Ετικέτες - θέματα

1.3.26

Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 29

 Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου


Στιγμιότυπο οθόνης (807).jpg

Αλλιώς λογάριαζε ο γάιδαρος κι  αλλιώς ο γαϊδουριάρης.

(παροιμία)


Γράφει ο Γιάννης Φρύδας 

  

ΣΤΟ  ΚΑΦΕΝΕΙΟ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  29


Ζήτω η αρλούμπα!

  Ζήτω η κάθε σαχλαμάρα που απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις της δημιουργικής ασάφειας!... (πιείτε ένα τσίπουρο, μονοκοπανιά άσπρο πάτο, θα σας διευκολύνει στην κατανόηση!...).

  Ζήτω ο λιτός βίος της ολιγαρκούς αφθονίας! Ζήτω και στον γάιδαρο του χότζα που ψόφησε, πάνω που έμαθε να μην τρώει! Ζήτω ο Σύριζας που μας έδειξε τους δρόμους του ρυζιού δια των γεμιστών, του λαχανόρυζου και του πιλαφιού μέσω του προγράμματος «βράσε ρύζι».  

  Λιτός βίος σημαίνει να βράζεις τα αυγά και να τα ξεβράζεις (ανακάλυψη που πήρε πρόσφατα νόμπελ τρελής επιστήμης) και να τα βάζεις για κλώσημα σε κότα κατά προτίμηση επίσης ξεβρασμένη.  

  Καιρός, όμως, τώρα να προμηθευτείτε εγκαίρως και τον σύγχρονο οδηγό μαγειρικής Κυριάκου – Φώφης με πρωτότυπες συνταγές που θα σας καταπλήξουν…

  Ζήτωσαν οι πολιτικοί τσελεμεντέδες γενικώς!


Αλληλοθαυμαζόμενοι εκλαμπρότατοι…

  «Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί. Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από εκεί. Άλλοι κάνουνε λογής – λογής συνέδρια και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισούνται  σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες…». Αυτά έγραφε ο Φώτης Κόντογλου. Σας θυμίζουν τίποτε;

  «Σκότωμα τον Καραϊσκάκη, ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν… και οι άλλοι του όμοιοι, οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει, τον λένε "Εκλαμπρότατον" και τους λέγει "Γενναιότατους", πού αγωνίστηκαν αυτείνοι, οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι;» αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης. 

  Αυτά επαναλαμβάνονται και σήμερα σε μια διαρκή πορεία ανταγωνισμού και σύγκρουσης των ανθρώπων, στις σχέσεις των οποίων εναλλάσσονται η συμμαχία με  την αντιπαλότητα, η περιστασιακή φιλία με την υποβόσκουσα έχθρα. Ειδικά στην κάθε προεκλογική περίοδο, τα φαινόμενα αυτά εκδηλώνονται ολοένα και με μεγαλύτερη ένταση. Οι περιστασιακοί φίλοι αλληλοαποκαλούνται αγωνιστές, ελπιδοφόροι, οραματιστές, σωτήρες και οι αντίπαλοι εχθροί, προδότες, επικίνδυνοι, ακατάλληλοι, καταστροφείς… Κι αναρωτιέσαι απορημένος, προσπαθώντας να καταλάβεις: Πού αγωνίστηκε ο αγωνιστής και τι κατέστρεψε ο ακατάλληλος;


Ποιος θα βγει δήμαρχος;

  Το Καφενείο σήμερα δεν κάνει μια απλή πρόβλεψη και εκτίμηση αποτελέσματος. Με τα στοιχεία που έχει, το ξέρει και σας το αποκαλύπτει με απόλυτη βεβαιότητα. Δήμαρχος στην Αργιθέα θα βγει αυτός που το επώνυμό του έχει οχτώ γράμματα.

  Το σπουδαιότερο  είναι  ότι  ταυτόχρονα μαθαίνω  και τι θα ψηφίσει ο καθένας στον 

οποίο το λέω. Τον κοιτάζω στα χείλη κι αυτός ασυναίσθητα συλλαβίζει το επώνυμο του εκλεκτού του. Επίσης, ένα πράγμα που παρατηρώ και με παραξενεύει είναι ότι μετά φεύγουν όλοι χαρούμενοι. Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί ούτε να βρω μια λογική εξήγηση…  


Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

  Κάναμε στροφή 360 μοιρών, είπε κάποτε ο πρωθυπουργός. Με 15 συνεχόμενες παρόμοιες στροφές (γιατί απ’ το 2015 άρχισαν οι στροφές) χορεύει ολόκληρο το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας…

Άιντε, κάντε όλοι στην μπάντα

να βγει να χορέψει, ο πρωθυπουργός…

Οι μπαγλαμάδες ν’ αρχίσουν τσιφτετέλια

ν’ ανάψουνε τα τέλια, ολοταχώς!

  Αλέξη, χόρεψε για το καλό και το ζεϊμπέκικο της ολιγαρκούς αφθονίας, για να πάρει μετά σειρά χορού και κάνα άλλο νούμερο. Το ίδιο τραγούδι των 360 μοιρών χορεύει και ο Ψαριανός, ο οποίος έκανε στροφές σε ομιλία του στη Βουλή, για να το εμπεδώσουμε και να μας πιάνει θλίψη, πώς κατάντησαν διάφοροι σαλτιμπάγκοι το βήμα, όπου αγόρευαν γίγαντες πολιτικοί με πολιτική ευπρέπεια και πνευματική καλλιέργεια…  

  Παρακαλώ, βαράτε παλαμάκια να εμψυχώσουμε τους χορευτές! Με ενωμένα τα δάχτυλα των χεριών, παρακαλώ! Όχι, απρέπειες!

  Ακολουθεί το 19 νούμερο, η παρέα του Κυριάκου… (ξανακάντε στην μπάντα!...).

  Ας έρθουμε ξανά στη στροφή 360 μοιρών. Πολύ επικίνδυνη, βρε παιδί μου… Έχει μία εκεί παραπάνω απ’ το Πευκόφυτο. Κόβεις, κόβεις και νομίζεις ότι γυρίζεις πάλι προς το Μουζάκι. Αμ, κι εκείνη στον Τυρολόγο καλύτερη είναι;

  Επικίνδυνη λέξη!... Έτσι και της κόλλησες κάποιες προθέσεις, όσο καλή πρόθεση κι αν έχεις, σου βγαίνουν και διάφορα σκάρτα προϊόντα: επι-στροφή, κατα-στροφή, ανα-στροφή, δια-στροφή, μετα-στροφή, απo-στροφή, περι-στροφή, αντι-στροφή (ούτε στον Τύμπανο δεν έχει τόσες στροφές). Προσθέστε και τον «στρόφο» που έπιανε τα μουλάρια και δεν τη γλυτώνετε τη ναυτία, θα σας λυθεί ο αφαλός...

  Όσο σκέφτομαι πως θα χάσω τόσες στροφές αν γίνει η σήραγγα Τυμπάνου, ανακαλώ ως Αργιθεάτης το αίτημα και ευχαριστώ τους αρμόδιους παράγοντες που πρόβλεψαν την επιθυμία μου και δεν προχώρησαν σ’ αυτό το… καταστροφικό για την περιοχή μας έργο.


 Προσέξτε με! Είμαι κι ΕΓΩ εδώ…

  Έχουν μεγάλη πλάκα όσοι επιχειρούν να γίνουν προεκλογικά αρθρογράφοι, από την ανάγκη να δηλώσουν την παρουσία τους και να γνωστοποιήσουν την υποψηφιότητά τους ή την υποστήριξή τους σε κάποια παράταξη. Άλλοι γίνονται αθλιογράφοι και άλλοι προκαλούν το γέλιο κι ας μην είναι γελοιογράφοι.

  Διάβασα κάπου αρχές Φλεβάρη ένα τέτοιο άρθρο, το οποίο είχε στον τίτλο του και τη φράση: ο επαναπροσδιορισμός του αυτονόητου… Τώρα, τι σόι αυτονόητο είναι αυτό που θέλει επαναπροσδιορισμό, θα σας γελάσω. Πάντως, αν θέλει, αποκλείεται να είναι αυτονόητο. Όμως, επειδή αδυνατώ να δώσω κάποια ερμηνεία, ρωτήστε καλύτερα τον αρθρογράφο… 

  Στην έκτη μόλις σειρά είχα εικόνα: «Οι Αργιθεάτες ψυχαγωγούνταν στα γεμάτα καφενεία και έκαναν συζητήσεις που συνήθως καταλήγανε σε καυγάδες και διχόνοιες. Ήταν συζητήσεις που αφορούσαν προβλήματα που έψαχναν λύση στα καφενεία...» (δεν τα λέω εγώ, ο αρθρογράφος).  Δίνει έτσι μια «καλή» εικόνα για τους Αργιθεάτες.


  Η αλήθεια είναι ότι μαλώναμε. Κάποιοι π.χ. ήθελαν τη σήραγγα Τυμπάνου με κλίση 5% και κάποιοι άλλοι 7%. Αυτή είναι και η επίσημη δικαιολογία για «την μη προχώρηση της σήραγγας Τυμπάνου σε εποχές με παχείς αγελάδες» (με τα κόκκινα γράμματα το σχετικό ερώτημα του αρθρογράφου…). Ασήμαντη λεπτομέρεια και ποιος νοιάζεται γι’ αυτό που είπε (περίπου) κι ο Δημοσθένης στον  Α΄ Ολυμπιακό του (Ολυνθιακό του), ο γαύρος!... 

  «Δει δη χρημάτων, ω άνδρες Αργιθεάτες κατασκηνωτές, και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθει των δεόντων» παρά τις δεήσεις των δεομένων…

  Άλλο τεράστιο πρόβλημα η ανυπαρξία εγκεκριμένων παιδικών χαρών. Επιτέλους,         τώρα κατάλαβα από πού προήλθαν τα παιδικά τραύματα πολλών της γενιάς μου. Ήταν που μας έλειπαν οι παιδικές χαρές και ειδικά οι εγκεκριμένες. Ευτυχώς, που μας έστελναν στα βετούλια και στα ζυγούρια και ξεχνάγαμε κάμποσες ώρες ότι δεν είχαμε παιδικές χαρές (εγκεκριμένες εννοείται).

  Σοβαρότατο θέμα (αυτό κι αν είναι…) και η  μη αντικατάσταση των λαμπτήρων. Αν και καμένοι οι λαμπτήρες, μας άναψαν τα λαμπάκια, γιατί πια καταλάβαμε πως φρενάρουν την ανάπτυξη του τόπου.

  Ανέφερε, όμως, μερικές φορές και τη λέξη «καφενεία». Ευχαριστούμε για την αναγνώριση του ρόλου των επιχειρήσεων ημών των καφετζήδων στο…  γίγνεσθαι (αυτήνη η λέξη μας ήρθι απού σια κάτ’). 

  Και καταλήγει:  «Ο δρόμος είναι δύσβατος. Το μέλλον ελπιδοφόρο!». 

  Όπως ακριβώς λέμε: πίσσα σκοτάδι, μέρα φεγγαράκι…

    Προτείνω: 

  Κάθε χωριό να έχει υποχρεωτικά ένα καφενείο και μια παιδική χαρά…    (εγκεκριμένη).

  Για κάθε λάμπα που καίγεται να εμφανίζεται αμέσως ένδειξη στο κινητό του δημάρχου, ο οποίος να σπεύδει αυθωρεί και παραχρήμα να την αλλάζει, γιατί θα χάσει ψηφοφόρους κι είναι κρίμα… (τσακίσ’, δήμαρχι!).

  Άλλος αρθρογράφος ρωτούσε τι έκαναν οι δήμαρχοι να κρατήσουν τους νέους στα χωριά μας. Δίκιο είχε… Έπρεπε να κάθονται στον Τύμπανο και στην Οξιά με τα πολυβόλα και να τους γυρίζουν πίσω όσους έφευγαν. Όμως, εκτός του Χρήστου Καναβού, αυτοί που ήταν δήμαρχοι, δεν τσάκωναν όπλο στο χέρι, λες και ήταν αντιρρησίες συνείδησης. Φύλαγε ο Χρήστος στον Τύμπανο, έφευγαν απ’ την Οξιά. Φύλαγε στην Οξιά, σκαπέταγαν οι νέοι στον Τύμπανο… (Φύλαγε στη Σμίξη, βάραγε κάνα αγριογούρουνο που πήγαινε κι αυτό να φύγει). Άλλοι διέφευγαν από την περαταριά, αλλά οι δήμαρχοι Αχελώου δεν έπαιρναν μια ψαλίδα να κόψουν το συρματόσχοινο. Κρατιούνται έτσι οι νέοι;


Να γράφει κανείς ή να μη γράφει;

  Αυτό το ερώτημα το απαντάει καθένας μόνος του. Οι Αργιθεάτες που αποφασίζουν και γράφουν, καλό είναι να τηρούν δυο βασικές αρχές. Πρώτον να γράφουν με ευθύνη και γνώση (όσο το δυνατόν πληρέστερη περί των αργιθεάτικων θεμάτων)  και δεύτερον να γράφουν με σεβασμό απέναντι σ’ αυτούς που μπορεί να μην ήξεραν να γράφουν, αλλά ήξεραν τη δημιουργία χωρίς υπογραφή, όπως λέει κι ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε ένα πεζοτράγουδό του με τίτλο: «εργάτες».  Η υστερόβουλη γραφή διακρίνεται εύκολα και τότε τίποτε θετικό δεν προσφέρει.  

  Για όσους, όμως, φιλοδοξούν να διαχειρίζονται τα κοινά του τόπου μας είναι υποχρέωση και να γράφουν. Κατ’ αρχάς να γνωρίζουμε τις θέσεις τους. Πώς θα τους επιλέγουμε; Θα διαβάζουμε τα προεκλογικά τους δήθεν προγράμματα ή τα ανούσια βιογραφικά και τη φωτογραφία τους; Πώς θα δημοσιοποιηθούν τα προβλήματα και οι ανάγκες της Αργιθέας, ώστε να απαιτηθούν απαντήσεις και λύσεις; Ξέρετε να υπάρχει κανένας άλλος τρόπος παρουσίασης των αιτημάτων μιας περιοχής; Κι αν δε γράφουν πώς τα παρουσιάζουν στους αρμόδιους; Με ζωγραφική, με παντομίμα, με τον χορό της κοιλιάς ή με νοήματα; 

  Με άλαλα τα χείλη των προεστών δεν έχουμε αποτέλεσμα. Τα δημόσια πρόσωπα αποκαλύπτονται και δεσμεύονται με τον δημόσιο λόγο, κρίνονται και αξιολογούνται από τη δημόσια δράση. Παραφράζοντας γνωστή φράση θα πω: αυτός που φοβάται μην καταποντιστεί εμφανιζόμενος, δεν πρόκειται  και να  δοξαστεί κρυπτόμενος… Τα διπλώματα αρχιστρατηγίας παίρνονται στη μάχη, κατά τον Μάρκο Μπότσαρη τουλάχιστον… 

  Ας προβληματιστούν λίγο οι νεοφανείς αρθρογράφοι, ευπρόσδεκτοι οπωσδήποτε, αλλά θα χρειαστεί να απαντούν και στο ερώτημα, τι τους εμπόδισε να γράψουν τα προηγούμενα χρόνια και να πιέσουν ή βοηθήσουν τους τοπικούς μας άρχοντες, για να επιλυθούν τα χρονίζοντα προβλήματα της περιοχής και προπαντός στο ερώτημα: πού ’σουν μάγκα τον χειμώνα; (του χειμώνα στην κυριολεκτική του και μεταφορική έννοια).

  Ρωτάτε και κάναν Μήτσιο να σας πει…


Προσοχή! Προσοχή!

  Τώρα που ’πα Μήτσιου, του θ’μήθ’κα. Μη βασίζιστι στου Μήτσιου π’ σας λέει πόσις μέρις έμειναν, μέχρι να πάτι στου Προυτουδικείου! Θα σας γιλάσι κι θα πάτι ικπρόθισμοι κι κουντά θα γιλάσουμι ιμείς. Να μιτράτι μαναχοί σας, αλλά άμα μιτράτι όπους μιτράτι τ’ς ψήφοι θα τα λαθώσιτι. Αν δε σφραΐσει ου δικαστικός μι του κουτσιάνι, θα μείνιτι κουτσιάνι απού συνδυασμό κι δε θα ιπικηρυχτείτι ντιπ για υπουψήφιοι. (Αντί του ιπικηρυχτείτι, μπουρεί να θέλει του ανακηρυχτείτι. Ρουτάτι κάνα δικηγόρου, αλλά μακριά απού Μήτσιου!)… 


Νυχτοπούλια και χαζοπούλια

  Ο γκιώνης γλέπει το φεγγάρι και λέει: Γκιών, γκιών…

  Ο μπούφος γλέπει κι αυτός το φεγγάρι, αλλά δε λέει τίποτε, γνωρίζοντας ότι είναι μπούφος…

  Η κουκουβάγια (χουχουβάια), ως πουλί της σοφίας, γνωρίζει ότι η σιωπή είναι χρυσός, γι’ αυτό ούτε αυτή λέει τίποτε, αλλά προβληματίζεται γιατί γελάνε όλοι με την άποψή της, που νομίζει ότι έχει το ομορφότερο παιδί ανάμεσα στα άλλα πουλιά.

  Το τσιρόνι είναι ψάρι των Πρεσπών κι από χρυσόψαρον ολίγον πιο χαζόν.

  Ο Τσιρώνης δεν είναι νυχτοπούλι ούτε οψάριον, είναι ανήρ οικολόγος. Κάθε πρωί σηκώνεται και κάνει μια δήλωση, πιθανόν πριν ρίξει  και λίγο νερό στα μούτρα του, για να ξυπνήσει… 

  «Οικολογιώτατοι, οικολόγοι και οικολόγες, οικολόγεροι, οικολόγριες και οικολόπαιδα!... Το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο... Τσιρώναινα, καφέ!...».

  Πες τα, μεγάλεεε! Ούτε το  Μαρκελέσι ανήκει στο Αιγαίο, αλλά δε με ακούνε… Το

σπανακόρυζο, όμως, μπορεί και να ανήκει…
                              Στα καλντερίμια συζητούν ως το πρωί γειτόνοι,
                                  ακούσανε και φρίξανε τη δήλωση Τσιρώνη.   

Σε πανηγύρι και γιορτή μες στην Αγιά Μαρκέλλα

 πιάστε καλά και δέστε τον σε μια γερή κρικέλα.
Ρεφραίν

Άλλος για Λέσβο τράβηξε, πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη

 κι άλλος στη Θήρα διάβηκε και πάει για Σαντορίνη. 


Γριές

  Γριές είναι οι γριές… Ακόμη κι εκείνες οι γριές που δεν παραδέχονται ότι είναι γριές. Τέτοια πληροφορία μόνο η ΕΥΠ μπορούσε να σας δώσει. Τελουσπάντους… 

  Γριές, όμως, είναι και οι τρεις τελευταίες μέρες του Μαρτίου. Κατά την παράδοση και τη λαϊκή μετεωρολογία αυτές τις μέρες έχει κακοκαιρία. Ο Μάρτης, για να τιμωρήσει τη γριά που τον πικάρισε (τρολάρισε, για να καταλαβαίνουν και οι νεώτεροι) μ’ εκείνο το «πριτς, Μάρτ’ς, τα ’βγαλα τ’ αρνουκάτσ’κα μ’», δανείστηκε τρεις μέρες απ’ τον τοκογλύφο Φλεβάρη (κι ως κακοπληρωτής δεν επέστρεψε ποτέ) κι έκανε τέτοιον παλιόκαιρο που ο δήμαρχος (δεν ήταν ο Τσιβόλας τότε) κήρυξε την περιοχή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την γριά πεθαμένη, μιας και τη βρήκαν κάτω απ’ το καζάνι που κρύφτηκε για να γλυτώσει. 

  Αύριο είναι η τελευταία γριά. Μπορεί να έρθουν και με το παλιό ημερολόγιο. Πού να ξέρεις, απρόβλεπτες είναι οι γριές. Η άνοιξη, όμως, είναι εδώ. Η ανθισμένη κρανιά προστάζει να αποχωρήσουν τα χιόνια κι απ’ τις ψηλές κορφές των βουνών μας…

                          

                      29 ΚΑΦΕΝΕΙΟ Β.jpg








30/3/2019


28.2.26

Εκδίκηση και Αυτοδικία + ΒΙΝΤΕΟ του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

 

Εκδίκηση και Αυτοδικία + ΒΙΝΤΕΟ

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

   ΓΕΝΙΚΑ: Εκδίκηση είναι η ανταπόδοση κάποιου κακού ή η απολαβή ικανοποίησης για κάποια ζημιά. Συναντιέται στα πρώτα βήματα όλων των πολιτισμών και των κοινωνιών. Ακόμη και σήμερα συναντάται εκεί κυρίως που το πολιτιστικό επίπεδο είναι χαμηλό και εκεί που δεν υπάρχει καλή απόδοση δικαιοσύνης. Η εκδίκηση δεν πρέπει να συγχέεται με τη νόμιμη άμυνα, διότι πρόκειται για ενσυνείδητη επίθεση με το σκοπό ανταπόδοσης σ' αυτόν που μας προσβάλλει ίσου αντί ίσου. Η εκδίκηση διακρίνεται σε προσωπική και σε ομαδική ή του αίματος (ιταλ. Vendetta, ελλ. Γδικιωμός). Πίσω από την ομαδική εκδίκηση, υπάρχουν οργανωμένες οικογένειες, πατριές και φυλές, στις οποίες υπάρχει το ομαδικό συμφέρον και, κυρίως, η ομαδική τιμή. Έτσι κάθε προσβολή σε βάρος ενός μέλους θεωρείται ευθεία προσβολή σε βάρος της ομάδας στην οποία το θύμα ανήκει. Στην ατομική εκδίκηση έχουμε άτομο εναντίον ατόμου, στην ομαδική οικογένεια εναντίον οικογένειας, φυλή εναντίον φυλής. Η εκδίκηση αίματος (γδικιωμός) θεωρείται ιερή υποχρέωση και υπήρξε εθιμική σ' όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες. Μετά την δημιουργία των κρατικών οντοτήτων και των κεντρικών εξουσιών αντικαταστάθηκε από τη δημόσια ποινή ή ετεροδικία. Ο θεσμός της δημόσιας αυτής ποινής πάλεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να καθιερωθεί. Ακόμη όμως και σήμερα ο γδικιωμός υφίσταται σε περιοχές της Ελλάδας (Μάνη, Κρήτη), η βεντέττα στην Κορσική, τη Σικελία και τη Σαρδηνία, και το αντίστοιχο “κανόν” ή “κανούν” στο Μαυροβούνιο, τη Β. Αλβανία, κ.α.

ΜΥΘΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ: Φαίνεται πως έχει λησμονηθεί ο λόγος για τον οποίο η οργανωμένη κοινωνία ονομάστηκε «κράτος»: Στην ελληνική μυθολογία, κατά τον Ησίοδο, ο Κράτος, η Βία, ο Ζήλος και η Νίκη αναφέρονται ως αδέλφια. Ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Προμηθεύς Δεσμώτης» παρουσιάζει τον Κράτο και την Βία ως υπηρέτες ,πιστούς εκτελεστές του Δία, να βοηθούν τον Ήφαιστο να δέσει τον Προμηθέα στα βράχια του Καυκάσου. Ο Κράτος, απλά αποδέχεται τις διαταγές του Δία (της κυβέρνησης, θα λέγαμε σήμερα) χωρίς αντίθετη σκέψη. Ο Κράτος δεν αισθάνεται φιλία ή οίκτο, επειδή δεν έχει δικό του σύστημα αξιών, εκτός από αυτό που του έχει επιβληθεί από τον Δία-κυβέρνηση. Δεν ονομάσθηκε, επομένως, τυχαία η οργανωμένη κοινωνία «κράτος», όπως το ίδιο συμβαίνει και με την Δικαιοσύνη που εμφανίζεται με δεμένα μάτια. Δίπλα δε στον Κράτο υπήρχε και η Βία. Εφαρμογή των νόμων χωρίς αυτούς τους πιστούς υπηρέτες δεν γίνεται. Σήμερα, λοιπόν, το κράτος δεν είναι εκτελεστής των αποφάσεων της κυβέρνησης, αλλ’ ούτε η βία είναι αντικειμενική ως οφείλει. Η αδυναμία της κυβέρνησης να επιβάλλει την πιστή τήρηση των νόμων, που η ίδια ψήφισε, οδηγεί το κράτος και τη βία, αλλού να εμφανίζονται ως δυνάστες, αλλού να απουσιάζουν.

  ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ: Όταν συμβεί αυθαίρετη υπέρβαση της σφαίρας ζωής και δράσης του ατόμου ή της ομάδας (βιαιοπραγία, έγκλημα,κ.ά.), δημιου-ργείται αυτομάτως ζήτημα αποκατάστα-σης της δικαιοσύνης, που μπορεί να ικανοποιηθεί με παροχή ανταλλαγμάτων ή συμφιλίωσης. Όταν αυτό δεν συμβεί, η αγανάκτηση και η πικρία του αδικούμενου ανθρώπου βρίσκει διέξοδο στην αυτοδικία ή εκδίκηση, η οποία, από τη φύση της, υπερβαίνει συνήθως τα όρια της αποκατάστασης του δικαίου και παίρνει τη μορφή πάθους που παρασύρει τον άνθρωπο ή την ομάδα σε εξαφάνιση μέρους ή και ολόκληρης της πηγής της αδικίας. Η ορμή μάλιστα της εκδίκησης παίρνει τη μορφή τυφλής, εγωιστικής, σκληρής και αιμοβόρας πράξης, που δεν υπολογίζει τις συνέπειες. Αρχαίοι φιλόσοφοι στράφηκαν κατά της εκδίκησης: ο Πλάτων (Κρίτων 49, Πολιτ. 335), ο Κικέρων (De of. I,25), ο Σενέκας (De ira., I, 5,16,55), κ.ά.

Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ: Ο Μωσαϊκός Νόμος για της εξάλειψη του κακού όριζε την “δικαίαν εκδίκησιν”. Όπου η αποκατάσταση της δικαιοσύνης δε γινόταν από θεσμοθετημένα όργανα τότε οριζόταν η ποινή “κατά αντιπεπονθός”, δηλαδή “οφθαλμόν ατί οφθαλμού” (Έξ. κα΄23-25, Λευιτ. κδ΄20-21, Δευτ. ιθ΄18-21). Η εκδίκηση όμως δεν ήταν ο σκοπός αυτώ των διατάξεων. Απλώς εκφραζόταν η ανάγκη προστασίας και ασφάλειας της ζωής, έστω και διά της δημιουργίας φόβου προς παιδαγωγία. Όμως οι εκπρόσωποι του επίσημου Ιουδαϊσμού είχαν μετατρέψει το νόημα του Νόμου σε πράξη εκδίκησης. Σ΄αυτό το πνεύμα εφαρμογής και ερμηνείας του νόμου της Π. Διαθήκης, στράφηκε η αντίθεση του ίδιου του Κυρίου στην Επί του όρους Ομιλία Του. Άλλωστε: “ο εκδικών παρά Κυρίου ευρήσει εκδίκησιν” (Σ. Σειρ. κη΄1) και κατά το Νόμο της Χάριτος: “εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος” (Ρωμ. ι΄30). Άλλωστε ο Χριστιανισμός κάνοντας υπέρβαση, προτείνει την αρχή της; αγάπης προς τον πλησίον, της αμνησικακίας και της ανταποδόσεως καλού αντί κακού. Διαβάζουμε στο λόγο του Κυρίου: “Ἠκούσατε ότι ερρέθη, οφθαλμόν αντὶ οφθαλμοῦ και οδόντα αντὶ οδόντος. εγὼ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ· αλλ' όστις σε ραπίζει εις την δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην· και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον· (...) τω αιτούντι σε δίδου, και τον θέλοντα απὸ σου δανείσασθαι μη αποστραφής” (Μτθ.ε΄38-42). Γενικά, το “μη αντιστήναι τω πονηρώ”, είναι ο νόμος της Βασιλείας του Θεού, της Χάριτος. Βεβαίως ο φυσικός άνθρωπος αδυνατεί να τηρήσει, συχνά και να εννοήσει, αυτόν τον τρόπο ζωής. Όμως είναι το του Κυρίου προσκλητήριο προς τους “υιούς της Βασιλείας”. Ο συνήθης τρόπος ζωής, δυστυχώς, επιβάλλει την αντίσταση στο κακό διά της βίας. Όμως έτσι το κακό διαιωνίζεται και επεκτείνεται εσαεί. Δεν νικάται. Κατά το χριστιανικό τρόπο ζωής ο αναγεννημένος πιστός θεωρεί τη ζημιά στην ψυχή του αδικούντος μεγαλύτερη από εκείνη την οποίαν υπέστη ο ίδιος από εκείνον. Το κακό φαίνεται πραγματικά κακό όταν κάποιος το υφίσταται και αντιδρά σ' αυτό με αγάπη, που μπορεί να φτάνει σε ακραία υποχώρηση, για χάρη του πλανηθέντα και αδικούντα αδελφού! Έτσι το “μη αντιστήναι”, δεν σημαίνει εγκατάλειψη της αντίσατασης κατά του διαβόλου αλλά τη “μη αντίσταση” στα μέσα του, Γενικά, το να αποδίδεις κακό αντί καλού είναι εωσφορικό, κακό αντί κακού είναι πρωτογονισμός, καλό αντί καλού ανθρώπινο, αλλά να ανταποδίδεις καλό αντί κακού είναι θεϊκό. Η στάση αυτή αποτελεί μίμηση Χριστού οοποίος “λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει και πάσχων ουκ απείλει” (Α΄Πέτρ. β΄23), αλλά και στο Σταυρό προσευχόταν υπέρ των σταυρωτών Του.

Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: ΟΙ Χριστιανοί δε δέχονται την αυτοδικία, ούτε τη θανατική ποινή. Δε μπορούν όμως να δεχθούν την ατιμωρησία, γιατί οι κακοποιοί αποθρασύνονται και το κακό επικρατεί στην κοινωνία. Αν μάλιστα οι διαφόρων κατηγοριών παραβάτες νόμων και ηθικών αρχών είναι υψηλά ιστάμενοι, τότε η διαφθορά εξαπλώνεται σαν μεταστατικό καρκίνωμα προσβάλλοντας μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Όσοι εμπνέονται από τις αρχές του Ευαγγελίου δε χρειάζονται τους νόμους της πολιτείας και το χωροφύλακα για να ζουν σωστά. Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας και της πολιτείας χρειάζονται νόμοι και είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια και για όλους. Διαφορετικά φθάνουμε στο κατάντημα στο οποίο βρίσκεται η πατρίδα μας σήμερα, όπου βασιλεύει η παραβατικότητα αλλοδαπών και ημεδαπών και πολλοί οδηγούνται ακόμη και στην αυτοδικία.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

ΚΑΙ ΣΤΟ YOUTUBE: https://www.youtube.com/watch?v=PtcQ3_RBtB0

26.2.26

Μα χίλια χρόνια είναι μια μέρα;!!“Χίλια έτη Κυρίου” Διήγημα- AUDIOBOOK από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα διαβάζει ο ίδιος

 


Μα χίλια χρόνια ... είναι μια μέρα;!! Χίλια έτη Κυρίου

Διήγημα- AUDIOBOOK

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο, συγγραφέα

διαβάζει ο ίδιος


[Στον κάθε αναζητητή του Θεού!]



   Τι εμμονή ήταν αυτή που είχε καταλάβει τον Μωυσή! Παρ΄ότι είχε στο κοινόβιο περισσότερους από είκοσι πέντε χρόνους, το μόνιμο ερώτημα που έκανε, στον ηγούμενο, στους συμμοναστές του, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό, είχε “καρφωθεί” μόνιμα στη σκέψη του. Στην ώρα του εργόχειρου, στη διάρκεια της προσευχής, στη διάρκεια της τραπέζης, στον ύπνο του.... Και το ερώτημα αυτό προέκυψε από την καθημερινή μελέτη του αγαπημένου του βιβλίου, των Ψαλμών του Δαβίδ. Έτσι από την πρώτη φορά που ανέγνωσε τον τρίτο στίχο του ογδοηκοστού ένατου ψαλμ
ού, “ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς Σου, (Κύριε) ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί”, εντυπωσιάστηκε μα δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημά του. Βεβαίως ο Μωυσής, ήταν του “Δημοτικού”, που λέμε σήμερα εμεις οι “μορφωμένοι”, αλλά ακόμη κι αυτό το βασικό σχολείο της εποχής του το τέλειωσε όπως-όπως. Έτσι ανέλαβε ο τότε ηγούμενος, που ήταν και πνευματικός του, να του το εξηγήσει τουλάχιστον μεταφραστικώς. Έτσι, πριν πολλά χρόνια, ο Γέρων Ζαχαρίας του είπε πως ο στίχος δηλώνει ότι χίλια έτη είναι σαν μια μέρα, όπως η χθεσινή, ή σαν τη δύωρη σκοπιά των στρατιωτών τη νύχτα. Όμως, και τι μ΄ αυτό; Πάλι στο σκοτάδι έμεινε ο Μωυσής. Και τα χρόνια περνούσαν, ο τότε δόκιμος μοναχός έγινε πια ώριμος στρατιώτης του Χριστού, είχε αναλάβει μάλιστα και τα καθήκοντα του Εκκλησιάρχη, μα παρά την πνευματική του προκοπή, που όλοι οι υπόλοιποι μοναχοί έβλεπαν ξεκάθαρα, εκείνος, παρά τις χαμαικοιτίες, τις νηστείες, τις αγρύπνιες, τις προσευχές και τις ατέλειωτες γονυκλισίες του, ακόμη “βασανιζόταν” με το νόημα και την ουσία της ψαλμικής εκείνης φράσης.

 

  Ένα βράδυ σκέφτηκε κάτι πολύ απλό: “Θα το κάνω αίτημα στην προσευχή μου!”, φώναξε μέσα στο κελλάκι του, κάτω από την ακοίμητη κανδήλα του. “Απορώ πώς δεν το σκέφτηκα”, συνέχισε να μονολογεί, “ο κύριος μας είπε: Ζητείτε και δοθήσεται.” Όλο το βράδυ έμεινε προσευχόμενος με το αίτημα αυτό, ακόμη κι όταν έκλεισε για λίγο τα μάτια του, λίγο πριν το ξημέρωμα.

  Την επομένη, μετά τον όρθρο, αφού έφυγαν οι αδελφοί του για τα κελία τους και τα διακονήματά τους, εκείνος έμεινε να προσευχηθεί και πάλι μέσα στο Καθολικό της Μονής. Τότε είδε κάτι εντυπωσιακό: Ένας πανέμορφος αετός πετούσε πάνω από το κεφάλι του, μέσα στο ναό. Ο Μωυσής έμεινε με ανοικτό το στόμα, εκστασιασμένος! Λίγο μετά θέλησε να τον πιάσει, αλλά ο αετός βγήκε από τη χαμηλή πόρτα της εκκλησιάς κι άρχισε να απομακρύνεται πολύ αργά, κάνοντας συνεχώς κύκλους πάνω από το κεφάλι του Μωυσή που άρχισε να τον ακολουθεί, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Κι αυτός ο “ευλογημένος ο αητός”, δεν πετούσε ψηλά όπως κάνει η δική του η γενιά. Ακολουθώντας τον ο μοναχός, βγήκε από το μοναστήρι κι έφτασε στο δάσος, ψηλότερα στο βουνό, όπου παρά τα μέσα Απριλίου το χιόνι δεν είχε καλά-καλά λιώσει. Εκεί μπήκε σε μια περιοχή του δάσους που ποτέ του δεν είχε δει πρωτύτερα, παρόλο που συχνά ερχόταν εκεί, σαν ήταν νεότερος, για να κόψει ξύλα μ΄ άλλους αδελφούς του. Απορροφημένος από το θέαμα και από μια γλυκιά ψαλμωδία που άρχισε ν΄ ακούγεται ξέχασε ό,τι γήινο και με την καρδιά και το νου του βρισκόταν πια στον Παράδεισο! Και τι περίεργο; Δεν ένιωθε καμία κόπωση, πείνα, δίψα, πόνο, κρύο ή κάποιο από τα λεγόμενα “αδιάβλητα πάθη” που του 'λέγε ο πατήρ-Γεώργιος, ο νέος του ηγούμενος. Αισθανόταν μέσα του τόση αγαλλίαση, ώστε για ώρες πολλές άκουγε ευφραινόμενος την αγγελική ψαλμωδία και έβλεπε πράγματα “άρρητα αρρήτων”. Κάποτε, μετά από πόσο χρόνο άραγε, ούτε και ο ίδιος ο Μωυσής μπορούσε να υπολογίσει, είδε τον αετό να ανεβαίνει, να ανεβαίνει, ώσπου χάθηκε ψηλά στον ουρανό. Όμως, όμως, πρόλαβε να διακρίνει, πριν χαθεί από τα μάτια του, ότι ο αετός που έβλεπε όλο αυτό το διάστημα ήταν, ναι, δεν τον γελούσαν τα μάτια του, ένας άγγελος! Έχοντας συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έζησε ήταν μια “ευλογία” από το Θεό και μια “θεωρία” σαν αυτές που έβλεπαν κατά καιρούς οι αρχαίοι μοναχοί και που ο ίδιος διάβασε στο “Γεροντικό” αλλά και τη “Λαυσαϊκή Ιστορία”, πήρε τον κατηφορικό δρόμο για το μοναστήρι, πιστεύοντας ότι θα προλάβαινε να φτάσει πριν κλείσει η εξωτερική θύρα. Άλλωστε, αυτή έκλεινε μετά τη δύση του ηλίου.

 

 Φτάνοντας στη βαριά ξύλινη εξωτερική θύρα, ο πορτάρης τον ρώτησε από που είναι, κι ο Μωυσής απόρησε που δεν τον γνώρισε. Έτσι του απάντησε με απολύτως φυσικό τρόπο ότι ήταν ο μοναχός Μωυσής, ο εκκλησιάρχης της Μονής. Ο πορτάρης, νομίζοντας ότι είχε μπροστά του κάποιον σαλό, του απάντησε μάλλον απότομα: “Πήγαινε στο δρόμο σου. Εμείς δεν έχουμε εδώ κανέναν Μωυσή μοναχό. Άλλωστε, δε σε είδα ποτέ μου, στα πέντε χρόνια που έχω εδώ!” Τότε ο Μωυσής, εμφανώς ταραγμένος, και συνειδητοποιώντας πως ούτε ο ίδιος γνώριζε τον πορτάρη, του είπε λεπτομέρειες για το μοναστήρι, για τα τυπικά του, ονόματα αδελφών του, αλλά και το όνομα του ηγουμένου. Ο πορτάρης, μη γνωρίζοντας κανέναν από αυτούς που ονομάτισε ο “περίεργος” αυτός καλόγερος, κάλεσε όλους τους συμμοναστές του, αλλά ο Μωυσής δεν γνώρισε κανέναν απ΄αυτούς, ούτε εκείνοι τον ήξεραν. Τότε ο Μωυσής τους είπε απορώντας: “Εξίσταμαι, πατέρες, πώς σε μια-δυο ώρες που έλειψα έγιναν τόσες αλλαγές στο μοναστήρι. Εδώ άλλαξαν τα πάντα τόσο πολύ, που κανέναν σας δε γνωρίζω και κανείς σας δεν με έχει ξαναδεί! Μάρτυς μου ο Θεός, δεν πέρασε παρά λίγη ώρα από τότε που βγήκα από το μοναστήρι, αφού προηγουμένως αναγνώσαμε την ακολουθία του όρθρου.”

 

  Κι ενώ είχε νυκτώσει πλέον για τα καλά, ο Γέροντας άρχισε να ψάχνει παλιούς κώδικες του μοναστηριού, αναζητώντας τα ονόματα των πατέρων που του ανέφερε ο άγνωστος αυτός μοναχός. Αφού εξέτασε προσεκτικά τον κώδικα του μοναχολογίου, όπου ήταν γραμμένα όλα τα ονόματα των αδελφών της Μονής, βρήκε κάποια στιγμή τα ονόματα που του ανέφερε ο Μωυσής και με τρόμο κατάλαβε πως όλοι αυτοί μόναζαν εκεί πριν από τριακόσια χρόνια!! Τότε ο ηγούμενος άρχισε να ρωτά τον Μωυσή τι είδους άνθρωπος είναι και τι καλά έργα έκανε στη ζωή του ώστε να τον αξιώσει ο Θεός με μια τέτοια Χάρη. Ο μοναχός Μωυσής του είπε: “Δε γνωρίζω καμία αρετή στον εαυτό μου, παρά μόνο ότι έδειξα υπακοή, αγάπη προς όλους και ότι δε σκανδαλιζόμουν ποτέ και από τίποτε. Είχα ακόμη πολλή αγάπη στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε βράδυ, μετά το Απόδειπνο, διάβαζα μπροστά στην εικόνα της τους Χαιρετισμούς”. Εν συνεχεία τους διηγήθηκε την εμφάνιση του αετού-αγγέλου, την ιστορία στο δάσος. Μετά απ΄ αυτά που ακούσαν, οι πατέρες τον αγκάλιαζαν, τον ασπάζονταν, φέρονταν σαν να είχαν μπροστά τους έναν ουράνιο κι όχι επίγειο άνθρωπο. Ύστερα ο ηγούμενος του είπε: “Δός δόξα τω Θεώ, που σε αξίωσε με τέτοια θαυμαστή οπτασία, την οποία δεν είδε άλλος με αυτό τον τρόπο σ’ αυτό τον παράλογο κόσμο της “κοιλάδας του κλαυθμώνος”! Γεύθηκες, μακάριε, λίγο από τη χαρά του Παραδείσου! Αλλά αδελφέ μου, μάθε ότι δεν πέρασαν από τότε κάποιες ώρες, μα τριακόσια χρόνια! Τόση χαρά κι ευφροσύνη θα αισθάνονται οι άγιοι στη Βασιλεία των Ουρανών μπροστά στον Κύριο, ώστε να περνούν χίλια έτη σαν μια μέρα”! Ακούγοντας αυτά ο μοναχός Μωυσής, δόξασε το Θεό και έκλαψε χαίρων, συνειδητοποιώντας ότι η τελευταία του προσευχή, αυτή που έκανε πριν από ... τρεις αιώνες είχε εισακουσθεί. Έπειτα ζήτησε να προσκυνήσει τους παλαιούς αδελφούς του στο οστεοφυλάκιο της Μονής και αφού επέστρεψε από εκεί παρακάλεσε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Παίρνοντας Σώμα και Αίμα Κυρίου αναφώνησε “Νυν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα” κι αμέσως αναχώρησε για τις σκηνές των δικαίων.

[Το διήγημα αφορά, όσο κι αν ξενίζει πολλούς, σε πραγματικό γεγονός1!]

Konstantinosa.oikonomou@gmail.com

1. Ροή χαρισμάτων Σέρβων και Ρουμάνων αγιορειτών πατέρων, 2004, επιμ. ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Γράφει ο Γιάννης Φρύδας ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ 29

  Λιτός βίος με ολιγαρκή αφθονία γέλιου Αλλιώς λογάριαζε ο γάιδαρος κι  αλλιώς ο γαϊδουριάρης. (παροιμία) Γράφει ο Γιάννης Φρύδας      ΣΤΟ  ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....