Ετικέτες - θέματα

28.11.25

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου 4/12 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

 

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ,
αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου 4/12

από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου



 

  Ο Άγιος Σεραφεὶμ καταγόταν από την Πεζούλα Αγράφων. Οι γονείς του, Σωφρόνιος και Μαρία, τον ανέθρεψαν με τα νάματα της πίστης, εγγράφοντάς τον στο σχολείο των ιερών γραμμάτων. Ο μικρός Σεραφείμ, ακόμη και όταν δεν πήγαινε στο σχολείο, τον περισσότερο καιρὸ τον περνούσε με ανάγνωση γραφών και βίων αγίων, ενώ ποτέ δεν έλειπε από τις ιερές ακολουθίες. Όταν ενηλικιώθηκε, ψάχνοντας για τόπο ησυχίας και άσκησης, κατέληξε στην Ι. Μονή της Κρυεράς Πηγής ή Κυρίας Θεοτόκου (Κορώνης), όπου εκάρη μοναχός. Με τον καιρό, βλέποντας οι συμμοναστές του τις αρετές του (νηστεία, αγρυπνία, ταπείνωση, αγάπη), πρότειναν και ο άγιος δέχτηκε να χειροτονηθεί, αρχικά αναγνώστης, μετέπειτα διάκονος και εν τέλει πρεσβύτερος. Ήταν τόση η εκτίμηση του λαύ στο πρόσωπό του, που μετά την εκδημία του Μητροπολίτη Φαναρίου και Νεοχωρίου, ο Σεραφείμ εκλέχτηκε Επίσκοπος. Ο Άγιος, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα και την καθοδήγηση τόσων ψυχών, πολλαπλασίασε τους αγώνες του φροντίζοντας με ταπείνωση το ποίμνιό του, αποκαλώντας συχνά τον εαυτό του αχρείο δούλο. Την περίοδο εκείνη, αρχές του 17ου αι., ο μητροπολίτης Λάρισας, Διονύσιος Φιλόσοφος κήρυξε την επανάσταση στις περιοχές Ηπείρου και Θεσσαλίας, που απέτυχε, ενώ ο ίδιος, ως υπαίτιος, φονεύτηκε βασανιζόμενος από τους Οθωμανούς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Σ' αυτή τη συγκυρία ο Σεραφείμ μετέβη στο Φανάρι Καρδίτσας για να δώσει τα καθιερωμένα πεσκέσια στους αγάδες. Οι Οθωμανοί, πιστεύοντας ότι και ο Σεραφείμ μετείχε στην επανάσταση, του επετέθησαν, στην αρχή λεκτικά, προτείνοντας του να απαρνηθεί την πίστη του για να γλυτώσει από την τιμωρία σβήνοντας τις υποψίες. Μετά τη θαρρετή άρνηση του Αγίου, ο τουρκικός όχλος τον οδήγησε στον Χαμούζ μπέη, πασά του Φαναρίου. Ο πασάς άρχισε με ήρεμο τρόπο να μιλά στον Άγιο λέγοντάς του ότι ακόμα κι αν απατήθηκε από τον Διονύσιο, μπορούσε να γλυτώσει αν γινόταν μουσουλμάνος. Ο Άγιος υπερασπίστηκε την αλήθεια των λόγων του, επιμένοντας ότι και δεν είχε ανάμιξη στην επανάσταση και ότι δεν είχε σκοπό να αποχωρισθεί ποτε τον Ιησού Χριστό, προσθέττοντας: “καν μυρίους θανάτους ήθελα λάβει διὰ το όνομά Του το άγιον, χαράν μου καὶ ευφροσύνην το ἔχω· προς ταύτα, ω ηγεμών, παίε, κόπτε, ποίει, ό,τι είναι της εξουσίας σου1 Τότε ο αγάς διέταξε να τον δείρουν ανηλεώς και να του κόψουν τη μύτη. Ενώ ο Άγιος έπασχε αυτά, ευχαριστούσε το Θεό που τον αξίωνε να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Κατόπιν φυλακίστηκε χωρίς φαγητό και νερό. Εκεί ο Άγιος έχαιρε και δοξολογούσε το Θεό, ευχαριστώντας τον για τα παθήματα που αξιώθηκε να υπομένει προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού, προσευχόμενος να του δώσει δύναμη για να αντέξει το μαρτύριο. Την επομένη ο τύραννος διέταξε να του ξαναφέρουν τον Σεραφείμ. Ο Χαμούζ, με νέες απειλές, προσπαθούσε να κάμψει το φρόνημα του Αγίου. Μα εκείνος επαναλάμβανε αποφασιστικότερα την απόφασή του να μην αρνηθεί τον Ιησού Χριστό. Τότε ο αγάς διέταξε να τον ξαναδείρουν αγριότερα. Οι βασανιστές συνέχισαν τα απάνθρωπα κατορθώματά τους, τανώντας με σχοινιά χέρια και πόδια του Αγίου, ενώ συγχρόνως, του έβαλαν στην κοιλιά μια μεγάλη πέτρα και τον κατέκοπταν με μαχαίρια συνεχώς. Έπειτα του έδωσαν να πιει νερό με χώμα και χολή, ενώ το πρόσωπο του Αγίου έλαμπε δείχνοντας σαν να μετείχε σε ευωχία κι όχι σε βασανισμό. Ακόμη και οι βασανιστές του θαύμαζαν. Κοντά σ' ένα κυπαρίσσι, στο χώρο του φαναριώτικου παζαριού, ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του πληγωμένος θανάσιμα στα σπλάχνα του. Ήταν 4 Δεκεμβρίου. Το άγιο σώμα έμεινε εκεί αρκετές μέρες, καρφωμένο στο βασανιστικό ξύλο αλλά δεν αλλοιώθηκε. Το αντίθετο: φαινόταν σαν σώμα ζωντανού και έβγαζε άρρητη ευωδία, προξενώντας θαυμασμό στους πιστούς και απορία στους Οθωμανούς. Μετά από ημέρες διετάχθη να αποκοπεί η κεφαλή του Αγίου και να μεταφερθεί στα Τρίκαλα μαζί με άλλα κεφάλια αγωνιστών της επανάστασης του Διονυσίου. Εκεί τοποθετήθηκαν όλα πάνω σε κοντάρια, δημιουργώντας ένα μακάβριο δάσος για να παραδειγματιστούν οι “γκιαούρηδες” της περιοχής. Ο ηγούμενος της Μονής Δουσίκου, που βρέθηκε στα Τρίκαλα έδωσε σε κάποιον Αλβανό χριστιανό πενήντα γρόσια για να κλέψει την κεφαλή του Αγίου, με σκοπό να την αποθησαυρίσει στη Μονή του. Την προσπάθεια κλοπής του λειψάνου αντιλήφθηκαν φύλακες που όρμησαν κυνηγώντας το χριστιανό που έτρεχε γρήγορα μαζί με το λείψανο. Κοντά σε γέφυρα του Πηνειού, οι διώκτες του τον πλησίασαν επικίνδυνα. Τότε εκείνος έριξε το άγιο λείψανο στο ποτάμι ξεφεύγοντας από τους Τούρκους, που σταμάτησαν βλέποντας την προηγούμενη σκηνή. Λίγο πιο κάτω από τη γέφυρα δύο ψαράδες που είχαν στήσει φράκτη στην κοίτη του Πηνειού με θαυμαστό τρόπο βρήκαν το άγιο λείψανο κι αφού το αναγνώρισαν, το πήραν ευλαβικά και το παρέδωσαν στον ηγούμενο, που προαναφέραμε. Αργότερα ο ηγούμενος της Ι.Μ. Κορώνης ζήτησε το λείψανο από τους Δουσικιώτες, επειδή ο Άγιος Σεραφείμ εκεί είχε μονάσει, δίνοντας τους και τα πενήντα γρόσια που είχαν πληρώσει στον χριστιανό, που πήγε να το κλέψει. Έκτοτε η κάρα του Αγίου βρίσκεται εκεί αποθησαυρισμένη και μέχρι σήμερα ευωδιάζει και ελευθερώνει τους προσφεύγοντας στη μεσιτεία του Αγίου από κάθε νόσο ή κακό.







1. Λαγγής Μ., Ο Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος ΙΒ΄, Αθήναι 1990.

Ο Άγιος Νικόλαος ο Θαυματουργός ο Αρχιεπίσκοπος Πατάρων της Λυκίας 6.12 Κων/νος Οικονόμου

 

Ο Άγιος Νικόλαος ο Θαυματουργός ο Αρχιεπίσκοπος Πατάρων της Λυκίας 6.12

Κων/νος Οικονόμου


   

   Ο ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ: Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κατέχει σημαντικότατη θέση στή χορεία τῶν Ἁγίων. Γεννήθηκε στά Πάταρα της Λυκίας, γύρω στα 250, από ευσεβείς και πλούσιους γονείς, οι οποίοι τον ανέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσία Κυρίου». Πολύ νωρίς, όμως, ο Κύριος κάλεσε κοντά Του τους δύο γονείς του και ο Νικόλαος έμεινε μόνος αλλά κάτοχος μεγάλης περιουσίας. Έχοντας οδηγό τη διδασκαλία του Κυρίου, όπου έβλεπε πείνα, φτώxια και ορφάνια έδινε απλόχερα. Είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη η ενέργειά του εκείνη να βοηθήσει νύχτα καί κρυφά, με αξιόλογο ποσόν, τις τρεις φτωχές αδελφές να παντρευτούν και να μην αποπλανηθούν λόγω της φτώχιας τους.

 


 ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΙΠΛΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
: Κινούμενος ὁ Νικόλαος, νέος ἀκόμη, ἀπό ἱερό πόθο ἀποφάσισε νά πάει νά προσκυνήσει τούς Ἁγίους Τόπους. Καθώς, όμως, ἔπλεε τό πλοῖο, ἄρχισαν νά πνέουν σφοδρότατοι ἄνεμοι καί ξέσπασε μεγάλη τρικυμία. Ἐπιβάτες καί πλήρωμα ἔχασαν κάθε ἐλπίδα καί περίμεναν νά καταποντισθοῦν. Ὁ Νικόλαος ὅμως προσευχήθηκε μέ θέρμη πρός τόν Κύριο καί τό θαῦμα ἔγινε. Οἱ ἄνεμοι ἔπαυσαν καί ἡ θάλασσα γαλήνεψε. Ὅμως, ἕνας νεαρός ναύτης, πού εἶχε ἀνέβει στό κατάρτι νά μαζέψει τά πανιά, γλύστρησε καί ἔπεσε στό κατάστρωμα νεκρός. Μεγάλη ἡ θλίψη ὅλων πού χάθηκε ὁ ἄνθρωπος. Χάρη ὅμως στήν προσευχή τοῦ Ἁγίου ὁ ναύτης ἀναστήθηκε, σάν νά ξύπνησε ἀπό βαθύ ὕπνο. Όλοι οι παριστάμενοι έμειναν άφωνοι και δόξαζαν το Θεό για το θαυμα του Νικολάου.


   ΙΕΡΕΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
: Μετά τό προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους ἐπέστρεψε στά Πάταρα, ὅπου ζοῦσε, κατά τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου, μέ ἐγκράτειαν, μέ δικαιοσύνη πρός τόν πλησίον καί μέ εὐσέβειαν πρός τό Θεό. Καί ὁ Θεός, μέ θαυμαστήν ἐπέμβασή Του, τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν ἀνέδειξε Ἀρχιεπίσκοπον Μύρων τῆς Λυκίας. Ἀπό τή θέση αὐτή ἀνέπτυξε ἔντονη δράση καί ἐπεξέτεινε τούς ἀγῶνες του γιά τήν προστασία τῶν φτωχῶν καί τῶν ἀπόρων, ἱδρύοντας φιλανθρωπικά ἱδρύματα. Προικισμένος μέ θερμή πίστη, και ἀκαταμάχητο θάρρος και πίστη ζώσα, ἐμψύχωνε αποφασιστικά τούς χριστιανούς στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγμῶν.

ΣΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ: Κατά τόν διωγμό τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ μεταξύ ἄλλων χριστιανῶν συνελήφθη καί ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων καί καταδικάστηκε σέ βασανιστήρια καί φυλάκιση. Ὑπέφερε χρόνια στή φυλακή, μέχρι πού ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, Αὐτοκράτορας πλέον τῆς Νέας Ρώμης, κατέπαυσε τούς διωγμούς καί ἐλευθέρωσε ἀπό τίς φυλακές καί τίς ἐξορίες ὅλους τούς χριστιανούς. Ἔτσι, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Νικόλαος, φέροντας στό σῶμα του τά σημάδια ἀπό τά βασανιστήρια, ἐπανῆλθε κοντά στό ποίμνιό του.

   

   Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: Τό 325 μ.Χ. λαμβάνει μέρος στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο πού ἔγινε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας καί καταπολεμεῖ μέ θάρρος τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου. Ὑπερασπίζεται μέ σθένος τήν ὀρθή πίστη καί ἀναδεικνύεται «κανών πίστεως» καί θεόπνευστος διδάσκαλος τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος. Ὅταν ἐπέστρεψε ἀπό τή Σύνοδο στά Μύρα, συνέχισε τό πολύπλευρο ποιμαντικό, διδακτικό καί φιλανθρωπικό ἔργο του.

ΘΑΥΜΑΤΑ-ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ: Γιά τή δυνατή πίστη του καί τήν ἁγία βιωτή του ὁ Θεός τόν ἀνέδειξε ποταμό ἰαμάτων καί πηγή θαυμάτων. Θαυματουργοῦσε ὅταν ζοῦσε, ἀλλά καί μετά τήν ὁσία κοίμησή του. Τά θαύματά του εἶναι ἀναρίθμητα. Πολλά ἔχουν καταγραφεῖ, ἀλλά συνεχῶς καί μέχρι σήμερα δέν παύει νά θαυματουργεῖ.

Τήν 6η Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 330 ὁ Κύριος τόν κάλεσε κοντά Του, γιά νά τόν ἀναπαύσει ἀπό τούς κόπους τῆς ζωῆς αὐτῆς στήν οὐράνια βασιλεία Του.

ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Μέ τά ὡραιότερα ἐγκώμια τόν τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι ἀξιοσημείωτο τό ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν τόν ἑορτάζει μόνον τήν 6ῃ Δεκεμβρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του καί τήν 10η Μαΐου ἡμέραν ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων του, ἀλλά καί κάθε Πέμπτην, καθ᾿ὅλην τή διάρκεια τοῦ ἔτους μαζί μέ τούς Ἁγίους Ἀποστόλους.

ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΩΝ: Ὑπάρχουν μαρτυρίες ὅτι ἡ τιμή τοῦ Ἁγίου Νικολάου ὡς Προστάτη τῶν θαλασσινῶν εἶχε διαμορφωθεῖ ἀπό τόν ἕκτον αἰῶνα. Ὁ Ρωμανός ὁ μελωδός στόν 24ον οἶκον τοῦ ὕμνου πρός τόν Ἅγιον Νικόλαον λέγει: «Οὐδείς ἐν πειρασμοῖς σέ ποτέ προσεκάλεσε καί τήν λύσιν εὐθύς οὐκ ἐδέξατο, Ἅγιε. Τούς μέν ἐν θαλάσσῃ, τούς δέ ἐν τῇ γῇ γάρ οὐ διαλείπεις σώζων ἑκάστοτε, ὡς ἔχων τό δύνασθαι ...».


Η επιστήμη της Αστρονομίας α΄ μερος του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα

 

Η επιστήμη της Αστρονομίας α΄ μερος

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου – συγγραφέα


 

Οι φάσεις της Σελήνης, από σχέδιο του Γαλιλαίου

  ΓΕΝΙΚΑ
: Η Αστρονομία [διεθνής όρος εκ των ελληνικών λέξεων του άστρον+νέμω] είναι η επιστήμη που ερευνά και εξετάζει όλα τα ουράνια σώματα (και τη Γη) καθώς και τις σχέσεις, τις κινήσεις και τη δυναμική τους. Αναφέρεται στην παρατήρηση και την ερμηνεία των φαινομένων που συμβαίνουν στον ουράνιο χώρο πέρα από την Γη. Μελετά την προέλευση, την εξέλιξη, τις φυσικές και χημικές ιδιότητες των ουρανίων σωμάτων που μπορούν να παρατηρηθούν, καθώς και τις διεργασίες που περιλαμβάνουν αυτές. Η Αστρονομία γεννήθηκε με την εμφάνιση του έμφρονος ανθρώπου στη Γη. Για τους Έλληνες, η Αστρονομία γεννήθηκε την ίδια στιγμή που εμφανίστηκε και η Ελληνική Μυθολογία. Προστάτης της ήταν η Μούσα Ουρανία. Όμως και άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί [Βαβυλώνιοι, Σουμέριοι, Αιγύπτιοι και Ινδοί], παρατηρούσαν μεθοδικά τον ουρανό. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ο τομέας της αστρονομίας χωρίστηκε σε παρατηρησιακό και θεωρητικό κλάδο. Η παρατηρησιακή αστρονομία επικεντρώνεται στην απόκτηση δεδομένων από παρατηρήσεις ουράνιων αντικειμένων, τα οποία στη συνέχεια αναλύονται. Η θεωρητική αστρονομία αναπτύσσει ηλεκτρονικά ή αναλυτικά μοντέλα για να περιγράψει αστρονομικά αντικείμενα και φαινόμενα. Συνεπώς, η θεωρητική αστρονομία επιδιώκει να εξηγήσει τα παρατηρησιακά αποτελέσματα, και οι παρατηρήσεις χρησιμοποιούνται για την επιβεβαίωση των θεωρητικών μοντέλων.

ΚΛΑΔΟΙ: 1. Πρακτική ή Παρατηρησιακή Αστρονομία: πραγματεύεται τα όργανα, τις μεθόδους που εκτελούνται οι αστρονομικές παρατηρήσεις καθώς και τους διαφόρους υπολογισμούς αυτών. 2. Σφαιρική Αστρονομία: θεωρώντας τα ουράνια σώματα ως μαθηματικά σημεία στη νοητή κοίλη επιφάνεια της ουράνιας σφαίρας, αποτελεί την εφαρμογή της σφαιρικής τριγωνομετρίας στην Αστρονομία. Σ΄ αυτόν τον κλάδο χρωστάμε την ουράνια χαρτογραφία και τη έκδοση αστρονομικών πινάκων. 3. Ουράνια Μηχανική: αυτή εξετάζοντας τα ουράνια σώματα από δυναμική άποψη, μελετά τις δυνάμεις που διέπουν αυτά, αλλά και τα αποτελέσματα με βάση φυσικούς νόμους. Ο κλάδος αυτός στηρίζεται στη μαθηματική Ανάλυση και Θεωρητική Μηχανική. Διαμορφωτής του κλάδου υπήρξε ο Γάλλος μαθηματικός Λαπλάς [“Μεκανίκ σελέστ”]. 4. Φυσική Αστρονομία: Εξετάζει χημική σύσταση, θερμοκρασία, χρώμα, λαμπρότητα, κλπ. των ουρανίων σωμάτων. Η Φυσική Αστρονομία επίσης κατατάσσει τα ουράνια σώματα σε αστέρες, πλανήτες, δορυφόρους κλπ. 5. Ναυτική Αστρονομία: Αποτελεί συνδυασμό της Πρακτικής Αστρονομίας και της Σφαιρικής Αστρονομίας για τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας όσο και της αεροπλοΐας. 6. Περιγραφική Αστρονομία ή Κοσμογραφία: Περιγράφει τα ουράνια σώματα και τα διάφορα ουράνια φαινόμενα. Ο κλάδος αυτός χαρακτηρίζεται ως «ο ξεναγός του διαστήματος». Περιλαμβάνει βασικές γνώσεις της Αστρονομίας, τις οποίες και εκθέτει απλά, χωρίς τη χρήση πολύπλοκων μαθηματικών τύπων [αυτός ο τρόπος παρουσίασης ταιριάζει και στη μορφή των άρθρων που σε συνέχειες παραθέσαμε]. 7. Κοσμογονία: σκοπός του τελευταίου αυτού αστρονομικού κλάδου είναι, η, μέσω των πορισμάτων των διαφόρων άλλων κλάδων της Αστρονομίας, αποκάλυψη των νόμων της δημιουργίας και της εξέλιξης [συχνότατα ξεκινώντας με αξιώματα και όχι αποδείξεις, ως θα όφειλε μια φυσική επιστήμη].

   ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ: Συχνά παρατηρείται μια σύγχυση μεταξύ της Αστρονομίας και της Αστρολογίας [ζώδια]. Παρότι έχουν κοινή ιστορική καταγωγή, η μεν Αστρονομία βασίζεται στην επιστημονική μεθοδολογία (επαναληψιμότητα των παρατηρήσεων, διατύπωση νόμων που ερμηνεύουν τις παρατηρήσεις), η δε Αστρολογία είναι μία ψευδοεπιστήμη που ανήκει στη σφαίρα της «προνοητικής δεισιδαιμονίας» και που διατυπώνει “νόμους” και προβλέψεις για την εξέλιξη της καθημερινής ανθρώπινης ζωής(!), βασιζόμενη κυρίως στις μεταξύ των ουρανίων και επίγειων σωμάτων μαγνητικές δυνάμεις, οι οποίοι όμως στερούνται συνέπειας, φθάνοντας και στα όρια της απάτης. [Για την Αστρολογία έχουμε αναφερθεί παλαιότερα από τις στήλες της Ελευθερίας στη σειρά των άρθρων μας περί ανθρωπίνων παθών και δεισιδαιμονιών (Σάββατο 29.12.2012, σελίδα 8).]

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ: Νεότερη διάκριση της Αστρονομίας γίνεται σε δύο μεγάλους κλάδους: 1. την Κλασσική Αστρονομία, που εξετάζει τις φαινόμενες θέσεις και κινήσεις των ουρανίων σωμάτων μέσω αστρονομικών οργάνων, εκθέτει τις μεθόδους υπολογισμών των παρατηρήσεων, ενώ μελετά τις πραγματικές κινήσεις και τις μεταξύ των σωμάτων αυτών σχέσεις, αναζητώντας τα αίτια που τις προκαλούν, διατυπώνοντας μαθηματικούς τύπους που συνδέουν αυτά, και 2. την Αστροφυσική που ασχολείται με τα φυσικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ουρανίων σωμάτων όπως η λαμπρότητα, η θερμοκρασία, η ακτινοβολία, η χημική σύσταση κλπ.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Η γοητεία που ανέκαθεν ασκεί ο ουρανός στον άνθρωπο τον οδήγησε στην συστηματοποίηση των παρατηρήσεών του και στην διατύπωση νόμων που εξηγούν φαινόμενα όπως οι φάσεις της σελήνης, η διάρκεια του έτους και η εναλλαγή των εποχών. Οι πρώτοι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν ως μέσο παρατήρησης το γυμνό μάτι.

Α΄ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ – ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Η αστρονομία θεωρείται κατ' εξοχήν ελληνική επιστήμη, αφού θεμελιώθηκε από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους που έκαναν σημαντικά βήματα στη θεμελίωσή της ως επιστήμης, όπως η καθιέρωση του συστήματος του φαινόμενου μεγέθους των αστέρων (που εφαρμόζεται ακόμα), τη διαπίστωση της σφαιρικότητα της γης [Πυθαγόρας 6ος π.Χ. αι.], την πρόταση του ηλιοκεντρικού συστήματος [Αρίσταρχος 310-230 π.Χ.], τη μέτρηση της γήινης ακτίνας [Ερατοσθένης 276-192 π.Χ.], την κατάρτιση καταλόγου ουρανίων σωμάτων [Ίππαρχος περί του 150 π.Χ.], κ.α. Αργότερα, η Αλεξανδρινή σχολή δεν αρκέστηκε σε απλές θεωρητικές έρευνες αλλά επιδίωξε και την εκτέλεση των παρατηρήσεων με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Όμως και άλλοι αρχαίοι λαοί, όπως ο Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι ασχολήθηκαν με την Αστρονομία. Γνωρίζουμε μάλιστα την κατάρτιση ημερολογίων από τους αρχαίους Αιγύπτιους με πρακτικούς σκοπούς, όπως την συστηματοποίηση των καλλιεργειών γύρω από το Νείλο.

Β΄ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ: ήταν η περίοδος οπισθοδρόμησης των επιστημών. Ο φόβος της ιεράς εξέτασης και ο παπικός σκοταδισμός, απέτρεπε κάθε πρόοδο στη Δύση. Η εγκατάλειψη του ηλιοκεντρικού συστήματος και η καθιέρωση ενός γεωκεντρικού ήταν επιβεβλημένη από την κακώς λεγόμενη «Χριστιανική Ηθική», που ο καθολικισμός επέβαλε παντού. Ωστόσο κατά την περίοδο του Μεσαίωνα πρόοδος στην Αστρονομία υπήρξε από Άραβες αστρονόμους, όπως ο al-Farghani [9ος αιώνας μ.Χ.]. Μάλιστα κείμενά Αράβων αστρονόμων μεταφράστηκαν στα λατινικά το 12ο αιώνα.

Γ΄ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ: Η Αναγέννηση υπήρξε η περίοδος εκρηκτικής εξέλιξης της Αστρονομίας με την διατύπωση του ηλιοκεντρικού συστήματος του Κοπέρνικου [1473-1543], ο οποίος συγκέντρωσε τις θεωρίες και τις παρατηρήσεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και τις εμφάνισε σαν δικό του σύστημα, τους νόμους κίνησης των πλανητών του Κέπλερ [1571-1630], τις εργασίες του Γαλιλαίου [1564-1642] και τους νόμους της δυναμικής του Νεύτωνα [1642-1727]. Τέλος, οι παρατηρήσεις του Τύχωνος Μπράχε [1546-1601] ήταν οι σπουδαιότερες πριν την εισαγωγή του τηλεσκοπίου και χρησιμοποιήθηκαν για τη διατύπωση των νόμων του Κέπλερ. Πάντως, το σπουδαιότερο βήμα στην Αστρονομία ήταν, την εποχή εκείνη, η εισαγωγή του τηλεσκοπίου από το Γαλιλαίο. Το τηλεσκόπιο έδωσε μεγάλη ώθηση στην Αστρονομία επιτρέποντας παρατηρήσεις ακριβείας σε ουράνια σώματα αόρατα ως τότε διά γυμνού οφθαλμού.

Δ΄ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ: Η Παρατηρησιακή Αστρονομία εξακολουθεί να δίνει υλικό με την κατασκευή ολοένα και ισχυρότερων τηλεσκοπίων. Στις αρχές του 19ου αι., ο Messier παρουσίασε κατάλογο με απομακρυσμένα ουράνια αντικείμενα, όπως γαλαξίες, νεφελώματα, κ.ά. Με τα σημερινά υπερσύγχρονα ραδιοτηλεσκόπια η εξερεύνηση έφτασε σε απίστευτα “βάθη” του Σύμπαντος. Σημαντικά ακόμη γεγονότα που έδωσαν ώθηση στην επιστήμη της Αστρονομίας, υπήρξαν, ο νόμος του Χαμπλ για την επέκταση του Σύμπαντος, η θεωρία της Σχετικότητας του Α. Αϊνστάιν, η εξερεύνηση με διαστημοσυσκευές του διαστήματος και η λειτουργία του σπουδαίου διαστημικού τηλεσκοπίου Χαμπλ.

konstantinosa.oikonomou@gmail.com

25.11.25

Το μοιρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο - AUDIOBOOK διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

Το μοιρολόγι της φώκιας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο - AUDIOBOOK
διαβάζει ο Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου



Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.

Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

 

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.

Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

 

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.

Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.

Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

 

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.

Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.

Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 



ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη AUDIOBOOK και κείμενο Διαβάζει ο κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

AUDIOBOOK και κείμενο
Διαβάζει ο κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου

 

  Δὲν γράφω ἐδῶ διὰ τὸ καμίνι ὁποὺ λάμπει κοκκίνην λάμψιν τὴν νύκτα ἐπάνω στὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ· ὁποὺ ἀντικρὺ εἰς τὸ χωρίον τὸ κτισμένον ἀνάμεσα εἰς δύο βραχώδεις λόφους, καὶ δίπλα εἰς θαλασσοπλήκτους κρημνούς, μέσα εἰς μίαν λάκκαν, ἐνῷ αἱ ὄρνιθες πρὸ πολλοῦ ἐκάτιασαν* καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅλοι κατεκοιμήθησαν καὶ ἡ ἀμυδρὰ γλυκεῖα ἀπολαμπὴ τῶν κανδηλίων, ὁποὺ φέγγουν ἐμπρὸς εἰς τὰ παλαιὰ εἰκονίσματα τῶν ἀμαυρῶν μελαγχολικῶν Ἁγίων, ἐξέρχεται ἀπὸ τοὺς μικροὺς φεγγίτας, καὶ σὺ ἐπλάγιασες σιμὰ εἰς τὴν ἀγκάλην τῆς μάμμης, ψιθυρίζων εὐέλπιδα ὄνειρα, καὶ ἀναμασῶν ἔναυλα παραμύθια καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, πρὶν ἀποκοιμηθῇς, ἠρώτας παραπονετικὰ τὴν μάμμην:

― Δὲ θὰ πᾶμε καμίνι, γιαγιά; Πότε θὰ πᾶμε καμίνι;

Δὲν ἐπρόφθασεν ἡ γραῖα νὰ σοῦ ἀποκριθῇ ὅτι αὔριον, τώρα, τὸ ταχύ, ὅταν λαλήσῃ τ᾿ ὀρνίθι θὰ σὲ πάρῃ νὰ πᾶτε στὸ καμίνι καὶ σὺ ἀπεκοιμήθης ἤδη· παρομοίως, εἰς τὸν κίβδηλον προσποιημένον κόσμον, ὅπου ἐμεγαλώσαμεν, ὅταν ἐρωτῶμεν χάριν φιλοφροσύνης τὸν καλύτερον φίλον μας κάτι τι, δὲν προσέχομεν εἰς τὴν ἀπάντησιν καὶ δὲν ἐνθυμούμεθα τί μᾶς εἶπε.

Διότι τὸ καμίνι, μὲ τὴν κοκκίνην λάμψιν, ἀνατέλλει πεῖσμον, ὅταν ὅλα ἔχουν δύσει· ὁ ἥλιος πρὸ πολλοῦ ἐβασίλευσεν ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ βουνοῦ, ἡ σελήνη, δρέπανον κοπτερόν, στίλβον, διαχύνον ψύχραν καὶ μελαγχολίαν, ἐκρύβη ὄπισθεν τοῦ ἰδίου βουνοῦ· τὰ ἄστρα, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πίπτοντα, φευγαλέα, σβήνονται εἰς τὸν ἄνω βυθὸν τῶν ἀκαταλήπτων πραγμάτων. Οἱ παπαροῦνες, ἀφοῦ ἔβαψαν μὲ αἷμα ὅλους τοὺς κάμπους καὶ τὰ χωράφια, τὰς ἔδρεψαν, τὰς ἐθέρισαν οἱ μάγκες, τ᾿ ἀγυιόπαιδα τοῦ χωρίου, καὶ κινδυνεύουν νὰ ἐξαλειφθοῦν πρὸ τῆς ὥρας· μόνος ὁ Γιαννάκης ὁ Ἀπόζερβος, τὸ ζαρωμένον παλιόπαιδο τῆς γρια-Γκαβαλοΐνας, ἔκοψε παραπάνω ἀπὸ δέκα χιλιάδες ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ κόκκινα στολίδια τοῦ κάμπου. Ἔλεγες ὅτι ἡ Ἄνοιξις, μὲ τὴν κοκκίνην χλαμύδα της εἶχε πέσει εἰς χεῖρας νεαρῶν λῃστῶν, ἀρχαρίων, ὁποὺ εἶχαν ὅλην τὴν σκληρότητα τῆς ἀπειρίας· τῆς ἥρπασαν μὲ ἀπλήστους χεῖρας τὴν στολήν της, καὶ τὴν κατερράκωσαν· ἔγδυσαν τὴν παρθένον καὶ τὴν ἀφῆκαν γυμνήν. Τὰ χαμολούλουδα, τὰ λευκὰ καὶ κίτρινα ἀνθύλλια τοῦ Ἀπριλίου, ἀφοῦ εἶχαν συλλέξει μυριάδας ἐξ αὐτῶν ἡ γρια-Ραγιάδαινα, ἡ Τσιτσούκαινα, καὶ ἄλλαι ἀρχαϊκαὶ γειτόνισσαι, ἄνθρωποι καὶ κτήνη κατεπάτησαν τὰ λοιπά, καὶ τὰ ἔκαμαν θλιβερὰ ἐρείπια τοῦ καλοκαιριοῦ.

Τέλος, ὅταν ἐνύκτωσε, τὸ καμίνι μὲ τὴν ἀναλαμπὴν τῆς φλογός του ἐκοκκίνησεν εἰς τὸ βουνὸ ἀντικρύ, καὶ σύ, παιδίον, ἐκοιμήθης εἰς τοὺς κόλπους τῆς μάμμης σου, μὲ ὀνειροπολήματα αἴγλης καὶ μαρμαρυγῆς εἰς τὴν κεφαλήν σου. Καὶ δὲν σ᾿ ἔμελε διὰ τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, οὔτε διὰ τὴν σκληρὰν πάλην τῆς ζωῆς. Ἀλλ᾿ ἀπὸ τοὺς μαστοὺς τοὺς στειρεύσαντας ὡς ἀπὸ πέτραν ἄγονον ἐζήτεις νὰ θηλάσῃς γάλα, πόμα καινόν, ὡς ἄλλην πηγὴν ἀφθαρσίας. Καὶ δὲν ἀνελογίσθης πὼς οἱ μυθώδεις ἐκεῖνοι δράκοι, οἱ Κύκλωπες, ὁποὺ ἐνυκτέρευον μακρὰν ἐκεῖ, εἰς τὸ ὄρος, ἐπότιζον μὲ ἱδρῶτα τὰς πέτρας καὶ τὰ ξύλα καὶ τοὺς κορμοὺς τοὺς ἁδρούς, προσπαθοῦντες διὰ τοῦ πυρὸς ἐκείνου νὰ παραγάγωσι χρήσιμόν τι εὐτελὲς πρᾶγμα, ὅπως λάβωσι μικρὰ ἀργύρια καὶ θρέψωσι καὶ αὐτοὶ μικροὺς ἀνθρωπίσκους, προωρισμένους νὰ εἶναι ἰσοβίως σκλάβοι ἄλλων πάλιν νεαρῶν τυράννων. Ὤ, ματαιότης!

*
* *

Ἀλλὰ τὸ Καμίνι αὐτό, περὶ οὗ ὁ λόγος τώρα, ἦτο ἄσπιλον, ἔκτακτον καὶ μοναδικόν… Ἦτο θαλάσσιον καμίνι.

Ἐκεῖ, ἅμα κάμψῃς τὸν κάβον τῆς Μπούτας, τῆς ἄκρης τοῦ λιμένος, ὀλίγον πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πελάγους, πλησίον εἰς τὴν Ἄρκον καὶ τὴν Τρυπ᾿τήν, τὰς δύο ἀδελφὰς νησῖδας, ὁποὺ ἡ μία κρύπτεται ὄπισθεν τῆς ἄλλης, ὅπως κόρη ἐντροπαλή, φοβουμένη ν᾿ ἀντικρύσῃ τῶν ξένων τὰ βλέμματα, προσπαθεῖ νὰ κρυφθῇ, ὄπισθεν τῶν ὤμων τῆς μητρός της, καὶ ἀντικρὺ εἰς τὸ Ἀσπρόνησον, ὅπου οἱ γλάροι κρώζουν τὸν πλέον πένθιμον κρωγμόν των, ὁποὺ ἀντηχεῖ βαθιὰ εἰς τὰ θαλάσσια ἄντρα, εἰς τὰς φωλεάς, ὅπου κρύπτονται τ᾿ ἀγριοπερίστερα μὲ ἀπότομον πτερυγισμόν, ἐκεῖ, ὅπου χορεύει συνωθούμενον ἀπὸ τρεῖς αἰγιαλοὺς μὲ φλοῖσβον καὶ πλαταγισμὸν τὸ κῦμα· ἐκεῖ σχηματίζεται μέγα ἐπιστεφὲς ἄντρον, μὲ πλατὺ χάσμα κυκλοτερὲς ὑψηλά, κομῶν ἀπὸ πλουσίαν λοφιὰν κομάρων καὶ σχοίνων· κάτω τὸ στόμιον ὑψηλόν, θολωτόν, ἀνοίγεται εἰς τὸ πέλαγος, ὁπόθεν εἰσρέει ἀκράτητον τὸ κῦμα εἰς βάθος πλέον ἢ ἀναστήματος ἀνδρός· μέσα εἰς τὸ ἄντρον τὸ εὐρὺ εἰσπηδᾷ τὸ διαυγές, ἁλμυρὸν νᾶμα, πλήττει τὴν μίαν πλευράν, πλήττει τὴν ἄλλην, χορεύει, σκιρτᾷ, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ψάλλῃ μὲ ἰάμβους καὶ ἀναπαίστους, εἰς Δώριον ἦχον:

Ἡ κάμινος, Σωτήρ, ἐδροσίζετο,
οἱ παῖδες δὲ χορεύοντες ἔψαλλον·
Ὁ τῶν πατέρων Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Οὕτω καλεῖται τὸ Καμίνι· ἀξιοσημείωτον, ἀξιοθέατον πρᾶγμα, θεόκτιστον. Εἶναι τὸ πρότυπον ὅλων τῶν καμινίων, τὸ πρόπλασμα καὶ ὑπόδειγμα αὐτῶν. Εἶναι προωρισμένον νὰ μὴ ἀνάπτῃ, νὰ μὴ καίῃ, νὰ μὴ ἐρεύγεται φλόγας· ἀλλὰ νὰ δροσίζῃ καρδίας, καὶ ὀφθαλμοὺς καὶ μέτωπα ἀνδρῶν. Χάρμα τῶν ἁλιέων, σέμνωμα τῶν λεμβούχων, τῶν πορθμέων καὶ ἀκταιωρῶν.

*
* *

Ἡ Τσούλα, κόρη τοῦ Μανδράκια, τοῦ βοσκοῦ, ἐφύλαγε τὰ ὀλίγα πρόβατα τοῦ πατρός της ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν τῆς Μπούτας, τῆς μακρᾶς ὑψηλῆς λωρίδος ὁποὺ κλείει τὸν λιμένα πρὸς ἀνατολάς. Ὅλη ἡ Μπούτα ἦτο τὸ βασίλειόν της, τῆς ἀθῴας κόρης. Τὴν εἶχε μαυρίσει ὁ ἥλιος ἀπὸ τὰ μικρά της χρόνια, νὰ τρέχῃ μαζὶ μὲ τὸ κοπάδι· ἦτο μόλις ἑπταέτις, ὅταν εἶχεν ἀρχίσει ν᾿ ἀκολουθῇ τὸν πατέρα της εἰς τὸ ἔργον, καὶ τώρα ἦτο δεκαοκτὼ ἐτῶν, καὶ εἶχε γίνει τελεία βοσκοπούλα. Ἀνήρχετο δύο φορὰς τὴν ἡμέραν ἕως τὴν κορυφήν, εἰς τὸ μικρὸν δάσος τῶν πεύκων, μὲ τὸ κοπάδι της, κατήρχετο ἄλλας δύο φορὰς ἕως τὸν λαιμὸν τῆς μικρᾶς χερσονήσου, εἰς τὴν Βρύσην, κάτω ἀπὸ τὸν Ἁι-Γιώργην, τὸ ὡραῖον λευκὸν ἐξωκκλήσι, σιμὰ εἰς τὸν αἰγιαλόν, διέτρεχεν ἄνω καὶ κάτω δέκα φορὰς τὸ ἡμερόνυχτον, ὅλην τὴν ράχιν τῆς Μπούτας, μὲ τοὺς δύο γιαλούς, τὸν ἕνα πρὸς τὸν λιμένα, ἀντικρὺ τοῦ λευκοῦ χωρίου, τὸν ἄλλον πρὸς τὸ πέλαγος ἔξω. Καὶ τώρα, τὴν εἶχε ζητήσει εἰς γάμον ἄλλος βοσκός, ὁ Κώστας τῆς Γαρουφαλίνας, χηρευμένος, μὲ δύο παιδιά. Εἶχε δηλώσει ὅτι ἤθελε νὰ τὴν πάρῃ χωρὶς προῖκα, τῆς ἔδιδε μάλιστα καὶ εἴκοσι γίδια ὡς κοριτσιάτικο*. Ὁ πατήρ της ἐφάνη πρόθυμος νὰ τὴν δώσῃ.

Ἀπρόντο*, τσούπα*, τῆς εἶπε, ἀλέστα*, καὶ μὴ τσινιάζῃς*. Ντούρμα* γαμπρὸς ἔρχεται γυρεύοντα· σὰν τ᾿ μπούφ᾿ τοὺ π᾿λί*, σοῦ ᾽ρθε… Θιὸς τόνε στέλνει. Ἒμ προικιὰ δὲ γυρεύει, ἒμ κοριτσιάτικο σοῦ δίνει… Τί ἄλλο θέλεις, κορίτσι;… Τί κάνει πὼς ἔχει ἄνθρωπος δυὸ παιδάκια;… Τί σὲ πειράζει σένα; Ὅπως θέν᾿ ἔῃς τὰ γίδια θέν᾿ ἔῃς κὶ τὰ πιδιά… Θροφὴ θέλ᾿ν τὰ γίδια, θροφὴ κὶ τὰ πιδιά· φύλαμα τὰ γίδια, φύλαμα κὶ τὰ πιδιά… Ἕνα πρᾶμα εἶναι… Ταχιὰ νὰ στολιστῇς κὶ νὰ πᾶμε ντουγροὺ* στοὺ καλύβ᾿ τ᾿ γαμπροῦ, νὰ σᾶς στεφανώσω.

Ὁμοίως καὶ ἡ γρια-Ντούκαινα, ἡ θεία τῆς Τσούλας ―ἐπειδὴ ἡ μάννα τῆς κόρης δὲν ἔζη― τὴν ἐνουθέτησε καὶ τῆς εἶπε:

Ὄμορφα, ὄμορφα… καλορρίζικα, πλιό, παιδάκι μ᾿… οἱ παντρειὲς εἶναι ἀπὸ Θεοῦ. Καλὸς κι ἄξιος εἶναι οὑ γυιὸς τς Γαρουφαλίνας… θ᾿ ἀναθρέψῃς πλιὸ κὶ τ᾿ ἀρφανά, εἶναι ψυχικό… Ὄμορφα, ὄμορφα, πλιό!

Ἡ Τσούλα ἤκουσε τὰς δύο νουθεσίας, ἀλλὰ δὲν ἐνόησε τίποτε. Τῆς ἐφάνη ὡς βόμβος ἀπὸ σφηκοφωλεὰν νὰ ἐμβῆκεν ἀπὸ τὸ ἓν αὐτίον της, καὶ ὅτι ὁ ἄνεμος ἐσύριζεν εἰς τὴν ὀπὴν τοῦ σπηλαίου, ὅπου εἶχε καταυλίσει μίαν χειμερινὴν νύκτα τὰ πρόβατά της.

Ἀπεμακρύνθη ἀκολουθοῦσα μηχανικῶς τὴν ἀγέλην. Δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ ἕως τώρα τοὺς παλμοὺς τῆς καρδίας της. Μόνον μίαν φορὰν εἶχε συναντήσει εἰς τὸν γιαλὸν τὸν ἀνατολικὸν πρὸς τὸ πέλαγος, ἕνα νεαρὸν ναύτην, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὴν βαρκούλαν καὶ τῆς εἶχε ζητήσει γάλα. Ὁ ἴδιος τῆς εἶχε προσφέρει ὡραίαν μεγάλην κογχύλην, χρυσίζουσαν, ἀποπνέουσαν τὸ ἄρωμα τῆς θαλάσσης. Ἄλλοτε τὸν εἶχεν ἀκούσει, πότε κατὰ τὴν γλυκεῖαν ὥραν τοῦ πρώτου ὕπνου, πότε εἰς τὴν μυστηριώδη χαραυγὴν τῆς ἀνατολῆς τοῦ αὐγερινοῦ, ἐνῷ κατηυλίζετο εἰς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου μὲ τὰ πρόβατά της, μὲ σοβαρὰν μελῳδικὴν φωνὴν νὰ τραγουδῇ:

Ξύπνα, γλυκειά μ᾿ ἀγάπη, κ᾿ ἡ νύχτα εἶναι βαθειά·
κ᾿ ἡ βάρκα μᾶς προσμένει στὴν ἀκροθαλασσιά.

*
* *

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὕστερον ἀπὸ τὴν διπλῆν διδαχὴν τοῦ πατρός της καὶ τῆς θείας της, ἡ βοσκοπούλα εἰς τὸν πλάνητα δρόμον, καθὼς ἀκολουθοῦσε τὸ κοπάδι ἀνάμεσα εἰς τοὺς πυκνοὺς θάμνους τῆς ὑψηλῆς ἀκρογιαλιᾶς, ἔφθασε μέχρι τοῦ χείλους τοῦ θαλασσίου Καμινίου. Πολλάκις ἡ Τσούλα εἶχε πλησιάσει εἰς τὸ χάσμα αὐτὸ τοῦ πελαγίου ἄντρου, καὶ εἶχε παρακύψει καὶ κοιτάξει ἀπλήστως κάτω εἰς τὸν βυθὸν τὸν κυκλοτερῆ, μὲ τὰς πλευρὰς τοῦ βράχου ἔνθεν καὶ ἔνθεν, μὲ τὸ ἀνοικτὸν στόμιον ὅπου ἐχόρευον εὐθύμως μελῳδικὰ τὰ κύματα. Καὶ τώρα πάλιν, καθὼς ἐσταμάτησαν τὰ πρόβατά της κ᾿ ἐβοσκοῦσαν, ἡ κόρη ἐστάθη σύρριζα εἰς τὸ χάσμα τοῦ κοίλου βράχου, κ᾿ ἐκοίταζε, κ᾿ ἐσχημάτιζεν ἀσυναρτήτους, ἀσκόπους φράσεις μέσα εἰς τὸν νοῦν της.

«Νὰ εἶναι, τάχα, βαθιὰ κάτω τὸ κῦμα;… Κι ἂν πέσῃ κανεὶς θὰ πλέψῃ, ἢ θὰ χτυπήσῃ;… Μπορεῖ νὰ δώσῃ κανεὶς ἕνα πήδημα ἀποδῶ;… Πόσα μπόϊα εἶναι τάχα;»

Ἐκάθισε κ᾿ ἐκοίταζεν ἐπιμόνως κάτω.

«Κοίταξε, τί ὅμορφος πού ᾽ναι ὁ γιαλός! Τί γαλάζια, πράσινα, κοκκινωπά, ὀμορφούτσικα πράματα, κοχύλια, πορφύρες, χαλίκια!… Τί ὄμορφη ποὺ ἦτο κ᾿ ἐκείνη ἡ κοχύλα ποὺ μοῦ χάρισε ἕνα καιρὸν ὁ…»

Ἐστάθη, καὶ δὲν ἤθελε νὰ προφέρῃ τὸ ὄνομά του. Εἶτα πεισμόνως καὶ ἀποφασιστικῶς τὸ ἐπρόφερε: «… ὁ Νῖκος!»

Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ὦ θαῦμα! Εἷς ναύτης μὲ τὴν βαρκούλα του εἰσέπλευσε μέσα εἰς τὸ Καμίνι. Ἦτο αὐτός· ὁ Νῖκος, ὁ υἱὸς τοῦ καπετὰν Σύρραχου, ὅστις εἶχε χαρίσει τὴν ὡραίαν ἐπίχρυσον κογχύλην εἰς τὴν Τσούλαν.

Ὁ Νῖκος, μόλις εἶδε τὴν κόρην ―ἐφαίνετο ὅτι τὴν εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ πρωτύτερα πλησιάσασαν εἰς τὸ χάσμα τοῦ Καμινιοῦ― κ᾿ ἐφώναξε:

― Τσούλα, ψυχή μου! Νά, πάρε αὐτό! Μὴ βιάζεσαι νὰ πηδήσῃς κάτω!

Καὶ τῆς ἔρριψε μίαν ἀνεμόσκαλαν μεταξωτήν, τυλιγμένην σπειροειδῶς. Εἶτα μὲ φωνὴν χαμηλοτέραν, ἀρκοῦσαν διὰ ν᾿ ἀκούεται ἐπάνω εἰς τὸ χεῖλος τοῦ χάσματος, ἐξηγήθη:

― Τσούλα, ἀγάπη μου! σὲ παντρεύουν; Τὰ ἔμαθα ὅλα!… Πάρε αὐτὴν τὴν σκάλα ποὺ σοῦ ἔρριξα… ξετύλιξέ την… κάρφωσέ την καλά, καὶ τὰ δυὸ τ᾿ ἁρπάγια της στὴ ρίζα τοῦ χονδροῦ σχοίνου!… Καλουμάρισέ* την κάτω, βάλε τὰ πόδια σου, καὶ κατέβα κάτω… μὴ φοβᾶσαι!… εἰδεμή, θέλεις ν᾿ ἀνεβῶ ἐγώ;

Ἡ Τσούλα ἀπήντησε:

― Κατεβαίνω, Νῖκο!… δὲν φοβοῦμαι.

Καὶ μετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας, ἡ ὡραία βοσκοπούλα ἔπεσεν εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ νεαροῦ ναύτου.

Ὁ γάμος ἐτελέσθη τὴν ἰδίαν ἑσπέραν εἰς τὸ χωρίον.

(1907)

ΤΟ ΒΙΒΤΕΟ-AUDIOBOOK ΕΔΩ: 


ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Κείμενο και AUDIOBOOK Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

 

ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Κείμενο και AUDIOBOOK

Διαβάζει ο Κων/νος Οικονόμου

     

  Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δύο ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, ―ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ― ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δύο ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς ―κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον― νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον, Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἢ ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δύο τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; ᾘσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκαν του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύσῃ τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῇ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήσῃ τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

*
* *

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύσῃ περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῶ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἠρέμα πρὸς δυσμὰς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

― Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

― Καὶ τί εἶναι;

― Εἶναι…

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δύο ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἆρα ἦτο;

*
* *

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δύο φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἔγγονος τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δύο τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δύο φίλοι.

― Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε* χωρὶς νὰ πυροφανίζετε ― καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτε θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῇ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

Ἀμ᾿ ποῦ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνον οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲν βλέπω τίποτα!… Τὸ εἶδε κι ὁ Γιαλὴς αὐτὸ ποὺ λὲς πὼς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν τῆς ἡλικίας του νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφτασα τὴ γρια-Κοιράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ* αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, ―ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτή― μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερο-Θεριά (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὁποὺ ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι* καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήσῃ τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθῃ νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς στεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῇ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθῃ ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, νὰ γυρίσῃ ὁ σαστικός* της νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τό ᾽βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίσῃ. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτά τους στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρές τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλές τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλές τους, ἐμπῆκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

»― Νά! τώρα θὰ ᾽ρθῇ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ἦρθε νὰ πάρῃ τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσᾶτό του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάσῃ στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάσῃ ἐγκαίρως, ὣς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξῃ τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

(1906)

ΤΟ AUDIOBOOK-ΒΙΝΤΕΟ


ΕΔΩ: 

24.11.25

Πλανήτης Ερμής + ΒΙΝΤΕΟ Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

 

Πλανήτης Ερμής + ΒΙΝΤΕΟ

Του Κωνσταντίνου Αθαν. Οικονόμου δασκάλου, συγγραφέα

 


 ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
: Ο Ερμής, ο πλησιέστερος στον Ήλιο πλανήτης και μικρότερος του Ηλιακό Συστήματος, πήρε το όνομα του αγγελιαφόρου των θεών Ερμή1, ενώ οι Ρωμαίοι τον ονομάτισαν αντίστοιχα Mercurius [Ερμής]. Πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ. ο πλανήτης είχε δύο ονόματα, καθώς εμφανίζεται εναλλάξ και στις δύο πλευρές του Ήλιου. Το βράδυ ήταν ο Ερμής και το πρωί ο Απόλλων . Ο Πυθαγόρας ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι πρόκειται για τον ίδιο πλανήτη. Σύμφωνα με την ελληνική Μυθολογία, ο Ερμής ήταν γιος του Δία και της Μαίας, κόρης του Άτλαντα. Εκτελούσε χρέη αγγελιαφόρου των άλλων θεών. Θεωρούνταν εφευρέτης και κατασκευαστής μουσικών οργάνων [αυλού, σύριγγας, λύρας]. Αυτός συνόδευε τους νεκρούς στον Άδη και συμπαραστέκονταν σε οδοιπόρους.

    ΓΕΝΙΚΑ: Ο Ερμής βρίσκεται τόσο κοντά στον Ήλιο ώστε είναι πολύ δύσκολο να τον διακρίνουμε καθαρά από τη Γη. Επί πλέον είναι μικρός, ελάχιστα μεγαλύτερος από τη Σελήνη. Η ηλιακή του ημέρα (σαν το γήινο 24ωρο), δηλαδή από ανατολή σε ανατολή διαρκεί 176 γήινες ημέρες, διπλάσιες από ότι το έτος του που διαρκεί μόνο 88 γήινες ημέρες. Σε απόσταση μικρότερη των 70 εκατομμυρίων χιλιομέτρων ο πλησιέστερος αυτός πλανήτης στον Ήλιο “τσουρουφλίζεται” συνεχώς από τις ακτίνες του. Είναι ένας καταχτυπημένος πλανήτης, διάσπαρτος από κρατήρες, που οφείλονται κυρίως στη γειτνίασή του με τον Ήλιο, η τεράστια βαρύτητα του οποίου προσελκύει μικρούς και μεγάλους διαστημικούς βράχους με αποτέλεσμα ο Ερμής να βρίσκεται συνεχώς στο στόχαστρο των επερχόμενων εισβολέων, μιας και συχνά ο Ερμής λειτουργεί ως ασπίδα του Ηλίου.

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ: Ο Ερμής περιβάλλεται από λεπτό στρώμα ατμόσφαιρας, αποτελούμενο από ήλιο, οξυγόνο καο υδρογόνο. Η βαρύτητά του δεν υπερβαίνει το 1/3 της γήινης. Το ήλιο προέρχεται από τον λεγόμενο ηλιακό άνεμο που “φυλακίζεται” από το μαγνητικό του πεδίο, ενώ η ποσότητα που υπάρχει είναι τόσο μικρή ώστε για να γεμίσουμε ένα απλό μπαλόνι θα έπρεπε να συγκεντρώναμε όλο το αέριο που περιλαμβάνεται σε μια σφαίρα διαμέτρου 6,5 χιλιομέτρων! Έτσι, η γήινη ατμόσφαιρα είναι ένα τρισεκατομμύριο φορές πιο πυκνή από αυτήν του Ερμή [βασική σύσταση: 42% Οξυγόνο 29% Νάτριο, 22% Υδρογόνο, 6% Ήλιο, 0,5% Κάλιο.]

   ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ: Χωρίς αποτελεσματική ατμόσφαιρα γύρω από τον Ερμή δεν υπάρχουν ούτε άνεμοι, ούτε βροχές, αλλά δεν υπάρχει και προστασία από τη ζέστη ή από το κρύο. Στο αφήλιό του, τη μεγαλύτερη απόστασή του από τον Ήλιο [69.816.900 χλμ.], οι μεσημεριανές θερμοκρασίες επιφανείας φτάνουν τους 285 βαθμούς Κελσίου, ενώ στο περιήλιο, τη μικρότερή του απόσταση από τον Ήλιο,[46.001.200 χλμ.] η θερμοκρασία ξεπερνάει τους 430 βαθμούς Κελσίου, οκταπλάσια, δηλαδή, από τη μέγιστη θερμότητα που εμφανίστηκε ποτέ στη Γη [57,7 βαθμοί Κελσίου, Λιβύη 9/1922). Στη θερμοκρασία αυτή, το ατσάλι σε λίγα λεπτά κοκκινίζει, ενώ ο μόλυβδος λιώνει. Αντίθετα, οι νύχτες του Ερμή, που κρατάν τρεις γήινους μήνες, είναι παγερές και φτάνουν τους -180 βαθμούς Κελσίου, επταπλάσια από τη θερμοκρασία ενός καταψύκτη. Σε τέτοια θερμοκρασία, σε μερικά λεπτά, ένας άνθρωπος θα μετατρεπόταν σε παγοκολώνα. Αυτή η διαφορά θερμοκρασίας του Ερμή (610 βαθμοί Κελσίου) είναι η μεγαλύτερη απ’ ότι σε όλους τους άλλους πλανήτες.

   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Η επιφάνεια του Ερμή μοιάζει με την επιφάνεια της Σελήνης, ενώ το εσωτερικό του μ’ αυτό της Γης. Ο πυρήνας του, αποτελούμενος κυρίως από σίδηρο και νικέλιο, αποτελεί το 80% της μάζας του Ερμή και έχει διάμετρο 3.600 χιλιομέτρων. Ο πυρήνας δηλαδή του Ερμή είναι μεγαλύτερος από ολόκληρη τη Σελήνη, ενώ πάνω απ’ αυτόν, ο μανδύας του έχει πάχος 600 χιλιομέτρων. Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά της επιφάνειας είναι ένα τεράστιο λεκανοπέδιο, που ονομάστηκε Λεκανοπέδιο Θερμίδων (Caloris), διαμέτρου 1.400 χιλιομέτρων, αποτέλεσμα τεράστιας σύγκρουσης του Ερμή με αστεροειδή διαμέτρου τουλάχιστον 100 χιλιομέτρων. Ο αστεροειδής αυτός έπεσε στην επιφάνεια με ταχύτητα 500.000 χιλιομέτρων/ώρα, αφού δεν υπήρχε, τότε, κανένα είδος ατμόσφαιρας για να ελαττώσει την ταχύτητά του, που οφείλονταν, κυρίως, στην μεγάλη βαρυτική δύναμη που ασκούσε στον επερχόμενο αστεροειδή ο Ήλιος. Σημειώνουμε πως η ένταση της σύγκρουσης σχημάτισε και μια λοφώδη περιοχή στην εκ διαμέτρου αντίθετη επιφάνεια [όπως ένα εξόγκωμα σε μια λαμαρίνα που χτυπήθηκε εξωτερικά και βούλιαξε, δημιουργώντας εξόγκωμα στη μέσα πλευρά!]. Η επιφάνεια του Ερμή καλύπτεται και από τεράστιες χαράδρες με μήκη μέχρι 500 χιλιομέτρων και όρη ύψους πάνω από 3.000 μέτρα. Οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι οι χαράδρες είναι ρήγματα που δημιουργήθηκαν καθώς ο τεράστιος σιδερένιος πυρήνας του Ερμή συρρικνώνονταν κατά την αργή στερεοποίησή του. Ένα τέτοιο ρήγμα [Santa Maria Rupes] έχει βάθος 3.200 μέτρων. Αν ρίχναμε μια πέτρα από την κορυφή του ρήγματος αυτού θα χρειαζόταν 130 δευτερόλεπτα για να φτάσει στον πυθμένα, αφού η βαρύτητα του Ερμή είναι τρεις φορές μικρότερη από την βαρύτητα στη Γη. Ένας άνθρωπος δηλαδή βάρους 75 κιλών στη Γη, στον Ερμή θα είχε βάρος νηπίου, 25 μόνο κιλών.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ: Το μέλλον του Ερμή είναι προδιαγεγραμμένο. Ως πλησιέστερος πλανήτης στον Ήλιο, θα είναι και ο πρώτος που θα καταστραφεί, όταν ο Ήλιος φτάσει στο στάδιο της μετατροπής του σε κόκκινο γίγαντα. Σε λιγότερο από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, ο Ήλιος θα αρχίσει να διογκώνεται και η επιφάνειά του θα φτάσει τον Ερμή εξαερώνοντάς τον. Η ίδια κατάληξη επιφυλάσσεται για όλους τους εσωτερικούς πλανήτες του Ήλιου, της Γης συμπεριλαμβανομένης. Τότε ο Ήλιος θα μετατραπεί σε μιμητή του Κρόνου, που θα καταπιεί τα ίδια του τα παιδιά.

   ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ: Η πρώτη διαστημική συσκευή που πέρασε από τον Ερμή ήταν ο Μάρινερ 10, που τον επισκέφτηκε τρεις φορές (1974-5) και φωτογράφησε σχεδόν την μισή επιφάνεια του Ερμή, στέλνοντας 10.000 φωτογραφίες που αποκάλυψαν το “βλογιοκομμένο πρόσωπο” του πλανήτη από μετεωρικούς κρατήρες. Παρ’ όλες τις ακραίες θερμοκρασίες του πλανήτη, υπάρχουν ορισμένα σημεία στις πολικές περιοχές του Ερμή που θα μπορούσαν να είναι τα σημεία προσεδάφισης μελλοντικών διαστημικών αποστολών. Στα σημεία αυτά, που είναι προστατευμένα από τις καυτές ηλιακές ακτίνες, πρέπει να διατηρείται ακόμη πάγος και παγωμένο δοξείδιο του άνθρακα, υπολείμματα της αρχέγονης εποχής πριν από 4 δισεκατομμύρια χρόνια όταν πάγωσαν για πρώτη φορά τα υλικά αυτά μετά την γέννηση του πλανήτη. Η ανάλυση παρόμοιων υλικών από κάποιο μελλοντικό διαστημόπλοιο θα μας πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρατούσε τότε. 

Ο Ερμής από τον Μέσεντζερ

   Το δεύτερο διαστημόπλοιο που τον επισκέπτεται είναι το MESSENGER, που έχει πραγματοποιήσει τρεις διελεύσεις χαρτογραφώ-ντας το 98% της επιφάνειας του πλανήτη.    Η χαρτογράφηση ολοκληρώθηκε το 2011, οπότε και μπήκε σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη.

1. Στα Ελληνιστικά Χρόνια ονομαζόταν και Στίλπων (λαμπρός-γυαλιστερός).

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ: 


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου 4/12 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου

  Ο Άγιος Ιερομάρτυς Σεραφείμ, αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου 4/12 από τον Κων/νο Αθ. Οικονόμου     Ο Άγιος Σεραφεὶμ καταγόταν ...

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ....