἶδε κ' ἡ ἴδια πὼς ἔπρεπε νὰ περιμείνῃ, ὅσο νὰ μπορέσῃ νἀρθῇ ὁ ἀνιψιὸς σ' αὐτή.

Ἅμα σαράντισε, τὸν ἔφερ' ἕνα δειλινὸ ἡ μικρὴ ξυπόλυτη ὑπερέτρια, μὰ ἀποπίσω ἦρθε κ' ἡ μάννα.

Μὲ τὴ βοήθεια τῆς Κούλας μπόρεσε ἡ Φρόσω καὶ τὸν κράτησε λίγες στιγμὲς στὴν ἀγκαλιὰ μισοἀποκοιμισμένον. Στήλωσε τὸ βλέμμα γελούμενο στὸ μικρὸ προσωπάκι καὶ περίμενε νἀνοίξουνε τὰ μάτια, νὰ τὰ δῇ.

Μὰ μόλις μισανοίξανε, τὸ μωρὸ ἔβαλε φωνή.

Ἡ μάννα του ἔτρεξε.

«Μπὰ μπὰ! Ἄκ' ζάβια! Τ' θειὰ σκιάζισι, μουλέ; − Νὰν το χαροῦ!»

Κ' ἡ Φρόσω ἔκαμε νὰ σκύψῃ:

«Σήκουσ' του λίγου, μουρή», εἶπε τῆς Κούλας.

Μὰ ἡ μάννα χύμησε καὶ τοὺς ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τὸ παιδί.

Ἡ Μαριὼ δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθῇ

«Τί θὰ σ' τοὺ φᾶμι, μουρή; Τί ξένες εἴμαστι;» φώναξε κι ὥρμησε ἀπάνω της.

Ἡ νύφη κάτι θέλησε νὰ πῇ, μὰ ἡ Μαριὼ τὴν πῆρε ἀπὸ μπροστά. Τὴν ἔκαμε νἁρπάξῃ τὸ παιδὶ νὰ φύγῃ γλήγορα, ἐνῷ ἡ Μαριὼ φώναξω κατόπι της στὴ σκάλα:

«Δὲ σ' ἔμαθι, μουρή, οὐ ἄντρας σ' ποιές εἴμαστι; Μ' ἂν εἴταν ἄντρας, ἂν εἴταν ἀδιρφός!»

Ἡ Φρόσω ἔγυρε στὸ μαξιλάρι καὶ μισόκλεισε τὰ ματια, σὰ νὰ μὴν ἄκουσε τίποτ' ἀπ' αὐτά. Ἕνα μισὰ πικρό, μισὰ εὐτυχισμένο χαμόγελο σάλεψε γιὰ στιγμὲς στὰ χείλη της.

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ Γεσίλας καὶ βριστήκανε καὶ μαλλώσανε μὲ τὴ Μαριώ. Καὶ δὲν ξαναπάτησε στὴν κούλια.

«Τί κάθεσαι; τί ἀργεῖς;» μουρμούρισε ἀπομέσα ἡ Φρόσω ποὺ τὴ φτάσανε οἱ φωνὲς στὸ στρῶμα της.

Μὰ ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε δὲν ἔφτανε κι ἂς ἀρχίσανε νὰ τὸν κράζουνε μέσα τους κ' οἱ ἀδερφὲς γιὰ νὰ γλυτώσουνε κι αὐτὲς κ' ἡ ἴδια ἡ Φρόσω. Εἶχε φυράνει πιά, εἶχε ἀπομείνει ἕνας ἴσκιος διάφανος, ἀσάλευτος σὲ μιὰν ἄκρη. Μόνο τὰ μάτια φέγγαν ἀσφάλιστες, μελανές, πυρωμένες τρύπες στὸ στεγνωμένο σκέλεθρο.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔκραξε ἄργησε νἀρθῇ. Μὰ ὅταν πιὰ τὸν ἔνοιωσε πὼς εἴταν ὄξω ἀπὸ τὴ πόρτα, ζήτησε νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Στείλανε καὶ τὸν φέρανε.

Σὰ μπῆκε, βρῆκε τὴν ἑτοιμοθάνατη γυρτὴ στὴν ἀκαλιὰ τῆς Κούλας καὶ μπροστὰ σκυμμένες τὴ Μαριὼ καὶ μιὰ γειτόνισσα καὶ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια.

Μιὰ δεύτερη γειτόνισσα ἔστεκε στὴν πόρτα.

Ὁ Γεσίλας γονάτισε κεῖ μπροστὰ κι αὐτός.

«Νάτος, ἦρθε», εἶπε τῆς Φρόσως ἡ γειτόνισσα καὶ τῆς ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ δῇ τὸν ἀδερφό.

Ὁ Γεσίλας ἔπιασε τὸ χέρι της κ' ἔτσι μείνανε κρατώντας τὴν ἑτοιμοθάνατη μόνο τὰ τρία ἀδέρφια.

Ἐκείνη μπόρεσε καὶ σήκωσε τὰ μάτια.

«Φρόσω, ἐγὼ εἶμαι, ὁ Γεσίλας», μίλησε ὁ ἀδερφός.

«Δὲν τονὲ βλέπ'ς; δὲ γνωρίζεις; δὲν ἀκούς; Ἦρθε νὰ σ' σ'χωρεθῇ», ἔβγαλε ἡ Μαριὼ φωνὴ πνιχτή, σὰ νὰ τῆς ἔσφιγγε κάποιος τὸ λάρυγγα.

Μὰ ἡ γειτόνισσα τῆς ἔκλεισε τὸ στόμα. Κ' ἡ Μαριὼ σώπασε.

Τὰ μάτια τῆς Φρόσως μέναν ἀκίνητα, καρφωμένα στὸν ἀδερφό. Σὰ νὰ μὴν τονὲ γνώρισε ἀλήθεια, δὲ δοκίμασε νὰ τοῦ ἁπλώσῃ τὰ χέρια.

Τέλος σὰ νὰ κουραστήκανε τὰ βλέφαρα νὰ μένουν ἀνοιχτά, κάμανε νὰ κλείσουνε. Δὲν μπορέσανε καὶ μόνο τὰ μαυράδια τῶν ματιῶν στρίψανε σὰν ὁλόγυρα ἀπὸ τὶς ἴδιες κόρες τους, στραβώσανε, θολώσανε καὶ μείνανε πάλι ἀσάλευτα. Δὲν ξεχωρίζαν πιά. Τὸ κεφάλι ἔγυρε στὸν ὦμο τῆς Κούλας κι ἄρχισε τὸ στερνὸ ρουχαλητό.

Ἡ Μαριὼ σωριασμένη ἐμπρός της ἔκλαιγε πνιχτά. Τὴν πῆραν ἀποκεῖ κ' ἡ γειτόνισσα, ποὺ ἔστεκε στὴν πόρτα, πῆγε καὶ σήκωσε τὴν Κούλα, ποὺ εἶχε ἀποκάμει νὰ βαστᾷ τὴν ἀδερφή.

Ἡ Μαριὼ συνῆρθε, κράτησε τὰ δάκρυα κ' ἦρθε καὶ ξανάπιασε τὸ χέρι τῆς Φρόσως.

Ξαναπεράσανε πολλὲς στιγμές.

Κρατοῦσε τώρα τὴν ἑτοιμοθάνατη ὁ Γεσίλας, ὅταν τὰ μάτια ξαναδώσανε μιὰ τελευταία ἀναλαμπή. Καρφωθήκαν στὸ ἄδειο, πρὸς τὸ παράθυρο, ἀπόθε χυνότανε τὸ φῶς τοῦ δειλινοῦ, ποὺ ἔγερνε μελιχρὸ στὴν ποταμιὰ κι ἀντηχοῦσε τὸ βούϊσμα τῶν πουλιῶν, ποὺ τραγουδοῦσαν ἐκεῖ ἀπόξω στὴ μελικοκκιὰ.

Τὰ χείλη τῆς Φρόσως σαλέψανε καὶ ψιθυρίσαν κάτι.

Οἱ ἀδερφές, ποὺ τῆς κρατούσανε τὰ χέρια, νομίσανε πὼς ξαναζήτησε τὸ Γεσίλα.

Ἡ γειτόνισσα πῆρε τὴ θέση του και κεῖνος ἦρθε κ' ἔσκυψε μπροστά της ἀνάμεσα στὶς δυὸ ἀδερφές.

«Ἐδῶ 'μαι, δές με!» μουρμούρισε καὶ τῆς φίλησε τὸ χέρι.

Μὰ τὰ μάτια τῆς ἀδερφῆς δὲ γυρίσανε πιὰ σ' αὐτόν. Σβήσ... 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΣΤΟ AUDIOBOOK ΕΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=O1vL6firMms


2.6.26

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου - συγγραφέα

 

Ο αστερισμός Όφις + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου  - συγγραφέα



ΓΕΝΙΚΑ
: Ο Όφις [Λατ. Serpens, συντ. Ser] είναι αστερισμός που καταγράφηκε από τον Πτολεμαίο. Είναι ο μοναδικός αστερισμός που αποτελείται από δύο ξεχωριστά τμήματα που χωρίζονται από τον παρεμβαλλόμενο μεταξύ τους αστερισμό του Οφιούχου. Το δυτικό τμήμα (που ανατέλλει νωρίτερα) είναι η «Κεφαλή» του Όφεως (Serpens Caput), ενώ το ανατολικό είναι η «Ουρά» (Serpens Cauda). Η Κεφαλή συνορεύει με τους αστερισμούς: Βόρειο Στέφανο, Βοώτη, Παρθένο, Ζυγό, Οφιούχο και Ηρακλή. Η Ουρά συνορεύει με τους αστερισμούς: Οφιούχο, Τοξότη, Ασπίδα και Αετό. Η έκταση του αστερισμού είναι 637 τετ. μοίρες [23ος μεγαλύτερος μεταξύ των 88 αστερισμών].Είναι αμφιφανής στην Ελλάδα και γενικα ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 80° Βόρεια – 80° Νότια. Τεμνόμενος από τον ουράνιο ισημερινό, ο Όφις φαίνεται ολόκληρος από την Ελλάδα τις καλοκαιρινές νύχτες.

  ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ: Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν τον αστερισμό ως Όφις Οφιούχου ή απλώς Όφις, ενώ συχνά μεταξύ του λαού αποκαλούνταν και Ερπετόν ή Έγχέλυς [χέλι]. Οι Ρωμαίοι, εκτός από το Serpens, χρησιμοποιούσαν τα ονόματα Anguilla και Coluber. Σύμφωνα με διάφορες μυθολογικές εκδοχές ήταν το φίδι είτε του Ασκληπιού, είτε του Γλαύκου, είτε του Λαοκόοντα, είτε του Ηρακλή, ή ακόμη η Λερναία Ύδρα. Στην αναγεννησιακή Ευρώπη ο αστερισμός ονομαζόταν Serpens Alangue, συνδυασμός δηλαδή της λατινική με την παραφθαρμένη σχετική αραβική λέξη. Στους Άραβες ήταν ο Al Hayyah, [το Φίδι], από ελληνική επίδραση, αλλά πριν από αυτή ήταν η Βοσκή (Al Raudah). Αντιθέτως, στους Εβραίους και άλλους σημιτικούς λαούς ήταν ερπετό. Στην αρχαία Μεσοποταμία είχε κοινό όνομα με τον Οφιούχο: Nu-tsir-da [Εικόνα του Ερπετού]. Κατά τις χριστιανικές αναπαραστάσεις των ουράνιων μορφών (17ος αι.) ο Όφις έγινε το φίδι που ξεγέλασε την Εύα, ενώ αργότερα άλλοι παρατηρητές φαντάστηκαν στην Κεφαλή του Όφεως έναν ακόμα ουράνιο Σταυρό, αυτόν του Αγίου Ανδρέα.

Νεφέλωμα Αετός

ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΟΤΕΡΟΙ ΑΣΤΕΡΕΣ
: Ο αστερισμός περιλαμβάνει περί τα 80 ορατά σώματα [φαινόμενο μέγεθος < 6,5]. Ο α Όφεως, που είναι ο φωτεινότερος όλων [φ.μ. 2,65], είναι γνωστός με το όνομα Unukalhai. Ο β Όφεως, [Chow για τους Κινέζους], είναι λευκός γίγαντας με φαινόμενο μέγεθος 3,67. Ο γ, είναι ο Ching των Κινέζων. Ο δ, [Tsin των Κινέζων], έχει φ.μ. 3,80. Ο ε, ο Πα στην Κίνα, έχει φ.μ. 3,71. Ο ζ, ονομαζόμενος Tung Hae [Ανατολική Θάλασσα] στην Κίνα, έχει φ.μ. 4,62. Ο θ, είναι διπλός αστέρας γνωστός και ως Άλυα. Ο ξ είναι μεταβλητός αστέρας με φ.μ. 3,54. Οι αστέρες η, κ, λ, μ, ν και ο έχουν φαινόμενο μέγεθος αντίστοιχα 3,26, 4,09, 4,43, 3,53, 4,33, 4,26.

  ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ: Ο αστέρας HD 168443 του αστερισμού, με φαιν.μέγεθος 6,92 και απόσταση από τη Γη 123,6 έτη φωτός, έχει δύο πλανήτες που περιφέρονται γύρω του. Του ενός η περιφορά διαρκεί 57,9 ημέρες [έτος], ενώ του δευτέρου 2137. Η περιφορά τους γίνεται σε μέση απόσταση από τον αστέρα 0,29 και 2,87 αστρονομικές μονάδες [AU] αντιστοίχως, ενώ πρόκειται για τεράστιους σε μάζα πλανήτες καθώς έχουν μάζα επταπλάσια και δεκαεπταπλάσια εκείνης του Δία! Το φωτεινότερο ανοικτό σμήνος του αστερισμού, το IC 4756 [φ.μ. 4,6], είναι ορατό και με γυμνό μάτι από σκοτεινή τοποθεσία. Περιέχει πάνω από 80 αστέρες και απέχει από τη Γη 1300 έτη φωτός. Το σφαιρωτό σμήνος Μ5 (NGC 5904, φ.μ.5,8) περιέχει πάνω από μισό εκατομμύριο αστέρες! Το επίσης σφαιρωτό σμήνος NGC 6539 βρίσκεται μοιρασμένο ανάμεσα στον Όφι (Ουρά) και τον Οφιούχο. Το νεφέλωμα Μ16, είναι το γνωστό από την απεικόνιση του Τηλεσκοπίου Χαμπλ, Νεφέλωμα Αετός. 

   

IC 4756

Ο πάλσαρ PSR B1534+12 είναι διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων. O γαλαξίας Arp 220, στον αστερισμό του όφεως, [φ.μ. 14,0] εμφανίζει διπλό πυρήνα, ως προϊόν αλληλεπιδράσεως δύο παλαιότερων γαλαξιών που ενώθηκαν σε ένα! Η γειτονική ομάδα γαλαξιών «Εξάδα του Σίφερτ» (HCG 79), στον αστερισμό, αποτελείται από 5 αμυδρούς γαλαξίες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ ο έκτος εμφανιζόμενος, μοιάζει να ανήκει στην ομάδα, αλλά βρίσκεται σε πολύ διαφορετική απόσταση.

TO BINTEO ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=rpeTftYfykw


1.6.26

Τζόνο Λάγκαστερ: Απορρίφθηκε από τους γονείς του αλλά αγκάλιασε τον κόσμο! Κωνσταντίνος Οικονόμου

 

Τζόνο Λάνκαστερ: Απορρίφθηκε από τους γονείς του αλλά αγκάλιασε τον κόσμο!

Κωνσταντίνος Οικονόμου



Οι γεννήτορές του [''γονείς''], αποχώρησαν από το νοσοκομείο πριν την συμπλήρωση 48 ωρών από τον τοκετό του. Στο αρχείο γράφτηκε ότι δεν ήταν από εκείνους αποδεκτός! Όμως, μια απλή γυναίκα επέλεξε διαφορετικά. Κι αυτό άλλαξε την ιστορία του γεννημένου παιδιού.

Όταν ο Τζόνο (Λάνκαστερ) είδε το πρώτο φως του κόσμου τούτου, στην Αγγλία, το 1985, η αίθουσα τοκετών βυθίστηκε σε μια παράξενη σιωπή! Ο λόγος ήταν πως το βρέφος γεννήθηκε με το σπάνιο σύνδρομο Τρέατσερ Κόλινς. Όσοι γεννιούνται με αυτό το σύνδρομο έχουν σοβαρό πρόβλημα με την ανάπτυξη οστών και ιστών του προσώπου. Έτσι, το προσωπάκι του Τζόνο δεν έμοιαζε μ΄ αυτό που αναμενόταν από ένα νεογέννητο. Ο πατέρας μαζί με τη μητέρα τον κοίταξαν άπαξ και απομακρύνθηκαν για το θάλαμο αρχικά και την επομένη για το σπίτι τους! Πριν αποχωρήσουν, οριστικά, από το νοσοκομείο, υπέγραψαν την παραίτησή τους από κάθε γονεϊκό δικαίωμα! Στο ιατρικό αρχείο που διασώθηκε περιέχει μία μόνο σημείωση: ''Καμία επαφή από γονείς. Δεν θέλουν να τον δουν''!

Όμως την τρίτη μέρα της αβέβαιας ζωής του μικρού, μια γυναίκα αποφάσισε αλλιώς: Ήταν η Τζιν Λάνκαστερ αρχηγός μιας μονογονεϊκής οικογένειας που είχε μεγαλώσει ήδη τα δικά της παιδιά. Έτσι όταν έμαθε από το προσωπικό του νοσοκομείου για την περίπτωση, ότι δηλαδή ένα νεογέννητο εγκαταλείφθηκε λόγω της εμφάνισή του, το ανέλαβε η ίδια. Τον ανάθρεψε, προσωρινά πίστευε, με αγάπη ενώ έστελνε συνεχώς ενημερώσεις στους βιολογικούς γονείς του. Όμως όλες οι επιστολές σε κείνους γύριζαν πίσω κλειστές, ανέγγιχτες, ως απαράδεκτες! Έτσι στα πέμπτα γενέθλια του μικρού τον υιοθέτησε επίσημα. Η Τζιν αρνήθηκε στον κόσμο να καθορίσει, ξεχωρίζοντας το γιο της, μόνο και μόνο από μια διάγνωση. Τα λόγια της στον μικρό είχαν πάντοτε την επωδό: ''Είσαι τέλειος ακριβώς όπως είσαι''! Αυτές οι λέξεις ήταν το ακλόνητο στήριγμά του σ΄ όλη την ως τώρα ζωή του.

Αλλά η αγάπη από το σπίτι δεν έφτανε! Έξω κυριαρχούσε η ωμότητα. Άγνωστοι, τυχαίοι, τον κοιτούσαν τουλάχιστον με περιφρόνηση και περιέργεια κατάματα στο δρόμο, στα ψώνια, στο αστικό. Μικρά παιδιά κρύβονταν πίσω από τους γονείς τους ενώ άλλα ουρλιαζοκοπούσαν! Οι κλασικοί εκφοβιστές, ''άντρες'' ... άψογης εμφανίσεως, τον στοχοποιούσαν. Την ίδια ώρα που γιατροί και ειδικοί προειδοποιούσαν τη μητέρα του για τις προκλήσεις που θα αντιμετώπιζε ο γιος της, προτείνοντάς της, εξαιτίας αυτού, να μην έχει μεγάλες προσδοκίες από τον Τζόνο.

Ο Τζόνο, μεγαλώνοντας, κουβαλούσε το σταυρό αυτής της συνεχούς αρνητικής προβολής του προσώπου του. Όμως, αυτός ο σταυρός δημιούργησε σαν αντιστάθμισμα κάτι σπουδαιότερο. Την επιμονή του να μην επιτρέψει τα αμήχανα ή και κοροϊδευτικά βλέμματα των άλλων να γίνουν τα όρια του.

Έτσι από την εφηβεία του και την ενηλικίωσή του στράφηκε στην άσκηση. Κι αυτό όχι για να ''διορθωθεί'', αλλά για να αποδείξει στον ίδιο του τον εαυτό την πραγματική του αξία. Συχνά στις προσπάθειες του αυτές αποτύγχανε, μα πάντα συνέχιζε με μεγαλύτερη θέρμη. Έτσι σε ένα σώμα που οι γιατροί αμφισβητούσαν, έκτιζε πραγματική δύναμη, πειθαρχία και την επακόλουθη αυτοπεποίθηση. Έγινε λοιπόν διπλωματούχος γυμναστής, επιλέγοντας, σκόπιμα όπως καταλαβαίνουμε, ένα από τα πιο απαιτητικά, σωματικά τουλάχιστον, επαγγέλματα.

Αυτό το έκανε για να αποδείξει στον ίδιο του τον εαυτό ότι ήταν ικανός για πολλά περισσότερα πράγματα από όσο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει απλώς βλέποντας τον.

Σήμερα, ο Τζόνο έγινε ο ίδιος υπερασπιστής των παιδιών που έχουν το δικό του σύνδρομο. Ταξιδεύει στο εξωτερικό – μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σε είκοσι- πραγματοποιώντας ομιλίες, επισκεπτόμενος σχολεία, νοσοκομεία υπερασπιζόμενος και ενισχύοντας τα παιδιά με το σ. Τρέατσερ Κόλινς, ή άλλες ατέλειες προσώπου. Τους κοιτάζει στα μάτια τελειώνοντας τις ομιλίες τους, κλείνοντας συχνά με την εξής φράση: ''Και εγώ ήμουν ανεπιθύμητος. Και δες με τώρα!'' Αργότερα έγινε συνιδρυτής του Love my face Fountation για περισσότερη ευαισθητοποίηση σχετικά με τις παθήσεις δομών του προσώπου, βοηθώντας οικογένειες που έχουν κάποιο μέλος τους με ανάλογο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν έξοδα θεραπείας και ταξιδίων. Σε γονείς που νιώθουν φόβο, αβεβαιότητα και ανασφάλεια στην ανατροφή ενός τέτοιου παιδιού προσφέρει κάτι πολύ σπουδαίο: Την προσωπική του απόδειξη ότι δεν είναι μόνοι σ΄ αυτήν την προσπάθειά τους.

Ο Τζόνο Λάγκαστερ εγκαταλείφθηκε στο μαιευτήριο επειδή οι άνθρωποι, ακόμη κι οι ''δικοί του'' άνθρωποι δεν μπόρεσαν να δουν πέρα από το πρόσωπό του. Μεγάλωσε μέσα στη στοργή μιας αγάπης για πολλούς ''ανόητης'', μιας μάνας που επέλεξε συνειδητά να δει το παιδί κι όχι την πάθηση. Του λέγαν ότι το σώμα του αναγκαστικά θα περιορίσει τις επιλογές στη ζωή του. Ένα σώμα που ο ίδιος το μετέτρεψε σε πηγή δύναμης και κυνηγό στόχων.

Ήταν εκείνο το μωρό που κανείς δεν ήθελε να δει. Τώρα είναι εκεί, ορατός μπροστά σε κοινό σ΄ όλον τον κόσμο, δυναμώνοντας καρδιές άλλων ανθρώπων με τις ομιλίες του και το παράδειγμά του.

Άλλωστε, συχνά η πιο ισχυρή μεταμόρφωση δεν είναι η αλλαγή εμφάνισης. Είναι η αλλαγή του πόσο βαθιά πιστεύει κανείς ότι μετράει και η άρνηση να αφήσεις το φόβο των άλλων να γράψει τη δική σου ιστορία. Η αλλαγή του να φτιάχνεις μόνος σου τη δική σου ιστορία!

Ο Τζόνο δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει ότι ο ίδιος αξίξει.

Μια γυναίκα επέλεξε την αγάπη διώχνοντας το φόβο. Εκείνος επέλεξε το θάρρος αντί της ντροπής, τη χαρά αντί της πικρίας. Είναι εκείνο το αγόρι που ο κόσμος τότε προσπάθησε να κρύψει και ο άντρας εκείνος σήμερα για τον οποίο ο κόσμος σηκώνεται όρθιος και τον χειροκροτεί. Ας μας παραδειγματίσει!

Σχετικά: -X- Cr.Vibes 4.16.26




31.5.26

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τραπεζούντιος [Ασπρόκαστρο (Άκκερμαν) 12.6.1492] + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου






Δοὺς αἷμα βραχύ, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
ἐξηγόρασας βασιλείαν τοῦ πόλου.


ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Τραπεζούντα και ήταν ένας πολύ μορφωμένος πρόκριτος αυτής της πόλης. Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής. Η εργασία του ήταν το εμπόριο.

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΘΩΜΑΝΟ ΠΛΟΙΑΡΧΟ: Κάποτε, επιβιβάσθηκε σ' ένα τούρκικο πλοίο για να συνοδεύσει τα εμπορεύματα του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, η προσευχή, η νηστεία και η ελεημοσύνη που εκδήλωσε ο Ιωάννης, κίνησε τον φθόνο του Τούρκου πλοιάρχου, ο οποίος θέλησε να τον προσηλυτίσει στο Ισλάμ. Έτσι με μακρές συζητήσεις προσπαθούσε να τον πάρει με το μέρος της θρησκείας του. Ο Ιωάννης μορφωμένος καθώς ήταν και, κυρίως, έμπειρος σχετικά με τις Γραφές, νίκησε κατά κράτος με τα επιχειρήματά του τον πλοίαρχο στις θρησκευτικές αυτές συζητήσεις.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ- ΑΠΟΛΟΓΙΑ: Όταν αποβιβάστηκαν στο Άκκερμαν1 (Ασπρόκαστρο) της Βεσσαραβίας στην Ουκρανία, ο πλοίαρχος συκοφάντησε τον Ιωάννη στον εκεί Τούρκο ηγεμόνα, ότι δήθεν έδωσε λόγο να γίνει μωαμεθανός. Μετά από λίγο οδηγούσαν με τιμές τον Ιωάννη, μπροστά στον Οθωμανό ηγεμόνα, ο οποίος με κολακείες και υποσχέσεις προσπαθούσε να επιτύχει τον σκοπό του. Αλλά ο Ιωάννης περίτρανα και θαρραλέα ομολόγησε πώς ήταν, είναι και θα παραμείνει χριστιανός, όσα πλούτη και αξιώματα και αν του προσφέρουν.



Το Ασπρόκαστρο σήμερα

ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Θυμωμένος ο ηγεμόνας, διέταξε και τον βασάνισαν τόσο σκληρά, ώστε το αίμα του έτρεχε ποτάμι. Κατόπιν έτσι αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή. Την επόμενη ήμερα, όταν τον ξαναπαρουσίασαν στον ηγεμόνα, ο Ιωάννης ομολόγησε με περισσότερο θάρρος την πίστη του, λέγοντας πως αυτά τα βασανιστήρια που του έκαναν δεν του φάνηκαν τίποτα, προσθέτοντας μάλιστα γενναία πως αν έχουν άλλα καινούργια ας τα εφαρμόσουν. Εξοργισμένος ακόμα περισσότερο από τα λόγια αυτά ο τύραννος, διέταξε και τον μαστίγωσαν τόσο βάρβαρα, ώστε άρχισαν να πέφτουν κομμάτια οι σάρκες του, μέχρι που φάνηκαν τα εντόσθια του, κατά τον Συναξαριστή του Αγίου. Στη συνέχεια τον έδεσαν στην ουρά ενός αγρίου αλόγου, που τον έσερνε μέσα στους δρόμους της πόλης.

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ: Τη στιγμή που περνούσε το άλογο με το ανθρώπινο παρελκόμενό του από την εβραϊκή συνοικία, οι Εβραίοι έβριζαν και κακοποιούσαν τον Μάρτυρα. Ένας μάλιστα, πήρε ένα σπαθί και του έκοψε το κεφάλι. Ήταν στις 12 Ιουνίου 14922.
Από τα θαύματα που έκανε το εγκαταλελειμμένο λείψανο του Αγίου, ο ηγεμόνας φοβήθηκε και έδωσε την άδεια στους χριστιανούς να το παραλάβουν και να το κηδεύσουν με τιμές σε κάποιο Ναό, όπου παρέμεινε 70 χρόνια θαυματουργώντας.


ΤΟ ΙΕΡΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
: Αργότερα, με βασιλικές τιμές, το λείψανο του Μάρτυρα μετακομίστηκε στη Σουτζάβα της Μολδαβίας από το βοεβόδα της Μολδαβίας Αλέξανδρο τον Αγαθό. Το 1686 μ.Χ., κατά την εκστρατεία του Πολωνού βασιλιά Ιωάννου Σομπιέσκι κατά των Τούρκων, μεταφέρθηκε στην πόλη Ζιολκίεβ της Πολωνίας. Το 1783 μ.Χ., επανήλθε και πάλι στη Σουτσεάβα με διαταγή του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β'. Ακολουθία του Νεομάρτυρα Ιωάννη εξέδωσε στη Βενετία, το 1752 μ.Χ., ο Ιουστίνος ο Δεκαδύος, ενώ μια άλλη, που συνετέθη από του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Νικηφόρο τον Κρη, εκδόθηκε στο Ιάσιο το 1819.



ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE:https://www.youtube.com/watch?v=pThZWal0FiM

1. Η πόλη έγινε μέρος του Πριγκηπάτου της Μολδαβίας το 1359. Το φρούριο της διευρύνθηκε και ξαναχτίστηκε το 1407 από τον Αλέξανδρο τον Παίδα και το 1440 ανήκε στον Στέφεν τον Β΄ της Μολδαβίας.Το 1484 η πόλη κατελήφθη από τους Οθωμανούς. Σήμερα η πόλη ονομάζεται Μπέλγκοροντ-Δνείστερου .

2. Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη το έτος μαρτυρίου του Ιωάννη ήταν το 1642 ή κατά άλλες πηγές το 1330.

Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ (11 Ιουνίου) του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ (11 Ιουνίου)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου



   ΓΕΝΙΚΑ: Ο Απόστολος Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ ήταν ένας από τους δώδεκα μαθητές και Αποστόλους του Κυρίου. Αναφέρεται ως μαθητής από τους τέσσερις ευαγγελιστές (Ματθαίος ι΄ 3, Μάρκος γ΄18, Λουκάς στ΄14, Ιω. α΄ 45-51) και από τις Πράξεις. Οι πληροφορίες για το βίο του Αποστόλου είναι λιγοστές, ενώ κατά την παράδοση ήταν αυτός που μετέφερε το χριστιανισμό στις Ινδίες. Το πρόβλημα σχετικά με την ταυτότητα του Αποστόλου ανάγεται στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Κι αυτό γιατί ενώ από τους συνοπτικούς Ευαγγελιστές ο Απόστολος αναφέρεται ως Βαρθολομαίος, στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται ως Ναθαναήλ. Ακόμη, μερικοί αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, αναφέρουν πως ο Ναθαναήλ δεν ήταν καν μαθητής του Ιησού. Αυτές οι απόψεις οδήγησαν ορισμένους ερευνητές στο να διαχωρίσουν ως δύο διαφορετικά πρόσωπα τους Βαρθολομαίο και Ναθαναήλ. Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει. Αφενός είναι χαρακτηριστική η περιγραφή των τεσσάρων ευαγγελιστών, αφού οι τρεις συνοπτικοί και ο Ιωάννης τον αναφέρουν στην έκτη θέση του αποστολικού κύκλου. Μάλιστα, η διήγηση για την κλήση του Ναθαναήλ από τον Ιωάννη, δηλώνει πως όντως αποτελεί το τρίτο ζευγάρι μαθητών με το Φίλιππο, αφού ο Βαρθολομαίος ήταν στενός φίλος του. Άρα ο Αυγουστίνος λανθάνει σαφώς, αφού αναφέρεται ξεκάθαρα στα ευαγγέλια πως ο Ναθαναήλ ήταν μαθητής του Ιησού (Ιωάν. κα΄ 2). Τέλος, παρά τον περίεργο διαχωρισμό των προσώπων στους κανόνες των Αγίων Αποστόλων, θα πρέπει να τονιστεί πως η εκκλησιαστική παράδοση, αλλά και η σύγχρονη επιστημονική έρευνα δέχεται Βαρθολομαίο και Ναθαναήλ, ως ένα και το αυτό πρόσωπο.

  Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: Οι πληροφορίες για τον Απόστολο από την Καινή Διαθήκη είναι λιγοστές. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο Ναθαναήλ καταγόταν από την Κανά της Γαλιλαίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιγραφές του Ιωάννη (α΄ 45-51) για την κλήση του μαθητή αυτού. Την επόμενη ημέρα από την κλήση των τεσσάρων πρώτων μαθητών, ο Ιησούς είχε αποφασίσει να μεταβεί στη Γαλιλαία. Πριν ξεκινήσει βρήκε το Φίλιππο ο οποίος και τον ακολούθησε. Ο Φίλιππος συζήτησε για τον Κύριο στον Ναθαναήλ, ο οποίος κατά το Φίλιππο ήταν αυτός που είχε προαναγγείλει οι προφήτες. Ο Ναθαναήλ ακούγοντας προσεκτικά τον Φίλιππο αναρωτήθηκε αν γίνεται από τη Ναζαρέτ, πόλη καταγωγής του Ιησού, να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος τότε κάλεσε το Ναθαναήλ να πλησιάσει τον Κύριο. Ο Ιησούς, μόλις είδε τον Ναθαναήλ, είπε: "ίδε αληθώς ᾿Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι". Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αγίου Βαρθολομαίου, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, είναι αθωότητα, αγνότητα και καθαρότητα. Ο Απόστολος, δηλάδή, ήταν ανυπόκριτος, ευθύς, τίμιος. Τα λόγια, πού είπε, δεν σημαίνουν απιστία, δείχνουν άνθρωπο πού εξετάζει και έρευνα καλόπιστα μέχρις ότου βεβαιωθεί. Δεν χλευάζει, δεν περιφρονεί. Ενδιαφέρεται με ζήλο για την αλήθεια. Δεν έχει πονηρία και κακότητα. Εν συνεχεία ακολούθησε σύντομος διάλογος μεταξύ Ιησού και Ναθαναήλ, που οδήγησε τον δεύτερο να ενταχθεί στον κύκλο μαθητών του Κυρίου. Το όνομα Βαρθολομαίος σημαίνει γιος του Θολεμά ή Θολομί (Βαρ Τολμαΐ). Όπως διακρίνουμε από τα ευαγγέλια, προφανώς στην περίπτωσή του είχε επικρατήσει το πατρωνυμικό του. Αλλά ο Ιωάννης προτίμησε το Ναθαναήλ το οποίο στα ελληνικά μεταφράζεται ως ο "Θεός δίνει”. Άρα, πιθανότατα, το όνομα του Αποστόλου ήταν Ναθαναήλ ο γιος του Θολομί.

  Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Σύμφωνα με τον Επιφάνιο Κύπρου, ο Ναθαναήλ ήταν το άλλο πρόσωπο δίπλα στον Κλέοπα, όταν εμφανίστηκε ο Ιησούς καθ΄ οδόν προς τους Εμμαούς (Λουκάς κβ΄13εξ). Όλα τα άλλα κείμενα που αναφέρουν τον Απόστολο Βαρθολομαίο και είναι μεταγενέστερης εποχής, είναι ψευδεπίγραφα. Έτσι έχουμε πληροφορία για κάποιο ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου από το οποίο δε διασώθηκε τίποτα. Το έργο αυτό ανήκε πιθανώς στο κύκλο των γνωστικών και δεν σχετίζεται με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον που άφησε στους Ινδούς ο Βαρθολομαίος. Το κείμενο επίσης που αποκαλείται "Ερωτήσεις Βαρθολομαίου" σωσμένο σε διάφορες διαλέκτους, όπως και το "Περί Αναστάσεως του Ιησού Χριστού", που διασώζονται μόνο μικρά τμήματα είναι νόθα. Κατά τον Πάνταινο, ο Βαρθολομαίος κήρυξε το Ευαγγέλιο στις Ινδίες, ενώ κατά συριακές παραδόσεις κήρυξε και στη Συρία και την Αρμενία, όπου και μαρτύρησε στην πόλη Arevbanus περί το 68.

Κοντάκιον: Ώφθης μέγας ήλιος,τη οικουμένη, διδαγμάτων λάμψεσι, και θαυμασίων φοβερών, φωταγωγών τους τιμώντας σε, Βαρθολομαίε, Κυρίου Απόστολε.

konstantikosa.oikonomou@gmail.com

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου

 

Ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος 19.6 + ΒΙΝΤΕΟ
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου


   

   ΓΕΝΙΚΑ
: Στις 19 του μηνός Ιουνίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θεαδέλφου. Τα βιογραφικά του στοιχεία δεν μας διασώζονται με ακρίβεια και συχνά παρουσιάζονται παρόμοια με αυτά του αγίου αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου, γεγονός όχι περίεργο, αφού και οι δύο Απόστολοι είχαν το ίδιο όνομα, έζησαν δε και κήρυξαν την ίδια εποχή και στην ίδια περιοχή.
Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΔΕΛΦΟ: Στην Καινή Διαθήκη συμπεριλαμβάνεται η καθολική Επιστολή που συνέγραψε ο Άγιος Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος. Στην αρχή της κατονομάζεται ο ίδιος ως «Ιούδας, Ιησού Χριστού δούλος, αδελφός δέ Ιακώβου». Σχετίζεται εμφανώς με τον Ιάκωβο, ο οποίος ήταν γνωστή ηγετική προσωπικότητα της πρώτης Εκκλησίας, και στην υμνολογία της Εκκλησίας προσδιορίζεται ως «Χριστού συγγενής» και «απόστολος θεάδελφος». Του αποδόθηκε λοιπόν η προσωνυμία «θεάδελφος», δηλαδή ένας από τους νομιζόμενους αδελφούς του Κυρίου, ένα από τα τέκνα του Ιωσήφ, τα οποία αυτός είχε αποκτήσει από γάμο του προτού μνηστευθεί την αειπάρθενο Θεοτόκο. Γι' αυτό το Συναξάρι θεωρεί τον εορταζόμενο σήμερα απόστολο Ιούδα «κατά σάρκα» αδελφό του Ιησού Χριστού, όπως και του Ιακώβου (του Αδελφοθέου, πρώτου επισκόπου Ιεροσολύμων). Ο Θεάδελφος Ιούδας, συγγραφέας της ομώνυμης Επιστολής της Καινής Διαθήκης, προστέθηκε στον κύκλο των μαθητών μετά την ανάσταση του Κυρίου.
Ο ΑΛΛΟΣ ΙΟΥΔΑΣ: Διαφορετικό πρόσωπο είναι ο άγιος Ιούδας ο Θαδδαίος [21 Αυγ.], ένας από τους δώδεκα Αποστόλους του Κυρίου, ο οποίος στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και στις Πράξεις των Αποστόλων ονομάζεται «Ιούδας Ιακώβου», ενώ στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο αποκαλείται «Θαδδαίος» (γ΄18) και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο «Λεββαίος ο αποκληθείς Θαδδαίος» (ι΄3 που σημαίνει γενναίος). Ο μαθητής αυτός του Κυρίου, κήρυξε στην Έδεσσα, σε όλη την Συρία, έφθασε ώς τη Βηρυτό της Φοινίκης και είχε ειρηνικό τέλος.
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ – ΜΑΡΤΥΡΙΟ: O άγιος απόστολος Ιούδας ο θεάδελφος, που εορτάζουμε σήμερα, κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Παλαιστίνη, τη Μεσοποταμία κι έφθασε μέχρι την Περσία. Στην πόλη Έδεσσα της Μεσοποταμίας θεράπευσε από ανίατη ασθένεια τον τοπάρχη Αύγαρο. Μαρτύρησε στην πόλη Αραρά, όπου οι ειδωλολάτρες της περιοχής τον κρέμασαν και τον φόνευσαν με βέλη.
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ: Όπως προείπαμε, ο Άγιος Θεάδελφος Ιούδας είναι ο συγγραφέας της τελευταίας καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης, που φέρει το όνομά του. Η θεόπνευστη αυτή Επιστολή απευθύνεται προς τους χριστιανούς της Αντιόχειας και πιθανότατα γράφτηκε στα Ιεροσόλυμα γύρω στο 65-70 μ.Χ. Αυτή δεν έχει δογματικό περιεχόμενο, αλλά είναι εξαιρετικά διαφωτιστική και μεστή από μηνύματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σωτηριολογική σημασία. Στην αρχή της Επιστολής του ο Απόστολος Ιούδας αναφέρεται στο τρίπτυχο του ελέους του Θεού, της ειρήνης και της αγάπης, που βοηθά τον χριστιανό να απομακρύνει τη μεμψιμοιρία από τη ζωή του. Στην Επιστολή του ακόμη παρουσιάζεται το δόγμα της πτώσεως του Εωσφόρου και του τάγματος του γράφοντας: “Αγγέλους τε τους μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν, αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μέγαλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν”. Στη συνέχεια καταφέρεται κατά των ψευδοδιδασκάλων και ασεβών, που μετατρέπουν τη χάρη του Θεού σε κάθε είδους ασέλγεια. Γράφει ο Απόστολος γι' αυτούς: “αφόβως, εαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι άνυδροι υπὸ ανέμων παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινὰ άκαρπα, δὶς αποθανόντα, εκριζωθέντα, κύματα άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας, αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος του σκότους εις τον αιώνα τετήρηται”. Οι χριστιανοί συνεπώς, οφείλουν να αγωνιστούν για να διατηρήσουν τη σωτήρια πίστη τους καθαρή και ανόθευτη και να θυμούνται πάντα τις αλήθειες των Αποστόλων. Αυτοί είναι που προμήνυσαν τον ερχομό εμπαικτών ανθρώπων, οι οποίοι θα βαδίζουν σύμφωνα με τις δικές τους ασεβείς επιθυμίες. Οι χριστιανοί όμως, πρέπει να μείνουν σταθεροί στην πίστη τους χωρίς να επηρεάζονται από το πνεύμα της εποχής, βοηθώντας παράλληλα να σωθούν αυτοί που κλονίζονται ή έχουν πέσει σε βαριές αμαρτίες. Το έργο αυτό είναι δύσκολο και επικίνδυνο, αλλά ταυτόχρονα και ένα έργο με ασύγκριτη αξία για την παρούσα ζωή αλλά και με προεκτάσεις στην αιωνιότητα.

28.5.26

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ - - Σέρλοκ Χολμς AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

Το σκυλί των Μπάσκερβιλ -

- Σέρλοκ Χολμς

AUDIOBOOK - Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου


   Ο Σέρλοκ Χoλμς, ο φανταστικός ερευ-νητής του εγκλη-ματος, μαζί με τον βοηθό του δρα Γουότσον έχουν εμπλακεί σε δεκάδες υποθέσεις μυστηρίου. Ζουν μαζί στο διαμέρισμα 221B της οδού Μπέικερ, στο κέντρο του Λονδίνου. Χαρακτηριστικό του Χολμς είναι οι περίεργες μέθοδοι που χρησιμοποιεί, οι οποίες συχνά εντυπωσιάζουν. Υπάρχουν συνολικά 4 μυθιστορήματα και 56 διηγ΄ξματα με ήρωες αυτό το δίδυμο. 

  Ο Σέρλοκ Χολμς δημιουργήθηκε το 1887 από τον Άρθρουρ Κόναν Ντόυλ, ο οποίος, όπως ο ίδιος ομολόγησε, δημιούργησε τον Χολμς με βάση τον καθηγητή του Τζόζεφ Μπελ. Η πρώτη εμφάνιση του Χολμς γίνεται στο περιοδικό The Strand με το διήγημα A study in Scarlet [Σπουδή στο κόκκινο]. Ο Ντόυλ εισπράττει γι΄αυτό το έργο το μικρό ποσό των 25 λιρών, αλλά η γέννηση ενός ντετέκτιβ, που θα γινόταν θρύλος στο μέλλον, είχε πραγματοιποιηθεί.

    Στο σημερινό μας AUDIOBOOK, όπου μια κατάρα κατατρέχει τον οίκο των Μπάσκερβιλ, η υπόθεση έχει ως εξής:

Ένα πελώριο κυνηγόσκυλο-φάντασμα, με μάτια και στόμα που ξερνούν φωτιά, κυνηγά και σκοτώνει κάθε κληρονόμο που θα τολμήσει να κατοικήσει στον πύργο των Μπάσκερβιλ. Ο δαιμόνιος Σέρλοκ Χολμς αναλαμβάνει να λύσει το πυκνό μυστήριο και να διαλύσει τη σκοτεινή δεισιδαιμονία που ταράζει τον ύπνο των Μπάσκερβιλ και όλης της περιοχής.

  Ο Δρ Τζέιµς Μόρτιµερ ζητάει τη βοήθεια του Σέρλοκ Χολµς µετά τον θάνατο του φίλου του Σερ Τσαρλς Μπάσκερβιλ. Ο Σερ Τσαρλς βρέθηκε νεκρός στα κτήµατά του στο Ντέβονσερ, και αν και ο θάνατός του αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή, ο Μόρτιµερ υποψιάζεται εγκληµατική πράξη, λόγω της έκφρασης φρίκης στο πρόσωπο του νεκρού και των αποτυπωµάτων ενός γιγάντιου σκύλου σε µικρή απόσταση από το σηµείο που βρέθηκε.

  Το Σκυλί των Μπάσκερβιλ είναι το τρίτο από τα τέσσερα αστυνοµικά µυθιστορήµατα του Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ µε ήρωα τον ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολµς. Αρχικά δηµοσιεύτηκε σε συνέχειες από τον Αύγουστο του 1901 έως τον Απρίλιο του 1902 στο περιοδικό Strand. Σε βιβλίο κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από τον εκδοτικό οίκο George Newnes, εικονογραφημένο από τον Σίντνεϊ Πέιτζετ.

ΤΟ ΑUDΙΟΒΟΟΚ EΔΩ: 

https://www.youtube.com/watch?v=XMgfryFM4kE

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου

  Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΟΥ   του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Κείμενο [απόσπασμα] και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου Δ΄.       ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....