Ετικέτες - θέματα

3.9.26

Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι

του Ανδρέα Καρκαβίτσα

Κείμενο και AUDIOBOOK

διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 


ΟΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! Τὸ γιούσουρι ποῦ ὧρες ψηλώνει καὶ θεριεύει ὡς τὸ πρόσωπο τῆς θάλασσας· ὧρες χαμηλώνει καὶ γίνεται κάστρο ἀγύριστο μὲ τοὺς ρόζους καὶ τὰ κλαδιά, μὲ τὶς ρίζες καὶ τ’ ἀντιρίμματα! Κάτω στὸ νησί μας τὸ ἔχουν μόλογο! Γενιὰ σὲ γενιὰ τὸ παραδίδουν οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σὲ ἀγγόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰ σίδερο, δυνατὸ σὰ λέοντας, ψυχωμένο κι’ ἀθάνατο σὰ στοιχειό.

Ἐκεῖνοι ποῦ τὸ πρωτόειδαν ἔσβυσαν ἀπὸ τὴ θύμηση τῶν ἀνθρώπων τόρα. Ἐκεῖνοι ποῦ ὀνειρεύτηκαν νὰ τὸ κόψουν, κοιμοῦνται ἀξύπνητα στὴ γῆ ἢ καὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας. Ἐκεῖνοι ποῦ πῆγαν γυρεύοντάς το, δὲν δευτέρωσαν τὸ σκοπό τους. Ἔχει σοῦ λένε, κατιτί πλάνο κι’ ἐπίβουλο καὶ ἀλλάζει χρώματα καὶ ἀλλάζει σχήματα καὶ γλυστρᾷ σὰν χέλι καὶ θεμελιώνεται σὰν πύργος καὶ φωσφορίζει σὰν ὠκεανόψαρο, ποῦ λύνεται τὸ σῶμα μὲ τὸ πρῶτο ἀντίκρυσμα.

Ἐγώ, ἀπὸ μικρὸς ποῦ τὸ ἄκουα μ’ ἔπιανε κατιτί παράξενο. Φόβος καὶ μαζὶ πεῖσμα. Καλά, ἔλεγα, ὁ διπίθαμος Ἀράπης ποῦ ρουφᾷ τὰ πέλαγα καὶ φράζει τὰ ποτάμια μονάχα μὲ τὰ γένεια του. Καλὰ ἡ ἀθάνατη Γοργόνα, τοῦ Ἀλέξαντρου ἡ ἀδερφή, ποῦ γυρίζει τὴ θάλασσα καὶ στὸ πικρὸ ἄκουσμα βουλιάζει τὰ πλεούμενα σύψυχα μὲ τὴν οὐρά της. Καλὰ κι’ ὁ Ἄριστος ποῦ σκοτώνει τὰ θεριὰ καὶ τὰ βουνὰ γκρεμίζει καὶ ξερριζώνει ρουπάκια μὲ τὸ κοντάρι του. Μὰ ἕνα δέντρο ἐκεῖ, τοῦ νεροῦ πλάσμα, θρέμα τοῦ ἄμμου καὶ νὰ κάνῃ τόσα θάματα! Μπά, ντροπή μας! Ἄκουα τοὺς ἄντρες λεβεντοθρεμένους καὶ νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸ μὲ τόσο σεβασμό, σὰν νὰ μιλοῦσαν γιὰ τὸ Τρισυπόστατο. Τί διάβολο! Ἐκεῖνοι μιὰ φορὰ ἔβαλαν τὰ στήθη τους ἐμπρὸς στὸ κανόνι τοῦ Τούρκου! πήδησαν μὲ ἀναμμένο δαυλὶ στὶς μπαρουταποθῆκες του! εἶδαν τὸ θάνατο χίλιες φορὲς καὶ δὲν τόλμησαν νὰ ξερριζώσουν ἕνα δεντρί! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ χωνέψω.

— Δὲ μοῦ λές, πατέρα· κάνω κάποτε τοῦ γέροντά μου· τί εἶνε αὐτὸ τὸ γιούσουρι.

— Ξύλο, παιδί μου, σὰν καὶ τ’ ἄλλα· θαλασσόξυλο. Ἄν θέλῃς νὰ τὸ μάθῃς, σύρε νὰ ἰδῇς τὴν πίπα μου.

Πάω μέσα, ἀνοίγω τὸ ἁρμάρι, βρίσκω τὴν πίπα του. Μιὰ πίπα χοντρὴ καὶ μεγάλη, μὲ ρόζους, μαύρη-κατάμαυρη σὰν ἔβενος.

— Μπά! τοῦτο εἶνε τὸ γιούσουρι; τὸ κόβουν λοιπόν;

— Τὸ κόβουν λέει; Ἀφοῦ τόχεις στὰ χέρια σου! Ἔκοψα πῆχες, ὅταν ἤμουν σφουγγαρᾶς.

— Γιατὶ δὲν πᾷς λοιπὸν νὰ κόψῃς καὶ τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου.

Πέτρωσε εὐθὺς τὸ χαμόγελο στὰ χείλη του· σοβαρεύτηκε τὸ πρόσωπό του. Γύρισε καὶ μὲ κοίταξε ἀφαιρεμένα, σὰν νὰ ἔλειπε ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ κεφάλι του·

— Ἄ! εἶπε. Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν εἶνε τὸ ἴδιο. Πῆγα μιὰ φορὰ καὶ γώ. Μὰ λίγο ἔλειψε ν’ ἀφήσω δίχως ἄντρα τὴ μάνα σου.

— Ἀφοῦ κόβεται!…

— Κόβεται ὅταν εἶνε μικρό. Κάτω στὴ Μπαρμπαριὰ εἶνε δάση ὁλάκερα. Ἐκεῖ ποῦ ψαρεύουν τὸ σφουγγάρι ἁρπάζουν καὶ κάνα κλαρί. Ἔτσι κλεφτά, στὴν ὥρα ποῦ κοιμᾶται. Ἅμα ὅμως ξυπνήσῃ, δὲν τὸ κόβει οὔτε ἡ ρομφαία τοῦ Ἀρχάγγελου.

— Τὸ γιούσουρι τοῦ Βόλου δὲν κοιμᾶται;

— Κοιμᾶται· μπορεῖ νὰ κάμῃ δίχως, ὕπνο; Μὰ ἐκεῖνο στοίχειωσε πιά! ζῇ μὲ τοὺς αἰῶνες. Ποιὸς ξέρει ἀπὸ πότε; Νὰ ἰδῇς τῶν παλαβῶν τὰ κόκκαλα πῶς κρέμονται πολυέλαιοι ἀπάνω του!…

Καὶ τὸ βλέμμα του κάπως δειλὸ στυλώθηκε ἀπάνω σὲ μιὰ στάμνα, ποῦ ἔστεκε σπασμένη στὴν αὐλή· τὸ μέτωπό του σούφρωσε, καὶ κέρωσε, λὲς κι’ ἔβλεπε ὀχιὰ νὰ προβάλῃ ἀποκεῖ.

— Ἐσύ, πατέρα, πῶς πῆγες; Μὲ τὴ μηχανή; ξαναρώτησα.

— Ὄχι, μὲ τὴν πέτρα, σὰν τοὺς Καλυμνιῶτες. Ποῦ μηχανὲς στὸν καιρό μας!

— Ἐγὼ σὰ μεγαλώσω θὰ πάω νὰ τὸ κόψω· εἶπα μὲ πεῖσμα.

Ἐνόμιζα πῶς θὰ ἔλεγε ὄχι· πῶς θὰ φρόντιζε μὲ χίλια-δυὸ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ· πῶς θὰ μοῦ διηγῶταν ἱστορίες τρομερὲς γιὰ ν’ ἀπελπιστῶ. Τίποτα! Μιὰ στιγμὴ μὲ κοίταξε συλλογισμένος ἀπὸ τὰ πόδια ὥς τὴν κορφή, σὰν νὰ μετροῦσε τὸ ἀνάστημά μου· χαμογέλασε.

— Καλά· σὰ μεγαλώσῃς νὰ πᾷς· εἶπε μὲ τὴν πρώτη του ἀπάθεια. Τόρα ποῦ εἶσαι μικρὸς σύρε νὰ μάθῃς τὴ θάλασσα.

Πῆγα κι’ ἔμαθα τὴ θάλασσα. Ναυτόπουλο ἔγινα, ἔπειτα ναύτης. Εἶδα φουρτοῦνες, χιονιές, ἀγριοκαίρια. Πῆγα καὶ μὲ τὰ σφουγγαράδικα στὴ Μπαρμπαριά. Μὰ καὶ ναυτόπουλο καὶ ναύτης καὶ σφουγγαρᾶς, δὲν ξέχασα τὸ στοιχειωμένο γιούσουρι καὶ τὸ λόγο ποῦ ἔδωκα στὸν πατέρα μου. Μαζὶ μὲ τὸ κορμὶ μεγάλωνε κι’ ὁ πόθος μέσα μου, σὰν νὰ τὸν εἶχα στὸ αἶμά μου. Ἐγὼ ἤθελα νὰ κόψω τὸ γιούσουρι, στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ ξερριζώσω καὶ νὰ τὸ σύρω πίσω ἀπὸ τὸ καΐκι στὸ νησί μας. Θὰ τὸ ξάπλωνα στὴν ἀμμουδιὰ θρασίμι καὶ θὰ ἔβανα διαλαλητὴ νὰ διαλαλήσῃ σὲ ὅλη τὴ χώρα: — Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε τὸ μέγα θάμα! Τὸ στοιχειὸ τῆς θάλασσας, νικήθηκε ἀπὸ τοῦ νησιοῦ μας τὸ στοιχειὸ, τὸν Γιάννο Γκάμαρο. Τρέμουν-τρίζουν τὰ βουνά! Ἐβγᾶτε, χωριανοί, νὰ ἰδῆτε καὶ νὰ εἰπῆτε!…». Θὰ ἔτρεχε ἀμέσως μελίσσι ὁ λαός· θὰ ἔβλεπαν οἱ θαλασσογέννητοι καὶ θὰ σταυροκοποῦνταν, θὰ ἔβλεπαν οἱ γυναῖκες καὶ θὰ τρόμαζαν· τὰ παλληκάρια καὶ θὰ ζηλοφθονοῦσαν, οἱ λυγερὲς καὶ θὰ ἔλεγαν: — Νὰ λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας! Δεύτερος Ἅη Γιώργης θὰ δοξαζόμουν στὸ νησί. Κι’ ἕνας τρόμος μυστικός, μιὰ λαχτάρα βασάνιζε κάθε τόσο τὴν ψυχή μου, μὴν προλάβῃ ἄλλος καὶ ἁρπάξῃ τὴ δόξα μου. Γυρεύεις τί γίνεται; Ἀλλὰ πάλι ἡσύχαζα μὲ τὴν ἰδέα πῶς ἄλλος ἀξιώτερός μου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γεννηθῇ. Καὶ ἀκόμη πίστεψα πῶς τὸ δεντρὶ ἐκεῖνο, δὲν καθόταν τόσους αἰῶνας ἐκεῖ στὸν ἀνήλιαστο θρόνο του, παρὰ γιὰ τὰ γίνῃ μιὰ μέσα δικό μου παίνεμα. Κι’ ἔτσι ἔκλεισα τὰ εἴκοσι χρόνια μου. Ψάρευα τὸ σφουγγάρι μὲ τὴ μηχανὴ τοῦ καπετὰν Στραπάτσου στὴν Ἔγριπο. Δῶσε ἀπάνω-δῶσε κάτω φτάσαμε καὶ στὸν κόρφο τοῦ Βόλου. Ἅρπαξα τὸν καιρό.

— Τί λές, καπετάνιε; Κάνουμε τὴν ἀπόπειρα.

— Ποιά;

— Πᾶμε νὰ κόψουμε τὸ γιούσουρι;

Γέλασε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· γέλασαν καὶ οἱ ἄλλοι· γέλασα τέλος καὶ γώ. Δὲν τολμοῦσα νὰ κάνω τὸ σοβαρό.

— Ρέ, τί λές; μοῦ κάνει· εἶσαι στὰ σύγκαλά σου ἢ νὰ στείλω γιὰ τὸν παπᾶ; Ἀμή!… πῆγαν τόσοι καὶ τόσοι καὶ δὲν ἔκαμαν τίποτα καὶ θὰ κάμουμε μεῖς;

— Γιατὶ ὄχι; Εἴμαστ’ ἀδέξοι ἐμεῖς; Ἔπειτα—ἄκου νὰ σοῦ εἰπῶ—ἐκεῖνοι πῆγαν μὲ τὴν πέτρα. Μιὰ βουτιὰ κι’ ἀπάνου. Τί θὲς νὰ κάμουν μὲ μιὰ βουτιά;

— Μωρέ, κοίτα νὰ βγάλουμε τὸ καρβέλι καὶ ἄφησε τὰ ὄνειρα! Μοῦ λέει τέλος ὁ καπετάνιος.

Δὲν ἀπελπίστηκα. Θὰ τὸν καταφέρω στὸ ὕστερο σκέφτηκα. Καὶ ἀλήθεια ἔδωκα-πῆρα τὸν κατάφερα μιὰ Κυριακὴ ποῦ δὲν ψαρεύαμε.

— Τί λές, πᾶμε; τοῦ κάνω.

— Μωρέ, ποῦ νὰ πᾶμε;

— Γιὰ τὸ γιούσουρι.

— Καὶ ποιὸς θὰ βουτήξῃ;

— Ἐγώ βουτάω· γι’ αὐτὸ ρωτᾶς!

   Πήγαμε τέλος. Κοιτάζω μὲ τὸ γυαλὶ στὸν πάτο· πουθενὰ γιούσουρι! Φέρνω μιὰ βόλτα, δυό, τρεῖς, τίποτα! Ἄρχισα ν’ ἀπελπίζομαι. Μιὰν ἀπελπισία παράξενη. Τόσα χρόνια τὸ ἀνάστενα στὴ φαντασία μου, τὸ ἔβλεπα μπροστά μου, πάλαιβα μαζί του, τὸ νικοῦσα καὶ τόρα νὰ βγαίνουν ὅλα ψέματα! Δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ὑποφέρω. Κάπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, κάπου νὰ τὸ συναντήσω, θὲς κάτω στοὺς βυθούς, θὲς πέρα στὸ ἀκρογιάλι, θὲς ἀπάνω στὰ σύγνεφα! Νὰ τὸ συναντήσω, νὰ μετρηθῶ μαζί του κι’ ἂς μὲ καταλύσῃ. Ἂς κρεμαστοῦν καὶ τὰ δικά μου κόκκαλα ἀπάνω του, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων παλαβῶν. Ὄχι ὅμως νὰ μὴν τὸ γνωρίσω ποτὲ στὴ ζωή μου! Τότε γιατί ἔζησα τόσον καιρό, γιατί ἔγινα εἰκοσάχρονος, γιατί ἔμαθα τὴ θάλασσα, γιατί ἀνασκάλισα τοὺς βυθούς; Μονάχα γιὰ τὸ καρβέλι!

— Τραβᾶτε γιὰ τὸ λιμάνι· τραβᾶτε νὰ πιοῦμε καὶ καμμιά· εἶπε ὁ καπετάνιος βαριεστισμένος. Οἱ γερόντοι λένε κάποτε παραμύθια.

Κρύος ἴδρωτας μὲ πῆρε. Ἄρχισαν νὰ θολώνουν τὰ μάτια μου.

— Στὸ Θεό σου, καπετάνιε, τοῦ λέω· ἔχε ὑπομονή. Νὰ φέρουμε μιὰ βόλτα πάλι.

Οὔτε κεῖνος ὅμως, οὔτε οἱ λαμνοκῶποι μὲ ἄκουαν. Τὸ καΐκι γύρισε κι’ ἔφευγε γιὰ τὸ λιμάνι βαριεστισμένο καὶ κεῖνο. Ἐγὼ κρεμασμένος στὴν κουπαστὴ δὲν ἔπαυα νὰ κοιτάζω ζερβόδεξα, μὲ καρδιοχτύπι μεγάλο, σὰν νὰ ζητοῦσα τῆς μάνας μου τὰ κόκκαλα. Μάταια ὅμως! Τὸ νερὸ πρασινογάλαζο ἔφτανε ὡς κάτω στὸν πάτο καὶ μοῦ ἔδειχνε ξερὰ τὰ φύκια, ὄχτους ἐδῶ ἀπόκρημνους, ἐκεῖ ἀμμόστρωτες ἀπλωσὲς σουφρωμένες, ζεστές, κρεβάτια γιὰ τὶς νεράϊδες μαλακὰ κι’ ἀπάρθενα. Τὸ γιούσουρι ὅμως ὄχι· κανένα σημάδι γιὰ τ’ ὀνειρεμένο μου δεντρί. Ἔλεγα ν’ ἀφήσω τὸ γυαλὶ καὶ νὰ ξαπλωθῶ στὸ κατάστρωμα. Ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ θολὸ σύννεφο ἴσκιωσε μπροστά μου, πίσω ἔμεινε σὰν νὰ διάβηκε φάλαινα.

— Στόπ! φωνάζω· σταθῆτε!

Στάθηκε τὸ καΐκι, γύρισε πίσω στὰ νερά του καὶ εἴδαμε ὅλοι σὰν χιλιόχρονη βελανιδιὰ νὰ κάθεται στὸν πάγκο. Δὲν ἦταν λοιπὸν ψέμα, δὲν ἦταν παραμύθι! Ντύνομαι γοργά, παίρνω τὸ λάζο στὴ ζώση μου, ἕνα τσεκοῦρι στὸ χέρι καὶ βουτῶ κάτω. Μὰ καθὼς σήκωσα τὰ μάτια, σύγκρυο μ’ ἔπιασε. Καλὰ τὸ ἔλεγαν οἱ γέροντές μας. Τί ὁ διπίθαμος Ἀράπης! Τί Γοργόνα καὶ τί Ἄριστος! Τοῦτο εἶνε τὸ θάμασμα! Οἱ ρίζες του μελαψές, λεπιδοντυμένες βύζαιναν τὸ μάρμαρο, ἔμπαιναν στὶς σχισμές, ἀγκάλιαζαν τ’ ἀγκωνάρια, γάτζωναν τὶς ποδιές του, ἕνα σῶμα θαρρεῖς καὶ μιὰ δύναμη. Ἀπάνω ὀρθοκάθεδρος ὁ κορμός, ἀρκουδοντυμένος, μὲ ρόζους ἐδῶ καὶ κεῖ κλειστοὺς στὸ πολυτρίχι μέσα, ὀργιὲς ψήλωνε. Καὶ ἀποκεῖ κλαδιά καὶ ἀντικλάδια μυριόρροζα, καμαρωτὰ κι’ ὁλόϊσα ἔφευγαν περαδῶθε, ψηλὰ καὶ χαμηλά, λὲς κι’ ἔπασχαν ν’ ἀποκλείσουν ὅλον τὸν πλατύχωρο κόρφο μὲ τὸ δίχτυ τους. Ὁλόγυρα τὸ νερὸ διάφανο, σὰν γυάλα τὸ σκέπαζε καὶ τὸ ἔλουζε τροφὴ μαζὶ καὶ ταῖρι, ἀνάσα καὶ κλίνη του. Καὶ κάτω ἀπὸ τὸ μαρμαρένιο βάθρο σκοτεινὴ ἔχασκε ἡ ἄβυσσο, κρύα καὶ ἄπατη.

Ἦβρα τὸ δέντρο στὸν ὕπνο του. Μὰ καὶ στὸν ξύπνο νὰ τὸ ἥβρεσκα ἴδιο ἔκανε. Ἂν ἦταν ν’ ἁρπάξω ἕνα κλαδὶ καὶ νὰ βγῶ ἀπάνω, καλά. Μὰ ἐγὼ ἤθελα νὰ τὸ κόψω σύρριζα. Γιὰ τοῦτο κατέβηκα ἐκεῖ. Ἔκαμα τὸ σταυρό μου, ξάμωσα τὸ τσεκοῦρι καὶ γκόπ! τοῦ κατάφερα τὴν πρώτη. Ξύπνησε Ὄφης. Καὶ ἀρχίζει ἀμέσως ἕνας σίφουνας, ἕνας χτύπος, ἕνα κακό, λὲς καὶ χύθηκαν ὅλα τὰ ρέματα ἀπάνω μου. Τὸ νερὸ χόχλασε, δάρθηκε κλωθογύριστα, σκότος πήδησε ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι’ ἔχασα ὅλα τὰ πάντα. Ἔκατσα χαμηλά, ἁρπάχτηκα σ’ ἕνα ρίζωμα νὰ μὴ μὲ σύρουν. Καὶ εἶδα ἄξαφνα τοὺς ρόζους τοὺς κλειστοὺς νὰ γλαυκοπαίζουν μάτια ἀράπικα καὶ νὰ χύνεται ἀστρίτης ἡ φλόγα ἀπάνω μου. Καὶ στὰ κλαδιὰ τὰ λευκοπράσινα εἶδα νὰ κρέμωνται τὰ σκέλεθρα, πομπὴ καὶ γάνα τῶν παλαβῶν ποῦ τόλμησαν νὰ τὰ βάλουν μαζί του. Στὸ βρούχημά του ἄκουσα κτύπο ξεχωριστό. Καὶ δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ τὰ κόκκαλα ποῦ δέρνονταν μεταξύ τους καὶ τὰ γυμνὰ ποδάρια λάχτιζαν μὲ πεῖσμα τ’ ἄσαρκα μέτωπα, σὰν νὰ τοὺς ἔλεγαν: — Γιατί μᾶς φέρατε δῶ!

Ἀποπάνω μοῦ τσίμπαε ὁ καπετάνιος.

— Ἔλα, τόρα. Ἔλα καὶ δὲ θὰ κάμῃς τίποτα.

Δὲ θὰ κάμω τίποτα! Καὶ γὼ τὸ κατάλαβα. Μὰ καὶ μὲ τί μοῦτρα ν’ ἀνέβω ἀπάνω; Ποῦ τὸ στοιχειὸ τοῦ νησιοῦ μας πλιά; Ποῦ ὁ Ἅη Γεώργης! Ἄ, ὄχι· ἂν δὲν κατέβαινα, καλά· μὰ τόρα πάει! Μόλις ἔπεσε ὁ σίφουνας, σηκώνω τὸ τσεκοῦρι καὶ τοῦ καταφέρνω δεύτερη μὲ ὅλη μου τὴ δύναμι. Πέτρα νὰ χτύπαγα, τὸ λιγότερο θὰ ράγιζε· ἐκεῖνο τίποτα. Οὔτε σκλήθρα δὲν ἄνοιξε. Ἀντὶ νὰ πάῃ μέσα τὸ τσεκοῦρι, ἔφυγε πίσω δύο πιθαμές, τρεῖς, τέσσαρες σὰ νὰ κτυποῦσα σὲ λάστιχο. Πρέπει νὰ τὸ ξερριζώσω· πικροσυλλογίστηκα. Τσιμπάω ἐπάνω·

— Ρίχτε μου τὸ λοστό.

Μοῦ κατεβάζουν τὸ σύνεργο. Ρίχνω πέρα τὸ τσεκοῦρι καὶ ἀδράχνω τὸ λοστό. Ἀρχίζω στὶς ρίζες. Τυραννήθηκα καὶ γὼ δὲν ξέρω πόσο. Ὧρες ἐρχόνταν, ὧρες περνοῦσαν, καὶ γὼ μὲ τὸ λοστὸ στὸ χέρι. Μόνον στεκόμουν κάποτε νὰ πάρω ἀνάσα ἢ καὶ νὰ ρίξω γύρω καμμιὰ ματιά. Μποροῦσε τὸ σκυλόψαρο νὰ ριχτῇ ἀπάνω μου. Τέλος τσιμπάω πάλι:

— Ρίχτε μου τὴ γούμενα.

— Μωρ’ ἔλα πάνω· τσιμπάει ὅ καπετάνιος ἀνυπόμονος. Γιὰ σένα τὴ θὲς τὴ γούμενα; Ἔχουμε καὶ ψιλότερο σχοινί. Ἔλα πάνω· θὰ σοῦ κόψω τὸν ἀέρα!

— Κόβεις τὸν ἀέρα, μὰ σχίζω τὸ λάστιχα τοῦ ἀπαντῶ θυμωμένα. Ἢ ξέχασες πῶς ἔχω τὸ λάζο μαζί μου.

Τὰ χρειάστηκε ὁ καπετὰν Στραπάτσος· μοῦ ἔρριξε τὴ γούμενα. Πιάνω ἀπὸ μακριὰ καὶ θηλυκόνω καλὰ τὸν κορμὸ. Ἔπειτα πηγαίνω στὸ ἄλλο πλευρὸ καὶ ἀρχίζω πάλι μὲ τὸ λοστὸ τὶς ρίζες. Ἐκεῖνο δός του καὶ γλαυκόπαιζε τὰ μάτια σὰν νὰ ἤθελε νὰ μὲ μαγνητίσῃ. Ἐσειόταν καὶ τάραζε σὰν ψάρι· τὰ κλαδιά του, χταποδιοῦ ἀποκλαμοὶ λάγκευαν δῶθε-κεῖθε, κουλουριάζονταν, τίναζαν καταπάνω μου τ’ ἀκροδάχτυλά τους νὰ μὲ συλλάβουν. Μὰ ποῦ νὰ μὲ συλλάβουν! Καὶ ἂν δὲν ἤξερα καθόλου τὰ δολερὰ παιγνίδιά του, κι’ ἂν δὲν εἶχα ἀκούσει τὰ καμώματά του, τὰ σκέλεθρα ποῦ ἔβλεπα σφηνομένα ψηλά, ἦταν ἀρκετὰ νὰ μοῦ δείξουν τὸν κίνδυνο. Σὲ κάθε του ἀνακλάδισμα στρεῖδι κολλοῦσα στὰ πλευρὰ τοῦ μάρμαρου. Πόδα χέρια, μάτια, ὅλα δούλευαν σύγκαιρα. Καὶ ὁ λοστὸς ἀψύς, ξεκόλωνε ἕνα μὲ τὸ ἄλλο τ’ ἀντιρίμματα, τὰ ἔβγαζε ἀπὸ τὰ θαλάμιά τους, τὰ χώριζε ἀπὸ τὴν πέτρα ξεφλουδισμένα πολλὲς φορὲς κι ἄλλες φορὲς μὲ σκλῆθρες ἀπὸ χάλαρα, μὲ φόρτωμα ἀπὸ κοχύλια.

Τέλος κατάλαβα πῶς ἄρχισε νὰ λασκάρη. Ἔχανε τὸ στήριγμά του.

— Ἀπάνω! τσιμπάω.

Μὲ ἀνεβάζουν ἀπάνω. Γδύνομαι, γοργά, παίρνω τὴν πρώτη ἀνάσα. Μπρέ! Πῆρε καὶ σούρπωνε. Ἀντίκρυ τὸ Πήλιο ψήλωνε βαθυγάλαζο σὰν ἀπὸ λουλάκι. Τὰ χωριά του ἄσπριζαν στὶς πλαγιὲς σκόρπια μάρμαρα. Στὸ Βόλο ἄναβαν τὰ φῶτα καὶ ὁ οὐρανὸς ὁλοπόρφυρος ἀπὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα, ἔβγαζε ἕνα-ἕνα τρεμόφεγγα τ’ ἀστέρια του. Μοῦ φάνηκε πῶς ξανάζησα, ὅταν εἶδα μπρός μου γνώριμα πρόσωπα. Ξέχασα μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ γιούσουρι καὶ τοὺς κόπους μου, καὶ τὴ δόξα μου ἀκόμη.

— Τί ἀπόκαμες; ρωτάει ὁ καπετὰν Στραπάτσος.

— Τόρα θὰ ἰδῇς τοῦ λέω πηδῶντας ἀπάνω. Ἔλα, παιδιά! τὰ κουπιά σας. Τὸ δέντρο θὰ τὸ σύρουμε στὸ νησὶ ἀπόψε.

— Μωρέ, τί λές! Δὲν ἔπαθες τίποτα; Δὲ σ’ ἄγγιξε τὸ στοιχειό!

Καὶ ρίχνονται ὅλοι ἀπάνω μου, μὲ ψηλαφοῦν, σφίγγουν τὰ κρέατά μου, κινοῦν τὰ μπράτσα μου καὶ ἀκόμη δὲν πιστεύουν πῶς εἶμαι γερός.

— Μὰ τραβᾶτε, παιδιά, λέω· τὸ δέντρο κόπηκε.

Ρίχνονται στὰ κουπιά· τραβοῦν μὲ δύναμη. Ναί! Ἀντὶ νὰ σύρῃ μπροστά, πίσω πήγαινε τὸ καΐκι μας.

— Μωρέ, μᾶς γελᾷς· λέει ὁ καπετάνιος ἀγαναχτισμένος. Τί μολογᾷς πῶς ἔκοψες τὸ γιούσουρι;

— Μὰ τὸν Ἅη Νικόλα, τὄκοψα· τοῦ κάνω· τράβα! Τ’ ἤθελες νὰ τ’ ἀποκόψω γιὰ νὰ μὲ πλακώσῃ ἀπὸ κάτω. Δυὸ τραβήματα θέλει καὶ θάρθῃ μὲ τὶς ρίζες του.

Ἀρχίζουμε πάλι τὸ τράβημα. Κάπου μιὰ ὥρα ἔτσι παιδευτήκαμε. Ἄκουες τοὺς σκαρμοὺς κι’ ἐτριζωβόλουν. Πεῖσμα ἔπιασε τοὺς ναῦτες καὶ ἀντρειεύονταν σὰν ξωτικά. Ὁ καπετὰν Στραπάτσος, ξετρελλαμένος ἀπὸ χαρὰ καὶ περηφάνεια, ψυχὴ ἔδινε σὲ ὅλους μὲ τὶς φωνές του:

— Ὠ-ώ!… Ὠ-ώ!… Γειά σας, παλληκάρια!… Ἴσα, λιοντάρια μου!… Ντροπή μας! Μωρέ, ἴσα τίγριδες!…

Καὶ τὰ παλληκάρια, τὰ λιοντάρια, οἱ τίγριδες ἔχωναν βαθειὰ τὸ κουπὶ καὶ τὸ ἔπαιρναν πίσω μὲ τόση δύναμη, ποῦ ἔλεγες τόρα θὰ γίνῃ σύψαλα. Τέλος βαθὺ μούγγρισμα ἀντήχησε κι’ ἡ θάλασσα σήκωσε τρανὸ κῦμα καταπάνω μας. Τὸ καΐκι πέταξε γοργόφτερο ἐμπρός. Ἀμέσως μέγα κῆτος φάνηκε νὰ πιάνῃ ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὸν κόρφο. Ἦταν τὸ γιούσουρι.

— Νὰ ἰδῶ! καὶ γὼ νὰ ἰδῶ!…

Τρέχουν ὅλοι στὴν πρύμη νὰ γνωρίσουν τὸ στοιχειό. Τὸ βλέπουν καὶ σταυροκοποῦνται φοβισμένοι.

— Ἐμπρός! λέω στὸν καπετὰν Στραπάτσο. Νὰ τὸ βγάλουμε ὄξω τόρα ποῦ νύχτωσε, πρὶν τὸ νιώσουν καὶ μᾶς τὸ πάρουν οἱ Τοῦρκοι.

Μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὸν κόρφο Γοργόνα ὀργισμένη μᾶς ἀπάντησε ἡ Νοτιά. Ὁ οὐρανὸς ἔσβυσε τ’ ἀστέρια του, ἔκρυψε τὸ σύνορά του. Ἅδης τὸ σκότος ἁπλώθηκε ἀπάνω μας. Τὸ κῦμα ψήλωνε βουνό, ἀνέμιζε φωσφορούχους τοὺς ἀφροὺς κι’ ἔχυνε φῶς κατάσπρο, θαμπὸ καὶ ἄχαρο περίγυρα. Τί ἄλογα καὶ τί ἄτια! Τί φῶκες καὶ τί φάλαινες! κλωθογύριζαν κοπαδιαστά, βρουχιῶνταν καὶ ἀλάλαζαν στὸ σύσκοτο ἐκεῖνο χάος. Ν’ ἀνησυχῶ ἄρχισα. Δὲν ἦταν θάλασσα ἐκείνη· ἦταν θυμὸς καὶ σεῖσμο, κατάρα καὶ χολή, φαρμάκι τῆς ἄβυσσος.

Ὅμως τίποτα. Τὸ γιούσουρι σφιχτοδεμένο ἀκολουθοῦσε τ’ ἀπονέρια, ποῦ ἔστρωνε ἡ πρύμη τῆς σκάφης μας. Τὸ ἄκουα νὰ δέρνεται κάποτε καὶ νὰ ρουχνίζῃ, σὰν ζωντανὸ ποῦ παίρνει ἀνήφορο. Ντροπὴ τὸ εἶχε πῶς νικήθη καὶ πάσχιζε μὲ κάθε τρόπο ν’ ἀπαλλαγῇ. Μὰ ποῖος τὸ ἄφινε; Μέσα στὸ ἄγριο πέλαγο μιὰ ξεχώριζα ταρναριστὴ φωνή, τὴ φωνὴ τοῦ διαλαλητή· ἕνα γνώριζα αἴσθημα, τὸ θάμασμα τῶν γερόντων μας. Ἕναν πόθο, τὴν εὐχὴ τῶν κοριτσῶν:

— Νά λεβεντονιὸς γιὰ νὰ γίνῃ ἄντρας μας!

Μὲ τὸ χάραμα εἶδα κατάπλωρα συγνεφοσκεσπασμένο τὸ νησί μας. Τρία μίλια θέλαμε ἀκόμη. Μὰ τρία γερά. Τὰ μπράτσα λύθηκαν ὅλη νύχτα ἐπάνω στὸ κουπί. Τὰ πρόσωπα σούρωσαν· τὰ μάτια θόλωσαν. Ζάρες ἔκαμε τὸ μέτωπο· ἄσπρισαν τὰ κατάμαυρα μαλλιά, σὰν νὰ κύλισαν στογὸς τὰ χρόνια ἐπάνω μας. Ὁ καπετάνιος ξαπλωμένος τ’ ἀνάσκελα στὸν πάγκο ἔμοιαζε πτῶμα. Οἱ λαμνοκῶποι ἀμίλητοι κινοῦσαν ράθυμα τὰ κουπιά, σὰν μηχανὲς ποῦ κάνουν ἀναίσθητα τὸ ἔργο τους. Μόνος ἐγὼ ἐξακολουθοῦσα νὰ λάμνω σωστά. Ἦρθε μάλιστα πολλὲς φορὲς ποῦ τοὺς πῆρα. Μὰ τί νὰ κάμω καὶ γώ; Περισσότερος ἦταν ὁ πόθος παρὰ ἡ δύναμή μου. Τὸ κῦμα ἐπίμενε νὰ ψηλώνῃ ἀκόμα, νὰ λιχνίζῃ καὶ νὰ μᾶς βρέχῃ καὶ νὰ μᾶς κλυδωνίζῃ φοβερά.

Τέλος ρόδισε ἡ ἀνατολή, φάνηκε ὁ ἥλιος. Φάνηκαν βουρκωμένες οἱ στεριές, θολὸ τὸ πέλαγο, φιλόξενο τὸ νησί μας ἀντίκρυ.

— Ἄλα, παιδιά, καὶ φτάσαμε! φώναξα.

Καὶ πηδῶ στὴν πλώρη ν’ ἀγναντέψω καλὰ τὸ λιμάνι, νὰ ἰδῶ τὴν ἀμμουδιὰ ποῦ θά τὸ ρίξω θρασίμι. Τὸ καΐκι πέταξε μέσα, δυὸ χάλαρα πήδησε, ἄρραξε ἀπάνω στὸν ἄμμο. Τρέχω στὴν πρύμη καὶ ἀδράζω τὴ γούμενα. Ὠϊμέ! Σχοινὶ κομματιασμένο κρατῶ μόνον στὰ χέρια μου!

Τί ἔγινε τὸ ἄκαρπο δεντρί; Κάτω βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου, ἀπάνω στὸ θεόχτιστο πάγκο του, μὲ τὶς λεπιδωτὲς ρίζες, ἀρκουδοντυμένο τὸν κορμό, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια του περαδῶθε, λὲς καὶ πάσχει νὰ κλείσῃ ὅλα στὸ δίχτυ του. Ἀκόμη τὸ παραδίνουν γενιὰ σὲ γενιὰ οἱ ναῦτες καὶ πάει ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, ἀπὸ παιδὶ σ’ ἀγκόνι πάντα μεγάλο, θαμαστὸ πάντα, σκληρὸ σὰν σίδερο, δυνατὸ σὰν λέοντας, ψυχωμένο καὶ ἀθάνατο σὰν στοιχειό.

Καὶ γὼ Γιάννος ὁ Γκάμαρος, νέος Ἅη Γιώργης τοῦ νησιοῦ, ἑβδομηντάρης κι’ ἑτοιμόρροπος τόρα, δὲ θαλασσοδέρνομαι παρὰ γιὰ τὸ καρβέλι!

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ:

https://www.youtube.com/watch?v=cyCB2GpRhe8


2.9.26

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ (6 Σεπτεμβρίου) από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου

 

Το εν Χώναις Θαύμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ (6 Σεπτεμβρίου)

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου



  Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ: Ο Eυαγγελιστής Iωάννης ο Θεολόγος, κηρύσσωντας το Eυαγγέλιο στα μέρη της Μικράς Ασίας, προφητικά είπε, ότι μετά από λίγο καιρόν στην περιοχή θα γινόταν μια νέα επισκοπή, αυτή των Κολασσών, εξαιτίας της ξεχωριστής πρόνοιας του Αρχαγγέλου Mιχαήλ. Λίγα έτη μετά η περιοχή για την οποία προφήτευσε ο Ιωάννης, ανέβλυσε νερόν αγιάσματος μέσου της δύναμης του Aρχαγγέλου, το οποίο μάλιστα γιάτρευε κάθε ασθένεια. Ένας Xριστιανός, ευεργετηθείς υπό του Aρχαγγέλου, με το να γιατρευτεί η κόρη του από το αγίασμα αυτό, έκτισε εκεί ένα Nαόν εις το όνομα του Aρχιστρατήγου.

Ο ΆΡΧΙΠΠΟΣ: Ενενήντα χρόνια αργότερα, πήγε στον Nαό του Aρχαγγέλου ένας θεοφιλής και ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος, καταγόμενος από την Iεράπολη της Φρυγίας. Αυτός εξαιτίας της αγάπης, που είχε στον Aρχιστράτηγο Mιχαήλ, έγινε υπηρέτης του Nαού του, περνώντας ζωή εγκρατή και ασκητική. Μάλιστα, χάριν της οσιότητός του αξιώθηκε και χαρισμάτων από το Θεό. Για αυτή την αιτία τα πλήθη των ειδωλολατρών τον κατέτρεχαν, μάλιστα μία φορά τον άρπαξαν από τα μαλλιά, και τον έδειραν με ραβδιά σ' όλο του το σώμα. Aλλά και εναντίον του νερού του αγιάσματος όρμησαν, θέλοντας να το εξαφανίσουν. Aλλά με τη δύναμη του Aρχαγγέλου, άλλων ειδωλολατρών τα χέρια πιάνονταν και δεν μπορούσαν να κινηθούν, άλλους φλόγα πυρός εμφανιζόταν μπροστά τους και τους τρομοκρατούσε.

  ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΜΑΧΩΝ: Μη μπορώντας να κατορθώσουν τον σκοπό τους, σκέφτηκαν να γυρίσουν με αυλάκια τον ποταμό, που εκεί κοντά έτρεχε, για να ορμήσει κατ’ ευθείαν στο Nαό και να πνίξει τον Άρχιππον και τον εκεί προσμένοντα λαό, καθώς και να εξουδετερώσει την ιαματική δύναμη του αγιάσματος, με το να σμίξει με αυτό ο ποταμός. Tέτοια μελετούσαν οι λάτρεις των αψύχων ειδώλων. Aλλ’ ο ποταμός, σαν να ήταν έμψυχος, γύρισε προς το άλλο μέρος, και και τα σχέδια των απίστων ναυάγησαν στα θολά νερά του ποταμού. Τότε οι ασεβείς, χωρίς να έχουν αντιληφθεί τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, σκέφτηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς, που διέτρεχαν εκείνον τον τόπο, και έτσι να καταστρέψουν, πλημμυρίζοντας την περιοχή, ό,τι είχε σχέση με την πίστη των Χριστιανών. Βοηθούσε τα σχέδια τους και το γεγονός ότι ο ναός ήταν κτισμένος σε κατηφορικό τόπο. Έτσι έσκαψαν ένα χαντάκι βαθύ και γύρισαν τους δύο ποταμούς σ' αυτό, και αφήσαν να ορμήσουν κατά του Nαού του Aρχαγγέλου. Τότε ο Άρχιππος κατάλαβε το σχέδιο των ασεβών, και γι' αυτό παρακαλούσε θερμά τον Aρχάγγελο.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ: Ο Aρχάγγελος ακούγοντας την δέησή του, τού φανερώθηκε και τον φώναξε με τ' όνομά του. O Άρχιππος έκπληκτος, βγήκε από τον Nαό, και έπεσε γονατίζοντας στη γη. O Mιχαήλ του είπε να σηκωθεί και τον κάλεσε να δει τη δύναμη του Θεού. Kαι αμέσως, όπου σημείωσε τον τύπο του Σταυρού ο Aρχάγγελος, οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος ακίνητοι. Έπειτα χάραξε το σημείο του Σταυρού πάνω σε μία ψηλή πέτρα, που ήταν κοντά στον Nαό, και αμέσως έγινε μία βροντή φοβερή. Kαι η γη, σείστηκε τρομερά, ενώ η πέτρα σκίστηκε. O Aρχάγγελος πάλι σημείωσε τον τύπο του Σταυρού, και είπε: “ας συντριβεί η δύναμη του Διαβόλου· ας πλημμυρήσει από δω κάθε κακών ελευθερία σε εκείνους, που πλησιάζουν με πίστη”. Έπειτα με μεγάλην και λαμπρή φωνή πρόσταξε τους ποταμούς λέγοντας: “στη χώνη αυτή χωνευθείτε ποτάμια”. Έτσι από τότε και έως σήμερα χωνεύεται και χάνεται εκεί το νερό με παράδοξο τρόπο. Γι' αυτό ο τόπος ονομάστηκε Xώνες, εις δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού, και εις έπαινο και τιμή του πανενδόξου και θερμού αντιλήπτορα των πιστών, Mιχαήλ.

Ώφθης Μιχαὴλ Νώε σω ναώ νέος,
Χώνη ποταμών τὸν κατακλυσμὸν λύων.
Ρουν Μιχαὴλ ποταμών χώνευσε, Νόων αγός, έκτη.




Οι δύο Άγιοι Αρχιεπίσκοποι Λαρίσης με το όνομα Βησσαρίων 15/9/1525 +ΒΙΝΤΕΟ από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Οι δύο Άγιοι Αρχιεπίσκοποι Λαρίσης με το όνομα

 Βησσαρίων 15/9/1525

+ΒΙΝΤΕΟ

από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου


  Α.Ο Άγιος Βησσαρίων Α΄ ο Ηγιασμένος, Αρχιεπ. Λαρίσης (15/9/1525)

Μέχρι το 1920 αρχιεπίσκοπος Λαρίσης με το όνομα Βησσαρίων θεωρούνταν μόνον ένας. Τη χρονιά εκείνη αποκαλύφθηκε μια τοιχογραφία στον Ι. Ναό των Αγίων Αναργύρων Τρικάλων, στην οποία εικονίζονται επτά Άγιοι αρχιεπίσκοποι Λαρίσης. Τέταρτος στη σειρά των Αγίων αυτών εικονίζεται ονοματιζόμενος ο “Άγιος Βησσαρίων (Α΄) ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Λαρίσης (ο Ηγιασμένος)” και έβδομος ο “Άγιος Βησσαρίων ο του Σωτήρος Αρχιεπίσκοπος Λαρίσης1”. Από αυτό, και από διάφορες άλλες πηγές, διαπιστώθηκε ότι οι δύο Αρχιεπίσκοποι Λαρίσης με το όνομα Βησσαρίων ενθρονίστηκαν με διαφορά δύο περίπου δεκαετιών, έχοντας έδρα της ποιμαντορίας τους τα Τρίκαλα. Για τον Βησσαρίωνα τον Α΄ οι ιστορικές πηγές μας πληροφορούν ότι διετέλεσε προηγουμένως επίσκοπος Δημητριάδος.

Σκεύος αρετών υπάρξας Βησσαρίων, ένθεν Λαρίσης

σοφός ποιμήν εγένου.”


Β.Ο Άγιος Βησσαρίων Β΄ ο του Σωτήρος, Αρχιεπ. Λαρίσης (15/9/1541;)

   

   Πατρίδα του Αγίου υπήρξε ο οικισμός της Μεγάλης Πόρτας (Μεγάλες Πύλες) στα όρια της σημερινής Πύλης των Τρικάλων. Οι γονείς του, που ήταν ευσεβείς Χριστιανοί, ανέθρεψαν το γιο τους “εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου”. Από την πρώτη παιδική ηλικία ο μικρός Βησσαρίων μάθαινε τα ιερά γράμματα (κοινά) από δασκάλους-ιερωμένους της ιδιαίτερής του πατρίδας. Από την ηλικία των 10-12 ετών είχε αποβάλλει από την καρδιά του κάθε ενδιαφέρον για πλούτο, δόξα, γάμο, κ. α. Θέλησε μάλιστα από πολύ μικρός να ακολουθήσει τον αγγελικό βίο των μοναχών. Έτσι αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν τα βιβλία των βίων των Αγίων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Ενώ ήταν ακόμα νέος, εγκατέλειψε το πατρικό σπίτι του και προσκολλήθηκε στον Άγιο Μητροπολίτη Λάρισας Μάρκο2 στα Τρίκαλα. Από τότε έμενε στο Γέροντα αυτό για πολλά έτη τηρώντας μεγάλη υπακοή και τέλεια υποταγή. Όταν, μετά από μερικά έτη, χήρεψε η θέση της Επισκοπής Ελασσόνας και Δομενίκου, ο Μητροπολίτης Λαρίσης μαζί με το σύνολο των επισκόπων της Θεσσαλίας ψήφισαν τον Βησσαρίωνα επίσκοπό της. Όμως εκεί δεν έγινε δεκτός και σε λίγα χρόνια αναγκαστήκαμε να αποχωρήσει. Οι δύο λόγοι που δεν έγινε δεκτός ο Άγιος ήταν πρώτα ο φθόνος κάποιων Χριστιανών προς το πρόσωπό του και έπειτα η απαίτηση των κατοίκων της Ελασσόνας να μην υποτάσσεται η επισκοπή τους στη Μητρόπολη Λαρίσης αλλά απευθείας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έτσι ο πατριάρχης της Κων/λης Θεόληπτος (1513-22), τοποθέτησε αντί του Αγίου κάποιον Νεόφυτο (1516-38). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι έκτοτε ο επίσκοπος της Ελασσόνας οριζόταν πάντα από τον Οικουμ. Πατριάρχη μέχρι και την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Άγιος Βησσαρίων, χωρίς να λυπηθεί για την έξωσή του από τον επισκοπικό θρόνο, επέστρεψε στα Τρίκαλα κοντά στον πνευματικό του πατέρα. Συνέχισε μάλιστα να υπηρετεί σαν ο ταπεινότερος των δούλων με ευλάβεια και τον Γέροντά του και τους φτωχούς ή ξένους που προσέτρεχαν για βοήθεια στη Μητρόπολη. Γύρω στο 1520 εκοιμήθη ο επίσκοπος Σταγών Νικάνωρ και ο λαός της Επισκοπής ζήτησε τον Άγιο Βησσαρίωνα για τη διαποίμανσή του. Στους Σταγούς (Καλαμπάκα) λοιπόν ο Άγιος διετέλεσε επίσκοπος, επιτροπικά, για έξι έτη. Όταν ο πνευματικός του πατέρας, μητροπ. Μάρκος, αναχώρησε για τις “άνω μονές”, ο Βησσαρίων τοποθετήθηκε μητροπολίτης Λαρίσης με απόφαση του Πατριάρχη Ιερεμία Α΄(1522-46). Ο βίος του Αγίου μητροπ. Λαρίσης Βησσαρίωνα ήταν από και πέρα οσιακός. Ήταν η “φιλότεκνος μήτηρ ομού και φιλόστοργος, αγκαλιζόμενη όλους, τρέφουσα όλους, προνοούσα δι΄ όλους3 ...”. Εκτός από το πνευματικό του έργο, ο Άγιος έγινε γνωστός για τα έργα κοινής ωφέλειας που με μέριμνά του έγιναν σε πολλές περιοχές της επαρχίας του. Φημισμένα είναι τα γεφύρια, που με δαπάνες και φροντίδες του κατασκευάστηκαν, τα οποία έζωναν τις όχθες των ορμητικών ποταμών της Δυτ. Θεσσαλίας. Σημαντικότερο, αλλά και δυσκολότερο στην κατασκευή του, γεφύρι, ήταν αυτό του Κοράκου στον Ασπροπόταμο (Αχελώο). Μερικά από τα γεφύρια του Αγίου σώζονται ως τις μέρες μας, όπως για παράδειγμα της Πόρτας-Παναγιάς στον Πορταΐτικο ποταμό. Ο Άγιος είχε την άριστη συνήθεια να μην χειροτονεί επισκόπους της Μητροπόλεώς του τυχαίους ανθρώπους, αλλά τους άξιους και τους ικανούς, τους ανεπίληπτους, τους μιμητές του Χριστού, τους νηφάλιους, τους αφιλάργυρους, τους ειρηνικούς. Λίγα έτη πριν την κοίμησή του οικοδόμησε Ναό στο όνομα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος καθώς και Ι. Μονή δίπλα στο Ναό αυτό, σε συνεργασία με τον τότε επίσκοπο Καπούης και Φαναρίου Ιγνάτιο. Τέλος, έγραψε τη διαθήκη του, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι κανόνες της μοναχικής ζωής για τους ασκητές που άρχισαν να εγκαταβιούν στην Ι. Μ. της Μεταμορφώσεως ή Δουσίκου, όπως λεγόταν αλλιώς. Νιώθοντας ότι το τέλος της επίγειάς του ζωής πλησίαζε, λόγω μιας χρόνιας αρρώστιας που τον ταλαιπωρούσε, προσκάλεσε τους αρχιερείς των Επισκοπών του και όλους τους μοναχούς τους οποίους νουθέτησε για τελευταία φορά και, αφού τους χαιρέτισε ασπαζόμενος έναν προς έναν, εκοιμήθη ειρηνικά την 15η Σεπτεμβρίου του 1541. Το σκήνωμα του Αγίου ενταφιάστηκε στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μια ώρα μακρύτερα από τη Μονή. Πλήθος θαυμάτων αποδίδονται στον Άγιο Βησσαρίωνα. Εκτενείς αναφορές μπορούμε να δούμε στον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκδ. Μτθ. Λαγγή, στον Θ΄ τόμο και τις σελίδες 178-390.

Χαίροις Βησσαρίων Πάτερ σοφέ, Πρόεδρε Λαρίσης και Οσίων ο μιμητής. Χαίροις Βησσαρίων συνώνυμε του πρώτου,

ποιμένες Λαρισαίων, αξιοθαύμαστοι.”

Ο των Λαρισαίων μέγας ποιμήν, και των μοναζόντων ο προστάτης και οδηγός, Βησσαρίων πάτερ, Παμμάκαρ Ιεράρχα, ημών των σε τιμώντων,

αεί μνημόνευε.”

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ: 



1. Μτθ. Λαγγής, ό. π., τ. Θ΄,σ.354, σημ. 1.

2. Σύμφωνα με το Συναξαριστή μητροπολίτης ήταν τότε ο Βησσαρίων Α΄ .

3. Μτθ. Λαγγής, ό. π., τ. Θ΄, σ. 371.

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα 24.9

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου


   

Παναγία η Μυρτιδιώτισσα είναι η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου που βρέθηκε στα Κύθηρα τον 14ο αιώνα. Ας δούμε το θαυμαστό τρόπο εύρεσης της και το λόγο του Προσωνυμίου της [Μυρτιδιώτισσα].  
  Στις 24 Σεπτεμβρίου (40 ακριβώς ημέρες μετά την Κοίμησή της), εξακόσια τόσα χρόνια πίσω στο παρελθόν, εμφανίστηκε η Παναγία σε κάποιον ευλαβή βοσκό και του είπε να ψάξει για την εικόνα, που είχε έρθει σε εκείνο το μέρος πολλά χρόνια πριν. Ο βοσκός έμφοβος και περιδεής έπεσε στο έδαφος προσευχόμενος προς τη Θεοτόκο. Μόλις σηκώθηκε και γύρισε, είδε την εικόνα μπλεγμένη σε κλαδιά μίας μυρτιάς. Κλαίγοντας από χαρά, έφερε την εικόνα σπίτι του και είπε σε όλους τους φίλους και συγγενείς την ιστορία της ανεύρεσης της εικόνας. Όταν όμως ξύπνησε την επόμενη ημέρα, η εικόνα έλειπε και φοβήθηκε μήπως είχε κλαπεί. Με βαριά καρδιά γύρισε με τα πρόβατά του στον τόπο της ανεύρεσης, αλλά εκεί είδε πάλι την εικόνα, στα ίδια κλαδιά της μυρτιάς, όπως και την προηγούμενη μέρα. Δοξάζοντας τον Θεό την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά τη νύχτα η εικόνα εξαφανίστηκε ξανά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβη και τρίτη φορά, ο βοσκός κατάλαβε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί όπου είχε βρεθεί πρώτα. Λίγο αργότερα, μία μικρή εκκλησία κτίστηκε εκεί όπου βρέθηκε η εικόνα και ονομάστηκε Μυρτιδιώτισσα. Ο ναός επεκτάθηκε με την πάροδο των ετώνκαι πολλά θαύματα συνέβησαν και ακόμη συμβαίνουν εκεί.   

   

   Στο τέλος του 16ου αιώνα, ο Θεόδωρος Κουμπριανός, ένας απόγονος του βοσκού που βρήκε την εικόνα, ζούσε στο χωριό Κουσουμάρι. Ήταν παράλυτος, αλλά πίστευε ακράδαντα ότι η Μητέρα του Θεού θα τον θεράπευε. Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, έστελνε ένα μέλος της οικογένειάς του να ανάψει ένα κερί στην Χάρη της γι' αυτόν. Μία χρονιά ζήτησε να πάνε τον ίδιο μέχρι την Χάρη της, για να την προσκυνήσει ο ίδιος. Κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας, ακούστηκε έντονος θόρυβος από την κατεύθυνση της θάλασσας. Το εκκλησίασμα έτρεξε να φύγει, πιστεύοντας ότι επιτίθονταν πειρατές. Ο παράλυτος ζήτησε την βοήθεια της Παναγίας και έξαφνα άκουσε μία φωνή από την εικόνα να του λέει να σηκωθεί και να τρέξει να σωθεί. Σηκώθηκε, περπάτησε· σύντομα άρχισε να τρέχει και πρόφτασε τους συγγενείς του, που καταχάρηκαν βλέποντας το θαύμα. Τότε όλοι κατάλαβαν ότι ο θόρυβος δεν προερχόταν από επιδρομή πειρατών, αλλά ότι ήταν σημείο της Θείας Πρόνοιας, ώστε ο παράλυτος να μείνει μόνος του στην εκκλησία με την εικόνα. Από τότε η οικογένεια του Κουμπριανού εόρταζε την ημέρα της γιορτής της Μυρτιδιώτισσας με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε ανάμνηση του θαύματος. Αλλά και πολλά άλλα θαύματα αποδίδονται στην εικόνα, όπως η προστασία του νησιού από επιδημία πανώλης, η λύση της στειρότητας μίας Εβραίας από την Αλεξάνδρεια και η σωτηρία πολλών ανθρώπων από βέβαιο θάνατο.

   

  Σήμερα, η ανεύρεση της εικόνας εορτάζεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Την ίδια ημέρα εορτάζουν και όσες φέρουν το όνομα Μυρτώ ή Μυρσίνη. Στα Κύθηρα, στις 24 Σεπτεμβρίου γίνεται πανηγυρικός εορτασμός στην Ιερά Μονή Μυρτιδίων, όπου φυλάσσεται η εικόνα με παρουσία πλήθους κόσμου από τα Κύθηρα, αλλά και από Τσιριγώτες της Διασποράς.



Η ολόχρυση επένδυση της εικόνας: Οι φτωχοί κάτοικοι των Κυθήρων αγαπούσαν τόσο πολύ την εικόνα, που μάζεψαν χρήματα και ανέθεσαν στον χρυσοχόο Νικόλαο Σπιθάκη από την Κρήτη να φιλοτεχνήσει μία χρυσή επένδυση για την εικόνα, στην οποία και τοποθετήθηκε το 1837. Η εν λόγω επένδυση είναι μοναδικής καλλιτεχνική ομορφιάς και αξίας. Πάνω της απεικονίζονται τρία θαύματα: το πρώτο είναι αυτό της εύρεσης της εικόνας από τον Βοσκό, το δεύτερο είναι η θεραπεία ενός παράλυτου και το τρίτο είναι η διάσωση του Φρουρίου του νησιού από μία μεγάλη καταιγίδα με πολλούς κεραυνούς. Το συμβάν αυτό έλαβε χώρα το 1829. Αυτό όμως που είναι πραγματικά μοναδικό όσον αφορά την εν λόγω επένδυση, είναι ένα κόσμημα με το σχήμα της ημισελήνου, το οποίο συνοδεύεται από την επιγραφή ««Εις αιωνίαν ανάμνησιν του τελεσθέντος θαύματος της λύσεως της ανομβρίας».

   Ο Μουσουλμάνος και το θαύμα της λύσης της ανομβρίας: Λέγεται ότι κάποτε κατά την Τουρκοκρατία στο νησί επικρατούσε μεγάλη ανομβρία και ξηρασία, κάτι που φυσικά δημιουργούσε μεγάλη ανησυχία στους κατοίκους του. Μια μέρα κατά την διάρκεια αυτής της ανομβρίας, ένας πλούσιος Μουσουλμάνος ευγενής με έδρα την Κρήτη έτυχε να βρίσκεται στο νησί και είδε μεγάλη κινητικότητα έξω από τον Καθεδρικό ναό σου νησιού. Όταν ρώτησε να μάθει τι γίνεται, του απάντησαν ότι έχουν φέρει την εικόνα της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας από την εκκλησίτσα της για να κάνουν λιτανεία ώστε να πέσει βροχή και να σωθεί το νησί από την λειψυδρία. Όταν το άκουσε αυτό ο Μουσουλμάνος παρατήρησε τον καταγάλανο ουρανό και τον ήλιο που έκαιγε κι έβαλε τα γέλια λέγοντας πως αν πέσει έστω και μια σταγόνα βροχής, θα έκανε δώρο στην εικόνα της Παναγίας το πανάκριβο κόσμημα του, το οποίο είχε τη μορφή της ημισελήνου. Μετά την λιτανεία «άνοιξαν οι ουρανοί» στο νησί και ξέσπασε μία πολύ ισχυρή βροχή. Ο Μουσουλμάνος έμεινε έκπληκτος και τίμησε την υπόσχεση του. Το κόσμημα που δώρισε παραμένει μέχρι και σήμερα στην εικόνα αφού έγινε μέρος της χρυσής επένδυσης της.

Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς συνέβη αυτή η ιστορία, ωστόσο μπορούμε να συμπεράνουμε ότι συνέβη πριν το 1837 που ολοκληρώθηκε η δημιουργία της χρυσής επένδυσης της εικόνας.



1.9.26

Ο Άγιος Ευστάθιος1 ο Μεγαλομάρτυς (20.9) και η συνοδεία του + ΒΙΝΤΕΟ Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ευστάθιος1 ο Μεγαλομάρτυς (20.9) και η συνοδεία του + ΒΙΝΤΕΟ

Κων/νος Οικονόμου



   

  Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΠΛΑΚΙΔΑΣ: Η ιστορία του Αγίου Ευσταθίου, είναι από τις πιο περίφημες της χριστιανικής φιλολογίας, ελληνικής, λατινικής και μεσαιωνικής γαλλικής. Κατά την ιστορία αυτή, ο στρατηγός Πλακίδας, ενώ κυνηγούσε, είδε ένα ελάφι που μεταξύ των κεράτων του έφερε το Σταυρό, ενώ μια υπερκόσμια φωνή, του Ίδιου του Κυρίου, καλούσε το στρατηγό να γίνει Χριστιανός. Εν συνεχεία ο Πλακίδας και η οικογένειά του βαπτίσθηκαν Χριστιανοί. Λουσμένος με τη χάρη του Θεού πλέον ο Ευστάθιος έτρεξε ξανά προς το σημείο όπου είχε δει το όραμα. Εκεί, γονάτισε ευχαριστώντας τον Θεό. Άκουσε τότε πάλι την γνώριμη φωνή: “Ευτυχής είσαι Ευστάθιε, διότι δέχθηκες το σωτήριο Βάπτισμα. Να ξέρεις όμως ότι ο διάβολος θα σου κηρύξει πόλεμο. Θα πάθεις όσα ο Ιώβ, όμως θα νικήσεις τον διάβολο. Αγωνίσου με ανδρεία. Η χάρη μου θα συνοδεύει εσένα και την συντροφιά σου και θα φυλάξει τις ψυχές σας”.

   ΙΩΒΙΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ: Ο φθονερός Σατανάς άρχισε το “έργο” του. Χολέρα έπεσε στο μέρος εκείνο και δούλοι και συγγενείς του πέθαναν, ενώ το θανατικό εξαπλώθηκε και στα ζωντανά του. Εκείνος, εμψυχώνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά του, τους οδήγησε στην εξοχή. Στη διάρκεια της απουσίας τους, όμως, κλέφτες ρήμαξαν το σπίτι τους. Έτσι από πλούσιοι έμειναν φτωχοί και αξιολύπητοι! Έπειτα η οικογένεια κατευθύνθηκε με πλοίο στην Αίγυπτο. Ο πλοίαρχος όμως, με πρόσχημα την αξία των ναύλων, κατέβασε βιαίως αυτόν και τα παιδιά του στο πρώτο λιμάνι, κρατώντας τη σύζυγό του, Θεοπίστη. Τότε η οικογένεια έκλαψε γοερά για τον φοβερό χωρισμό. Στην άγνωστη χώρα, θηριά άρπαξαν τα δυο του παιδιά (Αγάπιος και Θεόπιστος). Ο Ευστάθιος κλαίγοντας, αλλά με θέρμη προσευχήθηκε στον Κύριο λέγοντάς: “Κύριε, δός μου θάρρος και υπομονή, μη με εγκαταλείψεις. Βοήθησέ να ξαναβρώ την οικογένειά μου”. Περπατώντας μέρες ολόκληρες, νηστικός, άυπνος έφθασε στην πόλη Βάδησσο. Εκεί ο Άγιος εργαζόταν για να βγάζει το ψωμί του. Στο μεταξύ τα δυο του παιδιά είχαν απελευθερωθεί απ' τα δόντια των θηρίων από κάποιους βοσκούς της περιοχής το ένα, και από απλούς αγρότες το άλλο. Αλλά και η γυναίκα του Αγίου γλύτωσε από την ατίμωση, διότι ο πλοίαρχος αρρώστησε βαριά την μέρα πού κατέβασαν τον άγιο και τα παιδιά από το καράβι και έτσι δεν έθιξε τη Θεοπίστη. Όταν μάλιστα εκείνος επέστρεψε στην Πατρίδα του πέθανε. Ο Αυτοκράτορας Τραϊανός, χρόνια αργότερα, έδωσε εντολή να βρουν τον Πλακίδα για να είναι επικεφαλής στον πόλεμο κατά απειλητικών βαρβάρων, πράγμα που έγινε. Ο άγιος έδωσε διαταγή να στρατολογηθούν και νέοι στρατιώτες. Ανάμεσά τους ήταν και οι δύο γιοι του. Ο Άγιος σημείωσε μεγάλες επιτυχίες στην εκστρατεία του εκείνη. Μάλιστα περνώντας τον ποταμό Χρύσπη, έφθασε στην πόλη, πού ζούσε η Θεοπίστη. Έστησε, κατά θεία συγκυρία, την σκηνή του στον κήπο της Θεοπίστης, διότι αυτό ήταν κτήμα του πλουσίου, αλλά νεκρού ήδη, πλοιάρχου, πού είχε κατακρατήσει την Θεοπίστη. Εκεί, κατά Θεία Οικονομία η οικογένεια ξαναέσμιξε με χαρά. 

  ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετά το επιτυχές τέλος των επιχειρήσεων, ο Άγιος γύρισε θριαμβευτής στην Ρώμη, όπου στο θρόνο ανέβηκε ο χριστιανομάχος Αδριανός. Εκείνος τον υποδέχθηκε με τιμές και ζήτησε να θυσιάσει στον Απόλλωνα. Τότε ο Ευστάθιος, θαρρετά, αρνήθηκε να υπακούσει ομολογώντας τον Ιησού Χριστό. Ο Αδριανός διέταξε οργισμένος να του βγάλουν την στολή του στρατηγού ενώ και η οικογένειά του έμενε σταθερή στην πίστη. Έπειτα, τους έβαλε σε μια πεδιάδα κι άφησαν ένα λιοντάρι πεινασμένο. Το λιοντάρι τρέχοντας, τους έφθασε, αλλά γύριζε χαρούμενο γύρω τους σαν ήμερο σκυλάκι. Στη συνέχεια ο Αυτοκράτορας διέταξε και τους έβαλαν μέσα σε ένα διάπυρο χάλκινο βόδι. Προηγουμένως οι Άγιοι προσευχήθηκαν στο Θεό να τους δώσει δύναμη, ενώ ο Ευστάθιος ζήτησε από τους στρατιώτες να θάψουν τα σώματά τους όλα μαζί. Μετά τρεις μέρες άνοιξαν το χάλκινο βόδι κι είδαν έκπληκτοι ότι οι μεν ψυχές τους είχαν ταξιδέψει στις ουράνιες σκηνές των δικαίων, αλλά ούτε μία τρίχα δεν είχε θιγεί από τα λείψανά τους. Ο κόσμος, βλέποντας το θαύμα, φώναξε: “Μεγάλος ο Θεός των Χριστιανών.”! Οι χριστιανοί εκμεταλλευόμενοι τη σύγχυση, πήραν τα λείψανα των Αγίων και τους ενταφίασαν, κατά την επιθυμία τους, μαζί2.

Μεγαλυνάριο: “Οὐρανόθεν μάκαρ καταυγασθεῖς, στήλη τῆς ἀνδρείας ἀνεδείχθης ἐν πειρασμοῖς, καί πανοικεσία, Εὐστάθιε, ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας ἀξίως ἔτυχες.”

1. Ελληνικά μαρτύρια του Αγίου δημοσιεύθηκαν στην P. G. 105 (376-417), ενώ η διασκευή του Συμεών Μεταφραστού στο Analecta Bollandiaana, 3 (1884), σ. 66-112.

2. Η τιμή προς το Άγιο Ευστάθιο διαδόθηκε ευρέως σε Ρώμη, Βυζάντιο, Βενετία, Παρίσι και όλη τη χριαστιανοσύνη. Πάντως, οι μάρτυρες, δεν εμφανίζονται στα αρχαιότερα καλενδάρια, ούτε κανείς γνωρίζει πού βρίσκονται τα λέιψανά τους.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 




30.8.26

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας [Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.] από τον Κωνσταντίνο Οικονόμου

 

Ο Λαπίθης βασιλιάς Καινέας 

[Θεσσαλική Ιστορία & Μύθος 7.]

από τον  Κωνσταντίνο Οικονόμου


 Καινή και Ποσειδών

   Ένας άλλος γνωστός σημαντικός Λαπίθης βασιλιάς, ήταν ο Καινέας, που και σ’ αυτόν η Μοίρα του επιφύλαξε οικτρό τέλος, όπως τον Ιξίονα και τον Πειρίθου, γιατί κι αυτός προκάλεσε την «μήνιν», την οργή των θεών. Στα χρόνια που βασίλευε ο Πειρίθους στη Λάρισα, βασιλιάς στη  θεσσαλική Μαγνησία ήταν ο Έλατος. Αυτός απέκτησε γιο τον Πολύφημο και κόρη την Καινή. Αυτής της τελευταίας η ομορφιά ήταν τόσο ακαταμάχητη, που την ζήτησε ο θεός Ποσειδώνας. Εκείνη, επειδή δεν ήθελε να κάνει καθόλου παιδιά, προσποιήθηκε ότι δέχεται, ζητώντας του όμως για αντάλλαγμα να της ορκιστεί ότι θα της έκανα όποιο δώρο του ζητούσε. Όταν αυτός δέχτηκε και δέθηκε με τον όρκο του, εκείνη του αποκάλυψε ότι ήθελε να γίνει άνδρας και μάλιστα άτρωτος. Αυτός, παρ’ όλο που εξαπατήθηκε, αναγκάστηκε να τηρήσει τον όρκο του και να μεταμορφώσει την Καινή σε έναν ατρόμητο άνδρα με το όνομα Καινέας.
  Ο Καινέας χάρις στη μεγάλη του δύναμη γίνεται βασιλιάς των Λαπιθών και ηγείται του πολέμου εναντίον των Κενταύρων και καθώς μάλιστα είναι βέβαιος για την σωματική του ακεραιότητα, ορμάει με το κοντάρι του ανάμεσα στους Κενταύρους σκορπίζοντας το θάνατο, χωρίς κανένας απ’ αυτούς να μπορεί να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Οι Λαπίθες μετά απ’ αυτό θεοποίησαν τον Καινέα και οδήγησαν τον ίδιο στην «ύβρι», την αλαζονεία δηλαδή. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να στήσει το ανίκητο κοντάρι του στην αγορά και να διατάξει τον λαό του να προσκυνούν αυτόν και όχι πια τους ολύμπιους θεούς! Αυτό έφερε την οργισμένη αντίδραση των θεών και του ίδιου του Δία που, καθώς δε μπορούσαν να πάρουν πίσω το χάρισμά του και καθώς κανένα όπλο δεν μπορούσε να τον πληγώσει, ξεσήκωσαν τους Κενταύρους δίνοντάς τους την εντολή να χτυπήσουν με κορμούς δέντρων τον Καινέα και να τον βυθίσουν μέσα στη γη. 

   Πραγματικά οι Κένταυροι έκοψαν πανύψηλους κορμούς ελάτων από το Πήλιο και αφού τον περικύκλωσαν, άρχισαν να τον χτυπούν από μακριά στο κεφάλι, το ένα χτύπημα πάνω στ’ άλλο. Έτσι τον έχωσαν, τον σφήνωσαν μέσα στη γη και από πάνω έβαλαν έναν τεράστιο βράχο για σημάδι. Ο Καινέας, μη μπορώντας πια ούτε να κινηθεί, ούτε να αναπνεύσει, ξεψυχάει κάτω απ’ την επιφάνεια της γης.





29.8.26

Ο Προφήτης Ζαχαρίας [πατέρας του Ιωάννου Προδρόμου] 5.9 του Κων/νου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Ο Προφήτης Ζαχαρίας [πατέρας του Ιωάννου Προδρόμου] 5.9 

του Κων/νου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου



  Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, στις 5 Σεπτεμβρίου, τιμά τη μνήμη του Προφήτου Ζαχαρία και της συζύγου του Ελισάβετ. Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Πρέπει εδώ να γίνει μια αποσαφήνιση: Δε θα πρέπει να τον μπερδεύουμε με τον ομώνυμο προφήτη, τον ενδέκατο στη σειρά των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης [8 Φεβρουαρίου]

Η Ζωή του Προφήτη Ζαχαρία: Ο Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη Προδρόμου, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Ήταν μάλιστα ένας Αρχιερέας που έμπαινε στα άγια των αγίων [άδυτα]. Η σύζυγός του ήταν η Ελισάβετ και δεν είχαν παιδί ενώ είχαν φτάσει κι οι δυο σε προχωρημένη ηλικία. Ο Ζαχαρίας υπηρετούσε στον Ναό, όταν του συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός. Ενώ βρισκόταν στα Άγια των Αγίων και πρόσφερε τη θυσία του θυμιάματος, παρουσιάστηκε μπροστά του άγγελος Κυρίου και του είπε: ''Μη φοβάσαι, Ζαχαρία. Άκουσε ο Θεός την προσευχή σου. Η γυναίκα σου, η Ελισάβετ, θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Ιωάννη. Η γέννησή του θα είναι χαρά για σένα αλλά και για πολλούς ανθρώπους. Αυτό το παιδί θα γίνει σπουδαίος άνθρωπος, αναγνωρισμένος από τον ίδιο τον Κύριο. Θα έρθει πριν από τον Μεσσία και θα ‘χει δύναμη προφητική. Θα ετοιμάσει τις καρδιές των ανθρώπων, για να δεχθούν τον Σωτήρα.'' «Και πώς θα βεβαιωθώ γι’ αυτό; Εγώ είμαι γέρος κι η γυναίκα μου σε προχωρημένη ηλικία», αντέτεινε ο Ζαχαρίας. Κι ο άγγελος απάντησε: “Είμαι ο Γαβριήλ και μ’ έστειλε ο Θεός να σου αποκαλύψω το σχέδιό Του. Αφού όμως θέλεις σημάδι, σου λέω ότι θα μείνεις βουβός μέχρι την ημέρα που θα πραγματοποιηθούν όσα σου είπα. Κι αυτό θα είναι και η τιμωρία σου, επειδή δεν πίστεψες στα λόγια μου''. Έκτοτε και μέχρι τη γέννηση του Ιωάννου, ο Ζαχαρίας έμεινε κωφάλαλος μέχρι να γεννηθεί ο Ιωάννης.

Η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή και Προδρόμου: Έξω ο λαός περίμενε τον ιερέα και απορούσαν γιατί αργοπορούσε τόσο μέσα στον Ναό. Όταν τέλος βγήκε, δεν μπορούσε να μιλήσει. Με νοήματα τους εξήγησε ότι του είχε συμβεί κάτι συγκλονιστικό. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, η Ελισάβετ έμεινε έγκυος. Όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες της εγκυμοσύνης της, η Ελισάβετ γέννησε πράγματι ένα αγόρι. Την όγδοη ημέρα μαζεύτηκαν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, για να δώσουν το όνομα στο παιδί. Όλοι ήθελαν να το ονομάσουν Ζαχαρία. Η μητέρα του παιδιού, φωτισμένη απ’ τον Θεό, είπε πως έπρεπε το όνομά του να είναι Ιωάννης. Όλοι απόρησαν, επειδή τέτοιο όνομα δεν υπήρχε στην οικογένεια. Ρώτησαν και τον πατέρα του παιδιού, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν βουβός. Εκείνος ζήτησε να του δώσουν μια πλάκα κι έγραψε επάνω: «Ιωάννης». Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του προφήτη Ζαχαρία κι άρχισε πάλι να μιλά καθαρά και να υμνεί και να δοξάζει τον Θεό, που τόσο τον ευεργέτησε. Φωτισμένος μάλιστα από το Άγιο Πνεύμα προφήτευσε ότι ο Θεός θα φανεί σαν Φως στις ψυχές των ανθρώπων που βρίσκονται στη σκιά και το σκοτάδι της αμαρτίας. Αυτό το Φως θα οδηγήσει τους πιστούς στον δρόμο της ειρήνης. Η φαινομενική αυτή και προσωρινή τιμωρία, θεράπευσε την απιστία του Ζαχαρία. Άλλωστε όταν ο Θεός επισκέπτεται τους ανθρώπους επιτρέποντας δοκιμασίες και θλίψεις, δεν αναιρεί τις σωτήριες υποσχέσεις Του και δεν αποσύρει το έλεός Του από το πλάσμα Του.

Στο μεταξύ, ο καιρός περνούσε και ο Ιωάννης, όπως λέει και η Αγία Γραφή, μεγάλωνε στο σώμα και δυνάμωνε στο πνεύμα. Κι έμενε μακριά από τον κόσμο, άγνωστος, μέχρι την ώρα που ο Θεός θα τον παρουσίαζε στον ισραηλιτικό λαό.

Ο θάνατος του Προφήτη Ζαχαρία: Ο Προφήτης Ζαχαρίας είχε μαρτυρικό θάνατο. Δύο ήταν οι αιτίες που ο Ηρώδης οργάνωσε τη δολοφονία του. Ο προφήτης Ζαχαρίας κήρυττε με παρρησία τη Μαρία Θεοτόκο, ότι δηλαδή είναι συγχρόνως μητέρα και Παρθένος. Την πρόσταξε δε ως Θεοτόκον, αφού γέννησε τον Χριστό, να μη βγαίνει έξω από τον τόπο που ήταν καθορισμένος να μένουν οι παρθένες. Αυτή είναι η πρώτη αιτία του μίσους των πιστών της παλαιάς θρησκείας [των Ιουδαίων]. Ο Ζαχαρίας επίσης κατά τον καιρό της βρεφοκτονίας προστάτεψε τον γιό του Ιωάννη, νήπιο τότε δυόμισι ετών και τη γυναίκα του κρύβοντας τους σε ένα σπήλαιο που ήταν πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Αυτή ήταν η δεύτερη αιτία, που προκάλεσε τη δολοφονία του από Ιουδαίους που τον κατεδίωξαν ώς το εσωτερικό του ναού. Εκεί τον φόνευσαν μεταξύ ναού και θυσιαστηρίου, στον τόπο όπου είχε ορίσει να στέκεται η Παρθένος μετά τον υπερφυή τόκο της. Το αίμα του κύλησε έως το εσωτερικό του θυσιαστηρίου, μαρτυρώντας ενώπιον του Θεού την μιαιφονία του πάλαι ποτέ περιούσιου λαού. Οι ιερείς ενταφίασαν το σώμα του στον τάφο των πατέρων του, στα Ιεροσόλυμα. Τις πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνει και ο 13ος Κανόνας του αγίου Πέτρου Αλεξάνδρειας.

Από το γεγονός αυτό και στο εξής στον ναό των Ιεροσολύμων έλαβαν χώρα σημεία και τέρατα, που προμήνυαν την προσεχή κατάργηση της λατρείας και του Νόμου. Οι ιερείς έπαυσαν να έχουν οπτασίες αγγέλων, ενώ τους αφαιρέθηκε το χάρισμα της προφητείας. Δεν μπορούσαν πλέον να δώσουν χρησμό από το Δαβείρ (άδυτο του ναού), ούτε να ρωτήσουν στο εφφώδ (άμφιο του Ααρών) και να διασαφηνίσουν στον λαό τα δυσνόητα σημεία της Αγίας Γραφής.

Εύρεση του Ιερού Λειψάνου του Προφήτη Ζαχαρία: ο λείψανο του προφήτη Ζαχαρία βρέθηκε στα χρόνια του Θεοδοσίου του νέου το 409, στο χωριό Κοφάρ της Ελευθερούπολης στην Παλαιστίνη, από κάποιο άνθρωπο πού ονομαζόταν Καλήμερος. Φορούσε λευκό ένδυμα, μίτρα χρυσή στο κεφάλι και σανδάλια χρυσά στα πόδια όπως βρισκόταν στο θυσιαστήριο, όταν λειτουργούσε στον Θεό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλο. Το Ιερό λείψανο του Προφήτη Ζαχαρία βρίσκεται τώρα στην Ιταλία, όπως λέει ο Ιεροσολύμων Νεκτάριος στο έργο του ''περί της αρχής του Πάπα αντιρρήσεως''. Η εύρεση του Ιερού Λειψάνου του Προφήτη Ζαχαρία εορτάζεται από την Εκκλησίας μας την 11η Φεβρουαρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.
Ἱερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ Θεού, ὁλοκαυτώματα δεκτά, ἱεροπρεπῶς προσενήνοχας Ζαχαρία· καὶ γέγονας φωστήρ, καὶ θεατὴς μυστικῶν, τὰ σύμβολα ἐν σοί, τὰ τῆς χάριτος, φέρων ἐκδήλως πάνσοφε, καὶ ξίφει ἀναιρεθεὶς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ, Χριστοῦ Προφῆτα, σὺν τῷ Προδρόμῳ, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης. Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

 

Ο Αγκαίος, ένας ατυχής Αργοναύτης.

Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα



  ΚΑΤΑΓΩΓΗ: Ο Αγκαίος, ήταν ένα μάλλον ιστορικό πρόσωπο από την Τεγέα, γιος του βασιλιά των Αρκάδων Λυκούργου και εγγονός του ονοματοδότη της γειτονικής Αλέας, Αλεού. Αδελφός του ήταν ο επίσης Αρκάδας βασιλιάς Έποχος. Ο γιός του Αγκαίου, ο Αγαπήνωρ, βασίλευσε στην Αρκαδία κατά την περίοδο του Τρωικού πολέμου και ήταν ο αρχηγός των Αρκάδων και των Στυμφαλίων στην εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία.

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ: Ο Αγκαίος, παρόλο που καταγόταν από βασιλική οικογένεια, δεν είχε τις βασιλικές σκοτούρες ως δευτερότοκος και ήταν φυσικό να το είχε ρίξει στο κυνήγι της περιπέτειας. Γι’ αυτό πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία μαζί με τον αδελφό του τον Αμφιδάμαντα αλλά και στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου.

ΥΠΕΡΟΨΙΑ: Ο Αγκαίος φέρεται από μερίδα μυθικών συγγραφέων ως ο πρώτος που καλλιέργησε αμπέλια στην Πελοπόννησο. Αναφέρεται όμως επίσης ότι η δόξα που είχε αποκτήσει ως Αργοναύτης, τον έκανε να συμπεριφέρεται υπεροπτικά και άσχημα σε όσους δούλευαν στα κτήματά του. Τους μιλούσε συχνά με λόγια προσβλητικά, τους ταπείνωνε χτυπώντας τους για ασήμαντα ζητήματα, ενώ τους πίεζε με ένταση στη δουλειά. Κάποιος γέροντας δούλος, λοιπόν, που δεν άντεχε άλλο την καταπίεση του Αγκαίου, την ώρα του τρύγου, τον καταράστηκε να μην προφτάσει να πιει κρασί από τη νέα σοδειά του. Ο Αγκαίος το άκουσε και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Όταν ήρθε η εποχή, ο Αγκαίος άνοιξε τους πίθους με το νέο κρασί και τη στιγμή που ήταν έτοιμος να πιει το πρώτο ποτήρι από το νέο κρασί, είπε να του φωνάξουν το γέρο δούλο και τον ειρωνεύτηκε δημόσια για τις μάταιες κατάρες του.

  ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΒΗ: Εκείνος όμως ο σοφός γέροντας του απάντησε με μια φράση, που έκτοτε έμεινε παροιμιώδης: "Πολλά πέλει μεταξύ κύλικος και χείλεος άκρου", δηλαδή: “υπάρχει μεγάλη απόσταση από το ποτήρι μέχρι τα χείλια”! Πράγματι εκείνη τη στιγμή έφτασε είδηση για την καταστροφή του αμπελώνα του Αγκαίου από κάποιον μεγάλο και άγριο κάπρο. Ο Αγκαίος, έχοντας την εμπειρία από παρόμοια κυνήγια, άφησε κάτω το ποτήρι με το κρασί και έτρεξε μαζί με άλλους να σκοτώσει τον κάπρο, αλλά τελικά το αγριογούρουνο του επετέθη, τον έριξε κάτω και τελικά ο “σίγουρος για τον εαυτό του” Αργοναύτης, ο επηρμένος από την ''ύβριν'' του, κατασπαράχτηκε απ` αυτόν. Έτσι η κατάρα του ταλαιπωρημένου δούλου έπιασε και ο Αγκαίος δεν ήπιε ποτέ από το καινούργιο κρασί του!

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

Το γιούσουρι του Ανδρέα Καρκαβίτσα Κείμενο και AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου   Ο ΤΑΝ τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργα...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....